Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2007

No 444

Image Hosted by ImageShack.usAnton Kolig (Αυστρία)

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ

Πώς μπορείς να ξαναμπείς στο δωμάτιο
που πριν λίγο κράταγες ένα κορμί αγαπημένο;
Βγαίνουν απ’ τις γωνίες χέρια και σε καλούνε
φωνές ψιθυρίζουν στο σκοτάδι μισόλογα «ναι» «όχι»
«σβήσε το φως» «μη» «ξανακοίτα με στα μάτια»
το φως απ’ τις βλεφαρίδες σου πηχτό,
πίσω απ’ το κουρτινάκι ένα γυμνό στήθος,
μόλις κρύφτηκε κι είναι χιλιάδες τα φιλιά,
χίλια τα ονόματα, ώμοι και ιδρώτας,
όλα τα έκαψα σαν ασημόχαρτο, κανένα πρόσωπο
δεν μου έμεινε στη μνήμη, βγήκα, λέει,
κάποιο βραδάκι έξω – μ’ έσπρωχναν
κι άρχισε να ψιλοβρέχει, ύστερα μπόρα
μ’ έφερε σε δρόμο ερημικό χωρίς κανένα
κι αυτοί που στο κορμί γνώρισα
λιώσαν και στάξαν αίμα κι έσβησαν
και φώναξα τότε τ’ όνομα σου να με λυπηθείς.

Ανδρέας Αγγελάκης: Η οδός Θρασυβούλου (Οδυσσέας)

2 σχόλια:

Κ.σ-Μ. είπε...

ΒΑΣΙΜΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Το 1901 ο Καβάφης, κάνει ταξίδι στην Αθήνα
μαζί με τον Αλέξανδρο και μάλιστα
κρατάει, σαν γνήσιος σνομπ, ημερολόγιο αγγλιστί.
Κατέβηκε πολλές φορές στον Πειραιά, στις 26 Ιουλίου
λογουχάρη, και παρατίθενται εκεί μέσα του κόσμου τα ονόματα:
το καφενείον High life (κοντά στο σημερνό;),
η οδός Φιλελλήνων, η Κανθάρου (στη γειτονιά μου αυτά),
η Τερψιθέα (όπου πήγαινα μικρός σχολείο...),
τόσα άλλα. Εν παρενθέσει τώρα: θε μου,
τι επίδειξη σοφίας εκ μέρους όλων,
χύθηκαν πια σαν όρνια να τον φάνε
(μονάχα εκ του ασφαλούς' περί ιστοριογνωσίας του και βάλε.
Τα κακώς κείμενα μη θίγετε). Έστω.
Ας πούμε το λοιπόν πως ξέφυγε τότε
ή το 1905 όταν ξαναγυρίζει πάλι στο κλεινόν άστυ
για τον άρρωστο Αλέξανδρο,
πως το 'σκασε έντεχνα απ' αυτές τις πληκτικές παρέες
των Αθηναίων λογοτεχνών -τα ίδια και τα ίδια-

πως βαρέθηκε (μα, στο θεό σας, τι να πει με τον Πολέμη;)
προφασίστηκε κάποιο πονοκέφαλο

«η αλλαγή κλίματος ίσως, πάει να σπάσει το κεφάλι μου,
pardon, πρέπει να πηγαίνω»

και πήρε το τρένο για τον Πειραιά.


«Ω, ναυτικός! Αλήθεια; Μένω στην Αλεξάνδρεια,
ίσως και να 'χετε επισκεφθεί την πόλιν μου,
α, φίλε μου, η νυχτερινή ζωή της,
όχι, δεν ξεύρω τον Πειραιά καλά
αλλά η μαγεία της πόλης μου η νυχτερινή...
λες κι εξαντλείται η μέρα περιμένοντας τη νύχτα.
Λοστρόμος; Α, ξέμπαρκος τώρα. Εγώ; Εις τας υδρεύσεις, αλλά
ταυτοχρόνως...
δε βαριέσαι... Ναι, Κωνσταντίνος, όχι Κώστας,
Κωνσταντίνος, έτσι με αρέσει να με λέγουν, πλην
της μητέρας μου που της αρέσει το Κωστάκης.
Έχεις ωραίο όνομα, Θεοδόσης, βυζαντινό.
Τι σου είναι η ράτσα... Κι ωραία φρύδια.
Ας κάτσουμε εδώ, στο καφενείον τούτο.
Ναι, λίγο σκοτεινά αλλ' απεχθάνομαι τα φώτα.
Συνήθεια. Κι ωραία δόντια... Μην εντρέπεσαι.
Στο λένε συχνά οι γυναίκες;

Γιατί όχι; Έχω κι εγώ τα ίδια γούστα βλέπεις.
Καθόλου περίεργο. Τι γυμνασμένα μπράτσα!
Ναι, το υποπτευομαι, σκληρή δουλειά.
Όχι, επίσκεψη ήρθα στην Αθήνα
να δω τον άρρωστο αδελφό μου' ο δυστυχής!
Ξενοδοχείον - το προτιμώ.
Βεβαίως θα σε φιλέψω κάτι. Ασφαλώς.
τέτοια μάτια τσακίρικα ακριβοπληρώνονται,
ναι, εσύ φυσικά μπορείς να μείνεις όλη τη βραδιά,
γιατι όχι; Εγώ πρέπει να γυρίσω εγκαίρως».

Τραγιάσκα, μπαλωμένο πανταλόνι, λάσιο στήθος,
δέpμα τραχύ γεμάτο χαρακιές,
δόντια σφιγμένα, χείλη ακατάδεχτα,
τι απογοήτευσις...
Κάθεται στο πάρκο τώρα. Έχει ώρα μπροστά του,
η νύχτα γυμνώθηκε,
ξετσίπωτα πια τον προκαλεί,
τύλιξε τα κορμιά με μύρο προσδοκίας αόριστης,
ιδρώτας και λιβάνι (να 'ναι απ' την εκκλησία παραπέρα;)
κάτι περιμένουν μες στο πάρκο όλοι,
καθυστερούν, ανάβουνε τσιγάρο,
κρύβονται πίσω από τα δέντρα, ξαναβγαίνουν
σιάχνοντας τα ρούχα τους,
περνώντας μεσ' απ' τα μαλλιά τα δάχτυλά τους.
Να προσέχει. Να προσέχει: Θυμάσαι τότε που...

«Έχετε, κύριε, φωτιά, παρακαλώ; Ευχαριστώ.
Όχι, δεν είμαι απ' την Αθήνα,
μόνο επισκέπτης, τίποτε άλλο, απ' την Αλεξάνδρεια.
Ω, ναυτικός κι εσείς. Τίποτε, κάτι θυμήθηκα.
Έχω μια αδυναμία προς αυτό το επάγγελμα.
Ωραίοι άντρες, δυνατοί - ερωτικά, εννοώ.
Πώς το ξέρω; Από πρώτο χέρι,
ας αφήσω τα μισόλογα, η ώρα είναι πολύτιμη,
ώστε ξέμπαρκος...
Τι θα λέγατε
τι θα 'λεγες, ήθελα να πω,
να - »

~~~~~~~~~~~~

Παλαιότερες καταχωρήσεις για τον Ανδρέα Αγγελάκη:

Νο: 32 - Αλησμόνητα σινεμά
Νο: 56 - Η Μεταφυσική της μιας Νύχτας
Νο: 59 - Για τον Ανδρέα Αγγελάκη (του Βρασίδα Καραλή)

Κ.σ-Μ. είπε...

«η ευτυχέστερη στιγμή του Ανδρέα Αγγελάκη, η δραματικότερη διατύπωση του ερωτικού βιώματος που τον βασάνισε σ' όλη τη ζωή και την ποίησή του, περικλείεται στη συλλογή “Η οδός Θρασυβούλου”» ανέφερε, μεταξύ άλλων, o Γιάννης Βαρβέρης κατά την ομιλία του στην Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση (ΠΑΠΟΚ), στο πλαίσιο των εκδηλώσεων “Η παρουσία των απόντων”.

Ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας δημοσιεύθηκε στην Οδό Πανός – τ. 93-94, Σεπτ. 1997:

18/11/1996

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ,
Ο ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ


Ο θαρραλέος ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης γεννήθηκε το 1940 στον Πειραιά.

Πρωτοεμφανίζεται στην ποίηση με τη συλλογή «Ομιλίες του Θεού και της θάλασσας» (1962). Ακολουθεί «O πρίγκηπας των κρίνων» (1964). Στα δύο αυτά βιβλία, σε πρωτολειακή βέβαια μορφή, γίνεται εμφανής η έντονα λυρική φύση του Αγγελάκη και ο βασικός πόλος του ενδιαφέροντός του: ο έρωτας. Στις δύο προαναφερθείσες συλλογές, ο ποιητής «ανακλαδίζεται» από τις μετασυμβολιστικές επιρροές και αποπειράται να γράψει πέρα και πάνω απ' αυτές, διαποικίλλοντάς τις με ψήγματα εμπιστευτικού συναισθηματικού τόνου. Η ρομαντική, πρωτότυπη, εύστοχη εικονοποιία παραδοσιακής καταγωγής τον ακολουθεί:

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ

Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω το χέρι σου να γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ' τη λάμπα ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ' έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο ή ανείπωτο.


Με τις «Προτάσεις της αθωότητας» (1967), ο Αγγελάκης αρχίζει να συνειδητοποιεί την έννοια της ερωτικής ενοχής, να εισέρχεται δηλαδή στην ουσιαστικότερη περιοχή της ενδοσκόπησής του, που αργότερα θα του εξασφαλίσει το δραματικό ισοδύναμο των εντελέστερων ποιημάτων του. Η θητεία της νεότητάς του στα κατηχητικά σχολεία και στον γόνιμο εν προκειμένω σκοταδισμό τους, είναι η ανθιστάμενη δύναμη στο ερωτικό «διδώ» που ήδη αχνοδιαφαίνεται μέσα στις «Προτάσεις».

1971. «Ποιήματα χαρισμένα στον Κόντε Διονύσιο Σολωμό». Ένας έμπρακτος φόρος τιμής στον ποιητικό γενάρχη, του οποίου η βαθύτερη επίδραση ουδέποτε εγκατέλειψε τον Αγγελάκη. Το βιβλίο αυτό συνιστά και μια γενικότερη στάση γραφής, που θα τον φέρει αργότερα κοντά στην ποιητικοποίηση και άλλων μορφών της Λογοτεχνίας μας, οι οποίες τον συγκίνησαν βαθιά και προσπάθησε να τις αναστήσει με την διαδικασία της ανακλητικής φαντασίας.

Στις τρεις επόμενες συλλογές, που κατά τη γνώμη μου αρθρώνουν μία διακεκριμένη ενότητα με μικρές παραλλαγές, ο ποιητής αποφασίζει να εκφράσει πλέον ανοιχτά την επιλογή της ερωτικής απόκλισης και να εμπιστευθεί με γενναιότητα τον εξομολογητικό χαρακτήρα στη γραφή του. Ήδη τώρα η τοπογραφία της ποίησής του έχει μετατοπισθεί. Στο «Πύον» (1973), στους «Εφιάλτες» (1974) και στο «Δωμάτιο» (1977), τον Αγγελάκη τον βρίσκουμε στροβιλιζόμενο σε κλειστούς χώρους με βαριές οσμές ενήδονων σωμάτων. Τον βρίσκουμε ακόμα να παλεύει ανάμεσα στην αίσθηση απ' τη μια και στο αίσθημα που θα την αθωώσει, απ' την άλλη. Τον βρίσκουμε νικητή ανάμεσα στην αμαρτία και στην διά της αγάπης εξιλέωσή της. Ένα κράμα λυρισμού που έρχεται απ' το Σολωμό και ρητής όσο και ανενδοίαστης πεζολογίας και προκλητικής κυριολεξίας που έρχεται απ' τον Καβάφη, έχει κάνει ήδη την εμφάνισή του.

Ας ακούσουμε, προς τεκμηρίωση, την «ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗ».

Το στόμα σου κάθε πρωί μυρίζει πικροδάφνη
κι όπως ο ύπνος βαραίνει ακόμα τα μάτια σου
σε παίρνω πάλι εκεί που το σκοτάδι
μάς προστάτευε χτες
χωρίς ταυτότητα, αφομοιωμένους και πλήρεις.
Με το λίγο φως που μπαίνει απ' το παράθυρο
αρχίζουν και φαίνονται τα σημάδια στο λαιμό,
στο στήθος, στην κοιλιά, σαν από πάλη
που έδωσε η αγάπη μας και νίκησε
και συ γαλήνια να ξυπνάς
και ν' ασημίζεις από σπέρμα,
να βεβαιώνεσαι για το βλέμμα μου
και να ξανακοιμάσαι στις πικροδάφνες σου.
Ποιος ξέρει τι ονειρεύεσαι και δεν αφήνεις το χέρι μου,
μόνο το σφίγγεις και χαλαρώνεις σαν παιδί
που φοβάται να μείνει μόνο στα όνειρά του,
βυθίζεσαι σε μια θάλασσα από μένα κι από σένανε
χωρίς φύκια κι ουρανό, μόνο
στόμα, ιδρώτα και ψίθυρο.


Οι «περιττές και μάταιες μεταμέλειες» της καβαφικής πολιτείας δίνουν κι αυτές το ανάλογο παρόν. Άραγε, το ποίημα «ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ» δεν συνορεύει αρκετά με το «ΟΜΝΥΕΙ»;

ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Πεθύμησα μια σύζυγο,
πεθύμησα μιαν αστική τραπεζαρία,
το παιδί μου που θα μαθαίνει διαίρεση,
την ασφάλεια της κοινωνικής μου αποκατάστασης,
όλη τη γοητεία της έννομης τάξης
μακριά απ' τους τίγρεις και τα σκοτάδια,
το στεφάνι του γάμου στα εικονίσματα θρίαμβος,
οι εξάψεις μου σε υποστολή -

κάθε μέρα λέω τα ίδια
βαρέθηκα ν' ακούω τον εαυτό μου
νισάφι πια.


Πιστεύω πως κάθε ποιητής πρέπει να κρίνεται - αν πρέπει να κρίνεται καν - από τις αρτιότερες, τις κορυφαίες στιγμές του. Και η ευτυχέστερη στιγμή του Ανδρέα Αγγελάκη, η δραματικότερη διατύπωση του ερωτικού βιώματος που τον βασάνισε σ' όλη τη ζωή και την ποίησή του, περικλείεται στη συλλογή «Η οδός Θρασυβούλου», του 1979. Εδώ ο ποιητής κατορθώνει να συγκεράσει την ωμά νατουραλίστικη περιγραφή, την ισχυρή μυθοποιητική του ικανότητα και την αμεσότητα έκφρασης του αισθήματός του σ' ένα ενιαίο όλο, το οποίο όμως εκβάλλει, παρά τις πολύ γήινες πρώτες ύλες του, σ' έναν αξιοθαύμαστα, σχεδόν μαγικά αποκαθαρμένο λυρισμό. Ανασκοπώντας τα επιτεύγματα στην «Οδό Θρασυβούλου», θα μπορούσε κανείς να καταλήξει σ' ένα, όχι απαραιτήτως αξιολογικό, αλλά μάλλον μορφολογικό διάγραμμα, σε σχέση με τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς μας ποιητές του αποκλίνοντος ερωτισμού. Στο ένα άκρο, εκείνο της συμβολιστικά ατμώδους, υπαινισσόμενης ατμοσφαιρικότητας θα τοποθετούσε την ποίηση του Ν.Αλέξη Ασλάνογλου και του νεότερου Γιώργου Χρονά. Στο άλλο άκρο, την απροσχημάτιστα εξομολογητική περίπτωση του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τα άμεσα κέρδη σε τροχιά παραγραφής και τις διαφαινόμενες απώτερες ζημίες της. Και στη μέση, θα έβλεπε τον συναιρετικό συνδυασμό των δύο άκρων, στην πυρέσσουσα πλην επίμονη εμμεσότητα του Σταύρου Βαβούρη αλλά και του Άρη Δικταίου και του Λουκά Θεοδωρακόπουλου και στη χοϊκή αλλά μεταφυσικίζουσα αμεσότητα του Αγγελάκη.

Για τον τελευταίο και για όσα είπα σχετικά με την «Οδό Θρασυβούλου», θα προσπαθήσω να αποδείξω του λόγου το αληθές με το ομώνυμο ποίημα.

Η ΟΔΟΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ

Στη Βερονίκη Δαλακούρα

Στοίχειωσε η ζωή μου σε τούτο το κρεβάτι
το σαράβαλο απ' τα τόσα κορμιά που κυλιστήκανε
στην κουβέρτα του. Τόσα ονόματα, τόση ομίχλη,
τόση θλίψη αβάσταχτη.
Πέφτουν οι σοβάδες απ' τους τοίχους,
μέσα από τις τρύπες τους χιλιάδες μάτια,
φωνές ανάπηρες, πνιγμένες
και χρόνια -έξι να 'ναι;- τα ίδια:
η βρύση, το λιωμένο σαπούνι, τα σκουπίδια
στις σκάλες, άδειες μποτίλιες, μαραμένα προφυλακτικά
σαν πουκαμισάκια χωρίς ζεστό κορμί να ντύσουν,
το καθρεφτάκι με το χρόνο κολλημένο
στα ραγίσματά του. Το πρόσωπό σου.
Έπιασε βοριαδάκι, η βροχούλα μουσκεύει
τους τενεκέδες με την αρμπαρόριζα στην πίσω αυλή
θυμάσαι;
η σιδερένια σκάλα με τη χοντρή νοικοκυρά
που ζήταγε μετά τη λειτουργία το νοίκι,
τα μάτια του παπά στο τζάμι της εκκλησιάς απέναντι
να μου θυμίζουν τη φωτιά της κόλασης,
ο διάβολος με στολή εσατζή ν' ανάβει τσιγάρο
στην παρακάτω γωνία ύποπτος, απειλητικός
με το πιστόλι του στραμμένο πάνω μου
έτοιμος να ρουφήξει τα λεφτά και το λαιμό μου.
Τακ τακ έπαψε η βροχή. Γινήκαν τόσα
από τότε που έφυγες.
Μαζεύω κομμάτια απ' το πρόσωπό σου
σε κάθε μούτρο τυχαίο, όπως ο βασιλιάς
το σπαραγμένο του γιο στο παραμύθι.
Μπήκε χειμώνας. Μοσχοκάρυδο. Ψήνουν μουσταλευριά επάνω.
«Πού να προλάβουν λίγα κόλυβα να ταΐσουν
όλους τους ζητιάνους», λέει η καντηλανάφτισα.
«Χτες πάλι ξεχάσατε ανοιχτή την πόρτα σας,
κάποιος χτύπησε με μπλούζα μαύρη ναυτική
εκεί γύρω στις οχτώ.
να προσέχετε,
πρεζάκηδες, καταζητούμενοι, άστεγοι,
θα σας αρπάξουν τίποτα
(ξάφνου μύρισε γιασεμί, ανατρίχιασα, πού να 'σαι;)

είπε πως ζήταγε εσάς, τον περιμένατε, λέει,
είναι γνωστός σας».
«Ναι», απάντησα, «τον περίμενα, είναι ο θάνατος».
«Καλέ αφήστε αυτά τ' αστεία, νέο παιδί,
χτύπα ξύλο,
ωστόσο δε βλάπτει να γίνετε προσεχτικότερος».

Σε θυμάται κι εκείνη μα δε βγάζει άχνα για σένα,
με κοιτάει λοξά κόβοντας αρμπαρόριζα,
αλλά κι εγώ σ' εκδικιέμαι, αγρίμι -
κλείνω την ετοιμόροπη πόρτα
και τρώω τις σάρκες σου δίχως τύψη
σαν γάτος που ξεσχίζει τα μικρά του στο πλυσταριό.


Είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακή η εξέλιξη της θεματικής του ποιητή στην περιπέτεια της «ερημίας της σάρκας». Κι ακόμα εντυπωσιακότερη η καταβύθιση στα λαγούμια του σώματος και της αναζήτησής του, με ασίγαστη όμως και τη δίψα του εξιλασμού. Θαρρώ πως αυτές οι αδυσώπητα αντίρροπες δυνάμεις στοίχειωσαν αλλά και άρδευσαν πλουσιοπάροχα, με ένταση και εξουθένωση τον ποιητικό αφηγητή Αγγελάκη. Προπατορικό ή όχι, το αμάρτημα ζητάει πληρωμή και άφεση. Ο ποιητής αυτός γράφει όντας διαρκώς μέσα στην επικράτεια της ύβρεως και στη θήρα του κολαστηρίου.

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ

Σάββατο των Ψυχών. Εξουθένωση και ειρήνη.
Ελάτε όλοι οι δικοί μου, κρατείστε για κόλυβα
τα πάθη σας
σπάστε ρόδι
τριγυρείστε με με δάκρυ κατανόηση σιωπή.
Ψάχτε τα σημάδια μου
και σήμερα πλήρωσα το φόρο μου:
Τόσο αίμα
τόσο σπέρμα
τόση αγωνία
τόσοι δρόμοι
τόσα κορμιά
τόσα φιλιά
εξαγνίσθηκα
συχωρέθηκα
άλλο δεν έχω να δώσω
μου τα πήραν όλα
είμαι έτοιμος πια να μεταλάβω


Ο ίδιος ο Αγγελάκης, σε κατ' ιδίαν συνομιλίες μας, μου είχε εμπιστευθεί την πεποίθησή του ότι η «Μεταφυσική της μιας νύχτας» [βλ. καταχώρηση No 56], το σχετικά ογκωδέστερο βιβλίο του (1982), κατά τη γνώμη του υπήρξε η κορωνίδα της εργασίας του. Η σύναξη αυτή σίγουρα προδίδει έναν ποιητή φτασμένο στο μη περαιτέρω της θεματικής του. Η αγριότητα και παραστατικότητα των εικόνων, η αναλγησία των εξειδικευμένων συναλλακτικών ηθών, η άνεση της ήδη κατακτημένης τεχνικής, η διαχείριση ενός πολύ ευρύτερου απ' ό,τι παλιότερα υλικού, υλικού που κινείται από την αυστηρότατα ιδιωτική περιοχή μέχρι τα ουρητήρια, τα λιμάνια και τις περιθωριακότερες γωνιές του λεκανοπεδίου, κατοικημένες από τα πιο λούμπεν στοιχεία της νύχτας, προικίζουν αυτό το βιβλίο με μια ιδιότυπη σαγήνη.

ΟΙ ΩΡΑΙΕΣ ΝΕΚΡΕΣ

Ζούνε, δεν ζούνε; Έρχονται στο ύπνο μας
οι αραχνιασμένες, οι παλιές, οι πεθαμένες αδελφές
με ψεύτικα μπιζού, ξεδοντιασμένες, άσπρες,
αλλά με χείλη κατακόκκινα σαν του θανάτου
η Τζίλντα, η Ρίτα, η Συλβάνα απ' τη Χαβάη,
άλλες φορούνε κάτασπρο φουστάνι,
άλλες κρατάνε τσάντα,
άλλες ξεφωνίζουνε, σε ξεκουφαίνουν,
οι πιο πολλές, όμως, κοιτούν αμίλητα μπροστά τους.
Τις βλέπω όλες μαζί στον ύπνο μου
να βγαίνουν απ' τους τάφους τους,
κάτι υπόγεια στο Μεταξουργείο ή στην Πλατεία Βάθης
να προχωρούν προς τα παλιά τους στέκια αγκαζέ,
να πλημμυρίζουν τα παγκάκια της Κουμουνδούρου
και το φεγγάρι να 'ρχεται,
να πέφτει και να κάθεται
απάνω στο εμπριμέ φουστάνι τους,
αυτές το παίρνουν αγκαλιά, το πιπιλάνε,
γλυκά δαγκώνουν το λαιμό του,
το αποκαλούν με ονόματα παλιών νταβάδων
το ρίχνουνε σαν μπάλα η μια στην αγκαλιά της άλλης
γύρω τους έρχονται και φεύγουν
τσόλια, αστυνομικοί και χασικλήδες,
μα το φεγγάρι δυσφορεί στο τέλος,
χασμουριέται, θέλει ψιλά να πληρώσει το ξενοδοχείο του,
κι αυτές πρέπει ξανά να μπουν στον τάφο τους,
γλυκοχαράζει,
έκαναν το καθήκον τους,
Όλα βρίσκονται όπως τ' άφησαν.
βάζουνε λίγο τοκαλόν,
λίγο κραγιόν στα χείλη
και διαλύονται σε καπνό.
Μένει, απ' όπου πέρασαν, λίγη άχνα,
τσαλακωμένα χαρτομάντιλα, ένα δίφραγκο.
Πέντε η ώρα.
Κατουρούν οι πρώτοι εισπράκτορες.


Μέσα σ' αυτό το αντικαραγατσικά καραγατσικό σύμπαν του Αγγελάκη, που έχει αρχίσει κάπως να το βαρύνει η περιγραφική αναλυτικότητα, ο ποιητής κερδίζει και πάλι το παιχνίδι μόνο όταν ποντάρει στην τραγική μοίρα της αυτοαναφορικότητας.

Το 1984 ο Αγγελάκης εκδίδει δέκα Φαντασιώσεις πάνω στον Καβάφη με τον τίτλο «Καβάφης καθ' οδόν». Παθιασμένα, εξαντλητικά ενημερωμένος περί την ακατάσχετη καβαφική ανεκδοτολογία, ο νεότερος ποιητής τη χρησιμοποιεί σε οικείους του τόνους, με αγαπημένα του ερωτήματα, προσφιλείς εικασίες και γόνιμη Φιλολογική φαντασία. Ωστόσο, η συγκίνηση του Αγγελάκη μοιάζει -στα περισσότερα τουλάχιστον κομμάτια- να παραμένει ανεπίδοτη στον αναγνώστη. Και τούτο γιατί η γραφή, πέρα απ' τις ερεθιστικές ίσως λεπτομέρειες ή τις νόμιμες φαντασιώσεις περί το πρόσωπο του Καβάφη, είναι μια γραφή που αφενός δεν κρατάει επαρκείς αποστάσεις απ' το υλικό της, ώστε να το αισθηματοποιήσει, αφετέρου δε αναπτύσσει μια πεζολογική ευφράδεια που δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλός της.

Μιαν ηρεμότερη ανασκόπηση της θυελλώδους ποιητικής ζωής του επιχειρεί ο ποιητής στα 1986, με το βιβλίο «Τα ποιήματα του δολοφόνου μου».

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Αναμέτρησα τη μέρα που πέρασε – τίποτα.
Αναμέτρησα τη νύχτα που θά 'ρθει αμείλικτη,
ψυχρή με τα φαρδειά της νεκροσέντονα.
Ούτε μια μνήμη, ένα χαμόγελο - τίποτα.
Τίποτα.
Μηχανικά, προβάρω τα λόγια που θα πω σε λίγο.

«Ναι, χάλασε ο καιρός. Καπνίζετε;
Όχι, δε μένω εδώ κοντά,
ή, μάλλον, μένω. Η καταγωγή μου;
Από τη Σύρο. Ναι, ωραίο νησί.
Για μια ώρα; Ή δύο;
Ναι, σίγουρα τόσα.
Στην ηλικία μου πια δεν τρέφω αυταπάτες.
Φαίνομαι νέος; Τι σημασία έχει.
Ναι, αρκετά είπαμε, ας πηγαίνουμε.»

Ξαναδιαβάζω κλασικούς μετά την έξαψη,
ομπρέλες, λόγια βαθυστόχαστα, έρωτες
(άκαιρα που ηχεί η λέξη...)
κι ο θάνατος στις ιστορίες αυτές τι εύκολος,
(δεδικαίωται, γαρ...)
τι δύσκολος όμως σαν τον πίνεις
την κάθε μέρα
γουλιά-γουλιά.


Πρόκειται για ένα βιβλίο ήρεμα κυνικό, γαλήνια φοβισμένο, κατασταλαγμένα απεγνωσμένο, με τη σφραγίδα της επικρεμάμενης απειλής κι ενός αδήριτου τέλους στο μέτωπο. Ο Αγγελάκης έχει τώρα καταφύγει στην νηνεμία μιας εσχατολογικής βεβαιότητας, της οποίας ο ίδιος έχει από χρόνια προετοιμάσει και υπαγορεύσει τους όρους. Στα προηγούμενα βιβλία του ο έρωτας, όσο καταδικασμένος, κυνηγημένος ή πληρωμένος κι αν ήταν, αντιμετωπιζόταν όμως με βουλιμία, με κατάφαση ζωής, με διάθεση ολοκαυτώματος, με πλήρη συναίσθηση και αποδοχή του αντιτίμου. Τώρα το πάθος σα να 'χει υποχωρήσει. Βιώνεται κάπως μηχανικά και παθητικά. Με την επιτάχυνση του κεκλιμένου επιπέδου, ο ποιητικός αφηγητής έχει μετατρέψει το ερωτικό πάθος σε μαγνήτη θανάτου. Δεν είναι τυχαίοι οι στίχοι:

«Βέβαια θα ξανάρθεις. Όλοι οι δολοφόνοι επιστρέφουν
να ξαναδούν, ν' αγγίξουν το σκηνικό του φόνου»


ή
«Οι δολοφόνοι κοιμούνται όπως τα βρέφη
ένα ύπνο γεμάτο γάλα πριν χτυπήσουν.
Πρέπει να 'μαι πανέτοιμος.
Ξημερώνει»


ή
«Η ποίηση έρχεται καταπάνω μου
τα πλοκάμια της με τραβάνε προς τα κάτω
βυθίζομαι
βυθίζομαι».



»Κακά τα ψέματα – το κορμί πληρώνεται.
Τα περί σχέσεων, αισθημάτων
και τ’ αποδέλοιπα
είναι τρίχες»


Στο σημείο και με το βιβλίο αυτό, τελειώνει ουσιαστικά η περιπλάνηση στο επώδυνο ποιητικό κρατίδιο του Ανδρέα Αγγελάκη. Πρόλαβε ακόμα να εκδώσει ένα εκτενές θεατροφανές ποίημα, τον «Μακρύ μονόλογο της Μαρίας Πολυδούρη» (1990), έναν υποθετικό του διάλογο, κατά τις τελευταίες μέρες της, με την πρόωρα χαμένη ρομαντική ποιήτρια. Το εγχείρημα, γοητευτικά αναποφάσιστο μεταξύ των δύο ειδών, της ποίησης και του θεάτρου, διαθέτει τις αρετές και των δύο, πληρώνοντας διόδια και στα δύο.

Κάπου εδώ, με την ηθελημένη φειδώ που παραπέμπει τους βαθύτερα ενδιαφερόμενους στις όποιες λίγες πηγές, θα 'θελα να αναφέρω ορισμένα βιογραφικά του ποιητή.

Ο Αγγελάκης υπήρξε καθηγητής φιλόλογος σε ιδιωτικά σχολεία. Είχε βαθιά αφοσίωση στα προβλήματα της εκπαίδευσης και ανάστησε μαθητές που, απόφοιτοι, έπιναν και πίνουν νερό στο όνομά του.

Σπούδασε, μετέφρασε και δίδαξε θέατρο σε δραματικές Σχολές. 'Εγραψε στίχους για τραγούδια τα οποία τραγουδήθηκαν με επιτυχία εκεί περί το 1970.

Έγραψε λίγα θεατρικά έργα για μεγάλους και αρκετά για παιδιά Γυμνασίου και του Λυκείου, με βάση την ακοίμητη εκπαιδευτική του μέριμνα. Έγραψε και παραμύθια. Ακόμη, μετάφρασε Μπλέικ, Λόρκα, κινέζικη και ιαπωνική ποίηση, Τράκλ και Έσσε, μεταξύ άλλων.

Τέλος, το 1989 εξέδωσε ένα συνταρακτικό βιβλίο με αφηγήματα, το αλησμόνητο «Αλησμόνητα σινεμά» [βλ. καταχώρηση No 32], μια πολύ οικεία του κατάθεση για εφιαλτικά ανοίκειους χώρους.

Ο τρυφερός και άγριος Αγγελάκης υπήρξε άνθρωπος και ποιητής πάθους, απ' το βλέμμα και την απλή χειραψία μέχρι τον άτυχο στίχο ή το εξαίρετο ποίημα.

Είχε βαθιά παιδεία, ήταν πνεύμα διαρκώς ανήσυχο και πολύ μαχητικό και διέθετε πρώτης πρώτης ποιότητας χιούμορ. Στα πνευματικά και καλλιτεχνικά ήταν οξυδερκέστατος. Η κριτική του ματιά σπάνια λάθευε. Έτσι, στις κρίσεις του δε χάριζε κάστανα και καλά έκανε.

Ξαναδιαβάζοντας τη σύντομη εισήγησή μου, πριν την ανακοινώσω εδώ, κοίταξα να επαληθεύσω την αρχική μου πρόθεση: να στήσω αυτό το κείμενο όσο μπορούσα πιο αντικειμενικά, σχεδόν επιληψίμως ουδέτερα.

Κι αυτό, ακριβώς, επειδή ο Ανδρέας Αγγελάκης ήταν φίλος μου, πολύ αγαπημένος φίλος.

Ο θαρραλέος αυτός ποιητής πέθανε στον Πειραιά το Μάιο του 1991. Και πέθανε θαρραλέως - επίρρημα.

Γιάννης Βαρβέρης