
Βάδιζα κατευθείαν από την Ακαδημεία προς το Λύκειο στο δρόμο που είναι έξω από το τείχος και ακριβώς κάτω από το τείχος’ κι όταν έφτασα στη μικρή πύλη, στην κρήνη του Πάνοπα, συνάντησα τυχαία τον Ιπποθέλη του Ιερώνυμου και τον Κτήσιππο από την Παιανία μαζί με πολλούς άλλους νέους που στέκονταν εκεί. Κι ο Ιπποθάλης μόλις με είδε να πλησιάζω, «Σωκράτη», μου είπε, «πού πηγαίνεις; Από πού έρχεασαι;»
Έρχομαι από την Ακαδημεία, είπα εγώ, και πηγαίνω κατευθείαν στο Λύκειο.
«Έλα κατευθείαν εδώ, σ’εμάς», είπε εκείνος. «Δεν έρχεσαι πιο κοντά; Αξίζει τον κόπο».
Πού, είπα εγώ, σε ποιους εσάς;
«Εδώ», είπε, και μου έδειξε ένα περίφραγμα και μια πόρτα ανοιχτή ακριβώς απέναντι από το τείχος. «Περνούμε τον καιρό μας εδώ», συνέχισε ο Ιπποθάλης, «εμείς και άλλοι πάρα πολλοί και ωραίοι».
Τι ακριβώς είναι τούτο το μέρος; Τι κάνετε εδώ;
«Είναι παλαίστρα», είπε, «την έχτισαν τώρα τελευταία και περνούμε τον καιρό μας τις πιο πολλές φορές συζητώντας’ θα ήταν χαρά μας αν συζητούσες κι εσύ μαζί μας».
Πολύ ωραία, είπα εγώ’ και ποιος διδάσκει εδώ;
«Ο φίλος σου ο Μίκκος», απάντησε, «που μιλάει επαινετικά για σένα».
Μα τον Δια, είπα, πραγματικά δεν είναι ασήμαντος ο άνθρωπος, κάθε άλλο μάλιστα, είναι επιδέξιος σοφιστής.
«Θέλεις, λοιπόν να έρθεις μαζί μας, για να δεις κι αυτούς που είναι μέσα;»
Πρώτα πρώτα θα ήθελα να μάθω για ποιο λόγο θα μπω, ποιος είναι ο ωραίος.
«Στον καθένα μας, Σωκράτη», απάντησε αυτός, «αρέσει και κάποιος άλλος».
Και σ’ εσένα, Ιπποθάλη, πιος αρέσει; Για πες μου.
Στην ερώτηση αυτή κοκκίνησε. Κι εγώ του είπα: «Ιπποθάλη, γιέ του Ιερώνυμου, δεν χρειάζεται πια να μου πεις αν αγαπάς κάποιον ή όχι’ γιατί τώρα ξέρω ότι δεν αγαπάς απλώς, αλλά σ’ έχει κυριέψει ο έρωτας. Εγώ βλέπεις, σ’ όλα τα άλλα είμαι ασήμαντος και άχρηστος, έχω όμως τούτο το, ας πούμε, θεϊκό χάρισμα: να μπορώ να ξεχωρίζω γρήγορα εκείνον που αγαπάει και εκείνον που αγαπιέται».
Κι αυτός, μόλις με άκουσε, κοκκίνησε ακόμη περισσότερο. Τότε ο Κτήσιππος του λέει, «Είναι πολύ αστείο, Ιπποθάλη, να κοκκινίζεις και να διστάζεις να πεις το όνομα στο Σωκράτη’ αν μείνει έστω και λίγο μαζί σου, θα υποφέρει από τις πολλές φορές που θα σε ακούσει να το αναφέρεις. Εμάς τουλάχιστον, Σωκράτη, μας έχει ξεκουφάνει, μας έχει πάρει τα αυτιά με τον Λύσι’ αν τύχει μάλιστα και τα έχει κοπανήσει λιγάκι, τότε πια ξυπνάμε στον ύπνο μας και νομίζουμε πως ακούμε το όνομα του Λύσι. Κι όσα διηγείται, όταν κουβεντιάζουμε μαζί του, είναι βέβαια τρομερά αλλά όχι και πάρα πολύ. Ουαί και αλλοίμονο όμως όταν αρχίζει να μας κατακλύζει με τα ποιήματα και τα πεζά του. Και το πιο φοβερό απ’ όλα: οι ύμνοι που τραγουδά για τον αγαπημένο του με υπέροχη φωνή, που είμαστε υποχρεωμένοι να την ακούμε και να την υπομένουμε. Κι όμως τώρα που τον ρωτάς εσύ, να που αυτός κοκκινίζει».
Πλάτων: Λύσις (Καρδαμίτσας)
Μετάφραση: Ν.Μ. Σκουτερόπουλος