Τρίτη, Ιουνίου 07, 2005

Νο 56

Για πόσα ονόματα έχω να γράψω,
να δεηθώ για την ψυχή και το χαραμισμένο σώμα τους,
για πόσους άγιους και μαρτύρους της εκκλησίας μας,
για πόσες αδελφές κρυφές με αδυναμία στην ποίηση
και γενικώς, τις τέχνες,
για πόσους άντρακλες που το 'λεγε η καρδιά τους.
Ποιος, επιτέλους, θα βρεθεί
να γράψει το μαρτυρολόγιο τούτο,
ποια πένα που θα στάζει αίμα
θα δικαιώσει όλους εκείνους τους ανώνυμους,
τις αγιασμένες απ’ τη στέρηση ζωές τους;

Ανδρέας Αγγελάκης : Η Μεταφυσική της μιας Νύχτας (Γνώση)

3 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Η οδός Θρασυβούλου

Στοίχειωσε η ζωή μου σε τούτο το κρεβάτι
το σαράβαλο απ’ τα τόσα κορμιά που κυλιστήκανε
στην κουβέρτα του. Τόσα ονόματα, τόση ομίχλη,
τόση θλίψη αβάσταχτη.
Πέφτουν οι σοβάδες απ’ τους τοίχους,
μέσα από τις τρύπες τους χιλιάδες μάτια,
φωνές ανάπηρες, πνιγμένες
και χρόνια - έξι να ‘ναι; - τα ίδια:
η βρύση, το λιωμένο σαπούνι, τα σκουπίδια
στις σκάλες, άδειες μποτίλιες, μαραμένα προφυλακτικά
σαν πουκαμισάκια χωρίς ζεστό κορμί να ντύσουν,
το καθρεφτάκι με το χρόνο κολλημένο
στα ραγίσματά του. Το πρόσωπό σου.

Έπιασε βοριαδάκι, η βροχούλα μουσκεύει
τους τενεκέδες με την αρμπαρόριζα
στην πίσω αυλή, θυμάσαι;
η σιδερένια σκάλα με τη χοντρή νοικοκυρά
που ζήταγε μετά τη λειτουργία το νοίκι,
τα μάτια του παπά στο τζάμι της εκκλησιάς απέναντι
να μου θυμίζουν τη φωτιά της κόλασης,
ο διάβολος με στολή εσατζή ν’ ανάβει τσιγάρο
στην παρακάτω γωνία ύποπτος, απειλητικός
με το πιστόλι του στραμμένο πάνω μου
έτοιμος να ρουφήξει τα λεφτά και το λαιμό μου.

Τακ τακ έπαψε η βροχή. Γινήκαν τόσα
από τότε που έφυγες.
Μαζεύω κομμάτια απ’ το πρόσωπό σου
σε κάθε μούτρο τυχαίο, όπως ο βασιλιάς
στο σπαραγμένο του γιο στο παραμύθι.

Μπήκε χειμώνας. Μοσχοκάρυδο.
...

Αντρέας Αγγελάκης

(από την «Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση, εκδ. Καστανιώτη
Επιμέλεια: Περιοδικό Η ΛΕΞΗ)

κ,σ. είπε...

ΠΕΡΙΚΟΠΗ EYΑΓΓΕΛΙΟΥ

Ραβί, όλοι ετούτοι οι δικοί μου
που τριγυρνάνε στο λιμάνι δίχως μάνα, δίχως σπίτι,
δίχως ποτέ να τους χαϊδέψει χέρι
παρά μόνο παλιά, πολύ παλιά,
όλα τούτα τ’ ανίψια, οι γιοί μου, τ’ αδέρφια μου,
μαύροι, μελαψοί, χαρακωμένοι,
με τις χοντρές τσατσάρες στην κωλότσεπη,
ιδρωμένοι,
έτοιμοι να δοθούν, να γλείψουν, ν’ αγαπήσουν,
αυτοί πού θα καθίσουν όταν έρθεις;

Είναι πολλοί, τους ξέρω έναν ένανε,
Αρίφ, Ροζέ, Αχμέτ, Σαντίκ,
άλλοι που δεν θυμάμαι πια τα ονόματα τους,
μένει όμως μέσα στο λαιμό μου η αρμύρα τους,
εκείνη η γεύση, η μυρουδιά της μαύρης σάρκας
η μαυλισrική, η περηφάνια κι η ταπείνωση της ράτσας τους.

Ραβί, πονάω γι’ αυτούς,
μ’ έχουν παρακαλέσει να μη φύγω,
μπορεί να μη θυμίζει το φιλί τους πασχαλιά,
μα φονικό,
όμως τους προτιμώ -συχώρεσέ με-
από τη σκληρή, ανελέητη ράτσα των λευκών.
Μαζεύονται το σούρουπο τριγύρω μου,
τους δίνω καραμέλες, μού δίνουν κεχριμπάρια,
ξόρκια μαγικά μού εμπιστεύονται,
μερικοί ξεθάρρεψαν τόσο
που μού μιλούν ατη διάλεκτό τους,
τι ‘ναι λευκός, τι μαύρος;
Μ’ ένα φιλί (λέει το ξόρκι τους)
κι ένα βοτάνι που κατούρησε νυχτοπατούσα λέαινα
αλλάζεις αμοιβαία χρώμα,
δεν έχεις πια την οίηση του λευκού,
δεν δυναστεύεσαι απ’ τη μωρία τής Ιστορίας του,
σκουραίνεις, δυναμώνεις, κάνεις μπράτσα,
φεύγεις μακριά για το Αβουκίρ, τη Ζέντα,
ξαναγυρίζεις ξέμπαρκος στον Πειραιά,
κοιμάσαι σε παγκάκι ατσίγαρος,
ζητάς να κάνεις έρωτα χωρίς ντροπή,
όπως εζήτησες εσύ, Ραβί,
ψωμί, κρασί κι ελιές απ’ τη Μαρία
κι εκείνη σού άνοιξε τα στήθη της
μ’ όλη την ταπεινότητα του στερημένου,
άναψε το λυχνάρι, σού φίλησε τα πόδια
και σε τάισε. Δεν θυμάσαι;

Ραβί, πονάω. Βρες μου δουλειά σ’ ένα ποστάλι
γεμάτο νέγρους, μεθυσμένους, μαστουρωμένους ίσως,
με μια άγρια νέγρα Παναγιά να με φυλάει
απ’ το μαχαίρι τού λευκού πισώπλατα.

(Η μεταφυσική της μιας Νύχτας, 1982)

K.σ-Μ είπε...

Από την ίδια συλλογή:

Καρτεσιανή Λογική

Κάθε κορμί έχει τη δική του κόλαση,
το δικό του καμίνι,
κάθε κορμί εκλιπαρεί με το δικό του τρόπο,
αγκαλιάζει με τη δική του απελπισία,
σπρώχνει τον έρωτα ως το θάνατο,
σπρώχνει τον έρωτα σ’ ένα δωμάτιο με καθρέφτες,
ποιος είσαι; ποιος είναι ο άλλος;
μένεις ακίνητος, να σε χαϊδεύουν, σαν νεκρός,
το χρώμα των ματιών αλλάζει, γίνεται σκούρο,
μαύρο, μαβί της μοναξιάς, του ξένου φιλιού.
Κάθε κορμί έχει τον ιδρώτα του,
τη δική του μεταφυσική,
αχ, μόνο που πρέπει συνεχώς να κάνεις αναγωγές,
αφαιρέσεις, θεωρίες και τα σχετικά,
ειδεμή βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή
γι’ αυτή τη σάρκα που κοιμάται δίπλα σου,
γι’ αυτό το αξύριστο μούτρο το άγνωστο που ροχαλίζει πλάι σου
έχοντας ληστέψει την αγκαλιά σου και το σπέρμα σου

Ανδρέας Αγγελάκης
~~~~~~~~~~~~

Άλλες καταχωρήσεις για τον Ανδρέα Αγγελάκη:

- No 32: Αλησμόνητα σινεμά
- No 59: Βρασίδας Καραλής: Για τον Ανδρέα Αγγελάκη
- No 444: Η οδός Θρασυβούλου