Τρίτη, Ιουνίου 07, 2005

No 55

-Δεν είχε περάσει πολλή ώρα που στεκόμουν στο παράθυρο, όταν ξαφνικά τον είδα. Θα πρέπει να μπήκε απ’ την πόρτα του πάρκου. Τον είδα τη στιγμή που διέσχιζε το χολ. Σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά μου.
Χαμογελά, προσπαθεί να γελάσει, να κοροϊδέψει, τα χέρια του όμως τρέμουν.
-Εκεί έγινε. Ο έρωτας για τον οποίο σας μίλησα ήταν εκεί. Εκεί είδα, για πάντα, έναν νεαρό ξένο με γαλάζια μάτια και μαύρα μαλλιά, είδα εκείνον για τον οποίο θα ήθελα να πεθάνω μπροστά σας εκείνο το βράδυ στο καφέ πλάι στη θάλασσα – χαμογελά, ειρωνεύεται, αλλά τρέμει ακόμη.
Εκείνη τον κοιτάζει, επαναλαμβάνει τις λέξεις για να τις πει: Ένας νεαρός ξένος με γαλάζια μάτια και μαύρα μαλλιά.

Μαργκερίτ Ντυράς : Μάτια γαλανά, μαύρα τα μαλλιά (Εξάντας)

1 σχόλιο:

K.σ-M. είπε...

Δύο ακόμα απόσπασματα από το βιβλίο της Marguerite Duras:

Της λέει ότι η αιτία για την απόγνωση που ένιωσαν κι οι δύο εκείνο το βράδυ στο παραθαλάσσιο καφέ, ήταν το ίδιο πρόσωπο, ο νεαρός ξένος.
Εκείνη θυμάται που της μίλησε πολλές φορές για έναν νεαρό ξένο με γαλάζια μάτια και μαύρα μαλλιά, δεν είχε όμως ποτέ σκεφθεί ότι επρόκειτο γι αυτόν που κι εκείνη είχε αγαπήσει.
Τώρα θυμάται καλύτερα τη θανάσιμη λύπη για την οποία της μιλούσε, αυτή που τον επισκεπτόταν κάθε καλοκαίρι και που τον διέλυε, αυτή που ήταν αφηρημένη και χωρίς καμιά συνέχεια ποτέ.
Της λέει ότι πάντα μπέρδευε τις ιστορίες του, ότι διαρκώς έκανε λάθος, πίστεψε όμως πως η συνάντησή τους, σ’ εκείνο το καφέ, προφύλαξε την ανάμνηση του νεαρού ξένου από το σφάλμα.

*

Καμιά φορά, είναι εκείνος που ντύνεται, μέσα στη νύχτα. Βάφει τα μάτια του, χορεύει. Κάθε φορά, πιστεύει ότι δεν την ξύπνησε. Καμιά φορά, βάζει τη γαλάζια κορδέλα της, το μαύρο σάλι της.

Μια νύχτα τον ρωτά αν θα μπορούσε να το κάνει με το χέρι του, χωρίς να την πλησιάσει, χωρίς καν να κοιτάζει .
Λέει ότι δεν μπορεί. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα τέτοιο με μια γυναίκα. Δεν κατορθώνει να εκφράσει τι σημαίνει γι αυτόν αυτό που του ζητάει. Αν δεχόταν, θα κινδύνευε να μην θέλει πια να την ξαναδεί, ποτέ, ίσως να της έκανε και κακό. Θα έπρεπε να φύγει απ’ το δωμάτιο, να τον ξεχάσει. Εκείνη λέει πως, αντίθετα, δεν μπορεί να τον ξεχάσει. Πως απ’ τη στιγμή που δεν γίνεται τίποτα ανάμεσά τους, η μνήμη καθηλώνεται σ’ αυτό που δεν συμβαίνει.
Το κάνει μόνη της, με το δικό της χέρι, μπροστά σ’ εκείνον που την κοιτάζει. Μέσα στην ηδονή, φωνάζει κάτι, μοιάζει με μια λέξη που ακούγεται πολύ σιγανά, υπόκωφα, απόμακρα. Κάτι σαν όνομα ίσως, δίχως νόημα. Εκείνος δεν αναγνωρίζει τίποτα. Του φαίνεται πως μέσα της φέρει μια φυσική μυστικότητα χωρίς μνήμη, μια αθωότητα, μια διαθεσιμότητα χωρίς αφετηρία.
Λέει:
Συγχωρείστε με, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, σας πλησιάζω κι ο πόθος μου σβήνει.