Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

No 40

Η λογοτεχνική ταυτότητα που απέκτησε από το θρύλο του δεν τον ωφέλησε πάντα' μπορεί εξαιτίας της ο Ναπολέων Λαπαθιώτης να κατέχει μια θέση μοναδική και ξεχωριστή στη νεοελληνική λογοτεχνία, αλλά ακόμη και σήμερα, αντιμετωπιζόμενος σαν κάτι χωριστό και ιδιαίτερο από πολλούς ομοτέχνους του, μεταθέτει το βάρος της λογοτεχνικής παρουσίας του στη μορφή του, με αποτέλεσμα να μη μελετάται, όπως του αξίζει, το έργο του, ή, και όταν μελετάται, να παρεξηγείται.
Ούτως ή άλλως ο Λαπαθιώτης έλκει - σαν μαγνήτης - την παρεξήγηση και σαν μορφή' βέβαια σήμερα δεν βρισκόμαστε στο μεσοπόλεμο, η κοινωνία μας ακούει όλο και περισσότερο για κάποιες απ’ τις όχι και τόσο ευχάριστες πλευρές του χαρακτήρα του (ναρκωτικά, ομοφυλοφιλία), και παρόλο που δεν εκδηλώνει, ανοιχτά, τον τρόμο της όπως παλιά ( έχουμε μάθει να είμαστε πιο ανεκτικοί σε τέτοια φαινόμενα), εντούτοις η αντίθεση αυτών που εκπροσωπούν το «νόμο» και την «τάξη», των τα «φαιά φορούντων, περί ηθικής λαλούντων», έχει άλλους, πιο σοφιστικέ και πλάγιους τρόπους για να εκδηλώνει την περιφρόνηση της, όχι μόνο για τον Λαπαθιώτη, αλλά και για τα υπόλοιπα άτομα που ανήκουν σ’ αυτές τις κοινωνικές μειονότητες.

Τάκης Σπετσιώτης : Χαίρε Ναπολέων (Άγρα)

3 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Από το site των εκδόσεων Άγρα:

Το εκτενές προσωπικό δοκίμιο του Τάκη Σπετσιώτη συνοδεύεται από 63 αθησαύριστα πεζά ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, καθώς και έγχρωμα έργα του Άγγελου Παπαδημητρίου, βασισμένα στη ζωή και το έργο του ποιητή.

...Κάποτε, πάνε χρόνια αρκετά, είχα δει στον ύπνο μου, -σ' έν' απ' τα παράδοξά μου όνειρα, που άλλοτε συνήθιζα να γράφω τακτικά, και που έχουν σχηματίσει ήδη τόμο, που δεν πιστεύω, βέβαια, να δει, ποτέ, το φως,- είχα δει, λοιπόν, ότι κρατούσα ένα βιβλίο αρκετά μεγάλου σχήματος : το βιβλίο που φυλλομετρούσα, είχε κείμενο πολύ κανονικό, -αλλά το κείμενο αυτό, σε κάθε φράση, το αντικαθιστούσε μια εικόνα, χρωματιστή και υποβλητική, που συμπλήρωνε, παραστατικά, την έννοιά της. Κι' όχι μόνο τούτο : στα σημεία που το κείμενο έκανε λόγο, έξαφνα, για κάποια μελωδία, άκουγα αυτή τη μελωδία, ν' αναδίνεται, με τρόπο εντελώς μυστηριώδη, μεσ' απ' τις σελίδες του βιβλίου ! Κι' εκεί που γινόταν λόγος για κάποιον κήπο, ή για κάποιο άρωμα, οσφραινόμουν το άρωμα εκείνο, που έβγαινε, δεν ξέρω πώς, μεσ' απ' τις σελίδες του βιβλίου ! Και την ώρα που το φυλλομετρούσα, έλεγα, τάχα, με το νου μου, στ' όνειρό μου, πως εκείνο το θαυμάσιο βιβλίο, ήταν μια πολύτιμη εφεύρεση, που είχε βρει τον τρόπο, συνδυάζοντας όλες μαζί τις τέχνες, να ζωντανεύει, μ' απερίγραπτην ακρίβεια, τις εντυπώσεις, στο μυαλό του αναγνώστη, από την αφήγηση του σχετικού κειμένου...

Μόνο μ' ένα τέτοιο μαγικό βιβλίο, θα ήταν, ίσως, δυνατή μια κάπως πιο πιστή καταγραφή των παιχνιδιών του υποσυνειδήτου !

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Νεοελληνικά Γράμματα, Σάββατο 27 Απριλίου 1940

κ.σ. είπε...

[… μεταθέτει το βάρος της λογοτεχνικής παρουσίας του στη μορφή του, με αποτέλεσμα να μη μελετάται, όπως του αξίζει το έργο του]

Εκτός από τον Άρη Δικταίο που αναφέρθηκε λεπτομερώς στην μορφή του Λαπαθιώτη (σχόλια καταχώρησης Νο. 176), ο Μ.Μ. Παπαϊωάννου γράφει:

«Αλλά ο Λαπαθιώτης εκτός από εστέτ ήταν και ωραιοπαθής. Σε πολλά δεν φοβόταν να μιμείται τον Ουάιλντ, στο ντύσιμο, στο χτένισμα, στην κίνηση και στην προκλητικότητα.»

(Σαράντα χρόνια από το θάνατο του – Νέα Εποχή, τ.165/166 – 1984)
~~~~~~~~~~~~

Νάρκισσος

Απόψε αγάπησα τα μάτια μου,
κοιτώντας τα μες στον καθρέφτη:
να ‘ταν το φως, που, μες στην κάμαρα,
τόσο λεπτά κι ανάερα πέφτει;

Nα ‘ταν το ρόδο το απριλιάτικο,
που το ‘χα βάλει στη γωνία,
να μην το δω να παραδίνεται
στη βραδινή την αγωνία;

Να ‘ταν, αλήθεια, το τριαντάφυλλο,
που ξεψυχούσε στο ποτήρι,
- ή κάποιοι πόθοι που με παίδευαν,
και που είχαν απομείνει στείροι;…

Το ρόδο που ‘σβηνε, το πάθος μου,
το παραθύρι που δεν κλείνω,
- ή μήπως επειδή σε κοίταξαν
τόσο πολύ το βράδυ εκείνο;

K.σ-Μ είπε...

Πώς εμπνεύσθηκε τον τίτλο του βιβλίου του:

XΑΙΡΕ ΝΑΠΟΛΕΩΝ

Γράφει ο Τάκης Σπετσιώτης


Τρίτη 28 Μαρτίου 1995 στο στούντιο Μ1 της ΕΡΑ1 ο φίλος Γιώργος Χρονάς, που μ' έχει προσκαλέσει για μια συζήτηση στην εκπομπή του «Χάρτινη εξέδρα», μου ανακοινώνει ότι ετοιμάζει στην «Οδό Πανός» αφιέρωμα για τον Λαπαθιώτη. «Προλαβαίνεις μέχρι την Πέμπτη που κλείνω ύλη, γράψε κάτι... Άμα δεν είσαι εσύ, ποιος θάναι;». Μούρχεται αυθόρμητα ο τίτλος «Χαίρε Ναπολέων» (ποιος ξέρει γιατί, ίσως επειδή είναι η τέταρτη βδομάδα των Χαιρετισμών) και του τον λέω: Χαμογελάει: «Ναι, γιατί όχι;»

Χαίρε Ναπολέων, γιατί επιβίωσες πέντε δεκαετίες μετά τον μαρτυρικό σου θάνατο απ' το ίδιο σου το χέρι: Σάββατο 7 προς 8 Ιανουαρίου 1944. Και μιλάμε για έναν σκληρό αγώνα επιβίωσης γιατί οι μέτριοι και ζηλόφθονοι μιας εποχής και τι δεν έκαναν για να σ' εξαφανίσουν σαν άνθρωπο και σαν ποιητή. Τι «νυχτερίδα» σε είπαν, τι «αρσενική κερένια κούκλα» (ο Χαρίλαος Παπαντωνίου), τι «Σάρκα Άνομη» (ο Σπύρος Μελάς), τι Καίσαρα Πιλαφιώτη (η εφημερίς «Εστία»).

Ακόμη και ο Καραγάτσης δήλωσε σε συνέντευξη του ότι χρωστάει το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο στην κακή φήμη που είχες με την «αμαρτωλή σου ζωή» στην οικογένεια του (Ροδόπουλοι) απ' την οποία στο ξεκίνημα του ήθελε να κρύψει ότι ακολουθεί καριέρα λογοτέχνη για να μην φοβηθούν πως ο γυιός τους θα πάρει τον ίδιο ολέθριο δρόμο με Σένα.
Κι Εσύ απάντησες ψύχραιμα και με Χιούμορ.

Ύστερα ήρθαν οι στενόκαρδοι «Μοντέρνοι» και σε χτύπησαν σαν καθυστερημένα ρομαντικό κι αισθηματικό Ποιητή. Με την μεζούρα στο χέρι μέτραγαν πόσους πόντους πιο «ελάσσων» είσαι απ' τον αγαπητό σου Καρυωτάκη. Σήμερα απέδειξες ότι όλοι οι κακοήθεις ξεπεράστηκαν, έτσι όπως πάντα γίνεται, όταν τα βάζουν με Κάποιον ή με Κάτι που πραγματικά Αγαπιέται.

Χαίρε Ναπολέων υπερασπιστή του δόγματος «Ένας άνθρωπος δεν λέγεται ποιητής επειδή έχει μόνον την ευκολία να γράφει στίχους». Μετέτρεψες την ζωή σου σε Έργο Τέχνης κάνοντας την μοντέρνα, πολύπλοκη και πολυδιάστατη: Δανδής, Εστέτ, Αντιρρησίας Συνείδησης, Νυχτόβιος, Ομοφυλόφιλος, Ναρκομανής, Κομμουνιστής, Ουτοπιστής, Ντιλετάντης, Στοχαστής, Περιθωριακός, «Φωτεινό Μετέωρο» και «Πολυφίλητος Σκιά» και σαν τέτοιος πλήρωσες το ακριβότερο τίμημα «Πρίγκιπα των Ποιητών» μιας εποχής και «Βασιλέα των Περιθωριακών» του Σήμερα, δικό μας, Ελληνικό sex and drugs and rock and roll. Δε λύγισες όμως ποτέ το υπερήφανο κεφάλι όπως γράφεις νεαρός, απ' τους πρώτους σου κιόλας στίχους το 1909.

Μια περηφάνεια με στυλώνει ακόμα...
Σα φίδια με λοξοκοιτάνε οι άλλοι,
μα, εγώ, δε χαμηλώνω το κεφάλι,
ως που να με σωριάσουνε στο χώμα...

Μια περηφάνεια με στυλώνει ακόμα...
Κύλησε απάνω μου μια μαύρη ρόδα
και σκότωσε όλα μου, όλα μου τα ρόδα
κι έκανε την πικρή καρδιά μου λυώμα...


Αυτή «η ρόδα» και «τα ρόδα» που στοίχειωσαν για πάντα μέσ' στην καρδιά της νεοελληνικής Ποίησης. Τους επανέφερε ο αγαπημένος σου Καβάφης (που τόσους αγώνες έκανες το 1924 για τη διάδοση του και του οποίου ήσουν ο πιο αγαπημένος, όπως μούχε πει ο Μάριος Βαϊάνος) στην «Εύνοια του Αλεξάνδρου Βαλα» του, το 1921.

Α δεν συγχύζομαι που έσπασε μια ρόδα
του αμαξιού, και που έχασα μια αστεία νίκη.
Με τα καλά κρασιά και μεσ’ στα ωραία ρόδα
τη νύχτα θα περάσω. Η Αντιόχεια με ανήκει.


Και ξαναεπανήλθες εσύ, πιο ουσιαστικός και πιο συντετριμμένος, το 1935.

Γιατί είμαστε σαν κάποια ρόδα,
πεσμένα μέσ' στην παγωνιά,
ρόδα, που τά λυωσε μια ρόδα,
καθώς περνούσε στη γωνιά,

που αν και κομμένα, κι όλο χώμα,
και κυλιόμενα καταγής,
δεν ξέρω τι θυμίζει ακόμα,
πως ήταν άνθη της αυγής...


Έτσι είναι. Εσείς οι δυο πάτε πάντα πλάϊ-πλάϊ. Εκείνος ο Ήλιος, η Φιλοσοφία, το Φως:

Ν' αγαπηθεί ακόμη περισσότερον
η Ηδονή που νοσηρώς και με φθορά αποκτάται


Εσύ το Φεγγάρι, η αθέατη όψη, το Σκοτάδι:

Καημός αλήθεια να περνώ, του Έρωτα πάλι το Στενό

Για να συναντηθείτε τελικά σαν εκφραστές κι οι δύο, από άλλους δρόμους, του ίδιου δράματος:

Εκείνος:

Όταν το βράδυ επήγεν
στο καφενείον όπου
επήγαιναν μαζί: μαχαίρι στην καρδιά του
το μαύρο καφενείο όπου επήγαιναν μαζί.


Κι εσύ:

Κι είναι ώρες πάλι που γυρίζω
μονάχος όλη τη βραδιά,
σαν ένας που θα περπατούσε
μ' ένα μαχαίρι στην καρδιά.


Σήμερα Ναπολέων που η στάση σου, Τέχνης και Ζωής, έχει κερδίσει σ' επικαιρότητα, που οι θαυμαστές σου όλο και πληθαίνουν αναφερόμενοι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σε Σένα, που επανεκδίδεται το έργο σου ή αθησαύριστα κείμενα σου έρχονται στο φως (πλήθος τέτοια), που οι ωραίοι ερωτικοί στίχοι σου γίνονται τραγούδια, που η ταινία για τη ζωή σου αποκτά φίλους και μιμητές, το ωραίο σπίτι σου παραμένει ερειπωμένο και εγκαταλελειμμένο, με αβέβαιο μέλλον και σκοτεινές προθέσεις από τη μεριά της Πολιτείας και ο στρατός των «Νικημένων της Ζωής» που τραγούδησες πληθαίνει: Φτωχοί, άστεγοι, μετανάστες, εγκληματίες, ξεχειλίζουν την Ομόνοια και την Αθηνάς της Αθήνας σου, στο φως της μέρας, κι ύποπτες σκιές στα μισοσκότεινα στενά, παραδίπλα, τη νύχτα. Χιλιάδες νέα παιδιά βρίσκονται νεκρά από ηρωίνη σε γιαπιά, πετιούνται στο δρόμο και χάνονται. Τότε, παρόλο που η εξωτερική μορφή των ίδιων πραγμάτων σήμερα έχει κάπως αλλάξει, το ίδιο, αλλοίμονο, θλιβερό σου τραγούδι, σαν προπολεμικό ρεμπέτικο χλευάζει ώρες-ώρες τους «αιγαιοπελαγίτες σαλονάτους» σαν η ίδια, η αδυσώπητη μοίρα, η αδιάψευστη, αμείλιχτη πραγματικότητα να σαρκάζει κάθε κούφια, ωραιόλογη και ψεύτικη έκφραση της μες στην Τέχνη:

και πάει και σμίγει, στα τρισκόταδα,
και στις ταβέρνες και στις μάντρες,
μ' όλο γλυκιά παιδιά, καλόπαιδα,
και μ' άντρες...

κι είναι η ψυχή μου όλο ψυχές παλιές,
χλωμές κι αρχαίες πολύ θλιμμένες,
και γνώριμες, - κι από ταφόπετρες
λυμένες...


-Aπό την Οδό Πανός – τ.79/80, Αύγ. 1995-
~~~~~~~~~~~~

Άλλες καταχωρήσεις για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη:

- No 36: Μια παρουσίαση από τον Σ.Τριβιζά
- No 37: Η ζωή μου
- No 176: Ποιήματα
- No 177: Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη
- No 178: Γ. Παλαμιώτης: Μια φανταστική συνέντευξη
- No 179: Τα ποιήματα
- No 180: M. Παπανικολάου: Κριτικά
- No 181: Τάσος Κόρφης: Ναπoλέων Λαπαθιώτης
- No 400: To τάμα της Ανθούλας