Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2005

No 85

Θαρρώ πως ποτέ δεν συνουσιάτηκε κανείς περισσότερο στην Κούβα απ’ ό,τι στη δεκαετία του εξήντα' τη δεκαετία συγκεκριμένα που εξαγγέλθηκαν όλοι αυτοί οι νόμοι κατά των ομοφυλόφιλων, εξαπολύθηκε ένα ανθρωποκυνηγητό εναντίον τους και δημιουργήθηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης' τότε συγκεκριμένα που η σεξουαλική πράξη μετατράπηκε σε ταμπού, που προβαλλόταν ο νέος άνθρωπος και εξυμνείτο ο ανδρισμός. Σχεδόν όλοι όμως εκείνοι οι νεαροί που περήλαυναν στην Πλατεία της Επανάστασης επευφημώντας τον Φιδέλ Κάστρο, σχεδόν όλοι εκείνοι οι φαντάροι που με το όπλο επ’ ώμου προχωρούσαν στητοί, με πρόσωπα σκληρά σαν πέτρα, έρχονταν να καθίσουν οκλαδόν στα δικά μας δωμάτια κι εκεί, γυμνοί, έδειχναν την αυθεντικότητα τους και μερικές φορές μια τρυφερότητα κι έναν τρόπο να απολαμβάνουν, που δυσκολεύτηκα να βρω σε οποιοδήποτε άλο μέρος του κόσμου.
Ίσως μυστικά να διαισθάνονταν ότι έκαναν κάτι απαγορευμένο κι ότι ενέπιπταν στις διατάξεις του νόμου περί επικινδυνότητας, στον αστερισμό της κατάρας, και γι’ αυτό, όταν έφτανε η ώρα, έδειχναν τέτοια πληρότητα και μεγαλείο, απολαμβάνοντας την κάθε στιγμή, έχοντας συναίσθηση ότι αυτή η φορά ίσως ήταν και η τελευταία κι ότι μπορούσε να τους κοστίσει πολλά χρόνια φυλάκισης. Από την άλλη, δεν επιδίδονταν στην πορνεία, αλλά στην απόλαυση' ήταν ένα είδος συνωμοσίας' κατι που γινόταν στα σκοτεινά ή το καταμεσήμερο, αλλά γινόταν παράνομα' μια ματιά, ένα βλεφάριασμα, ένα σήμα ήταν αρκετά για να πυροδοτήσουν την επιθυμία.

Ρεϊνάλντο Αρένας : Πριν πέσει η νύχτα (Σύγχρονοι ορίζοντες)

9 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Aπό το αφιέρωμα στον Ρεϊνάλντο Αρένας - ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Βιβλιοθήκη)
21.9.2001

Το δικαίωμα στη γραφή, χωρίς λογοκρισία


Όποιος διαβάσει το «Πριν πέσει η νύχτα» του Ρεϊνάλντο Αρένας, αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για μια από τις πιο ανατριχιαστικές μαρτυρίες που γράφτηκαν στην ισπανική γλώσσα σχετικά με την καταπίεση και την εξέγερση, ελάχιστοι όμως θα τολμήσουν να το παραδεχτούν, γιατί αυτό το βιβλίο, παρ' ότι διαβάζεται με απληστία, έχει την περίεργη ιδιότητα να κάνει τους αναγνώστες του να νιώθουν ταλαιπωρημένοι, όπως όταν βγαίνεις από κάποιον εφιάλτη, από τον οποίο βεβαίως δεν λείπει καθόλου ούτε το γέλιο ούτε η τρυφερότητα, μήτε η ειρωνεία.

Το ότι το βιβλίο γράφτηκε κάτω από τον αστερισμό του επείγοντος, λόγω του καλπάζοντος AIDS, είναι ένα στοιχείο που του προσδίδει ακόμα μεγαλύτερη αυθεντικότητα και μεγαλείο, όπως σε όλα τα καταραμένα βιβλία. Και το ότι βάζοντας την τελευταία τελεία σε αυτό το βιβλίο ο Ρεϊνάλντο Αρένας έδωσε τέλος στη ζωή του, για να αποχωρήσει με τρόπο πιο αξιοπρεπή από αυτόν που του επιφύλασσε η αρρώστια, ήταν κάτι το εντελώς διαδικαστικό. Γιατί η πραγματική και εκτυφλωτική αυτοκτονία του είναι το «Πριν πέσει η νύχτα».

Ο Αρένας, μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας ήταν ταυτόχρονα συγγραφέας, ομοφυλόφιλος, αντιφρονών. Μόνο που χωρίς τη γραφή δεν θα υπήρχε καν. Γιατί για τον Αρένας το μυθιστόρημα είναι μια από τις μορφές, ίσως η πλέον προνομιούχα, ενός κόσμου εναλλακτικού ή παράλληλου, όπου μπορεί κανείς -ακόμα και μέσω της φαντασίας- να αντιμετωπίσει το δαίμονά του καταπρόσωπο.

Για τον Αρένας το να σκέφτεται, το να μιλάει και το να κάνει αυτό που του αρέσει ήταν προϋπόθεση ζωής. Και το δικαίωμα στη γραφή -χωρίς λογοκρισία- είναι κάτι που όλοι, πλην μιας χούφτας «σοσιαλιστικών» χωρών και των ισλαμιστών φονταμελιστών, θεωρούν αυτονόητο. Ο Αρένας άσκησε αυτό το δικαίωμα με απαράμιλλο κουράγιο, γράφοντας ασταμάτητα ακόμα και στην κορφή ενός δέντρου, παράνομα, σε ένα δημόσιο πάρκο, κυνηγημένος από την πολιτοφυλακή του Κάστρο, θαρρείς και η ζωή του κρεμόταν απ' αυτό, κάποια μυθιστορήματα που εκ των προτέρων γνώριζε πως δεν θα δουν ποτέ το φως της δημοσιότητας στην Κούβα και ότι θα χρησιμοποιηθούν εναντίον του, αν πέσουν στα χέρια της Ασφάλειας.

Εξαναγκάστηκε να κρύψει τα χειρόγραφά του κάτω από τα κεραμίδια, να τα θάψει στην εξοχή κι όταν, κάποτε η παράνοια -το υπέρτατο όπλο των απολυταρχικών καθεστώτων- ξεπέρασε κάθε όριο, να τα κουβαλάει μαζί του, σε νάιλον τσάντες, γιατί ο κόσμος όλος είχε μετατραπεί σε ένα μέρος χωρίς σίγουρες κρυψώνες κι εκείνος δεν υπήρχε χωρίς τα χαρτιά του. Στην ουσία, είτε με την ομοφυλοφιλία του είτε με τη γραφή του, ο Αρένας το ίδιο δικαίωμα διεκδικεί: το δικαίωμα στην απόλαυση, τη χαρά της ζωής, την ηδονή - ένα δικαίωμα που στον Αρένας είναι πάντα αναπόσπαστα συνυφασμένο με την πολιτική ελευθερία. Γι' αυτό και απαγορεύουν την έκδοση των βιβλίων του στην Κούβα, και τον καταδιώκουν απ' τη στιγμή που τα βγάζει παράνομα στο εξωτερικό όπου και μεταφράζονται σε δεκαπέντε και πλέον γλώσσες...

Γιατί, αυτός ο Κουβανός αγρότης, ο αμόρφωτος σχεδόν -που δεν έχει ιδιαίτερη επαφή με την πόλη και σκαρώνει ιστορίες τις οποίες συνεχίζει να επινοεί και να γράφει επί χρόνια, ακόμα και τις πιο ακραίες στιγμές της θυελλώδους ύπαρξής του, χωρίς καν την ελπίδα να διαβαστεί, ριψοκινδυνεύοντας την ελευθερία του που είναι ό,τι περισσότερο αγαπά- δεν γυρεύει αναγνώριση, φήμη, βραβεία, χρήμα, αλλά ένα καταφύγιο, ένα λαγούμι που θα φιλοξενήσει την ξέφρενη ιδιοσυγκρασία του, έναν τόπο όπου να μπορεί να ζήσει μέχρι τέλους με την πληρότητα και την ένταση που η φαντασία του και το κορμί του απαιτούν. Αυτός ο τόπος δεν είναι του κόσμου τούτου, και η διαίσθησή του τού έδειξε πολύς νωρίς πως, αν τον είχε τόσο ανάγκη, έπρεπε να τον επινοήσει.

Πάει καιρός που κανένα βιβλίο δεν με συγκίνησε τόσο όσο το «Πριν πέσει η νύχτα». Οι φιγούρες του Λεσάμα Λίμα και του Βιρχίλιο Πινιέρα, τους οποίους γνώρισα την εποχή στην οποία αναφέρεται το έργο, πλουτίζουν τις αναμνήσεις που είχα από αυτούς, προσθέτοντάς τους, στην περίπτωση του Πινιέρα, κάποιες τραγικές φωτοσκιάσεις και ασκημίζοντας κάποιες άλλες που διατηρούσα για ορισμένους συγγραφείς, ακόμα και φίλους, οι οποίοι από φόβο ή οπορτουνισμό έφτασαν στο σημείο να γίνουν πληροφοριοδότες της Ασφάλειας. Ισως όμως η πιο δυσάρεστη έκπληξη να ήταν το ότι στις σελίδες του είδα να βολοδέρνει, εκπορνευόμενη στους δρόμους της Αβάνας για να ζήσει, μια επαναστάτρια που έπεσε σε δυσμένεια και που, όταν τη γνώρισα εγώ, νόμιζε πως όλος ο κόσμος τής χαμογελούσε.

Αλλά το πρόσωπο που ξεχωρίζει περισσότερο μέσα στην πανίδα του βιβλίου είναι ο ίδιος ο Αρένας, τυχοδιώκτης σε πολλά επίπεδα, μπαρόκ αφηγητής, ανήσυχο χωριατόπαιδο που ούτε η πόλη ούτε οι ιδεολογικές διδαχές ούτε η συνύπαρξη με τον καπιταλισμό μπόρεσαν να αλλοιώσουν. Ετσι έζησε και πέθανε, σαν πουλί του Τροπικού, έξω από φωλιές και φυλακές, αθώο και ανυπότακτο.

ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΓΙΟΣΑ

κ.σ. είπε...

Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία τού Αρένας «Πριν πέσει η νύχτα»

Εμείς, η ρημαγμένη γενιά της Κούβας

Παράλληλα με τη φιλία μου με τον Λεσάμα και τον Βιρχίλιο, είχα επίσης σχέσεις με πολλούς συγγραφείς της γενιάς μου και κάναμε συγκεντρώσεις, λίγο πολύ παράνομες, στη διάρκεια των οποίων διαβάζαμε τα τελευταία κείμενα που είχαμε μόλις γράψει. Γράφαμε ακατάπαυστα και διαβάζαμε σε οποιοδήποτε μέρος· σε εγκαταλελειμμένα σπίτια, στα πάρκα, στις παραλίες, ενώ περπατούσαμε προς τα βράχια. Διαβάζαμε όχι μόνο δικά μας κείμενα αλλά και μεγάλων συγγραφέων. Σε κείνες τις αναγνώσεις συμμετείχε κι ο Ιραμ Πρατ, ταλαντούχος και σατανικός· ο Κόκο Σαλά, παραμορφωμένος στο σώμα και την ψυχή· ο Ρενέ Αρίσα, λίγο τρελαμένος, αν και όχι όσο τώρα· ο Χοσέ Ερνάντες (Πέπε ο Τρελός), μ' ένα ταλέντο τόσο μεγάλο και δυσθεώρητο όσο και η ίδια του η παραφροσύνη· ο Χοσέ Μάριο, που είχε μόλις βγει από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης· ο Λουίς Ροχέλιο Νογκέρας, ο Γκιγιέρμο Ροσάλες και πολλοί άλλοι. Εκείνη η γενιά η δική μου διάβαζε τα απαγορευμένα ποιήματα από τον Φιδέλ Κάστρο, του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, και απαγγέλλαμε από μνήμης τα ποιήματα του Οκτάβιο Πας. Η γενιά μας, η γενιά που γεννήθηκε τη δεκαετία του σαράντα, ήταν μια χαμένη γενιά· ρημαγμένη από το κομμουνιστικό καθεστώς.

Το μεγαλύτερο μέρος της νεότητάς μας χάθηκε κόβοντας ζαχαροκάλαμο, σε άχρηστες σκοπιές, σε ακροάσεις ατέλειωτων λόγων, όπου πάντα επαναλαμβανόταν το ίδιο τροπάρι· στην προσπάθεια να κοροϊδέψεις τους μηχανισμούς καταπίεσης· στο συνεχή αγώνα μήπως βρεις ένα κοντό παντελόνι ή ένα ζευγάρι παπούτσια· στην επιθυμία μας να μπορέσουμε να νοικιάσουμε ένα σπίτι στην παραλία για να διαβάζουμε ποίηση και να έχουμε τις ερωτικές μας περιπέτειες· σε μια πάλη για να ξεφύγουμε από τη συνεχή καταδίωξη της αστυνομίας και των συλλήψεών της.

Θυμάμαι ότι σ' ένα από τα Φεστιβάλ Τραγουδιού Βαραδέρο, φτάνοντας στην πλαζ, μας συνέλαβε αμέσως η αστυνομία και μας γύρισε στην Αβάνα· επρόκειτο να 'ρθουν πολλοί ξένοι επισκέπτες και η παρουσία μας, όπως φαίνεται, δεν ήταν επιθυμητό να γίνει θέαμα τόσο διακεκριμένων επισκεπτών.

Τι απέγιναν σχεδόν όλοι αυτοί οι ταλαντούχοι νέοι της γενιάς μου; Ο Νέλσον Ροντρίγκες, επί παραδείγματι, συγγραφέας του βιβλίου «Το δώρο», τουφεκίστηκε· ο Ιραμ Πρατ, ένας από τους καλύτερους ποιητές της γενιάς μου, κατέληξε αλκοολικός και ταπεινωμένος· ο Πέπε ο τρελός, ο «δυσθεώρητος αφηγητής» επέλεξε την αυτοκτονία· ο Λουίς Ροχέλιο Νογκέρας, ποιητής με ταλέντο, πεθαίνει πρόσφατα σε συνθήκες αρκετά αδιευκρίνιστες, δεν ξέρουμε αν απ' το AIDS ή την αστυνομία του Κάστρο. Ο Νομπέρτο Φουέντες, διηγηματογράφος, αρχικά διώχθηκε και τελικά μεταμορφώθηκε σε πράκτορα της Ασφαλείας του Κράτους, τώρα σε παρακμή· ο Γκιγιέρμο Ροσάλες, ένας εξαίρετος μυθιστοριογράφος, λιώνει σε ένα άσυλο αστέγων στο Μαϊάμι. Κι εγώ τι απέγινα; Αφού έζησα τριάντα εφτά χρόνια στην Κούβα, τώρα στην εξορία, να υφίσταμαι όλα τα δεινά του εκτοπισμού και να περιμένω επιπλέον ένα θάνατο επικείμενο. Γιατί αυτή η αιματοχυσία με εμάς; Γιατί αυτή η αιματοχυσία με όλους όσοι κάποτε θελήσαμε να ξεφύγουμε από τη στείρα παράδοση και την κοινοτοπία που χαρακτήριζε το Νησί μας;

Πιστεύω ότι οι κυβερνήτες μας, και επίσης μεγάλο μέρος του λαού μας και της παράδοσής μας, ποτέ δεν μπόρεσαν να ανεχθούν τη μεγαλοσύνη ούτε τη διαφωνία· επεδίωξαν να τα μειώσουν όλα αυτά στο πιο χυδαίο και ποταπό επίπεδο, στο βαθμό της πιο χυδαίας ισοπέδωσης. Οσοι δεν ταίριαζαν σε αυτή τη νόρμα της μετριότητας αντιμετωπίζονταν με καχυποψία ή στηλιτεύονταν. Ο Χοσέ Μαρτί υποχρεώθηκε να αυτοεξοριστεί κι ακόμα και τότε διώχθηκε και παρενοχλήθηκε από τους ίδιους τους εξόριστους· και επιστρέφει στην Κούβα, όχι μόνο για να πολεμήσει αλλά για να πεθάνει. Ο ίδιος ο Φέλιξ Βαρέλα, μια από τις πιο σημαντικές κουβανικές φιγούρες του δέκατου ένατου αιώνα, αναγκάστηκε να ζήσει εκτοπισμένος το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Σιρίλο Βιγιαβέρδε καταδικάζεται σε θάνατο στην Κούβα και αναγκάζεται να δραπετεύσει από τη φυλακή για να σώσει τη ζωή του· και στην εξορία πασχίζει να ξαναχτίσει το Νησί με το μυθιστόρημά του «Σεσίλια Βαλντές». Ο Ερέδια είναι και αυτός ένας εκτοπισμένος και πεθαίνει στα τριάντα έξι του χρόνια, κατεστραμμένος ηθικά, αφότου ζήτησε μια επίσημη άδεια του τότε δικτάτορα για να ξανάρθει στο Νησί. Ο Λεσάμα και ο Πινιέρα πεθαίνουν επίσης με τρόπο αδιευκρίνιστο και σε απόλυτη λογοκρισία. Ναι, υπήρξαμε πάντα θύματα του εκάστοτε δικτάτορα και, ίσως αυτό αποτελεί μέρος όχι μόνο της κουβανικής παράδοσης αλλά και της λατινοαμερικάνικης, θέλω να πω της ισπανικής κληρονομιάς που μας έλαχε να υποστούμε.

Η ιστορία μας είναι μια ιστορία προδοσιών, εξεγέρσεων, λιποταξιών, συνωμοσιών, ανταρσιών, πραξικοπημάτων· εξουσιασμένα όλα από μια απέραντη φιλοδοξία, από την κατάχρηση, την απελπισία, την αλαζονεία και το φθόνο. Ακόμα κι ο Χριστόφορος Κολόμβος, στο τρίτο πλέον ταξίδι του, αφού ανακάλυψε όλη την Αμερική, επιστρέφει στην Ισπανία αλυσοδεμένος. Δυο πρακτικές, δυο προσωπικότητες, φαίνεται να είναι πάντα σε διαμάχη στην ιστορία μας: αυτή των συνεχών επαναστατών, εραστών της ελευθερίας και, γι' αυτό, της δημιουργίας και του πειράματος· κι αυτή των καιροσκόπων και δημαγωγών, φίλων πάντα της εξουσίας και, γι' αυτό συνεργών του δόγματος και του εγκλήματος και των πλέον μικροπρεπών φιλοδοξιών. Αυτές οι συμπεριφορές με τα χρόνια επαναλήφθηκαν: ο στρατηγός Τακόν κόντρα στον Ερέδια, ο Μαρτίνες Κάμπος κόντρα στον Χοσέ Μαρτί, ο Φιδέλ Κάστρο κόντρα στον Λεσάμα Λίμα ή τον Βιρχίλιο Πινιέρα· πάντα η ίδια ρητορεία, πάντα οι ίδιοι λόγοι, πάντα ο στρατιωτικός κρότος που πνίγει το ρυθμό της ποίησης ή της ζωής.

Οι δικτάτορες και τα αυταρχικά καθεστώτα μπορούν να αφανίσουν τους συγγραφείς με δυο τρόπους: διώκοντάς τους ή πνίγοντάς τους με επίσημες αργομισθίες. Στην Κούβα, παρ' όλα αυτά, όσοι τα πήγαν καλά με τις αργομισθίες φθάρηκαν κι αυτοί, και με τρόπο ακόμα πιο αξιοθρήνητο και αναξιοπρεπή· άνθρωποι αναμφισβήτητου ταλέντου, με το που προσεταιρίστηκαν την καινούργια δικτατορία δεν ξανάγραψαν ποτέ τίποτα με αξία. Τι απέγινε το έργο του Αλέχο Καρπεντιέρ από τότε που έγραψε τον «Αιώνα των φώτων»; Στραβοχυμένοι λουκουμάδες, που αδυνατείς να τους διαβάσεις μέχρι τέλος. Τι απέγινε η ποίηση του Νικολάς Γκιγιέν; Από τη δεκαετία του εβδομήντα και μετά όλο του το έργο είναι προβλέψιμο· είναι μάλλον, εντελώς αξιοθρήνητο. Τι απέγιναν τα φωτεινά δοκίμια του Σίντιο Βιτιέρ, παρότι πάντα λίγο αντιδραστικά, των ετών του σαράντα; Κανείς από αυτούς δεν ξανάγινε αυτό που ήταν· ψόφησαν, αν και, δυστυχώς, για την UNEAC και, ακόμα γι' αυτούς τους ίδιους, παραμένουν ζωντανοί.

Τώρα βλέπω την πολιτική ιστορία της χώρας μου σαν εκείνο το ποτάμι των παιδικών μου χρόνων που παρέσυρε τα πάντα με έναν εκκωφαντικό θόρυβο· αυτό το ποτάμι με τα ανταριασμένα νερά μάς καθάρισε λίγο λίγο, όλους.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 21/09/2001

κ.σ. είπε...

Aπό το ίδιο Αφιέρωμα:

Είναι όντως καταστροφικό το σεξ;

Τoυ ΓΚΙΓΙΕΡΜΟ ΚΑΜΠΡΕΡΑ ΙΝΦΑΝΤΕ


Τρία πάθη σημάδεψαν τη ζωή του Ρεϊνάλντο Αρένας: η λογοτεχνία, όχι σαν παιχνίδι αλλά σαν φωτιά που καίει, το σεξ και η πολιτική. Από αυτά, το κυρίαρχο στο βιβλίο είναι το σεξ. Γιατί ο Ρεϊνάλντο Αρένας υπήρξε ο χρονογράφος μιας χώρας που δεν την κυβερνούσε πλέον ο Φιδέλ Κάστρο, αλλά το σεξ.

Μια πρόσφατη έρευνα του κουβανικού εβδομαδιαίου εντύπου «Επαναστατημένα Νιάτα» (που θα έπρεπε να ονομάζεται μάλλον «Υπάκουα Γερατειά») καταγγέλλει, με την χαρακτηριστική πρόζα ενός επαρχιώτικου φύλλου, αυτό που αποκαλεί «υπερβολική συνουσία», στην οποία επιδίδονται οι ελευθεριάζοντες -αλλά όχι και ελεύθεροι- πολίτες, οι υποχρεωμένοι να δουλεύουν σε στρατόπεδα «εθελοντικής» -με την οργουελιανή χρήση του όρου- εργασίας. Η κομματική εφημερίδα κατηγορεί όχι μόνο για υπερβολική συνουσία τους εργάτες αλλά και γιατί τις νύχτες επιδίδονται σε αλλεπάλληλα ζευγαρώματα και με τα δύο φύλα. Το σεξ ήταν ανέκαθεν στο στόχαστρο της κάθε εξουσίας. Ενα βασιλικό ισπανικό διάταγμα του 1515 (20 περίπου χρόνια μετά την ανακάλυψη της Κούβας) καταδίκαζε τις σεξουαλικές πρακτικές του νησιού και η μητρόπολη δυσφορούσε γιατί οι Κουβανοί πλένονταν υπερβολικά. «Καθώς έχουμε πληροφορηθεί», τελείωνε το βασιλικό ανακοινωθέν, «όλα αυτά τους βλάπτουν ιδιαίτερα». Κάτι κέρδισε και ο Κάρολος ο Ε', μια και τώρα οι Κουβανοί με το ελάχιστο νερό και την έλλειψη του σαπουνιού σαφώς πλένονται λιγότερο...

Σε αυτό λοιπόν το περιβάλλον γεννιέται ο Ρεϊνάλντο Αρένας.

Ο Αρένας θύμιζε περισσότερο αρχαίο Ρωμαίο παρά έναν Κουβανό αγρότη, δεν ήταν όμως ένας εκλεπτυσμένος Ρωμαίος. Περισσότερο από ποιητής της αυλής ήτανε μονομάχος, άγριος, τραχύς και τολμηρός, ένας άνθρωπος που δεν γνώρισε ποτέ φόβο. Παρ' ότι, όπως όλοι οι πραγματικά γενναίοι, το πρώτο συναίσθημα που ομολογεί είναι η δειλία του.

Η υπόθεση Αρένας είναι πολύ λιγότερο γνωστή από αυτήν του Παδίγια, αν και ο Αρένας υπέφερε πολύ περισσότερο στα χέρια της Ασφάλειας. Γεννημένος στο Ακουας Κλάρας, ένα συνοικισμό μεταξύ της Χιμπάρα και του Ολγκίν, πιότερο κι από φτωχός ήταν άτυχος από κούνια. Μπάσταρδος και φαντασιοκόπος, μες στη σύγχυση των εφηβικών του αναγνωσμάτων, ενώθηκε με τους αντάρτες του Κάστρο, ο οποίος διεξήγαγε έναν παράδοξο πόλεμο εναντίον ενός αόρατου εχθρού, με στρατιώτες που περισσότερο κι από εκδίκηση ήθελαν ψωμί. Οταν πήρε την εξουσία ο Φιδέλ Κάστρο, ήρθε στην Αβάνα, όπως χιλιάδες άλλα παιδιά, κι έφηβος ακόμα απέσπασε ένα πρώτο λογοτεχνικό βραβείο για το βιβλίο του «Ο Σελεστίνο πριν την αυγή» ενώ το δεύτερο, «Ενας κόσμος εκστατικός» -πραγματικά επιβλητικό έργο μέσα στην πολυφωνία και τον όγκο του ισπανόφωνου μυθιστορήματος- που έπρεπε να αποσπάσει κάθε δυνατό βραβείο, πήρε μόνο μια διάκριση της Ενωσης Κουβανών Συγγραφέων και στην Κούβα δεν εκδόθηκε ποτέ. Ο Αρένας αδημονώντας, όπως κάθε συγγραφέας, να δει το έργο του δημοσιευμένο το έστειλε παράνομα στο εξωτερικό. Τότε άρχισε αυτό που οι «καλές» και οι «κακές» γλώσσες του νησιού συνήθιζαν να αποκαλούν «πρόβλημά του». Πρόβλημα που έγινε ακόμα σοβαρότερο όταν κατηγορήθηκε για παιδεραστία και άρχισε να κρύβεται σε όλο το νησί, για να βρεθεί σε μια από τις χειρότερες φυλακές μαζί με τους ποινικούς και τους χειρότερους εγκληματίες, να περάσει ένα διάστημα της ζωής του στην άλλη φυλακή -που είναι το ίδιο το νησί- και να φύγει από το λιμάνι του Μαριέλ, ζητώντας καταφύγιο στο Μαϊάμι.

Επειτα ήρθε η απόλυτη ελευθερία στη Νέα Υόρκη κι άλλοι εραστές κι ένα ακόμα βάσανο, αυτό του AIDS, που ανάγκασε τον Αρένας να γράφει ακόμα πιο εσπευσμένα τα βιβλία του και να γίνει αυτόχειρας.

Πριν διαβάσω τα βιβλία του Αρένας πίστευα ότι δεν έπρεπε να φύγει από την Κούβα: όφειλε να μείνει εκεί και να παλέψει. Είχα όμως πέσει έξω. Μένοντας στην Κούβα ο Αρένας θα γινόταν δραπέτης, όχι συγγραφέας. Το «Πριν πέσει η νύχτα» είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται δύσκολα, όχι λόγω του στιλ αλλά λόγω του στιλέτου. Γραμμένο σε μια αγωνιώδη κόντρα με το θάνατο, άτσαλα πολλές φορές, ή ούτε καν γραμμένο, υπαγορευμένο, ειπωμένο, ακόμα και με κραυγές, αυτό το βιβλίο είναι το κορυφαίο του. Ποτέ δεν θα το έγραφε στην Κούβα... Κάποιοι το συγκρίνουν με τα γραπτά του Ζενέ, κι άλλοι -ακόμα σωστότερα- με του Σελίν, κι από τους δυο όμως λείπει το μαύρο χιούμορ, που πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο πικαρέσκο μυθιστόρημα αλλά και στο «Σατυρικόν» του Πετρώνιου.

Κι ως προς το σεξ, αν κάτι αποδεικνύουν αυτές οι αναμνήσεις που συγκροτούν την αυτοβιογραφία του Αρένας είναι ότι όσο εντείνονταν οι διώξεις κατά των ομοφυλόφιλων τόσο φούντωνε η ομοφυλοφιλία, ιδιωτικά και δημόσια. Οπισθοχωρώντας οικονομικά και πολιτικά το νησί, αποστειρώνεται πλέον εντελώς και αναισθητοποιείται. Ετσι, οι απολύσεις των ομοφυλόφιλων από τη δουλειά, η καταδίωξή τους και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι ασήμαντα μπροστά σε αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Σήμερα, που οι ομοφυλόφιλοι λιώνουν πίσω από τα κάγκελα των σανατορίων - φυλακών, ο Κάστρο εξακολουθεί να μας αποδεικνύει ότι η ομοφυλοφιλία είναι η κυρίαρχη εμμονή του. Μόνο τα ηλεκτροσόκ και τα σίδερα της φυλακής αρμόζουν σε αυτούς που όχι μόνο δεν αποκαλούνται «σύντροφοι» αλλά ούτε πια απλοί «πολίτες», στην Κούβα, αλλά μονάχα «αρρωστιάρηδες».

Ωστόσο, αντιφάσκοντας στον ίδιο τον κομμουνισμό, η Αβάνα ξανάγινε πάλι ένας τουριστικός παράδεισος, και τώρα τους απαγορευμένους καρπούς τούς προσφέρουν τόσο οι Εύες όσο και οι Αδάμ. Βρίσκεις λοιπόν τις πιο εκθαμβωτικές πόρνες (ορατές παντού στην Αβάνα της Χάνα Μπόκοβα) και τους πιο θελκτικούς πόρνους, τους χινετέρος, που έχουν τεράστια πέραση στο νησί. Αντικείμενα ηδονής και οι δύο, δεν εκδίδονται για τα χρήματα, με τα οποία άλλωστε δεν μπορούν να αγοράσουν το παραμικρό, αλλά για ένα γεύμα, για την είσοδο σε ένα καμπαρέ, για να περάσουν ένα βράδυ από το νάιτ κλαμπ στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου μόνο για ξένους. Είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτουν για να χλευάσουν το καθεστώς-απαρτχάιντ του Κάστρο.


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 21/09/2001

κ.σ. είπε...

Γράφει η Κατερίνα Σχινά:

Γνωρίσαμε για πρώτη φορά τον Ρεϊνάλντο Αρένας όταν οι εκδόσεις «Εξάντας» παρουσίασαν στα ελληνικά το μυθιστόρημά του "Όνειρα και πραγματικότητες του αδελφού Σερβάντο ντε Μιέρ". Ηταν ένα έργο, που σύμφωνα με τη μεταφράστρια Χρύσα Τσαλικίδου, «επιχειρούσε την εξασθένηση της πραγματικότητας προς δόξαν της μιας και μοναδικής αλήθειας των ανά την υφήλιο παραμυθάδων» -ίσως γιατί ήταν γραμμένο από έναν συγγραφέα σχεδόν παιδί, μόλις 20 ετών. Το βιβλίο απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (διά χειρός Αλέχο Καρπεντιέρ) και ήταν το μόνο του Αρένας που κυκλοφόρησε ελεύθερα στην Κούβα. Το δεύτερο μυθιστόρημά του El Mundo Alucinante (Hallucinations, Παραισθητικός κόσμος), πέρασε παράνομα στη Γαλλία, όπου και βραβεύτηκε με το Βραβείο Καλύτερου Ξένου Μυθιστορήματος το 1969. Ο Αρένας, 26 ετών τότε, ήταν ένας από τους ελάχιστους Κουβανούς συγγραφείς που, ζώντας στη χώρα, τόλμησαν να εκδώσουν βιβλίο στο εξωτερικό χωρίς κυβερνητική έγκριση.

Απείθαρχος, ρέμπελος, επικριτικός και κυρίως ομοφυλόφιλος, ο Αρένας θα συλληφθεί το 1973, το έργο του θα κατασχεθεί και ο ίδιος θα εγκλειστεί στις φυλακές El Morro ανάμεσα σε ποινικούς κρατουμένους.

Μέχρι το 1980, οπότε ο Φιντέλ Κάστρο επέτρεψε στους ομοφυλόφιλους, τους ψυχασθενείς και τους πρώην καταδίκους να εγκαταλείψουν την Κούβα, ο Αρένας βίωσε οδυνηρά την ανελευθερία του απολυταρχισμού. «Μιλάμε για έναν ολόκληρο κόσμο υποτιμημένο, λογοκριμένο, έναν κόσμο δηλωσία, γιατί, αν κάτι δεν μπορεί να αποφύγει κανείς σε μια κομμουνιστική χώρα, αυτό είναι η ομολογία», τόνιζε σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στο πλαίσιο του συνεδρίου «Η καταπίεση στην Κούβα» λίγους μήνες μετά την άφιξή του στην Νέα Υόρκη, τον Αύγουστο 1980. «Πρέπει να ομολογήσουμε -και να συμμορφωθούμε- στο αστυνομικό τμήμα, στη δουλειά μας, στις Επιτροπές Υπεράσπισης της Επανάστασης στη γειτονιά μας ή, αν είμαστε πεισματάρηδες, στο σκοτεινό κελί και με απόλυτη έλλειψη επικοινωνίας. Να ομολογήσουμε όχι μόνο ό,τι έχουμε κάνει αλλά όσα το κράτος μας υποδεικνύει ότι κάναμε. Και ιδού πώς: σε μια μικροσκοπική καμπίνα ερμητικά κλειστή, κάτω από καταιονισμό είτε καυτού είτε παγωμένου νερού, με μπουνιές πότε το στομάχι και πότε στο πρόσωπο ή στην κοιλιά. Μετά απ' αυτή τη μεταχείριση κι άλλες ακόμα πιο αποτελεσματικές, πώς να μη δηλώσουμε ένοχοι, αντεπαναστάτες, προδότες, πώς να μην καταδώσουμε... Και έπειτα, καταδικάζεται κάποιος σε ένα χρόνο φυλακή, όπως εγώ, άλλος σε τρεις, όπως ο Ντανιέλ Φερνάντες, άλλος σε οκτώ, όπως ο Ρενέ Αρίσα, άλλος σε τριάντα, όπως ο Μιγκέλ Σάλες ή ο Αρμάντο Βαγγιαδάρες: άλλους τους εκτελούν, όπως τον Νέλσον Ροντρίγκες κι άλλους τους βάζουν να γίνουν δηλωσίες μπροστά σε μια κινηματογραφική κάμερα και τους υποχρεώνουν σε δημόσια ομολογία. Κι έπειτα τους εκτελούν: γιατί, αφού έχουμε εκτίσει το ένα ή τα τριάντα χρόνια κάθειρξης, είμαστε πια εκτός παιχνιδιού. Γιατί το θέμα δεν είναι ότι εκτίεις μια ποινή, αλλά ότι μετά είσαι ένας άνθρωπος καταδικασμένος για πάντα: ένα περιφερόμενο πτώμα, ένα ζόμπι, που φυσιολογικά πρέπει να εκδηλώνει ακατάπαυστα τον θαυμασμό του για τον Maximo Lider, Primer Secretario, Comandante en Jefe, Presidente del Consejo de Ministros y del Consejo de Estado, και τέλος, el Gran Hermano..»

Ωστόσο, στις ΗΠΑ ο Αρένας θα δοκιμάσει ακόμη πιο πικρή απογοήτευση. Η Νέα Υόρκη δεν είναι ο παράδεισος που περιμένει. Πολύ γρήγορα ανακαλύπτει ότι το αμερικανικό σύστημα είναι «ένα από τα πιο αντιφατικά του πλανήτη», όπως χαρακτηριστικά θα δηλώσει στην ίδια ομιλία του, «με κυβερνήσεις που δεν λειτουργούν βάσει φιλοσοφικών και ιδεολογικών αρχών ή προς πραγματική υπεράσπιση της δημοκρατίας, αλλά για δική τους προβολή και βολή και με πολίτες αποβλακωμένους από έναν Τύπο, έναν κινηματογράφο και μια λογοτεχνία, που αντί να εξυψώσει την ομορφιά, τη σκέψη, τον έρωτα, την περιπέτεια της ζωής, προωθεί μαζικά την ηλιθιότητα, τον αισθησιασμό, τον παραλογισμό και το έγκλημα. Με πανεπιστήμια γεμάτα μέτριους καθηγητές (...) με έναν Τύπο μυωπικό, ανόητο, φιλόδοξο και διεφθαρμένο, εμφορούμενο από έναν παιδισμό κατάλληλο μόνο για ιστορίες κινουμένων σχεδίων». Ανίκανος να προσαρμοστεί, άρρωστος από AIDS θα αυτοκτονήσει το 1990, σε ηλικία 47 ετών. Τρία χρόνια αργότερα η αυτοβιογραφία του Πριν πέσει η νύχτα, θα συμπεριληφθεί από το New York Times Book Review στα δέκα καλύτερα βιβλία της χρονιάς. Η ένταση και το πάθος της αυτοβιογραφίας αλλά και των άλλων γραπτών τού Αρένας θα εμπνεύσουν στον σκηνοθέτη Τζούλιαν Σνάμπελ την ομώνυμη ταινία Before the night falls (Χρυσή Σφαίρα στη Βενετία και υποψήφια για το βραβείο ανδρικής ερμηνείας στα τελευταία Οσκαρ) η οποία προβλήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Νύχτες πρεμιέρας» του περιοδικού «Σινεμά» και σε λίγο βγαίνει στις αθηναϊκές αίθουσες. Ο Χαβιέρ Μπαρντέμ διεκδικεί το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία του ήρωα που υποδύεται -του συγγραφέα και ομοφυλόφιλου Ρεϊνάλντο Αρένας- πλάι στον Τζόνι Ντεπ και τον Σον Πεν. Ταυτόχρονα με την προβολή της ταινίας κυκλοφορεί και το βιβλίο, από τις εκδόσεις «Σύγχρονοι Ορίζοντες» σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου: αναδρομή στην Κούβα των παιδικών χρόνων του Αρένας και ταυτόχρονα μια οργισμένη καταγγελία του καστρικού ολοκληρωτισμού. Οι κριτικές που δημοσιεύουμε εδώ αποτυπώνουν θαυμάσια την ατμόσφαιρα του έργου, ενώ το απόσπασμα που παραθέτουμε είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία για τις συνθήκες ζωής των καλλιτεχνών και των διανοουμένων της Κούβας.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 21/09/2001

K.σ-Μ. είπε...

Από ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/09/2001

Γράφει ο Δημήτρης Χουλιαράκης:

Μια ζωή σαν κραυγή

Η προσωπική μυθολογία και ο γολγοθάς του αντικαθεστωτικού κουβανού συγγραφέα Ρεϊνάλντο Αρένας


Η ζωή του μοιάζει με μυθιστόρημα. Γι' αυτό και ο Τζούλιαν Σνάμπελ έσπευσε να την κάνει ταινία, με τον Χαβιέρ Μπαρντέμ να υποδύεται τον επαναστάτη και αντικομφορμιστή κουβανό συγγραφέα ­ στις αθηναϊκές αίθουσες προβάλλεται ήδη από προχθές Παρασκευή.

Γεννημένος σε μια οικογένεια φτωχών και αγράμματων χωρικών το 1943, ο Ρεϊνάλντο Αρένας μεγάλωσε σε έναν προστατευτικό κλοιό από γυναίκες (τη μητέρα του και τις θείες του), οι οποίες ­ καθώς τα αρσενικά της οικογένειας είχαν εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη ­ τον μπόλιασαν με τις ευαισθησίες τους και του έμαθαν την καρτερικότητα και την υπομονή. Ριγμένος στη σκληρή βιοπάλη και έφηβος ακόμη θα ακούσει τη φωνή της καρδιάς του και θα οργανωθεί στους «γκερίγιας» του Φιντέλ Κάστρο, που λίγο αργότερα θα ανατρέψουν τον δικτάτορα Μπατίστα και θα εγκαταστήσουν στην Κούβα ένα φιλοσοβιετικό καθεστώς.

Υπάλληλος ήδη της Εθνικής Βιβλιοθήκης στην Αβάνα, ο Αρένας θα εκδώσει το 1967 το πρώτο του μυθιστόρημα Ο Σελεστίνο την αυγή, που θα του δώσει κάποια φήμη αλλά θα σημάνει και την απαρχή των δεινών του. Το υπουργείο Προπαγάνδας τον εντάσσει στη μαύρη λίστα της λογοκρισίας καθώς το βιβλίο όχι μόνο εκλαμβάνεται ως οξεία κριτική των κακώς κειμένων και της σοσιαλιστικής γραφειοκρατίας αλλά αποπνέει και τις πασίδηλα αποκλίνουσες ερωτικές προτιμήσεις του. Από 'δώ και πέρα η «ρετσινιά» του αντεπαναστάτη συγγραφέα θα τον ακολουθεί, με όλα τα επακόλουθα που αυτή συνεπάγεται σε ένα τέτοιο καθεστώς.

Χάνει τη δουλειά του και ζει έναν πλάνητα βίο. Οι προσβολές και οι ταπεινώσεις ­ βρίσκεται πάντοτε υπό την αυστηρή επιτήρηση των αρχών ασφαλείας ­ συντρίβουν την αξιοπρέπειά του και τον οδηγούν στην κατάθλιψη. Ως μόνη διέξοδος προβάλλει η φυγή. Οι αλλεπάλληλες απόπειρες απόδρασης στις ΗΠΑ θα του κοστίσουν στις αρχές της δεκαετίας του '70 διετή εγκλεισμό στις φυλακές του καθεστώτος. Παρ' όλα αυτά γράφει κρυφά και σκέφτεται τρόπους για να βγάλει τα κείμενά του στη Δύση. Τελικά το 1980 καταφέρνει να αποδράσει στο Μαϊάμι εκμεταλλευόμενος τη σύγχυση από τη μαζική φυγή συμπατριωτών του από το λιμάνι Μαριέλ.

Ο ποθητός παράδεισος όμως δείχνει και σε αυτόν, όπως και στους άλλους φυγάδες, το πραγματικό του πρόσωπο. Από τους καταυλισμούς των προσφύγων ακόμη νιώθει τη ρατσιστική αντιμετώπιση ­ η υποκρισία της κοινωνίας περισσεύει. Μόλις τα φώτα των τηλεοπτικών συνεργείων σβήσουν κανένας δεν ενδιαφέρεται πια για την τύχη μερικών «αναθεματισμένων» φυγάδων από το νησί του Κάστρο. Βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά περιστασιακών εραστών. Είναι η εποχή που το AIDS θερίζει• προσβάλλεται και αυτός από τον ιό. Τώρα πια είναι ακόμη πιο μόνος από πριν. Ενας παρίας, ένας άπατρις, ένας απόκληρος, χαμένος στη Νέα Υόρκη. Το τέλος πλησιάζει και εκείνος το αισθάνεται. Δεν θα το περιμένει όμως να έρθει. Θα προτιμήσει την εθελουσία έξοδο από τη ζωή στις 7 Δεκεμβρίου 1990. Η αυτοβιογραφία του κυκλοφορεί δύο χρόνια αργότερα. Ο Μάριο Βάργκας Γιόσα θα τη χαρακτηρίσει «μια από τις πιο ανατριχιαστικές μαρτυρίες για την εξέγερση και την καταπίεση». Και οι κριτικοί θα συγκρίνουν το έργο του με τα γραπτά του βλάσφημου Ζενέ και του αποσυνάγωγου Σελίν, χαρακτηρίζοντάς τον μια από τις πιο σημαντικές μορφές των λατινοαμερικανικών γραμμάτων τα τελευταία 50 χρόνια.

K.σ-Μ. είπε...

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Δίνω τέλος στη ζωή μου γιατί δεν μπορώ να εξακολουθήσω να εργάζομαι. Κανένα από τα πρόσωπα που με περιβάλλουν δεν ευθύνεται για αυτή την απόφαση. Μόνο ένας είναι ο υπεύθυνος: ο Φιδέλ Κάστρο.

Στις 7 Δεκεμβρίου του 1990 ο Kουβανός συγγραφέας Pεϊνάλντο Aρένας, ασθενής στο τελικό στάδιο του AIDS, αυτοκτονεί στη Nέα Yόρκη. Aφήνει πίσω του αυτή την ανατριχιαστική προσωπική και πολιτική μαρτυρία, την οποία ολοκλήρωσε λίγες μέρες πριν βάλει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του, λίγο πριν πέσει η τελευταία νύχτα, σκεπάζοντας ανέκκλητα μια θυελλώδη ζωή, σημαδεμένη από την ανελέητη καταδίωξη, το φρενήρες πάθος για τον έρωτα, το αδιάκοπο κυνήγι της λύτρωσης μέσω της λογοτεχνίας.

O Aρένας, όντως, συγκέντρωνε τρεις ιδανικές προϋποθέσεις για να μετατραπεί σε έναν από τους απόκληρους που γεννά η ανακριτική και σωφρονιστική κόλαση της καστρικής Kούβας: ήταν συγγραφέας, ομοφυλόφιλος και αντιφρονών. Όσες προσπάθειες κι αν έγιναν να αποσιωπηθεί αυτό το βιβλίο, όπως και το υπόλοιπο έργο του συγγραφέα, δεν στάθηκαν ικανές να σκιάσουν την οδυνηρή πορεία του Aρένας από τον υπόκοσμο της Aβάνας, όπου σέρνονται οι αποκλεισμένοι του συστήματος, και τις φυλακές της Κρατικής Ασφάλειας, ως τον αγώνα για επιβίωση στις HΠA, ενάντια στη διακριτική ουδετερότητα της επαναπαυμένης Aριστεράς που τον ανέμενε, όπως και κάθε άλλο Kουβανό εξόριστο.
~~~~~~~~~~~~

To βιβλίο του Αρένας (πρ.τίτλος "Antes que anochezca") εκδόθηκε δύο χρόνια μετά το θάνατό του. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 2001 σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου.

Nεότερη καταχώρηση για τον R.A.:
Νο 407 - Ο Σελεστίνο πριν την Αυγή.

Ανώνυμος είπε...

Από ΤΑ ΝΕΑ, 03-05-2002

Γράφει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου

Συγκλονιστική μαρτυρία του απαγορευμένου Κουβανού λογοτέχνη
Ρεϊνάλντο Αρένας: Καταραμένος και ανυπότακτος

«Η ομορφιά της σεξουαλικής σχέσης έγκειται στον αυθορμητισμό της κατάκτησης, στον μυστικισμό με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η κατάκτηση. Στη φυλακή όλα είναι κατάφωρα και μικροπρεπή, το ίδιο το σωφρονιστικό σύστημα κάνει τον κρατούμενο να αισθάνεται κτηνώδης, και οποιαδήποτε μορφή έρωτα είναι κάτι το ταπεινωτικό».


Ο Κουβανός συγγραφέας Ρεϊνάλντο Αρένας, ένας από τους σημαντικότερους Λατινοαμερικανούς μυθιστοριογράφους, έγραψε την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Πριν πέσει η νύχτα» στη Νέα Υόρκη το 1990 ενώ έπασχε από AIDS, λίγο πριν αυτοκτονήσει, σε ηλικία 47 ετών. Σ' αυτήν αφηγείται την τρικυμιώδη ζωή του, τη δύσκολη παιδική ηλικία του σε ένα φτωχό χωριό της Κούβας, τις εναγώνιες αναζητήσεις του στη ζωή και στην τέχνη και, τέλος, την ανελέητη καταδίωξή του από το καστρικό καθεστώς για την ιδεολογική και σεξουαλική του «διαφορά».

Ο Αρένας κατέφυγε στις ΗΠΑ ύστερα από χρόνια φυλάκισης στην πατρίδα του, όπου το έργο του ήταν απαγορευμένο. Εκτός από το πρώτο και βραβευμένο μυθιστόρημά του «Ο Σελεστίνο πριν από την αυγή», όλα τα βιβλία του κυκλοφόρησαν πρώτα στη Γαλλία.

Η αυτοβιογραφία του Αρένας έχει το σπάνιο χάρισμα να διαβάζεται σαν πολλά λογοτεχνικά είδη μαζί, δεμένα σε ένα σύνολο: είναι ένα γεμάτο λυρισμό μυθιστόρημα εφηβείας, ένα μυθιστόρημα καλλιτεχνικής αγωγής, ένα πικαρέσκο αφήγημα με λαμπρές στιγμές μαύρου χιούμορ, αλλά προπάντων μια συγκλονιστική μαρτυρία για το διωκτικό σύστημα ­ ασφάλεια, στρατόπεδα και φυλακές ­ ενός απολυταρχικού καθεστώτος. Για τους λόγους αυτούς είναι ένα βιβλίο που διαβάστηκε και αγαπήθηκε από το ευρύτερο κοινό, επαινέθηκε θερμά από συγγραφείς και κριτικούς, τέλος έγινε κινηματογραφική ταινία από τον σκηνοθέτη Τζούλιαν Σνάμπελ, και κυρίως από αυτήν έγινε γνωστός στην Ελλάδα. Όμως, το ίδιο βιβλίο επικρίθηκε εξίσου έντονα, και αποτέλεσε πέτρα σκανδάλου.

Ο Αρένας στο βιβλίο του στρέφεται ευθέως εναντίον του απολυταρχικού καθεστώτος του Κάστρο, είναι όμως ολοφάνερο ότι στόχος του είναι η καταγγελία κάθε πολιτικού συστήματος που καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ατομική ελευθερία. Για τον λόγο αυτό επέλεξε τον δρόμο της απόλυτης ειλικρίνειας και της ελεύθερης διατύπωσης, απαλλαγμένης από αυτολογοκρισία, σε ό,τι αφορά την σεξουαλικότητά του.

Η ασυνήθιστη αυτή πρακτική ξαφνιάζει ­ ορισμένοι ενοχλήθηκαν και τον κατηγόρησαν για πορνογραφία, προφανώς αγνοώντας ότι η πορνογραφία είναι η εμπορεύσιμη εκδοχή της ερωτικής επιθυμίας, και το βιβλίο γράφτηκε από έναν άνθρωπο στα πρόθυρα του θανάτου, ο οποίος δεν είχε πλέον τίποτε το βιωτικό να εμπορευθεί ή να διαπραγματευθεί.

Η ίδια η ζωή του Αρένας υπήρξε ένας λυσσαλέος αγώνας γι' αυτό ακριβώς το δικαίωμα στην ελευθερία της ανθρώπινης έκφρασης, που ο ίδιος εντόπιζε σε δύο σφαίρες, της γραφής και του έρωτα. Στο βιβλίο του διαγράφεται με σπάνια καθαρότητα η σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές σφαίρες, και η κοινή ρίζα τους, η «επιθυμία» ­ επιθυμία γνώσης και αυτοδιαχείρισης, αλλά και προέκτασης του εαυτού στον άλλο ή το άλλο. Ο Αρένας γράφει για την σεξουαλικότητά του ακριβώς επειδή η σφαίρα αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα προσωπικής διερεύνσης και αυτοδιαxείρισης, ή αλλιώς «επιμέλειας του εαυτού», όπως την ονόμασε ο Μισέλ Φουκώ.

Η ανάγνωση του βιβλίου θέτει μεταξύ άλλων ένα βασικό ερώτημα: γιατί οι κοινωνίες περιθωριοποιούν και εξοστρακίζουν τον ομοφυλόφιλο ως παρία, γιατί τα ολοκληρωτικά καθεστώτα τον καταδιώκουν και τον εξοντώνουν; Στο ερώτημα αυτό έχουν δοθεί διάφορες απαντήσεις. Η «αδελφή» εύκολα γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος, γιατί είναι η πλέον ασαφής έκφραση της διαφοράς, και ταυτόχρονα αποτελεί υπενθύμιση ενός πανταxού παρόντος κινδύνου παρέκκλισης, ενώ απειλεί την ασφαλή περιχαράκωση σε κοινωνικούς ρόλους.

Δεύτερη περιθωριοποίηση

Στις ΗΠΑ ο Αρένας έζησε μια δεύτερη περιθωριοποίηση δεχόμενος συνεχώς την πολεμική των «αριστερών» πανεπιστημιακών και διανοούμενων, που αποκαλεί «τουρίστες των σοσιαλιστικών χωρών», οι οποίοι δυσανασχετούσαν με την κριτική του εναντίον του καθεστώτος του Φιντέλ Κάστρο, «όλων αυτών που όλως παραδόξως κρατούν τα πόστα του πολιτισμού στις δημοκρατίες της Δύσης, όμως ενοχλούνται κάθε φορά που κάποιος καταδικασμένος σε θάνατο δραπετεύει και τους τρίβει στα μούτρα τα αποδεικτικά της υποκρισίας τους».

Όπως είναι φυσικό, πολλοί υποστηρικτές του Αρένας ανήκαν στις gay κοινότητες, όμως πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο ίδιος αντιστέκεται στη λογική των gender studies, που περιορίζουν το πρόβλημα στους κόλπους συγκεκριμένων μειονοτικών ομάδων. Ο Αρένας δεν υποτάσσει την εξεγερμένη σκέψη του σε κανένα σχήμα. Ο Αρένας, διπλά αφιερωμένος στην πράξη της γραφής και στην πράξη του έρωτα, κυνηγήθηκε και για τα δύο. Διωκόμενος και συχνά άστεγος, αναγκαζόταν να καταφύγει στα πιο απίθανα μέρη, και όμως έγραφε παντού, ακόμη και σκαρφαλωμένος στα δέντρα ενός πάρκου. Είδε πολλές φορές τα χειρόγραφά του να κατάσχονται από την Ασφάλεια και χρειάστηκε να ξαναγράψει τρεις φορές ολόκληρο το μυθιστόρημα «Η θάλασσα», άλλη μια φορά, και τέλος χρειάστηκε να κυκλοφορεί με τα χειρόγραφά του σε μια πλαστική τσάντα, για να έχουν τουλάχιστον, όπως έλεγε, κοινή τύχη.

Έτσι έζησε κι έγραψε ο Αρένας, ένα από τα πιο γνήσια εξεγερμένα παιδιά του 20ού αιώνα, ένα πνεύμα διαβρωτικό, ανατρεπτικό, βαθιά ρομαντικό και ριζικά ελεύθερο. Λάτρευε τη χαρά της ζωής στις πιο απλές μορφές της, και μισούσε την κοινωνική υποκρισία. Αυτοδίδακτος, τάχθηκε στην τέχνη με το πάθος του νεοφώτιστου, και βρέθηκε να λατρεύει τον Όμηρο και να θητεύει σε δασκάλους που κι αυτοί ήσαν υπό διωγμό, όπως ο Κουβανός ποιητής Βιρχίλιο Πινιέρα. Υπερβολικά ευαίσθητος αλλά και ατίθασος, αντιτάχθηκε ρωμαλέα στο ολοκληρωτικό καθεστώς, και έγραψε για τη ζωή του σε μια γλώσσα που ταράζει και τρομάζει ίσως όχι τόσο για την ασύλληπτη τολμηρότητα της έκφρασης, αλλά διότι καταστρατηγεί την απόσταση ανάμεσα στο πολιτικό και το ερωτικό. Όμως γι' αυτό ακριβώς η αυτοβιογραφία του Αρένας είναι ένα σπουδαίο ντοκουμέντο, το οποίο αναδεικνύει η θαυμάσια μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου.

ΚΥΝΗΓΙ ΜΑΓΙΣΣΩΝ

Κάθε καλλιτέχνης που είχε κάποιο παρελθόν ομοφυλοφιλικό ή κάποιο πολιτικό ολίσθημα διέτρεχε τον κίνδυνο να χάσει τη θέση του. Θυμάμαι την περίπτωση των Καμέχο, που είχαν δημιουργήσει έναν απο τους πιό σημαντικούς καλλιτεχνικούς θεσμούς του Νησιού, το θέατρο Γκινιόλ. Ξαφνικά, αυτοί κι όλοι όσοι εντάσσονταν σε κείνη την ομάδα προγράφηκαν, και το θέατρο καταστράφηκε.

Πράκτορες της Ασφάλειας του Κράτους, όπως ο Έκτωρ Κεσάδα ή ο αξιωματικός Παβόν, ήταν τώρα αυτοί που είχαν επιδοθεί στο κυνήγι των μαγισσών. Ξανάρχισαν οι «σκούπες» και επέστρεψαν ξανά εκείνοι οι καταπληκτικοί παιδαράδες της Ασφάλειας του Κράτους μεταμφιεσμένοι σε εξυπηρετικούς μπουγκαρόνες, για να συλλάβουν οποιονδήποτε τους απήυθυνε έστω και ένα βλέμμα. (σελ. 216)

Ανώνυμος είπε...

Από το www.cinephilia.gr:

Πριν πέσει η νύχτα

Η αληθινή ιστορία, η ταινία και το βιβλίο


Πριν πέσει η νύχτα: είναι ο τίτλος μιας ταινίας που αφηγείται την ζωή ενός αληθινού προσώπου του Κουβανού συγγραφέα Ρεϊνάλντο Αρένας. Η ζωή του υπήρξε ταραχώδης και δημιουργική και το τέλος του δραματικό.

O Pεινάλντο Aρένας υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς και ποιητές της Kούβας. Γεννήθηκε το 1945 και πέθανε το 1990 αυτοεξόριστος στην Nέα Yόρκη. Κατά την διάρκεια της ζωής του υπήρξε αντίθετος στην επανάσταση που εγκαθίδρυσε τον Φιντέλ Kάστρο στην εξουσία της χώρας. Έγραψε μερικά από τα σπουδαιότερα βιβλία της Kουβανέζικης λογοτεχνίας. Δυστυχώς, εκτός από το πρώτο του, όλα εκδόθηκαν εκτός της Kούβας καθώς ο ίδιος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του είτε στην φυλακή είτε κυνηγημένος από τις αρχές. Oμοφυλόφιλος, -οπότε αντεπαναστάτης-, δεν ταίριαζε με το κομμουνιστικό όραμα για την ηθική καθαρότητα της χώρας. Ο Tζούλιαν Σνάμπελ (Basquiat, 1996) στην ταινία του εστιάζει στο πάθος του για την τέχνη και την ζωή: η ποιητική οπτική αλλά και η ερμηνεία του Xαβιέ Mπαρντεμ, καθορίζουν το τελικό αποτέλεσμα ...

Η αληθινή ιστορία

"Δίνω τέλος στη ζωή μου γιατί δεν μπορώ να εξακολουθήσω να εργάζομαι. Κανένα από τα πρόσωπα που με περιβάλλουν δεν ευθύνεται γι αυτή την απόφαση. Μόνο ένας είναι ο υπεύθυνος: ο Φιδέλ Κάστρο". Αυτά τα λόγια έγραψε ο Κουβανός συγγραφέας Ρεϊνάλντο Αρένας, ασθενής στο τελικό στάδιο του AIDS, λίγο πριν αυκτοκτονήσει στις 7 Δεκεμβρίου του 1990 στη Νέα Υόρκη. Πίσω του άφησε μία ανατριχιαστική προσωπική και πολιτική μαρτυρία, την οποία ολοκλήρωσε λίγες μέρες πριν βάλει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του: το βιβλίο: Πριν πέσει η νύχτα.

Ο Ρεϊνάλντο Αρένας γεννήθηκε στο Άκoυα Κλάρας της Κούβας το 1943 και αυτοκτόνησε εξόριστος στη Νέα Υόρκη. Η εξιστόρηση της ζωής του αποτελεί την κατάθεση ψυxής ενός ανθρώπου που πίστεψε στην επανάσταση και θέλησε να ζήσει ελεύθερος τις προσωπικές του επιλογές.

Γιος αγράμματων χωρικών μεγάλωσε σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Στην εφηβεία του ενώθηκε με τους υπό τον Κάστρο εξεγερμένους Κουβανούς, λίγο πριν αυτοί ανατρέψουν τη δικτατορία του Μπατίστα. Το 1967 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα Ο Σελαντίνο πριν την αυγή, το μοναδικό από τα έργα του που κυκλοφόρησε στην Κούβα.

Ακολούθησε μία περίοδος συνεχούς και ανελέητης καταδίωξης και λογοκρισίας εξαιτίας της φήμης του ως "αντεπαναστάτη συγγραφέα" και φυσικά της ομοφυλοφιλίας του. Επειτα από διαδοχικές προσπάθειες απόδρασης από την Κούβα ο Αρένας φυλακίζεται για δύο χρόνια στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Κατάφερε τελικά να φύγει από την πατρίδα του, εκμεταλλευόμενος τη μαζική φυγή από το λιμάνι του Μαριέλ, το 1980. Εξόριστος στις ΗΠΑ αντιμετώπισε πλέον τα απογοητευτικά κρούσματα μιας διαφορετικής υποκρισίας.

Το βιβλίο

Δύο χρόνια μετά το θάνατό του κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία του Πριν πέσει η νύχτα επισφραγίζοντας την ήδη διαδεδομένη φήμη του ως μιας από τις κεντρικές προσωπικότητες των λατινοαμερικανικών γραμμάτων, για το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Οσες προσπάθειες κι αν έγιναν να αποσιωπηθεί αυτό το βιβλίο, όπως και το υπόλοιπο έργο του, δεν στάθηκαν ικανές να σκιάσουν την οδυνηρή πορεία του Αρένας από τον υπόκοσμο της Αβάνας και τις φυλακές της Κρατικής Ασφάλειας ως τον αγώνα για επιβίωση στις ΗΠΑ.
"Οποιος διαβάσει το βιβλίο Πριν πέσει η νύχτα του Ρεϊνάλντο Αρένας αντιλαμβάνεται ότι είναι μια από τις ανατριχιαστικές μαρτυρίες για την εξέγερση και την καταπίεση" έγραψε για το βιβλίο ο Λατινοαμερικάνος συγγραφές Μάριο Βάργκας Γιόσα ενώ ο Φερνάντο Σαβατέρ χαρακτήρισε ως "ακατέργαστα διαμάντια μαύρου χιούμορ" ορισμένα επεισόδια του βιβλίου.

Ανώνυμος είπε...

Αποσπάσματα από το βιβλίο:
- από το site της Πρωτοπορίας (www.protoporia.gr)-

Πίστεψα ότι πεθαίνω το φθινόπωρο του 1987. Υπέφερα από τρομερούς πυρετούς, εδώ και μήνες. Συμβουλεύτηκα έναν γιατρό και η διάγνωσή του ήταν AIDS. Κι ενώ χειροτέρευα όλο και περισσότερο, έβγαλα ένα εισιτήριο για το Μαϊάμι, με τη σκέψη να πεθάνω στη θάλασσα. Όχι ειδικά στο Μαϊάμι, αλλά στην ακτή. Ό,τι επιθυμεί όμως κανείς περισσότερο φαίνεται πως από μια διαβολική γραφειοκρατία καθυστερεί, ακόμα και ο θάνατος.

Στην πραγματικότητα, δεν προσπαθώ να πω πως ήθελα να πεθάνω, αν δεν έχεις όμως άλλη επιλογή από τον πόνο, χίλιες φορές καλύτερος ο θάνατος. Πριν από μήνες, μπήκα σ' ένα δημόσιο ουρητήριο, δίχως να μου δημιουργηθεί εκείνη η αίσθηση της προσδοκίας και της συνενοχής που πάντα ένιωθα. Κανείς δεν μου έδωσε σημασία, κι όσοι ήταν εκεί συνέχιζαν τις ερωτικές τους περιπτύξεις. Εγώ πλέον δεν υπήρχα. Δεν ήμουν νέος. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή σκέφτηκα, καλύτερα ο θάνατος. Το να ζητάς τη ζωή σαν χάρη πάντα έλεγα πως είναι αθλιότητα. Ή ζει κανείς όπως αυτός θέλει ή τα παρατάει. Στην Κούβα, παρά τις τόσες φρικαλεότητες που γνώρισα, υπήρχε πάντα η ελπίδα της φυγής, το ενδεχόμενο να σωθούν τα χειρόγραφά μου. Τώρα, το μόνο που μου απέμενε ήταν ο θάνατος. Σχεδόν όλα τα χειρόγραφα, που είχαν βγει από την Κούβα, διορθώθηκαν από μένα και βρίσκονταν στα χέρια φίλων μου ή είχαν δημοσιευτεί. Στη διάρκεια της πενταετούς εξορίας μου είχα γράψει ακόμα ένα δοκίμιο για την κουβανική πραγματικότητα, "Ανάγκη ελευθερίας", έξι θεατρικά έργα δημοσιευμένα υπό τον γενικό τίτλο "Καταδίωξη", κι ολοκλήρωσα τα μυθιστορήματα "Ο θυρωρός" και "Ταξίδι στην Αβάνα", παρότι όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, ήμουν ήδη άρρωστος. Θλιβόμουν ωστόσο που θα πέθαινα, πριν καταφέρω να τελειώσω την "Πενταγωνία", έναν κύκλο πέντε βιβλίων, από τα οποία είχαν ήδη δημοσιευτεί το "Ο Σελεστίνο πριν την αυγή", "Το μιαρό, πάλλευκο παλάτι" και το "H θάλασσα, άλλη μια φορά". Στενoχωριόμουν που θα άφηνα τους φίλους μου, τον Λάζαρο, τον Χόρχε και τη Μαργαρίτα. Σκεφτόμουν τη θλίψη που θα προκαλούσε σε αυτούς και τη μητέρα μου ο θάνατός μου. Ο θάνατος, όμως, ήταν εκεί κι έπρεπε να τον αποδεχτώ.
[...]
Ο Λάζαρος μ' επισκεπτόταν καθημερινά. Ερχόταν με μια ανθολογία ποίησης, άνοιγε το βιβλίο στην τύχη και μου διάβαζε κάποιο ποίημα. Αν δεν ήταν του γούστου μου, μετακινούσα τα σωληνάκια που ήταν συνδεμένα στο κορμί μου, κι ο Λάζαρος μου διάβαζε κάποιο άλλο.
[...]
Είχα ήδη αρχίσει, όπως θα δείτε παρακάτω, την αυτοβιογραφία μου στην Κούβα. Την είχα ονομάσει "Πριν πέσει η νύχτα", γιατί έπρεπε να τη γράφω πριν σκοτεινιάσει, μια και ζούσα κυνηγημένος στο δάσος. Τώρα η νύχτα αναμενόταν και πάλι με τον πλέον ανέκκλητο τρόπο. Ήταν η νύχτα του θανάτου. Τώρα ναι, έπρεπε να τελειώσω την αυτοβιογραφία μου πριν πέσει η νύχτα. Το πήρα ως πρόκληση. Και συνέχισα να δουλεύω τις αναμνήσεις μου. Τις έγραφα σε μια κασέτα και την έδινα σ' έναν φίλο, τον Αντόνιο Βάγιε, να τις δακτυλογραφήσει.

Είχα ηχογραφήσει πάνω από είκοσι κασέτες κι ακόμα δεν σκοτείνιαζε.
[...]
Εκείνες τις μέρες ήρθε κι η μητέρα μου από την Κούβα, με κείνες τις περίεργες άδειες που παραχωρεί ο Κάστρο σε άτομα μεγάλης ηλικίας για να μαζεύει δολάρια. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά από το να ταξιδέψω στο Μαϊάμι. Η μητέρα μου δεν κατάλαβε ότι ήμουν στα τελευταία μου, και εγώ τη συνόδευσα να κάνει όλα τα ψώνια της. Δεν της είπα τίποτα για την αρρώστια μου και ακόμα και σήμερα (στα μέσα του 1990) δεν της έχω πει το παραμικρό.
[...]
Θυμάμαι ότι στη διάρκεια της παραμονής μου στην αγροικία του Χόρχε, μέσα στο κτήμα Λος Πάχαρες (ήταν τότε Οκτώβριος του 1988), μας ήρθε η ιδέα να συντάξουμε μια ανοιχτή επιστολή προς τον Φιδέλ Κάστρο, ζητώντας του τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, όπως είχε κάνει κι ο Πινοσέτ. Ο Χόρχε μού είπε να υπαγορεύσω το γράμμα και ριχτήκαμε και οι δύο στη δουλειά. Έπειτα το υπογράψαμε αυτός κι εγώ: ακόμη κι αν δεν μαζεύαμε άλλες υπογραφές, θα το στέλναμε με τις δικές μας, ταπεινές υπογραφές. Δεν έγινε έτσι, μαζέψαμε χιλιάδες υπογραφές, συμπεριλαμβανομένων και των οκτώ προσωπικοτήτων που είχαν πάρει Βραβείο Νόμπελ. Μιλάμε για μια απίστευτη δουλειά σε κείνη την κατοικία, που δεν είχε ούτε φως ούτε νερό. Η επιστολή δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες και ήταν ένα τρομερό πλήγμα για τον Κάστρο, γιατί αποκάλυπτε ότι η δικτατορία του ήταν ακόμα χειρότερη από αυτήν του Πινοσέτ, αφού ο ίδιος ουδέποτε θα προκήρυσσε ελεύθερες εκλογές. Κι όσοι αφελώς υποκρίνονται πως διατηρούν έναν διάλογο με τον Κάστρο θα έπρεπε να θυμηθούν την αντίδρασή του σε αυτή την επιστολή, αφού αρχικά αποκάλεσε τους υπογράφοντες "πράκτορες της CIA", και μετά "πουτανογεννημένους".
[...]
Γυρνώντας στο δημοψήφισμα: το υπέγραψαν διάφοροι πρόεδροι Δημοκρατίας και αναρίθμητοι διανοούμενοι όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Αυτό μου προκάλεσε πολλά προβλήματα, γιατί το διαμέρισμά μου γέμισε από φωτογράφους και δημοσιογράφους. Από την άλλη, δεν είχα ακόμα τελειώσει "Το χρώμα του καλοκαιριού", μυθιστόρημα που συνοψίζει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, και κυρίως της νεότητάς μου, όλα αυτά φυσικά με τον πιο φρενήρη και φανταστικό τρόπο. Επίσης είναι ένα έργο που αφηγείται την ιστορία ενός γηραιού, τρελαμένου δικτάτορα και αγγίζει με ευθύτητα το θέμα της ομοφυλοφιλίας, θέμα ταμπού για όλους σχεδόν τους Κουβανούς και για όλο σχεδόν το ανθρώπινο γένος. Το έργο εκτυλίσσεται σ' ένα μεγάλο καρναβάλι, στο οποίο ο λαός καταφέρνει να αποκολλήσει το Nησί από τη βάση του και να φύγει με αυτό, σαν να ήταν πλοιάριο. Με το που ανοίγεται όμως στο πέλαγος, κανείς δεν συμφωνεί σχετικά με το πού θα αράξουν ή τι είδος διακυβέρνησης θα επιλέξουν. Ξεσπάει μεγάλος σαματάς, απ' αυτούς που ξέρουν οι Κουβανοί, και το Νησί, εν μέσω όλης αυτής της αναταραχής, καταποντίζεται.
...