Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

Νο 28

Ο Πάτρικ ανήκε στο σπάνιο είδος του μονογαμικού αρσενικού, ακόμα πιο σπάνιο μάλιστα προκειμένου για ομοφυλόφιλο. Αν αισθανόταν έλξη για γυναίκες, θα παντρευόταν, μιά και δε θα κοίταζε άλλη στη ζωή του. Ακόμα κι οι ομοφυλόφιλοι δεσμοί του μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού, ο ένας μάλιστα απ' αυτούς, μ' ένα συμφοιτητή του στο πανεπιστήμιο, ήταν καθαρά πλατωνικός. Κι ούτε ήταν απ' αυτούς που, εκτός απ' το νόμιμο δεσμό τους με κάποιον, έχουν τις συνηθισμένες για ομοφυλόφιλους εφήμερες περιπέτειες μ' εκατό άλλους. Ήταν λιγάκι αστείο, αλλά κοντά του ένιωθες σα γυναίκα παντρεμένη με κάποιον που παίρνει πολύ στα σοβαρά τα συζυγικά του καθήκοντα κι απαιτεί την ίδια σοβαρότητα εκ μέρους σου. Αυτός θα δούλευε για να ζήσετε, εσύ θα ικανοποιούσες τις πολύ περιορισμένες ερωτικές επιθυμίες του, θα επέβλεπες την υπηρέτρια και θα τον βοηθούσες να δέχεται πότε-πότε μερικούς συναδέλφους ή φίλους.

Κώστας Ταχτσής : Το φοβερό βήμα (Εξάντας)

6 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Από την εισαγωγή του βιβλίου

…μ’ ένα ιδιόρρυθμο περί δικαίου αίσθημα, κατάφερνε να δημιουργεί εχθρούς, ακόμα και σε κύκλους που θα μπορούσαν να θεωρηθούν φυσικοί του σύμμαχοι. Μόνο που αυτός αρνιόταν να δεχτεί συμμάχους, αν το τίμημα ήταν η συναλλαγή και οι σκοπιμότητες. Ταπεινόφρων και συγχρόνως υπερόπτης, υπερασπιστής των κατεστημένων κοινωνικών θεσμών, τους υπονόμευε αντικειμενικά με την ερωτική ζωή του, ιδιόρρυθμη και μέσα στην ανορθοδοξία της, και, το χειρότερο απ’ όλα, χωρίς να βλέπει τίποτα το παράδοξο σ’ αυτό, φαινομενικά ρεαλιστής αλλά κατά βάθος αδιόρθωτος ρομαντικός και επιπόλαιος, έκανε ένα συνεχή μοναχικό δονκιχωτικό αγώνα γι αυτό που νόμιζε σωστό, χωρίς να υπολογίζει προκαταβολικά τις επιπτώσεις.

Αχιλλέας Ταβουλάρης

κ.σ. είπε...

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Όταν μέναν μόνοι τους άφηναν να φανούν και τα δικά τους τα αισθήματα, κοιτάζανε με περιφρόνηση, σχεδόν με μίσος προς το μέρος που ‘χε φύγει η κοπέλα, κούναγαν το κεφάλι τους σα να θρηνούσαν την κατάντια τους, έδιναν μπάτσες στο πεσμένο πέος τους σαν να ‘ταν κάτι ανεξάρτητο απ’ αυτούς, υπεύθυνο για την κατρακύλα τους... Όλ’ αυτά, καταλαβαίνεις, άρχισαν να με βάζουν σε σκέψεις. Πρώτα-πρώτα, όλοι αυτοί οι ημίθεοι, που ως τότε έβλεπα με δέος και θεωρούσα απρόσιτους, ήταν εξ ίσου ευάλωτοι, κι ίσως ακόμα πιο χαζοί, κι απ’ τους άλλους. Πιο πολύ καβαλούσαν την ιδέα της γυναίκας παρά την ίδια τη γυναίκα, αν δηλαδή συνέτρεχαν ορισμένοι όροι, αν, λόγου χάρη, νόμιζαν ότι πηγαίνουν με γυναίκα, και δεν υπήρχε φως μέσα στο δωμάτιο, θα μπορούσες να τους πιάσεις αυτό το περήφανο αλλά θεόστραβο κομμάτι σάρκας που ‘χανε στα σκέλια τους και να το βάλεις σ’ οποιαδήποτε ζεστή, γλοιώδη τρύπα – τα υπόλοιπα ήταν θέμα υποβολής. Θεωρητικά τουλάχιστον το πράγμα ήταν πολύ απλό. Θα ήταν άραγε εξ ίσου απλό και στην πράξη; Tι θα συνέβαινε αν ντυνόμουν γυναίκα; Στην Ελλάδα φυσικά κάτι τέτοιο θα ‘ταν αδιανόητο, παρά μονάχα στ’ αστεία, τις Απόκριες, και πάλι όχι για μένα, κάθε φορά που το ‘χα επιχειρήσει εγώ, αισθανόμουν τόσο αμήχανα, που, αντί να προκαλέσω γέλιο, μετέδιδα απλώς στους άλλους την αμηχανία μου, έβρισκα ότι, σαν ομοφυλόφιλος, ταλαντευόμουν πάνω σε μια κόψη ξυραφιού, ο ανδρισμός μου αντιμετώπιζε μια συνεχή απειλή, εγώ μπορεί να ‘νιωθα άντρας, μα δε φαίνονταν να συμφωνούν οι άλλοι, κι αφού αυτοί δεν μ’ έβλεπαν σαν άντρα, τι νόημα είχε να μασκαρευτώ γυναίκα; Κωμικό θα ήταν να μασκαρευτώ σε κάτι που προσιδιάζει σ’ άντρες, έβαζα λοιπόν κι εγώ τη στολή του ανθυπολοχαγού που φορούσα στο στρατό, που κι αυτήν εξάλλου τότε την έβλεπα λιγάκι σαν αποκριάτικο κοστούμι, και σου ομολογώ πως το γλεντούσα – περνούσα επίτηδες μπροστά απ’ τις σκοπιές των ανακτόρων για να με χαιρετάνε οι φρουροί χτυπώντας το τσαρούχι τους σε στάση προσοχής...

κ.σ. είπε...

Aπόσπασμα από το βιβλίο

...ακόμα και τώρα δεν είμαι βέβαιος ότι δεν έκανα καλά. Θα γλίτωνα βέβαια από πολλές περιπέτειες, θα ‘χα προδώσει όμως αυτό που πίστευα και που θεωρούσα καθήκον μου να διακηρύξω: ότι δηλαδή ήταν απαράδεκτο να ιδρύεται το ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα των ομοφυλόφιλων κάτω απ’ τις φούστες των εκδιδομένων τραβεστί της λεωφόρου Συγγρού.

Πήγα στην «Ελευθεροτυπία», βρήκα το Λυκούργο Κομίνη, του ‘δωσα το γράμμα, το διάβασε. «Μα γιατί κύριε Ταχτσή είστε δηλαδή εναντίον του κινήματος;» Θύμωσα. Ερχόταν ένας, καθ’ όλες τις ενδείξεις ετεροφυλόφιλος, να παραστήσει σε μένα τον υπερασπιστή των ομοφυλόφιλων! Βρε μπας κι είχε αλλάξει κάτι στον κόσμο και δεν το ‘χα πάρει είδηση; Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν ήμουν εναντίον του κινήματος, ήμουν απλώς εναντίον του τρόπου που το ίδρυαν αυτοί που το ίδρυαν. [...] Τι μου ‘ρθε; Τους καημούς των τραβεστί τους ήξερα καλύτερα από τον Βελισαρόπουλο κι όλους τους καλοθελητές που θα ‘τρεχαν στην εκδήλωση, γιατί να κάνω αυτή την έμμεση επίθεση εναντίον τους; Γιατί, βέβαια, στην προσπάθειά μου να διαχωρίσω το υπό ίδρυση ΑΚΟΕ απ’ την τραβεστο-εκδήλωση, αναγκαζόμουν να ρίξω τους τραβεστί, να πω ότι η εκδήλωσή τους εστερείτο σοβαρότητος και συνεπώς κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν έπρεπε να παραστεί σ’ αυτήν. Τι αφέλεια! - να νομίζω ότι υπήρχαν σοβαροί άνθρωποι! Σάμπως δεν ήξερα πόσο διαλυμένη ήταν η ελληνική κοινωνία ύστερ’ απ’ την επταετία της χούντας, σάμπως δεν ήξερα από τι φοβερή κρίση περνούσαν όλοι οι θεσμοί, σε τι θα ‘βλαπτε ακόμα λίγο τρα-λα-λά, όλο το κακό αυτό να ‘ταν. Έλα όμως που, εκτός απ’ τις συνέπειες που θα ‘χε αυτός ο συνειρμός για το απελευθερωτικό κίνημα και για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των ομοφυλόφιλων, και που θα ‘ταν ολέθριες, γι αυτό ήμουν βέβαιος...

κ.σ. είπε...

Το βιογραφικό είναι από το site του Ελευθερουδάκη

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών μετά από χωρισμό των γονιών του έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του. Στην Αθήνα πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δυο χρόνια. Είχε προηγηθεί μια αίτησή του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων χωρίς επιτυχία λόγω ασθένειάς του και αδυναμίας να παραστεί στις εξετάσεις. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό και έφτασε ως το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου. Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Ποιήματα". Ακολούθησαν τέσσερις ακόμη συλλογές ως το 1956. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο, Αντρέα Εμπειρίκο. Το 1954 έφυγε για την Αγγλία, όπου έμεινε ως το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας. Από την άνοιξη του 1956 ως τον Δεκέμβρη του 1964 περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη του κόσμου με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, συνεργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας "Το παιδί και το δελφίνι" ως βοηθός σκηνοθέτη, τέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του πιανίστα Τώνη Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία. Το 1960 ξεκίνησε για το γύρο της Ευρώπης με βέσπα. Στις χώρες που επισκέφτηκε έγραψε το Τρίτο στεφάνι, το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια δεύτερης εκεί παραμονής του και έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής πραγματοποίησε ιδιωτική έκδοσή του στην Αθήνα το 1962. Δυο μήνες μετά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα συνεργάστηκε με το περιοδικό "Πάλι" και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής. (μετέφρασε κυρίως θεατρικά έργα, Αριστοφάνη και σύγχρονά του). Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου πήρε μέρος στη Δήλωση των 18 και διώχτηκε από την Ασφάλεια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν εγκατέλειψε το γράψιμο. Δηλωμένος ομοφυλόφιλος και τραβεστί, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες στο σπίτι του σε ηλικία εξηνταενός χρόνων. Το ποιητικό έργο του Κώστα Ταχτσή κινείται στα πλαίσια της θεματολογίας της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονη λυρική διάθεση, διάθεση η οποία μεταφέρθηκε και στα πεζά του. [...]
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχογραφική ικανότητα του Ταχτσή, ιδιαίτερα στους γυναικείους χαρακτήρες του, και η εξαιρετική φροντίδα της γλωσσικής του έκφρασης.

κ.σ. είπε...

Σε εκδήλωση για τα δέκα χρόνια από τον θάνατο του Κώστα Ταχτσή, που πραγματοποιήθηκε πριν από επτά χρόνια στο Γαλλικό Ινστιτούτο, άνθρωποι των γραμμάτων, που τον γνώρισαν από κοντά, είπαν:

Από ΤΑ ΝΕΑ, 12/01/1999

- «Ο Κώστας Ταχτσής ήταν ένα σπίρτο αναμμένο και εμείς οι υπόλοιποι είμαστε τα χόρτα που τους έβαζε φωτιά, ανάβοντας, την κατά τα άλλα ανούσια ζωή μας», παρατηρούσε ο ποιητής Γιάννης Κοντός.

- «Του Ταχτσή του άρεσε να κινείται σε ένα σκοτεινό και αβυσσαλέο κόσμο, ενώ ο ίδιος έπραττε ως ένας άγγελος ηθικής» ­ τάδε έφη Θανάσης Νιάρχος.

- «Ο Ταχτσής παραμένει ζωντανός όσο τον θυμόμαστε και τον μνημονεύουμε εμείς οι άνθρωποι που τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε. Έπειτα μένουν τα βιβλία του...», ανέφερε η διακεκριμένη συγγραφέας Μάρω Δούκα. Και δεν παρέλειψε να αφήσει αιχμές για τον τρόπο που τα ΜΜΕ «χειρίστηκαν τη σεξουαλικότητα και τον τρόπο που δολοφονήθηκε ο Ταχτσής».

Και, δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο μεγάλος δημιουργός και συγγραφέας του «Τρίτου Στεφανιού», Κώστας Ταχτσής, έμοιασε να ζωντανεύει μέσα από τα λόγια ομοτέχνων του και ανθρώπων που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν...

K.σ-Μ είπε...

Στο «Φοβερό Βήμα» ο Κώστας Ταχτσής αναφέρεται στα ιστορικά γεγονότα της ίδρυσης του ΑΚΟΕ:

Έν' απόγευμα μού τηλεφώνησε ο Θεοδωρακόπουλος. «Κώστα, εσύ που είσαι στα μέσα και στα έξω» -σ' αφήνω να κρίνεις μόνος σου τι αισθήματα κρύβονταν πίσω απ' αυτή την έκφραση- «μήπως ξέρεις ποιος είναι πίσω απ' αυτό το κίνημα;» Είπα, απ' όσο ξέρω, ο Αντρέας Βελισαρόπουλος. «Μου δίνεις τον αριθμό του;» «Ευχαρίστως». Δέκα λεπτά αργότερα ξαναχτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Βελισαρόπουλος. «Κώστα, εσύ έδωσες τον αριθμό μου σε κάποιο Θεοδωρακόπουλο;» Είπα ναι και του εξήγησα ποιος ήταν. Είπε, καλά, αλλά μην το δίνεις σ' άλλους.

Κι έρχομαι τώρα στή μοιραία μέρα...


Η διήγηση συνεχίζεται με την περιγραφή των ίδιων γεγονότων που ο Κώστας Ταχτσής εξιστορεί σε μία επιστολή του προς τον Άλεκ, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο «Επιστολές» του βιβλίου «Από τη Χαμηλή σκοπιά», απόσπασμα της οποίας μπορείτε να διαβάσετε στο 3o σχόλιο της Καταχώρησης Νο. 417.

Η επιστολή αυτή είχε γραφτεί τον Ιούνιο του 1983. Πέντε χρόνια αργότερα, ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος δίνει τη δική του εκδοχή μέσα από την Οδό Πανός (τ.55, Μάιος 1991):
[σημ: το κείμενο προέρχεται από σάρωση]


ΤΟ «ΦΟΒΕΡΟ» ΣΦΑΛΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΑΧΤΣΗ

Σχόλιο στό μεταθανάτιο βιβλίο του «ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΒΗΜΑ»


Γράφει ό Λουκάς Θεοδωρακόπουλος

Ομολογώ ότι παρόλο πού γνώριζα τήν εχθρότητα του Ταχτσή εναντίον μου από τήν εποχή πού ήμουν ακόμα υπεύθυνος του περιοδικού ΑΜΦΙ (1979-1984) – δεν έπαυε νά τήν εκδηλώνει σέ όποιο γνωστό μου συναντούσε - η έντασή της, όπως άποκαλύπτεται στό τελευταίο βιβλίο του, πραγματικά μέ εξέπληξε. Κι όχι μονάχα αυτή καθαυτή η εχθρότητα, αλλά κι ένα πλήθος άλλα στοιχεία που, ξεκινώντας από αυτή, χρωματίζουν απαράδεκτα μερικές φορές ορισμένα πράγματα πού μέ αφορούν, φτάνοντας μέχρι τό σημείο νά μου αποδίδουν προθέσεις πού δέν είχα, πράξεις πού δέν έκανα ή εμφανίζοντάς με σάν αναξιόπιστο, ύπουλο, ανόητο καί δέν ξέρω τί άλλο ακόμα. Δέν πρόκειται νά σταθώ σέ όλα αυτά. Αν είναι ήδη άχαρο νά μιλάς μέ πίκρα γιά έναν πεθαμένο, γιά ένα όμοιό σου, πού πλήρωσε μέ τόσο τραγικό τρόπο τή διαφορά του, είναι ακόμα πιό άχαρο, άβολο καί αναποτελεσματικό νά επιχειρείς νά διαψεύσεις τά λόγια του η νά τά ανασκευάσεις. Από τήν αλλη μεριά βέβαια, υπάρχουν τά λόγια, υπάρχει η πειστικότητα του γραπτού κειμένου, η «πρωτιά» της διατύπωσης των οποιωνδήποτε ισχυρισμών ή κατηγοριών, η ευκολία μέ τήν όποία ο αναγνώστης αποδέχεται πράγματα πού δέν τόν αφορουν προσωπικά.

Τά ξέρω όλα αυτά, αλλά δέ μ' ενδιαφέρουν. Δέ λέω ότι δέ μου στοίχισαν, ότι δέν ένιωσα εγκλωβισμένος, γυμνός απέναντι σ' ένα εχθρικό πλήθος, παγιδευμένος γιά πάντα από τή μνησικακία ή τήν εφήμερη εκτόνωση του πεθαμένου συγγραφέα. Αv όμως τελικά αποφάσισα νά μιλήσω γιά τόν Κώστα Ταχτσή, τό έκανα μόνο καί μόνο γιά νά διατυπώσω μιάν άποψη πού κατά τή γνώμη μου φωτίζει ανάγλυφα τήν άντιφατικότητα της προσωπικότητάς του καί προδιέγραψε κατά κάποιο τρόπο τήν τραγική του κατάληξη - αν δέν τήν υπέθαλψε κιόλας.

Βρισκόμαστε στό 1977. Οi εφημερίδες, δίνουν καί παίρνουν μέ τούς oμοφυλόφιλους, εξαιτίας του περιβόητου, αν καί ξεχασμένου πλέον σήμερα, νομοσχεδίου, περί της έξ αφροδισίων νόσων προστασίας καί αλλων συναφών θεμάτων (όπως ήταν ολόκληρος ο τίτλος του), κατάλοιπο της αμαρτωλής χούντας των Συνταγματαρχών, πού η κυβέρνηση Καραμανλή, μέ πέντε υπουργούς της, μελετά καί ετοιμάζεται νά φέρει γιά ψήφιση στή Βουλή.

Μέσα σ' αυτή τήν ατμόσφαιρα, ο Αντρέας Βελισσαρόπουλος (συχωρεμένος κι αυτός), επικεφαλής μιας μικρής ομάδας φοιτητών πού έχουν μόλις επιστρέψει από τό εξωτερικό καί έχουν τήν εμπειρία των κοινωνικών κινημάτων πού αναπτύχθηκαν εκεί μετά τό Μάη του '68, επισκέπτεται τόν Ταχτσή, «φτασμένο» ήδη συγγραφέα καί «δεδηλωμένο», κατά κάποιο τρόπο, ομοφυλόφιλο, καί του ζητάει τή βοήθειά του γιά τήν ίδρυση ενός απελευθερωτικού ομοφυλόφιλου κινήματος. Από τό βιβλίο του Ταχτσή, όπου γίνεται εκτεταμένος λόγος γιά τόν Βελισσαρόπουλο, γνωρίζουμε πώς αντιμετώπισε τήν πρόταση του Βελισσαρόπουλου, όπως γνωρίζουιιε καί τήν αντίδρασή του όταν λίγο καιρό αργότερα έμαθε ότι, παρά τίς υπoδείξεις του, η ομάδα Βελισσαρόπουλου προχώρησε στήν ίδρυση του Απελευθερωτικού Κινήματος Oμoφυλόφιλων Ελλάδας (ΑΚΟΕ) μέ τή Διακήρυξη πού κυκλοφόρησε. Δεδομένου ότι η Διακήρυξη κυκλοφόρησε τό φθινόπωρο του 1976, πρέπει νά συμπεράνουμε ότι ο Βελισσαρόπουλος συζήτησε μέ τόν Ταχτσή μέσα στόν ίδιο χρόνο - τήν άνοιξη ή τό καλοκαίρι του 1976. Εκείνο πού δέν ήξερε ο Ταχτσής ήταν ότι η ομάδα Βελισσαρόπουλου, μετά τήν αποπομπή της από μέρους του, στίς αρχές του '77 απευθύνθηκε σέ μένα πού, τήν ίδια χρονιά μέ τή Διακήρυξη, είχα κυκλοφορήσει από τόν ΕΞΑΝΤΑ τό βιβλίο μου «Ο ΚΑΙΑΔΑΣ» [σημ. σχολιαστή: βλέπε καταχώρηση No 34], πού εξιστορούσε μιά από τίς «επιχειρήσεις αρετή» του υπουργού Δημόσιας Τάξης της Χούντας Γιάννη Λαδά, καί τό οποίο επιχειρούσε συνειδητά τήν τοποθέτηση, γιά πρώτη φορά στήν Ελλάδα, της ομοφυλοφιλίας σέ πολιτικό επίπεδο.

Όπως ήταν φυσικό, αποδέχτηκα αμέσως τήν πρόταση της ομάδας Βελισσαρόπουλου νά συνεργαστώ μαζί της. Έχοντας βιώσει τελείως διαφορετικά τήν ομοφυλοφιλία μου από τόν Ταχτσή, πιστεύοντας, αντίθετα από κείνον, ότι ένα παρόμοιο Κίνημα ήταν ήδη απαραίτητο καί στήν Ελλάδα, δέν ήμουν απλώς έτοιμος νά τό δεχτώ, αλλά είχα ήδη έτοιμο καί τόν τίτλο ενός δημοσιογραφικού οργάνου (τό ΑΜΦΙ), εμπνευσμένο από τά Κινήματα Αμφισβήτησης της Αμερικής του '60 καί του Μάη του ‘68, ακόμα καί ύλη γιά τό πρώτο τεύχος.

Στό μεταξύ, τό πρόβλημα των τραβεστί - πού είχαν ήδη από τό ‘75 κάνει τήν εμφάνισή τους - οξύνονταν διαρκώς κάτω απ' τά απειλητικά δημοσιεύματα του Τύπου. Πανικόβλητοι, ζήτησαν νά 'ρθουν σ' επαφή μέ τήν ιδρυτική ομάδα του ΑΚΟΕ. Ακολούθησαν απανωτές συγκεντρώσεις της ιδρυτικής ομάδας κατά τίς οποίες συζητήθηκε τό θέμα των τραβεστί καί η θέση πού θά μπορούσαν νά έχουν μέσα σ' ένα ομοφυλόφιλο κίνημα. Αποφασίστηκε ότι, μιά πού τά προβλήματά τους ήταν σαφώς διαφορετικά από εκείνα των άλλων ομοφυλόφιλων, θά 'πρεπε ν' αποτελέσουν μιά ξεχωριστή ομάδα, αλλά ότι τό ΑΚΟΕ, αναγνωρίζοντας ότι αποτελούν τήν αιχμή του ομοφυλόφιλου προβλήματος, όφειλε νά τούς συμπαρασταθεί καί νά τούς συμπαραστέκεται στόν αγώνα τους. Ας μου επιτραπεί ν' αναφέρω παρενθετικά ότι η θέση αυτή, πού τόσες παρεξηγήσεις προκάλεσε (αυτό βασικά καταλογίζει καί ο Ταχτσής - τραβεστί ο ίδιος - στό ΑΚΟΕ) ήταν η μόνη ενδεδειγμένη γιά ένα Κίνημα πού στόχευε στήν απελευθέρωση όλων των ανθρώπων.

Τήν άνοιξη του 1977, τό δεύτερο δεκαήμερο του Απρίλη, έγινε σ' ένα μπάρ της Πλάκας συνάντηση της όμάδας του ΑΚΟΕ καί των τραβεστί, κατά τήν όποία συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες της συγκέντρωσης πού οργάνωναν οι τελευταίοι στό θέατρο «Λουζιτάνια», γιά νά διαμαρτυρηθουν γιά τίς διώξεις πού υφίσταντο από τήν αστυνομία καί γιά τό μελετώμενο νομοσχέδιο πού απειλούσε νά εφοδιάσει μέ κίτρινες κάρτες τούς «κίναιδους», όπως έγραφε το αρχικό σχέδιο νόμου, καί νά τούς στέλνει εξορία.

Η συγκέντρωση αυτή έγινε στίς 25 Απριλίου 1977, καί τήν ίδια μέρα δημοσιεύονταν στήν ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ η ακόλουθη επιστολή:

Αγαπητέ κ. Διευθυντά,

Σέ κάποιο θέατρο της Αθήνας πρόκειται νά πραγματοποιηθει απόψε μιά εκδήλωση οργανωμένη από μιά όμάδα μιας ιδιαίτερης κατηγορίας «επαγγελματιών» ομοφυλόφιλων. Τό θέμα της ομοφυλοφιλίας γενικά είναι λεπτό καί αμφιλεγόμενο, επειδή ταράζει σκοτεινές καί σχετικώς ανεξερεύνητες ακόμη περιοχές της ανθρώπινης συνείδησης καί ιδιαίτερα της ανθρώπινης σεξουαλικής συμπεριφοράς. Αλλ' ενώ συμμερίζεται τήν τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, της οποίας αποτελεί μιά πτυχή, προσφέρεται εύκολα σέ ευτράπελα σχόλια πού φτωχαίνουν ψυχικά καί εκείνους πού τά κάνουν (ή τά διαβάζουν) καί εκείνους εις βάρος των οποίων γίνονται. Δέν εναπόκειται σ' εμένα νά εμποδίσω τήν έκδήλωση. Θεωρώ όμως καθήκον μου, στό όνομα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τής καλώς εννοούμενης ελευθερίας, νά κάνω έκκληση σέ κάθε σοβαρό, καλοπροαίρετο καί προοδευτικό άνθρωπο, νά απόσχει. Η εκδήλωση αυτή καί άστοχη είναι καί οι οργανωτές της ακατάλληλοι νά εγκαινιάσουν ένα οποιοδήποτε κίνημα γιά την απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων - άν υποθέσουμε ότι είναι απαραίτητο στή χώρα μας. Θά ήταν ωσάν οι γυναίκες ελευθερίων ηθών νά εγκαινίαζαν ένα Γυναικείο Απελευθερωτικό Κίνημα. Τό πρόβλημα, κοινωνικό καί ανθρώπινο, υπάρχει, αλλά αποτελεί αρμοδιότητα τών Ψυχολόγων, τών Κοινωνικών Λειτουργών, του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως καί, ιδίως, του Υπουργείου Υγιεινής καί Κοινωνικής Πρόνοιας. Κάθε άνθρωπος χωρίς φασιστική νοοτροπία καί μισαλλοδοξία – πάντα ύποπτες - (!!!) δέν μπορεί παρά νά εύχεται νά λυθεί χωρίς φανατισμούς καί χωρίς επιβολή μέτρων μεσαιωνικής έμπνευσης, πού έτσι κι αλλιώς είναι καταδικασμένα σ' αποτυχία. Αλλ' η εκδήλωση αυτή δέν πρέπει νά ταυτιστεί ούτε μέ τήν απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων, ούτε μέ τήν απελευθέρωση του ανθρώπου γενικά από τά κάθε λογής δεσμά πού τόν καταδυναστεύουν, είτε ετεροφυλόφιλος είναι, είτε ομοφυλόφιλος. Οποιαδήποτε ενθάρρυνση, θά έδινε απλώς τροφή σέ σκανδαλοθήρες καί σέ υπόπτων κινήτρων καί προθέσεων αντιδραστικούς, πού μέ σοφιστείες καί κραυγαλέες ανακρίβειες προσπαθούν νά ταυτίσουν τό Κίνημα Απελευθέρωσης των Ομοφυλόφιλων στήν Ιταλία καί αλλού μέ τό γενικότερο κίνημα της Αριστεράς, μέ σκοπό νά δυσφημίσουν τό ένα διά του άλλου.

Δευτέρα 25 Απριλίου 1977
Κώστας Ταχτσής


Τό μοιραίο αυτό γράμμα, πού δέν απέτρεψε βέβαια, όπως αφελώς πίστευε ο Ταχτσής, τούς «σοβαρούς ανθρώπους» νά πάνε στήν «τραβεστοεκδήλωση», προκάλεσε όπως ήταν φυσικό μιά τσουχτερή απάντηση από μέρους του ΑΚΟΕ, μιά ανταπάντηση του Ταχτσή στήν οποία αποκάλυπτε, τό όνομα του Βελισσαρόπουλου (πράγμα γιά τό οποίο τό ΑΚΟΕ τού καταλόγισε χαφιεδισμό) καί, στή συνέχεια, άνοιξε ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στίς δύο πλευρές, μέ τούς τραβεστί κυρίως νά πνέουν μένεα εναντίον του. Ο Ταχτσής πού, όπως αποδείχνει τό βιβλίο του, είχε τήν ικανότητα νά βλέπει αρκετά καθαρά τά πράγματα στίς νηφάλιες στιγμές του, κατάλαβε αμέσως τί μεγάλη γκάφα είχε κάνει καί τόν έπιασε πανικός: «Εγώ τά 'χα γράψει αυτά; Τί μου 'ρθε; Τούς καημούς των τραβεστί τούς ήξερα καλύτερα απ' τόν Βελισσαρόπουλο κι όλους τούς καλοθελητές πού θά 'τρεχαν στήν εκδήλωση, γιατί νά κάνω αυτή τήν έμμεση επίθεση εναντίον τους;».

Αλήθεια γιατί; Αναζητώντας κανείς τήν απάντηση στό βιβλίο, μπορεί νά βρεί πολλούς λόγους πού ωθησαν τόν Ταχτσή στό απονενοημένο αυτό διάβημα. Κυριότερος απ' αυτούς, κατά τή γνώμη μου, η ελιτίστικη, αν καί μικροαστική στήν ουσία της, αντίληψή του ότι μιά καταπιεζόμενη κοινωνική ομάδα, όπως οι ομοφυλόφιλοι-τραβεστί ή οι γυναίκες «ελευθερίων ηθών», δέν έχουν τό δικαίωμα νά ιδρύουν ή νά συμμετέχουν σ' ένα κίνημα πού αποσκοπεί στήν απέλευθέρωσή τους ή στή διεκδίκηση ανθρώπινων όρων διαβίωσης (ακόμα καί επιβίωσης), επειδή τούς λείπουν... τά ηθικά προσόντα! (Σά νά λέμε δηλαδή, οι μόνες ενδεδειγμένες καί μέ κατάλληλα προσόντα γιά νά λύσουν τά γυναικεία προβλήματα - καί ένα απ' τά γυναικεία προβλήματα ειναι καί η θεσμοθετημένη πορνεία η όχι; - είναι οι διάφορες Έγες!) Φυσικά υπάρχουν καί άλλοι λόγοι, όπως η ταξική – σέ τελευταία ανάλυση - αντιπαράθεσή του μέ τόν Βελισσαρόπουλο («Τό βρομόπαιδο! Εννοούσε νά κάνει του κεφαλιού του, νά καταστρέψει μιά μοναδική ευκαιρία νά γίνει επιτέλους κάτι σωστά σ' αυτό τόν τόπο!»), καί η αποστροφή πού του προκαλούσαν οι τραβεστί μέ τή γκροτέσκα τους εμφάνιση, πού τόν έκανε νά τούς βλέπει «σά ν' ανήκαν σ' άλλο πλανήτη η σά φαντάσματα εφιαλτικών ονείρων πού 'βλεπα αποβραδίς καί ξεχνούσα εντελώς τό πρωί».

Όποιοι καί νά 'ταν οι λόγοι ωστόσο, γεγονός είναι ότι, από κεί καί πέρα ο Ταχτσής, ενώ πρίν κατέβαινε στή Συγγρού καί στήν Αθηνάς «σά νά πήγαινε περίπατο στόν Eθνικό κήπο» άρχισε ξαφνικά νά βιώνει τό «πεζοδρόμιο» μέ τόν τρόπο πού τό βιώναν πάντα οι τραβεστί: σάν κατέβασμα στόν Άδη. Καί αιτία γι' αυτό οι ίδιοι οι τραβεστί, από τούς οποίους, παρά τήν περιφρονητική του στάση απέναντί τους, περίμενε αβροφροσύνη, καί τούς οποίους συνέχιζε νά προκαλεί συχνάζοντας στά ίδια μ' αυτούς επαγγελματικά στέκια! Κι αναρωτιέται κανείς: πώς ήταν δυνατόν ένας τόσο έξυπνος άνθρωπος σάν τόν Ταχτσή νά μήν αντιλαμβάνεται ότι ήταν αδύνατο πλέον νά συμβιώσει μέ τούς ανθρώπους πού θεωρούσε κατώτερης κατηγορίας πολίτες, χωρίς κάν δικαίωμα υπεράσπισης της ίδιας τους της ζωής; Κι αν τό αντιλαμβανόταν, γιατί επέμενε νά μπλέκεται στά πόδια τους, νά τούς ανταγωνίζεται, νά τούς ερεθίζει; Μήπως τό ηξερε πιά, τό προαισθανόταν πώς, ανεξάρτητα ή όχι απ' τούς τραβεστί, τό παιχνίδι πού έπαιζε τόσα χρόνια μέ τό Διάβολο, γοητευτικό στήν αρχή, συναρπαστικό γιά ένα μεγάλο διάστημα, άρχιζε σιγά-σιγά νά γίνεται θανάσιμα επικίνδυνο καί νά ζυγώνει στό τέλος του; Μήπως οι τραβεστί δέν ήταν τελικά παρά ένα πρόσχημα πού τόν έσπρωχνε νά βυθιστεί ακόμα περισσότερο στήν απόγνωση; Διαβάζοντας κανείς από τή σελίδα 340 καί πέρα, μέ «τόν Αλόμα» νά εμφανίζεται σχεδόν σέ κάθε σελίδα, μέ τόν απειλητικό κύκλο νά στενεύει διαρκώς γύρω του καί παρόλα αυτά εκείνος νά επιμένει, νά εύχεται θαρρείς νά «τόν» συναντήσει, έχει τήν εντύπωση ότι στό πρόσωπό του βλέπει κάποιον πού θά τόν λυτρώσει από τό μαρτύριό του.

Όπως καί νά 'ναι, κι ενώ ό Ταχτσής συνέχιζε τή διελκυστίνδα του μέ τούς τραβεστί, τό ΑΚΟΕ ενέτεινε τόν αγώνα του ενάντια στό ρατσιστικό νομοσχέδιο, κινητοποιώντας τίς ομοφυλόφιλες οργανώσεις του εξωτερικού, δημοσιεύοντας διαμαρτυρίες στίς εφημερίδες, μαζεύοντας υπογραφές πνευματικών προοδευτικών ανθρώπων, μέ αποτέλεσμα νά καταφέρει μιά σημαντική τροποποίησή του πρός τό καλύτερο. Τίς παραμονές μάλιστα της συζήτησής του στή Βουλή, τό ΑΚΟΕ κάλεσε τούς δημοσιογράφους γιά συνέντευξη στά γραφεία του ΑΜΦΙ καί τό ίδιο απόγευμα έκανε μιά δημόσια εκδήλωση στά Προπύλαια, κατά τήν οποία διαβάστηκαν διάφορα κείμενα καί εγκρίθηκε ένα ψήφισμα πού τό ίδιο βράδυ επιδόθηκε στή Βουλή. Μέ τήν ευκαιρία αυτή, δεδομένου ότι τό θέμα του Νομοσχεδίου ήταν σοβαρότατο, παραμερίζοντας τό εχθρικό κλίμα πού υπήρχε στό ΑΚΟΕ εναντίον του, η συντακτική ομάδα του ΑΜΦΙ, με δική μου πρωτοβουλία, αποφάσισε νά καλέσει καί τόν Ταχτσή νά πάρει μέρος στή συνέντευξη καί στή συγκέντρωση. Παρακάλεσα μάλιστα τή Μπέττη, πού δέν είχε καθόλου λόγους νά τόν συμπαθεί (έγραφε διαρκώς εναντίον της στίς εφημερίδες), νά τόν πάρει τηλέφωνο καί νά τόν καλέσει, πράγμα πού έκανε, μετά καί από δικό μου τηλεφώνημα πρός τόν ίδιο. Ήρθε μέ τό κολωνακιώτικο, σνομπίστικο ύφος του, δηλώνοντας ότι συμμετέχει «σάν ανεξάρτητος πνευματικός άνθρωπος» στή συνέντευξη, πράγμα πού προκάλεσε τήν ειρωνική παρατήρηση της Μηλοπούλου της ΒΡΑΔΥΝΗΣ «Μά δέν είστε κι εσείς ομοφυλόφιλος, κ. Ταχτσή;», μας έδωσε κι ένα κείμενο, αλλά αρνήθηκε νά έρθει στή συγκέντρωση των Προπυλαίων νά τό διαβάσει. Κι όταν αργότερα δημοσιεύτηκε στό ΑΜΦΙ (τεύχος 7-8), μέ τή σειρά απλώς πού διαβάστηκε στή συγκέντρωση κι όχι από κάποια αξιολογική πρόθεση (αυτά τά πράγματα όχι μονάχα δέν απασχολούσαν τό ΑΚΟΕ εκείνη τήν εποχή, αλλά τά καταπολεμούσε κιόλας συνειδητά κι από πεποίθηση), έγινε εξωφρενών εναντίον μου επειδή λέει τό έβαλα μετά τό κείμενο της Μπέττης. Γιά παρόμοιους λόγους προκάλεσε καί τή μήνι της τελευταίας, γράφοντας καί πάλι υποτιμητικά εναντίον της στόν Τύπο, πικαρισμένος από τό γεγονός ότι ό Ζενέ, ερχόμενος στήν Αθήνα καί μαθαίνοντας τή στάση του απέναντι στούς τραβεστί, δέν δέχτηκε καθόλου νά τόν δει. Έτσι ήταν ό Ταχτσής: οξύθυμος, παρορμητικός, ανταγωνιστικός, προκλητικός, σνόμπ, μέ έντονο σύμπλεγμα ανωτερότητας, κατατρυχόμενος από αβυσσαλέες αντιφάσεις, αλλά πάντα έτοιμος νά ριχτεί μέ τά μούτρα στήν περιπέτεια. Ήξερε πολύ καλά ότι τόσο από χαρακτήρα όσο καί από νοοτροπία, θά του ήταν άδύνατο ν' αντέξει έστω καί γιά μιά ώρα τό σχιζοειδές κλίμα μιάς συγκέντρωσης του ΑΚΟΕ μέσα σ' εκείνο «τό άθλιο πουστοαναρχικό ύπόγειο», όπως τ' αποκαλεί, όπου στεγάζονταν τά γραφεία του ΑΜΦΙ, κι όμως βλέποντας τό γενικότερο ενδιαφέρον πού είχε προκαλέσει τό Κίνημα, καθώς καί τή διαρκή άνοδο καί τό επίπεδο του ΑΜΦΙ, είχε μετανιώσει πού είχε μείνει απέξω - κάτι χειρότερο: πού είχε στραφεί ενάντια - σέ μιά κίνηση πού αφορούσε καί τόν ίδιο - έτσι τουλάχιστον εκμυστηρευόταν στήν Πάολα, μιά από τίς ελάχιστες τραβεστί μέ τίς όποιες είχε κάποια φιλική σχέση. Τόν θυμάμαι τώρα - καί ομολογώ ότι σφίγγομαι λίγο ανάμεσα στούς ακροατές του Γαλλικού Ινστιτούτου, κατά τή διάρκεια του Συνεδρίου πού οργάνωσε τό ΑΜΦΙ, καί στό οποίο ήμουν συντονιστής, νά προσπαθεί νά τραβήξει τήν προσοχή των ακροατών καί των επιστημόνων, ελλήνων καί ξένων, πού συμμετείχαν σ' αυτό, αμφισβητώντας τό πρώτο συνθετικό του τίτλου πού είχε δοθεί σ' αυτό: Σεξουαλικότητες καί πολιτική (βλπ. ΑΜΦΙ 14-15, Άνοιξη-Καλοκαίρι 1983, σελ. 24-25).

Ας μή γελιόμαστε ωστόσο. Η οργάνωση στήν οποία θά ηθελε νά συμμετέχει ο Ταχτσής, θά έπρεπε νά είναι τό πολύ-πολύ κάτι σάν τήν γαλλική ARCADIE, μιά λέσχη δηλαδή από κατεστημένους διανοούμενους καί καλλιτέχνες, πού δέν θά είχαν φυσικά καμιά σχέση ούτε μέ τούς τραβεστί, ούτε μέ τούς λαϊκούς ομοφυλόφιλους. Κι αν κάποιος απ' αυτούς, όπως ο ίδιος, θά του άρεσε νά ντύνεται γυναίκα καί νά εκδίδεται στά λαϊκά ξενοδοχεία των παρόδων της οδού Αθηνάς, θά τό έκανε γιά κάθε είδους λόγους πού θά του άρεσε νά επικαλεστεί, εκτός από λόγους βιοσυντήρησης. Αυτή, ήταν η αιτία πού εκείνο τό μεσημέρι, στό υπόγειο της Ζαλόγγου 6α, του είχα πει «μέ χαρακτηριστική χυδαιότητα ανάμικτη μέ βλακεία», όπως λέει, ότι τό ΑΚΟΕ δέν έχει άνάγκη από τέτοιου είδους οργανώσεις. Όπως του εξήγησα, άλλωστε, είχαμε επανειλημμένα απευθυνθεί σέ όλους σχεδόν τούς κατεστημένους ομοφυλόφιλους, καλλιτέχνες η μή, καί τούς είχαμε καλέσει νά πάρουν μέρος μέ τόν άλφα ή βήτα τρόπο στήν οργάνωση, αλλά κανένας δέν είχε δείξει ενδιαφέρον από φόβο μήπως διακυβεύσει τή θέση καί τή φήμη του. Τά περί συμμετοχής των τραβεστί στό ΑΚΟΕ ήταν καθαρό πρόσχημα. Μήπως ο ίδιος δέν είχε αρνηθεί τήν πρόσκληση πού του είχε γίνει πρίν κάν εμφανιστούν οι τραβεστί δίπλα στό ΑΚΟΕ καί τήν αρνήθηκε;

Από κείνο τό μεσημέρι νομίζω, η εχθροπάθεια του Ταχτσή εναντίον μου μεγάλωσε. Πρίν απ' αυτό, οι σχέσεις μας ήταν από τυπικές μέχρι ανύπαρκτες. Αν αφαιρέσει κανείς τίς δυό τρεις συναντήσεις μας τό 1971, όταν του έστειλα τό Ραντεβου μέ τόν Πύργο του Άιφελ καί μέ δική του πρόσκληση πήγα νά τόν επισκεφτώ, γιά νά τόν ακούω νά μου λέει: πώς εγώ απ' τήν Άμφισσα, είχα καταφέρει νά γράψω όλα αυτά τά πράγματα; (η εμφάνιση καί τό ύφος μου, σέ αντίθεση μέ τό βιβλίο δέν του γέμισαν τό μάτι), καί τά δύο τρία γράμματα πού μου έστειλε (ένα απ' αυτά γιά τόν Καιάδα τό 1976), καμιά άλλη επαφή δέν υπήρξε ανάμεσά μας. Καταλάβαμε καί οι δυό απ' τήν αρχή πώς ανήκαμε σέ τελείως διαφορετικούς κόσμους. Οφείλω ωστόσο νά αναγνωρίσω ότι, αντίθετα από άλλους συναδέρφους, καί μάλιστα φίλους, δείχτηκε πολύ γενναιόδωρος απέναντι στά βιβλία μου: όχι μονάχα αναγνώρισε τήν αξία τους, αλλά καί έκανε ό,τι μπορούσε γιά νά τά προβάλλει..., μέχρι νά βρει επαρκείς λόγους γιά νά μέ αντιπαθήσει!

Από τή μεριά μου, καταλαβαίνοντας σέ τί πέλαγος αντιφάσεων παράσερνε, σέ όλο τό διάστημα πού ήμουν στό ΑΚΟΕ καί στό ΑΜΦΙ, απέφυγα μέ κάθε τρόπο οποιαδήποτε αιχμή ή σχόλιο εναντίον του, καί μόνο στό τελευταίο τεύχος πού επιμελήθηκα (16-17 του '84), ύστερα από μιά συνέντευξή του στό περιοδικό «Λέξη», όπου επαναλάμβανε μέ πληκτική επιμονή τίς απόψεις του γιά τό ποιός έχει δικαίωμα καί ποιός όχι νά ιδρύει απελευθερωτικά κινήματα, έγραψα ένα Αμφισβητισιακό μέ τίτλο Ο ΤΑΧΤΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΑΒΕΣΤΙ, όπου απλώς του έκανε αυστηρή κριτική.

Λυπήθηκα πολύ κι «αγριεύτηκα» όταν, κατάμονος μέσα στή νύχτα, σ' ένα ερημικό χωριό του Αγκιστρίου της Αίγινας, άκουσα απ' τήν τηλεόραση τό φοβερό του θάνατο. Γιά μιά φορά ακόμα συνειδητοποίησα γοερά σέ τί κόσμο ζούσα κι ένιωσα κάποια έκπληξη πού ο ανοικονόμητος καί τραγικός εκείνος άνθρωπος είχε καταφέρει νά επιζήσει τόσα χρόνια, προκαλώντας μέ τέτοιο τρόπο τήν κοινωνία.