Πέμπτη, Δεκεμβρίου 21, 2006

No 400

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης

Με το απόσπασμα από «Το τάμα της Ανθούλας» του Ν. Λαπαθιώτη θα σας αποχαιρετήσουμε για φέτος.
Σας ευχόμαστε «Καλές Γιορτές» και «Ευτυχισμένο το 2007».
Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την Τετάρτη 3 Ιανουαρίου κι ελπίζουμε να είστε όλες και όλοι εδώ.

Έπρεπε το πρωί να ‘ναι στο λόχο – στις έξη θα βαρούσε προσκλητήριο – κι όμως, τώρα, δε νύσταζε καθόλου. Είχε πλάι του το Νίκο κι αυτό του 'φτανε. Σιγά-σιγά αλάργεψαν το βήμα.
Η γοητεία της βραδιάς μεθούσε την ψυχή τους. Ήταν μια ανακούφιση και σα μιαν ευτυχία να περπατούν οι δυο τους, μονάχοι. (…)
Η νύχτα ήταν αρκετά προχωρημένη, ώστε να μην υπάρχει φόβος για περίπολο. Έκαναν όλο το μεγάλο γύρο και πήγαν ως την άλλη τη μεριά ίσαμε την πλατεία Αλεξάντρας. Καθήσανε στην άκρη, στο πεζούλι. Είχαν βάνει πρόγραμμα να μην πάνε για ύπνο. Ο Νότης είχε κέφι για ρομάντζα…
Και το φεγγάρι προχωρούσε πάντα. Στο δρόμο δε φαινότανε ψυχή. Τα σπίτια, γύρω στο Πασαλιμάνι, φεγγαρολουσμένα, στη σειρά, έμοιαζαν με πρόσωπα κλεισμένα και νεκρά.
Κοίταζαν αμίλητοι τη θάλασσα.
Ξαφνικά, ο Νότης, δίχως λόγο, άρχισε να σιγοτραγουδάει. Η φωνή του ξέσπασε δειλά και σιγανά. Κ’ η φωνή του Νίκου, ενώθηκε μαζί της. Τραγουδούσαν αργά, μες στο φεγγάρι, με τα μάτια καρφωμένα πέρα, σα να ξυπνούσε μέσα τους μιαν ίδια νοσταλγία – μια νοσταλγία μακρυνή και παραπονεμένη, για κάποιον ακαθόριστο κ’ ευτυχισμένον κόσμο, που και των δυο τους η ψυχή με πάθος λαχταρούσε:
Βάρκα-βαρκούλα,
στα νερά- φύσα, βοριά μου, φύσα – (…)
Και το τραγούδι τους, σιγά-σιγά, δυνάμωσε. Μια νοσταλγία κέρδιζε, τριγύρω τους, τα πάντα…
Το φεγγάρι κόντευε να δύσει. Και προς το μέρος της ανατολής, φάνηκε δειλά, μια γαλανάδα, που, ώρα με την ώρα, προχωρούσε.
Ήταν ώρα να γυρίσουν πίσω.
Πάλι βουβοί κι αμίλητοι, πιασμένοι απ’ το χέρι, πήραν αργά το δρόμο του σταθμού. Πέρασαν απ’ το Θέατρο και βγήκαν στο Ρολόι. Και λίγο πριν να φτάσουν στο σταθμό, σ’ ένα στενάκι σκοτεινό, κοντά στην Αγορά, ο Νότης γύρισε προς τη μεριά του Νίκου – και δίχως λόγο, ξαφνικά, τον φίλησε αδερφικά…
.
Ναπολέων Λαπαθιώτης: Το τάμα της Ανθούλας (Λιβάνης)

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Φίλε ReyCorazón

Έξοχο κλείσιμο για φέτος. Ευχόμαστε για το ιστολόγιό σου να συνεχίσει, με τον ίδιο και καλύτερο τρόπο, και τη νέα χρονιά να μας χαρίζει τόσο όμορφα κείμενα και να εμπλουτίζει τη γκέι και λεσβιακή βιβλιοθήκη του μυαλού μας.

Artois είπε...

Eυχές και ευχαριστίες κι από μένα για όσα μας δίνεις ως κίνητρο για να σκεφτούμε και να μάθουμε.

ReyCorazón είπε...

Σας ευχαριστώ!
Ελπίζω να συνεχίσουμε απτόητοι και το 2007. Ήδη είναι έτοιμες οι καταχωρήσεις του Ιανουαρίου και με λίγη βοήθεια θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στον ρυθμό των σχεδόν καθημερινών ποστ της περσινής χρονιάς.
"Καλές γιορτές", και πάλι.

Senses & Nonsenses είπε...

no sé si cree mucho en estas cosas, pero feliz navidad.

ReyCorazón είπε...

Todos creemos en la felicidad. :)
¡Feliz Navidad y Próspero Año Nuevo!

Ανώνυμος είπε...

Aπό την Καθημερινή, 13/11/07

Γράφει ο Παντελής Μπουκάλας

«Η ζωή κυλούσε πάντα, μεγάλη, φοβερή και φλογερή». Ετσι τελειώνει η νουβέλα «Το τάμα της Ανθούλας», του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που, «σβήνοντας όπως σβήνουν τ’ ανώφελα τ’ άνθη», αυτοκτόνησε το 1944, στα εξήντα έξι χρόνια του, πάμπτωχος και τυραγνισμένος από τα ναρκωτικά, «τα παυσώδυνα», που πρώτη φορά δοκίμασε στην Αίγυπτο, στα εικοσιοχτώ του. Τα ναρκωτικά ακριβώς, σαν μια πτυχή της «φοβερής» ζωής, και δύο αφανέρωτοι και ως εκ τούτου ασυντέλεστοι έρωτες, σαν δύο σπιθίτσες της «φλογερής ζωής», είναι οι μικρόκοσμοι αυτού του διπλού κειμένου που πρωτοδημοσιεύθηκε σε έντεκα συνέχειες στο περιοδικό «Μπουκέτο», από τις 24 Δεκεμβρίου 1931 έως τις 14 Φεβρουαρίου 1932, με τον επίτιτλο «Αισθηματικά ρωμάτζα», και κυκλοφόρησε φέτος πρώτη φορά σε βιβλίο, με την επιμέλεια του Γιάννη Παπακώστα, καθηγητή της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο κόσμος του περιθωρίου

Τον χαρακτηρισμό της νουβέλας ως «διπλού» κειμένου δεν τον υπαγορεύει μόνο η θεματολογία του αλλά και το ύφος του, ο τρόπος της ανάπτυξής του, η γλωσσική του κύμανση, που αποβαίνει λειτουργική και δεν ταράσσει την όλη νουβέλα. Ο κόσμος του περιθωρίου, λοιπόν, της Τρούμπας και της Πειραϊκής, ένας κόσμος σκληρός, με τους τεκέδες, τους σωματεμπόρους και τους νταβατζήδες του, εικονίζεται γυμνός, με τον χρωστήρα του σκληρού ρεαλισμού («εγώ λέω απλώς μια ιστορία»), υπογραμμίζει αρκετά νωρίς στο κείμενό του ο Λαπαθιώτης, για να υποβάλει ακριβώς την ιδέα ότι ο ίδιος ενεργεί σαν ανα-συντάκτης, όχι σαν μυθοπλάστης. Με την ευχέρεια ενός γνώστη και όχι ενός περιστασιακού και λίγο ή πολύ ξιπασμένου επισκέπτη («και μέρα και νύχτα, / γυρνώντας αλήτης», έγραφε στο ποίημά του «Ωραιοπαθής»), ο Λαπαθιώτης σκηνοθετεί με ενάργεια και πειστικότητα αυτόν τον περιθωριακό κόσμο, δοσμένο σε πάθη που τα γευόταν και ο ίδιος ο ποιητής. Καμιά δυσκολία ή ίχνος προσποίησης δεν παρουσιάζεται στην υιοθέτηση από την αφήγηση της λαϊκής καθημερινής γλώσσας, αλλά και στοιχείων της αργκό και των λαϊκών ιδιολέκτων.

Αλλη γλωσσική επεξεργασία, λεπτότερη, με τις «συμβολιστικές αντηχήσεις» να «προσδίδουν μια νεορομαντική διάσταση στον λόγο» κατά τη σημείωση του επιμελητή, επιφυλάσσει ο ποιητής στις παραγράφους που ιστορούν δύο έρωτες, οι οποίοι μένουν αμίλητοι και στο τέλος τούς στεφανώνει ο θάνατος. Πρώτος έρωτας της Ανθούλας για τον Νότη, ένας έρωτας που μαραίνεται έτσι όπως μένει αφανής, για να μαραθεί τελικά και να πεθάνει και η ίδια η Ανθούλα, αφού έτσι όριζε το «τάμα» της, η κατάρα της καλύτερα: («να μην τον χαρεί άλλη, κι ας πεθάνω»). Δεύτερος έρωτας, που κι αυτός μένει ώς το τέλος αδήλωτος, λογοκριμένος από την ενοχή, είναι του Νότη και του Νίκου' τους δυο τους τούς δένει μια «λεπτή αλληλεγγύη» που «θύμιζε κάποιες παλιές, ηρωικές φιλίες, με όλη την πενιχρή σκηνοθεσία, που κυλούσεν αναγκαστικά το δράμα της ανώνυμης ζωής τους».

Πέρα από την καθαυτό λογοτεχνική της σημασία «Το τάμα της νουβέλας», έργο ενός ποιητή που πέρα από τα ναρκωτικά, «η Τέχνη, μονάχα, / σαν κάποιος φεγγίτης, / του δίνει τη λήθη, με τη μουσική της», μπορεί να υπολογιστεί και ως εσωτερική μαρτυρία για τον κόσμο των «νηπενθών», και να προστεθεί έτσι στα έργα του Πέτρου Πικρού που καταπιάνονται με πτυχές του ίδιου ζητήματος, τη συλλογή διηγημάτων «Χαμένα κορμιά» (1922) ή το «Τουμπεκί» (1927). Μια ιδιαίτερη πτυχή αυτής της μαρτυρίας αποτελούν τα «παραπονεμένα τραγούδια» που δημιουργεί και ενθέτει στην αφήγησή του ο ποιητής, σαν κι αυτό με το οποίο τελειώνει το κείμενο, «ένα είδος λαϊκού μοιρολογιού», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Λαπαθιώτης, που βρίσκεται πολύ κοντά, με το λεξιλόγιο, τον ρυθμό και το νόημά του, σε μιας ειδικής κατηγορίας ρεμπέτικα: «Κάτω στου Μήτσου το ντεκέ κάναν οι μπάτσοι μπλόκο / και βρήκαν μάτσο τουμπεκί, πέντ’-έξι-οχτώ λουλάδες [...] Δε σκάζω κι αν με πιάσανε και στο πλεχτό με πάνε, / μόνο που με τσιμπήσανε - κι ακόμα είναι χαρμάνι...» «Βγήκε μες στη φυλακή», λέει για το τραγούδι αυτό ο Λαπαθιώτης, σάμπως να διεκδικεί το μέγιστο: να γίνει ο τεχνουργημένος προσωπικός λόγος του ανώνυμα κοινός, δημοτικός.
...