Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

Νο 27

Εκείνο το βράδυ ο Άγγελος κοιμήθηκε μαζί μου. Μες στον ύπνο μου - ξημέρωνε πια - άκουσα τον Ντίνο να 'ρχεται. Όταν ξύπνησα τον βρήκα να κάθεται και να καπνίζει στο καθιστικό. Έβαλα καφέ στο φλυτζάνι μου και κάθισα σε μιαν από τις κατακόκκινες πολυθρόνες, σχεδόν αντίκρυ του.
«Έτσι θα είναι πια η ζωή μας;» Σήκωσε το κεφάλι του αργά και με κοίταξε.
«Θα ξυπνήσει και θα φύγει», είπα.
«Δεν μπορείς ή δε θέλεις να καταλάβεις τίποτα;» μου είπε έχοντας καρφώσει το βλέμμα του πάνω μου.
«Ξέρω πολύ καλά τι συμβαίνει». Κατέβασα το δικό μου βλέμμα μέσα στο φλυτζάνι μου. «Έχεις κάθε λόγο να νιώθεις έτσι».
« Θέλεις να πεις ότι ξέρεις πως νιώθω εγώ;» με ρώτησε έντονα. «Καημένε», συνέχισε, «θα τρόμαζες αν είχες την παραμικρή ιδέα».

Αλέξης Αρβανιτάκης : Απογευματινό φως (Κέδρος)

2 σχόλια:

Κ.Σ. είπε...

To βιβλίο «Απογευματινό φως» κυκλοφόρησε το 1998. Την ίδια χρονιά και την ίδια μέρα, την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 1998, δημοσιεύθηκαν δύο κριτικές σε δύο μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες – στο Βήμα και στην Βραδυνή.
Γεγονός (και σύμπτωση) που αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αν αναλογισθεί κανείς τις δυσκολίες αλλά και τα εμπόδια που υπάρχουν στην εγχώρια αγορά βιβλίου σε ό,τι αφορά την gay λογοτεχνία. Εμπόδια που αντιμετωπίζουν και οι δημιουργοί και το αναγνωστικό κοινό και και που η gay κοινότητα καλείται να εξαλείψει με την στήριξη των αξιόλογων εκδόσεων που όλο και πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια.

~~~~~~~~~~~~

Πρώτα η κριτική του Βήματος:

Γράφει η Μ. Θεοδοσοπούλου

ANΔΡΑΣ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ
Ένα μυθιστόρημα που παρακολουθεί την αύξουσα ανεκτικότητα και τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις της εποχής μας, περιγράφοντας με πάθος μιαν ανορθόδοξη σχέση.


Ο στίχος του Γεωργίου Τερτσέτη "άνδρας τον άνδρα ν' αγαπά", από το ποίημα "Η δίκαια εκδίκησις" της μιας και μοναδικής ποιητικής συλλογής που ο ζακύνθιος δικαστής εξέδωσε, το 1847, στην Αθήνα, με τίτλο "Απλή γλώσσα", εκφράζει κατά τον αβρότερο τρόπο το πάθος που οιστρηλατεί τα ερωτικότερα νεοελληνικά πεζογραφήματα των τελευταίων χρόνων. Διηγήματα και μυθιστορήματα κυρίως νεότερων συγγραφέων που διακινδυνεύουν τη θεματική πρόκληση διεκδικώντας ένα χώρο που μέχρι πρότινος ανήκε σχεδόν αποκλειστικά στην ποίηση. Προφανώς οι αφηγήσεις που πλέκονται γύρω από αυτήν την ιδιαίτερη ερωτική κατάσταση ποικίλλουν καθώς κινούνται από την έξαρση της ελευθεριότητας ως τους πλέον έμμεσους και υπαινικτικούς τρόπους διατύπωσης. Πάντως σε όλες τις περιπτώσεις, ακόμη και όταν το πάθος μένει συγκεκαλυμμένο και δεν κατονομάζεται ευθέως, εκείνο που εξαίρεται είναι η ερωτική διάθεση πέραν των ορίων του φύλου.

Το πρώτο πεζογράφημα του Αλέξη Αρβανιτάκη, το "Γράμματα στον Μάριο", που δημοσιεύτηκε το 1982, είναι ένα πρώτο δείγμα αυτής της λογοτεχνικής εσοδείας. Μόλις 21 ετών τότε ο συγγραφέας, και κατέφευγε στην παλαιότερη μορφή του επιστολικού μυθιστορήματος. Είκοσι εννέα αναπάντητα γράμματα εξομολογούνται ερωτικές επιθυμίες προσπερνώντας τις κοινωνικές συμβάσεις. Ο Αλ. Αρβανιτάκης θα εκδώσει ακόμη δύο μυθιστορήματα, "Μόνα Λίζα" το 1985 και "Σχέσεις θανάτου" το 1987, και στη συνέχεια θα χαθεί απο το λογοτεχνικό προσκήνιο.

Ένδεκα χρόνια αργότερα ο Αλ. Αρβανιτάκης επανέρχεται με ένα τέταρτο βιβλίο και δείχνει να διαφοροποιείται από όσους ομοτέχνους του εμπνέονται από το ίδιο θέμα. Στις μέχρι ώρας μυθιστορίες, από όσο γνωρίζουμε, όταν "άνδρας τον άνδρα αγαπά", το αίσθημα, ακόμη και αν δεν μένει κρυφό, είναι έκνομο και το ζευγάρι, λαθρόβιο, συνειδητοποιείται ως περιθωριακό. Σε αντίθεση, στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Αλ. Αρβανιτάκη, η ομοφυλόφιλη ερωτική σχέση, τοποθετημένη στην Αθήνα την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, αποτελεί έναν εναλλακτικό τρόπο διαβίωσης ενταγμένο στο κοινωνικό σώμα.

Το μυθιστόρημα δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να παρακολουθεί την αύξουσα ανεκτικότητα της εποχής του. Πρόκειται για μια κοινωνική διαφοροποίηση που βρίσκει με κάποια χρονική καθυστέρηση τη λογοτεχνική της αντανάκλαση. Τα αισθήματα έρωτος μεγαλύτερων ανδρών προς ωραίους νέους ή και μεταξύ ομηλίκων είναι πανάρχαια και έχουν μακρά παράδοση και στη νεοελληνική ποίηση. Ωστόσο, αυτή η καινούργια τάξη πραγμάτων, ως κοινωνική διεκδίκηση, είναι μάλλον επείσακτη και η λογοτεχνική της αποτύπωση, ως ένα βαθμό, επηρεάζεται από ξένα πρότυπα.

Δεδομένου του θέματος του βιβλίου, θα ήταν αναμενόμενο ο εικονογράφος του εξωφύλλου να αναζητήσει αντρικές φιγούρες σε έναν έλληνα καθιερωμένο ζωγράφο, όπως για παράδειγμα ο Γ. Τσαρούχης. Και αν αυτή η επιλογή κρινόταν εξαιρετικά κοινότοπη, ιδιαίτερα ταιριαστοί μας φαίνονται οι πίνακες του νεότερου κύπριου ζωγράφου Ανδρέα Καραγιάν με δημιουργική μαθητεία στον Τσαρούχη. Αντ' αυτών, προτιμήθηκε πίνακας του Στιβ Γουόκερ. Παρομοίως, ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος στις νυχτερινές εξόδους του ακούει στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου τις τελευταίες επιτυχίες γνωστών ξένων συγκροτημάτων. Ακόμη, οι ερωτικές επιστολές, όπως και οι εξελληνισμένοι αγγλισμοί που διανθίζουν το λεκτικό, διαγράφουν με ευκρίνεια τα πρόσωπα.

Ένας Αθηναίος, γύρω στα 30, πανομοιότυπο του ευρωπαίου ή και αμερικανού ομηλίκου του, συμβιώνει με τον φίλο του απολαμβάνοντας τη βολή ενός μακροχρόνιου δεσμού, όπως και το οποιοδήποτε ετερόφυλο ζευγάρι. Καθόλου απομονωμένοι, αφού μοιράζονται έναν τρόπο ζωής με άλλους ανθρώπους των ίδιων προτιμήσεων, ουδόλως περιθωριακους. Ευυπόληπτοι πολίτες, τραπεζικοί υπάλληλοι, ως και καλλιτέχνες.

Αυτή η "συζυγική" ζωή και οι συνακόλουθες ερωτικές παρασπονδίες ενέπνευσαν την ξένη λογοτεχνία στις αρχές της δεκαετίας του '80, πιθανόν και νωρίτερα. Το μυθιστόρημα του Αλ. Αρβανιτάκη ανακαλεί, για παράδειγμα, τα μυθιστορήματα του Γάλλου Ντομινίκ Φερναντέζ που εγγράφουν την κοινωνική αποκατάσταση των ομοφυλοφίλων μετά τον Μάη του '68. Ωστόσο, ήδη το 1987 ο Ντ. Φερναντέζ στο μυθιστόρημα "Η δόξα του παρία", με θέμα το AIDS, παρουσιάζει την ασθένεια να ταράσσει τις σχέσεις των ηρώων και να απειλεί την κοινωνική αποδοχή τους. Σε αντίθεση, δέκα χρόνια αργότερα,στο μυθιστόρημα του Αλ. Αρβανιτάκη, ο θάνατος από AIDS, αν και στέκεται επώδυνος για ολόκληρη τη συντροφιά, δεν επηρεάζει τις σχέσεις. Και πολύ σωστά, αφού, όπως παρατηρούν και οι αμερικανοί κοινωνιολόγοι, οι νεότεροι έχουν μάθει να ζουν με την ασθένεια.

Το μυθιστόρημα όμως της ξένης λογοτεχνίας που γοητεύει τον Αλ. Αρβανιτάκη και αποτελεί σημείο αναφοράς στα γραπτά του είναι το "Ο θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν. Ήδη στο δεύτερο βιβλίο του κάνει μια πρώτη απόπειρα να πλησιάσει τους ήρωες του γερμανού συγγραφέα. Το πάθος του αυτόχειρα ζωγράφου για τον Μόνα Λίζα, στο ομότιτλο μυθιστόρημά του, φαίνεται, τουλάχιστον αρχικά, να κινείται στο πρότυπο του πλατωνικού έρωτα του Γουστάβου Άχενμπαχ για τον έφηβο Τάτζιο. Στο πρόσφατο μυθιστόρημα ο Αλ. Αρβανιτάκης επανέρχεται εμπλέκοντας το "Ο θάνατος στη Βενετία" και στην υπόθεση της ιστορίας του.

Σκηνοθέτης το επάγγελμα ο αφηγητής, ετοιμάζεται να ανεβάσει μια διασκευή για το θέατρο του γερμανικού μυθιστορήματος. Έμμονη ιδέα του έχει γίνει ο ιδανικός φωτισμός στη σημαδιακή σκηνή που ο Άχενμπαχ πρωταντικρίζει στο σαλόνι του ξενοδοχείου τον έφηβο. Ο τίτλος του βιβλίου του Αλ. Αρβανιτάκη "Απογευματινό φως" δηλώνει ακριβώς τον φωτισμό της επίμαχης σκηνής. Ταυτόχρονα όμως πιστεύουμε πως δείχνει και την προσπάθεια του συγγραφέα να δημιουργήσει μια αντίστοιχη ατμόσφαιρα και να πλάσει παραπλήσιους χαρακτήρες.

Στη σαγήνη και της κινηματογραφικής εκδοχής του "Θανάτου στη Βενετία" επιδιώκεται ένα κλίμα ασωτίας, με διογκωμένη την αίσθηση φθοράς και παρακμής. Επίσης, ένας ήρωας μάλλον υπερβαλλόντως αυτοκαταστροφικός. Σε κάθε περίπτωση, κάπου εδώ τελειώνει η συνομιλία με τον Τ. Μαν. Η ιστορία του άτακτου σκηνοθέτη που αναζητεί την ηδονή πέραν της "συζυγικής" στέγης και ελκύεται από ένα πλάσμα πάνω στην εφηβεία του αποκλίνει περισσότερο προς μια ιστορία τύπου "Λολίτα". Εκ πρώτης όψεως κοινότοπη, αν το πλάσμα δεν ήταν του ίδιου φύλου. Ανεξάρτητα αν, σύμφωνα με το μυθιστόρημα, οι συμπεριφορές ελάχιστα παραλλάσουν.

Το μυθιστόρημα ακροβατεί μεταξύ της κοινωνικής συνιστώσας και της ψυχογραφικής. Στο ένα κεφάλαιο, σύντομες περιπέτειες με αλλοδαπούς στα στέκια της Αθήνας, ώστε να αναδειχθεί το κοινωνικό τοπίο όπως έχει διαμορφωθεί μετά τα πρόσφατα κύματα μετανάστευσης. Και στο επόμενο, οι σκέψεις και οι αντιδράσεις του αφηγητή. Η ισορροπία, ως ένα βαθμό, επιτυγχάνεται με την εναλλαγή μιας σωρευτικής μικροπερίοδης διήγησης με αποσπάσματα εσωτερικού μονολόγου. Τολμηρή η γλώσσα, δεν φείδεται περιγραφών. Ωστόσο, αν και οι καταστάσεις απογυμνώνονται, υπάρχει και στις περιγραφές και στους μονολόγους ποιητική έξαρση.

Τέλος, να παρατηρήσουμε πως, ενώ η επιστήμη συνεχίζει να προβληματίζεται για τη βιολογική, ψυχολογική ή κοινωνική φύση της σεξουαλικής ταυτότητας, η ομοφυλοφιλία δεν παύει να εμπνέει τη λογοτεχνία και μέσα από τις κοινωνικές της ορίζουσες. Ωστόσο, μένει το ερώτημα αν βιβλία όπως το πρόσφατο του Αλ. Αρβανιτάκη προκαλούν το αναγνωστικό κοινό και την κριτική, όπως πριν από 20 χρόνια σόκαραν του Παριζιάνους τα μυθιστορήματα του Ντ. Φερναντέζ.

~~~~~~~~~~~~

Και η κριτική της Βραδυνής:

Γράφει η Τζούλη Αγοράκη

ΟΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥΣ

Το "Απογευματινό φως" ρίχνει άπλετο φως στη ζωή ενός άνδρα... Το βιβλίο αυτό λέει τα πράγματα με το όνομά τους, ενώ εισχωρεί στο εσωτερικό της αλήθειας, φτάνει ως το μεδούλι, αδιαφορώντας αν σοκάρει. Ένα βιβλίο τρυφερό και δυνατό ταυτόχρονα.

Ο Ντίνος, ο Άγγελος είναι οι εραστές, οι σύντροφοι του ήρωα. Θα σας μαγνητίσουν με τις ιστορίες, τους απελπισμένους έρωτές τους, το ομοφυλοφιλικό τους σμίξιμο.

Μια ιστορία δοσμένη σε γλώσσα απλή και γεμάτη συναίσθημα, γεμάτη από την αλήθεια και από τον αυθορμητισμό να διηγηθείς με τρόπο άμεσο αυτό που βαραίνει περισσότερο την ψυχή μας... Οι απελπισμένοι έρωτες στο μεγαλείο τους.

κ.σ. είπε...

Από το site tou Πολύχρωμου Πλανήτη

Ο ήρωας του έργου έχει μια ελεύθερη σχέση με τον Ντίνο. Η αρχή του μυθιστορήματος δεν μας προϊδεάζει για το τι πρόκειται ν’ ακολουθήσει. Ένας φίλος του ζευγαριού υποφέρει από καρκίνο, πράγμα που όλοι ξέρουμε από τι πραγματικά υποφέρει αλλά δε θέλουμε να το ομολογήσουμε. Κάποια στιγμή παρακολουθούμε τα ερωτικά τρίγωνα του ζευγαριού με αλλοδαπούς, επί χρήμασι, νεαρούς που «ψωνίζουν από τα μπαρ» και ακολουθεί, ανάμεσα στα άλλα, η γνωριμία του ήρωα με ένα νεαρό δεκαεννιάχρονο, τον Άγγελο, του οποίου η αθωωότητα και το εφηβικό βλέμμα τον συγκλονίζουν. Ο τρόπος γραφής του συγγραφέα μας θυμίζει τον Γιάννη Παλαμιώτη, ωμός αλλά και τρυφερός, αγωνιώδης με απροσδόκητο τέλος για όλους.