Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

Νο 26

Image Hosted by ImageShack.us Pablo Picaso(Ισπανία)
.
.
.
29 Σεπτεμβρίου
Πέρασαν μονάχα τρεις μέρες από τότε που έφυγες, κι όλα εδώ μοιάζουν να 'χουν αλλάξει αφάνταστα. Εγώ μόνο ξέρω, πώς πέρασαν αυτές οι τρεις μέρες. Είναι τόσο οδυνηρό να σε σκέφτομαι απ' το πρωί, μόλις νιώσω τον εαυτό μου, ίσαμε τη νύχτα αργά, καθώς ο ύπνος κλείνει τα ματόφυλλα. Μα πάλι, εσύ κυριαρχείς στο κάθε μου όνειρο, πότε να χαμογελάς, και πότε να φεύγεις. Βλέπω τώρα ν' αρχίζει αυτό το γράμμα, και ψιθυρίζω με πανικό κ' ευτυχία μέσα μου: είναι το πρώτο. Ύστερ' από τρεις ολάκερες μέρες σιωπής, τώρα μιλάω σε σένα, μπορώ και σου γράφω. Τόσα μες στον νου μου είχα φυλάξει, μα μπρος στην άδεια σελίδα όλα χάθηκαν, και βλέπω θολά μονάχα ψιθυρίσματα, καλοσύνης κι αγάπης για σένα, να παίρνουν τη θέση τους πάνω στο χαρτί, σα σταγόνες από δάκρυ, σαν αστέγνωτες σταγόνες χαράς. Πώς νιώθω! Νιώθω το άρωμα σου να φτάνει από κει μακριά που βρίσκεσαι, και γω αφήνω ελεύθερες τις αισθήσεις μου όλες να το πάρουν, να ζουν απ' αυτό. Αγαπημένε, πόσο μου λείπεις...
5 Οκτωβρίου.
Μόλις πήρα στα χέρια μου το πρώτο σου γράμμα. Με πόση λαχτάρα το διάβασα και το ξαναδιάβασα φορές αμέτρητες, πόση ευτυχία ένιωθα την κάθε φορά, ν' αγγίζω με ιερά βλέμματα τις αγνές σκέψεις σου, να βρέχω με φιλιά τούτο το πρώτο σημάδι σύμπνοιας σου. Πόση ευτυχία να ξέρω πως με σκέφτεσαι...

Αλέξης Αρβανιτάκης : Γράμματα στον Μάριο (σιγαρέτα)

4 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Το βιβλίο "Γράμματα στον Μάριο" γράφτηκε κυκλοφόρησε το 1982. Στις 27 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, η Μαρία Παπαδοπούλου έγραφε στα ΝΕΑ:

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΓΑΠΗΣ
Αναπαλαίωση της επιστολογραφίας

Γραμμένο με τη μορφή επιστολών προς έναν παραλήπτη χαμένο κάπου μακριά, ετούτο το παράδοξο για την εποχή μας βιβλίο, επαναφέρει στο παρόν εκείνη την παλιά κραυγή που περιέκλειαν σημειώματα σε μποτίλιες ριγμένες στο απέραντο πέλαγος.

Είκοσι εννέα γράμματα που στην επιφάνεια μοιάζουν με αναπαλαίωση της ξεχασμένης πια επιστολογραφίας - είδος που ανήγαγαν σε υψηλό εκφραστικό επίπεδο οι καλλιεργημένες κυρίες των αριστοκρατικών κύκλων της Γαλλίας του 17ου και 18ου αιώνα - συνθέτουν εδώ ένα λυπημένο τραγούδι αγάπης. Γράφει ένα αγόρι σε άλλο αγόρι αποκαλύπτοντας όχι την ιδιαιτερότητα της ομοφυλόφιλης σχέσης αλλά το έρεβος μιας ψυχής που βασανίζεται από τον μεγάλο έρωτα και την απουσία του άλλου. Από γράμμα σε γράμμα οι ανυπόμονες στην αρχή κραυγές επιθυμίας εκείνου που γράφει στον αγαπημένο Μάριο, μεταβάλλονται σε ατόφια απελπισία που διαβρώνει, υποσκάπτει και τελικά σκοτώνει το μυαλό του ερωτευμένου που οδηγείται στην τρέλα. Όμως μέσα σ’ ένα απέραντο κενό, κατεστραμμένος εντελώς ο απελπισμένος επιστολέας εξακολουθεί να απευθύνεται στον παραλήπτη παρ’ όλο που ο φόβος και ο θάνατος τον απειλούν με αφανισμό, αποδεικνύοντας πέρα και πάνω από τα όρια του φύλου ότι οι επιθυμίες της ψυχής του ανθρώπου είναι ακατάβλητες.

Εξαιρετικά καλογραμμένο με μια μουσικότητα νοσταλγίας, ικεσίας και πάθους που θυμίζει το βαθύτατα ερωτικό "αντάτζιο" του Αλπινόνι, αυτό το μικρό βιβλίο σε κερδίζει απόλυτα.

κ.σ. είπε...

Δύο ημέρες πριν, στις 25 Νοεμβρίου του 1982, είχε προηγηθεί η κριτική του Τάκη Μενδράκου, στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ:


Ένα παλιό είδος γραφής, τα γράμματα, διάλεξε ο Αλέξης Αρβανιτάκης για να παρουσιάσει τα πρώτα του πεζογραφήματα, ένα είδος που χρησιμοποίησαν μεγάλοι της λογοτεχνίας, για να πετύχουν την εξομολογητική θέρμη και την αίσθηση της αμεσότητας.

Αν ξεπεράσει κανείς τη μνήμη εκείνων των κειμένων και κάτι ακόμα, την πρόληψη ότι αυτά τα ερωτικά γράμματα είναι γραμμένα από ένα αγόρι που απευθύνεται στον αγαπημένο του, τότε θα βρεθεί κυκλωμένος από τη μοναξιά και την οδύνη του κόσμου εκείνου που βαφτίστηκε "περιθωριακός".

Διάχυτα από έναν έντονο αισθησιασμό, που δεν γίνεται ποτέ κραυγαλέος, τα μικρά αυτά κείμενα του Α. Αρβανιτάκη, παρ' όλη την κάπως παλιάν εκφραστική τους, έχουν αφηγηματικά χαρίσματα που μαρτυράνε ότι ο συγγραφέας τους μπορεί να κινηθεί στον χώρο της λογοτεχνίας.

κ.σ. είπε...

Ακολούθησαν κι άλλες:

Μέσα από ποτάμια πάθους, με τη μορφή αλληλογραφίας (ενός αγοριού προς ένα άλλο), παρουσιάζεται η ιστορία μιας περιόδου ολίσθησης προς το διανοητικό θάνατο. Η λεξιλαγνεία και ο άκρατος έρωτας είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του βιβλίου, μια λεξιλαγνεία που φτάνει στην αισθητική εκζήτηση κι ένας έρωτας χωρίς καν την ομορφιά της κατάπτωσης. Αποτέλεσμα είναι να διαβάζεται το κείμενο με ένταση και με την ίδια ένταση να αποκρούεται.

Βάιος Παγκουρέλλης
ΔΙΑΒΑΖΩ,τ.63 - 23 Φεβρουαρίου 1983

~~~~~~~~~~~~

Πρέπει να διαθέτει κανείς ταλέντο για να μπορέσει να γράψει στο κενό μιας εμπειρίας και το αποτέλεσμα να είναι, αν όχι πειστικό, τουλάχιστον γοητευτικό. Αυτό το κενό στην περίπτωση του Αρβανιτάκη είναι η έλλειψη του ρεαλισμού και του γνώριμου κοινωνικού χώρου και η γοητεία αυτού του βιβλίου - αν πρέπει να ειπωθεί έτσι - είναι ότι χτίζει πάνω σ' έναν χώρο και χρόνο καθαρά ποιητικούς. Ήδη η νεοελληνική σκληρότητα που βρήκε τον κώδικά της περισσότερο στον νατουραλισμό, είναι κορεσμένη από εκείνη την ιδιότυπη "κοινωνικοποίηση" που πηγάζει από δυσεπίλυτα προβλήματα παρά από μορφολογικές αναζητήσεις.

Τα Γράμματα στον Μάριο κρύβονται στην σκιά αυτού του κονωνικολογικού νατουραλισμού: γράφονται στο όνομα της πολυτέλειας, της ομορφιάς και της παρακμής. Αυτό το συνεχές φλου, αυτό το τεχνητό ομίχλιασμα, αυτή η αίσθηση του μακρινού και του γενικού, αυτή η σουρντίνα από μεγαλόπρεπα αισθήματα, άτυχες εκλάμψεις, κακόηχες μεταφορές και ρομαντικό πάθος, εντείνουν μιαν αίσθηση εξορίας. Εξορία και φυγή, διώξιμο από έναν κοινωνικό χώρο, καταφύγιο απ' τον φυσιολογικό έρωτα στο άρρωστημένο παίξιμο σκιάς και φωτός, απελπισίας και θυμού. Ο αφηγητής γράφει στο τέλος σ' ένα alter ego, σ' ένα Εγώ πλατύτερο και ιδανικότερο απ' το δικό του εγώ. Το γράψιμο σ' αυτή τη ναρκισσιστική μούσα που λέγεται Μάριος, γίνεται σιγά σιγά στείρο γιατί είναι υπερβολικά συνειδητό. Η μούσα αυτή δεν έρχεται και δεν υπακούει, όχι γιατί είναι αγόρι, άρα περισσότερο ανεξάρτητη απ' το θηλυκό, αλλά γιατί το εγώ του συγγραφέα είναι αιχμάλωτο στην γοητεία της γραφής παρά του πραγματικού.

...Αυτό το μικρό βιβλίο έχει την ζεστασιά και την συνοχή ενός ζωντανού πλάσματος. Κάτι που φανερώνει ότι τα Γράμματα στον Μάριο έχουν γίνει με πόνο και ειλικρίνεια τόση ώστε να γίνουν ένα με τη ζωή μας.

Χάρης Μεγαλυνός
ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, τ.8 - Ιανουάριος 1983

k.s. είπε...

Ο Γιώργος Χρονάς, προλογίζοντας το βιβλίο "Γράμματα στον Μάριο":

Δεν ξέρω αν ο Αλέξης Αρβανιτάκης όταν έγραφε αυτό το βιβλίο του ήξερε πως οι Φτωχοί του Ντοστογιέφσκυ γράφτηκαν με την μορφή επιστολών. Το ίδιο και το βιβλίο - άγνωστο στην Ελλάδα - της Μαντάμ ντε ΣΣεβινιέ. Οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου - Προς Ρωμαίους, Προς Κορινθίους..., γράφτηκαν επίσης έτσι. Δεν ξέρω ακόμα αν θυμήθηκε τα ελληνικά τραγούδια Γράμμα θα στείλω στο θεό και το Πικραμένο γράμμα. Ή αν πρέπει να φαντάστηκε "τα γράμματα" μέσα σε μποτίλιες στο πέλαγος - σημάδια ναυαγών ή φυλακισμένων - κρατουμένων. Δεν πηγαίνω πίσω, στον Ισοκράτη ίσως, για να βεβαιωθώ για την "ιστορική" διάρκεια των επιστολών του και το πρόσωπο του "παραλήπτη". Ίσως πιο κοντά του να ήταν οι μανάδες των στρατιωτών στις πόλεις ή στην επαρχία που πηγαίνουν σε κάποιο σπίτι για να τους διαβάσουν ή να τους γράψουν ένα "γράμμα". Μα κι αν ακόμα δεν τα ήξερε όλα αυτά - γιατί να τα ξέρει; - ήξερε πως το "γράμμα" είναι κάτι ιερό, γιατί εδώ δεν χωράνε ψεύτικες κοσμικότητες και πρόσωπα του καιρού μας παρά μόνο αλήθεια και πραγματικότητα που μόνο εμείς οι δυο - αποστολέας - παραλήπτης - ξέρουμε, γι' αυτό έκανε, φαντάζομαι, τα 40 αρχικά γράμματά του στον Μάριο 29 και κράτησε ανοιχτή την πόρτα της αφαίρεσης στον αναγνώστη αυτής της αλληλογραφίας του. Από την αρχή βλέπω πως ο Αλέξης Αρβανιτάκης ξέρει πως κάνει ένα πράγμα ντεμοντέ - ξέρει τα γράμματα και τα ταχυδρομεία έχουν πεθάνει - γι' αυτό μιλάει σαν ηρωίδα κάποιας ιταλικής όπερας που γράφει στον αγαπημένο της μέσα στην καλύβα κάποιας ιταλικής πολίχνης. Μην σας σοκάρει ότι γράφει αγόρι σε άλλο αγόρι που πολύ αγάπησε κι έφυγε - το έφεραν οι συνθήκες; το ζήτησεν η ζωή; - και μένει τώρα αλλού, μακριά. Αν θα ξεπεράσετε αυτόν τον ύφαλο - αυτή είναι και η πρωτοτυπία του βιβλίου - θα βρεθείτε μπροστά σε μια γραφή που προχωρεί σα μουσικό κρεσέντο όμοιο με το κρεσέντο του Ένοικου στο φίλμ του Πολάνσκυ. Μόνο που εδώ δεν επαναλαμβάνεται η σκηνή της αυτοκτονίας στο τέλος, γιατί ο αποστολέας αυτών των επιστολών - αλήθεια ποιο είναι το όνομά του; - έχει χαθεί για πάντα από τα μάτια των αναγνωστών αυτού του βιβλίου.