Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

Νο 32

Τα σινεμά αυτά είναι απόλυτα ανδροκρατικοί χώροι, όπως τα παλιά καφενεία πριν τις χαζοχαρούμενες καφετέριες. Έχουν τους δικούς τους κώδικες, τους δικούς τους ανθρώπους, τη δική τους νομοτέλεια. Στοιχειώνονται από μοναξιές, ερημιές, απογοητεύσεις, προσδοκίες. Κυρίως είναι μια λύση πρόσκαιρης ξεχασιάς, μια αναβολή μαύρων σκέψεων, ένα ξόρκι αποτελεσματικό μέχρι ν' απειλείσει πάλι το κοράκι. Ο κόσμος τους είναι ένα πολύχρωμο φθαρμένο και θαμπό μωσαϊκό, όπως εκείνα των χαμένων πολιτισμών και των καταστραμμένων πόλεων. Κάτι μυστηριώδες κι ανικανοποίητο πλανιέται στους διαδρόμους και στα καθίσματα τους. Κάποιες ψηφίδες του μωσαϊκού ακόμη λάμπουν, άλλες έσπασαν, αλλού υπάρχουν χάσματα που πρέπει να συμπληρώσεις με τη φαντασία και το ένστικτο. Το αίσθημα που σου γεννάνε τα πορνεία της Πομπηίας με τις τοιχογραφίες τους. Το κοινωνικό στίγμα που επισύρει η προσέλευση στους χώρους αυτούς δεν είναι ικανό να μειώσει την ποιητική τους διάσταση. Έστω.

Ανδρέας Αγγελάκης : αλησμόνητα σινεμά (Εξάντας)

2 σχόλια:

κ.σ. είπε...

ΒΑΣΙΜΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Τραγιάσκα, μπαλωμένο πανταλόνι, λάσιο στήθος,
δέρμα τραχύ γεμάτο χαρακιές,
δόντια σφιγμένα, χείλη ακατάδεχτα,
τι απογοήτευσις...
Κάθεται στο πάρκο τώρα. Έχει ώρα μπροστά του,
η νύχτα γυμνώθηκε,
ξετσίπωτα πια τον προκαλεί,
τύλιξε τα κορμιά με μύρο προσδοκίας αόριστης,
ιδρώτας και λιβάνι (να ‘ναι απ’ την εκκλησία παραπέρα;)
κάτι περιμένουν μες στο πάρκο όλοι,
καθυστερούν, ανάβουνε τσιγάρο,
κρύβονται πίσω από τα δέντρα, ξαναβγαίνουν
σιάχνοντας τα ρούχα τους,
περνώντας μεσ’ απ’ τα μαλλιά τα δάχτυλά τους.
Να προσέχει. Να προσέχει: Θυμάσαι τότε που…

«Έχετε, κύριε, φωτιά, παρακαλώ; Ευχαριστώ.
Όχι, δεν είμαι απ’ την Αθήνα,
μόνο επισκέπτης, τίποτε άλλο, απ’ την Αλεξάνδρεια.
Ω, ναυτικός κι εσείς. Τίποτε, κάτι θυμήθηκα.
Έχω μια αδυναμία προς αυτό το επάγγελμα.
Ωραίοι άντρες, δυνατοί – ερωτικά, εννοώ.
Πώς το ξέρω; Από πρώτο χέρι,
ας αφήσω τα μισόλογα, η ώρα είναι πολύτιμη,
Ώστε ξέμπαρκος…
Tι θα λέγατε
τι θα ‘λεγες, ήθελα να πω,
να – »


Αντρέας Αγγελάκης

(από την «Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση, εκδ. Καστανιώτη
Επιμέλεια: Περιοδικό Η ΛΕΞΗ)


σημ: το ποίημα αναφέρεται στον Κ.Π.Καβάφη

κ.σ. είπε...

...
Εκείνη η «Δυναστεία» ήταν το κάτι άλλο. Τι πλούτος, τι πολυτέλεια, τι πισίνες, τι ρούχα, τι αυτοκίνητα. Και κάτι τεκνά δυο μέτρα μπόι. Όχι σαν τα δικά μας τα κοντοστούπικα. Πότε ήταν που το βλεπα ανελλιπώς στην τηλεόραση… ‘82; ‘83; Δε θυμάμαι. Παρασκευές ήτανε πάντως. Στηνόμουνα στην τηλεόραση, είχα τότε μια μικρή μαυρόασπρη, δεν άντεχαν τα οικονομικά μου για μεγαλύτερη, άσε πια την έγχρωμη, αυτό ήταν όνειρο απατηλό. Αχ, συγκινήθηκα τώρα που θυμήθηκα τη «Δυναστεία». Ήμουνα τότε καλά, βλέπεις, σαν την καλή χαρά, κι αλώνιζα τους σινεμάδες και τα πάρκα. Καλέ, στη «Δυναστεία» δεν ήτανε που ο γιος είναι τζιναβωτός και συζεί μ’ ένα άλλο παιδί δικό μας και το πετάει κατάμουτρα του πατέρα: «Ναι, βρε, είμαι πούστης κι ό,τι θέλει ας γίνει» - δηλαδή δεν το ‘πε έτσι, το ‘πε λίγο περί διαγραμμάτου, αλλά ο πατέρας κόντεψε να πάθει αποπληξία και τον αποκλήρωσε, ή κάτι τέτοιο.
Μόνο η Τζόαν Κόλινς πήρε το μέρος του δικού μας. Τι γυναίκα! Γυναικάρα με τα όλα της. Λένε πως έχει κάνει τρία λίφτιγκ και πάει για το τέταρτο, αλλά γιατί να την κατηγορήσω; Αν είχα το μπερντέ, θα ‘κανα κι εγώ - που λέει ο λόγος. Μια ζωή την έχουμε. Αυτή, λοιπόν, θυμάμαι πως πήρε το μέρος του δικού μας. Μάνα, βλέπεις.

(από τα Αλησμόνητα Σινεμά)