Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

Νο 15

Αρχές Ιουνίου ήρθ' η διαταγή που περίμενε ο Πωλ. Την τελευταία βραδιά που τον συνάντησα, μούφερε γι' αποχαιρετιστήριο δώρο, ένα ζευγάρι παπούτσια πούχε αγοράσει στην καντίνα των άγγλων αξιωματικών. Ήταν ένα καταπληκτικό ζευγάρι παπούτσια, από χοιρόδερμα, κι η μεγάλη μου δυστυχία για κάμποσα καιρό μετά, ήταν που δε μπορούσα να τα φορέσω, πρώτον γιατί θάπρεπε να εξηγήσω στον πετέρα μου την προέλευση τους, κι ήξερα πως δεν έχαβ' εύκολα τα ψέματα, και δεύτερο επειδή, που να πάρ' ο διάολος, ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερ' απ' το δικό μου, και τα πόδια μου έπλεαν μέσα. Τα κλείδωσα λοιπόν κι αυτά, μαζί με τα γραφτά και το ημερολόγιο μου, στο μοναδικό συρτάρι του μικρού γραφείου μου πούχε κλειδί.
Ένα μεσημέρι, γύρισ' ανύποπτος απ’ το σχολείο, κι είδα τον πατέρα μου στο δωμάτιο μου. Καθόταν στο γραφείο μου, κι ήταν απορροφημένος στην ανάγνωση του ημερολογίου μου, Πάνω στο κρεβάτι μου, ήταν ακουμπισμένα τα παπούτσια του Πωλ.
Μόλις μ' είδε, σηκώθηκε, μ' άρπαξ' απ' το πουκάμισο, το τράβηξε, και τόσκισε. Έβγαλε τη ζωστήρα του. Άρχισε να χτυπάει όπου έβρισκε. Κι έβριζε. Έβριζε. Έλεγε ξανά και ξανά αυτό που δεν ήξερα ακόμα ότι ήμουνα, αυτό που μπορεί ακόμα να μην ήμουνα, που, θε' μου, χρειάστηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια άγχους κι αυτοκαταστροφής για ν' αρχίσω να καταλαβαίνω πως δεν είμαι, τόλεγε, τόλεγε, με τα χυδαιότερα λόγια. Στο τέλος, όταν κουράστηκε, άρπαξ' ασθμαίνοντας τα ποιήματα μου και το ημερολόγιο, και τάκαν' όλα χίλια κομματάκια. Ύστερα, πήρε τα παπούτσια, για να τα πετσοκόψει, όπως είπε, κι αυτά με το ψαλίδι, και βγήκ' απ' το δωμάτιο μου.

Κώστας Ταχτσής : Τα ρέστα (Ερμής)

2 σχόλια:

κ.σ. είπε...

[Ύστερα, πήρε τα παπούτσια, για να τα πετσοκόψει, όπως είπε, κι αυτά με το ψαλίδι, και βγήκ' απ' το δωμάτιο μου.]

Αυτός όμως δεν τα «πετσόκοψε». Λίγο αργότερα, όταν συνήλθε από το ξύλο και βγήκε στο χωλ, «έπιασε τον πατέρα του επ’ αυτοφώρω να δοκιμάζει έν’ απ’ τα παπούτσια, σόλα με σόλα, με το δικό του, για να δει αν του κάνουν»

Το απόσπασμα που επέλεξε ο ReyCorazόn από "Τα Ρέστα", περιγράφει μια ακόμα σκηνή “ξύλου”, από τις τόσες που ο Κώστας Ταχτσής επαναλαμβάνει συχνά στα αυτοβιογραφικά διηγήματά του.
Ξύλο από τον πατέρα του, την μητέρα του, τη γιαγιά του, από συγγενείς-εκτελεστές δηλαδή, που χρησιμοποιούσαν το παιδί ή τον έφηβο Ταχτσή σαν σάκο του μποξ για να εκτονώνουν το θυμό τους, λες και ήταν δική του η ευθύνη για τα «δεινά» τους. Η κλασική ενδοοικογενειακή βία που απαντάται συχνά – άλλοτε με την ήπια μορφή της, αυτή που, ελαφρά τη συνειδήσει, χαρακτηρίζεται ως «αποδεκτή» (η πιο συνηθισμένη μορφή), και άλλοτε με την πιο απεχθή (και αξιόποινη)- στο προβαλλόμενο μοντέλο οικογένειας από ετερόφυλους γονείς. Αυτό που, όπως υποστηρίζουν οι ομοφοβικοί, είναι "ιδανικό", "αξεπέραστο" και τόσο "επιτυχημένο" που καθιστά απαγορευτικά τα "πειράματα" δημιουργίας οικογένειας με την υιοθεσία παιδιών από ζευγάρια ομοφύλων.

Ξύλο από την μητέρα του, στο “Φοβερό Βήμα”:

«Με πήρε μέσα και μου 'δωσε το πρώτο γερό ξύλο της ζωής μου. Δε θυμάμαι την ίδια τη σκηνή του ξύλου -ακολούθησαν άλλωστε χειρότερες αργότερα-, αλλά θυμάμαι καθαρά τον εαυτό μου βαλαντωμένο απ' το κλάμα να κρύβεται πίσω από μια όρθια σκάφη μέσα στο πλυσταριό.»

«είδα την έκφραση του προσώπου της και ιδίως το σκοινί που κράταγε στο χέρι της, κοκάλωσα κι ύστερα έκανα να φύγω, αλλά με πρόλαβε, μ' έσυρε ως το ποδαρικό του κρεβατιού, μ' έδεσε χεροπόδαρα με τη μια άκρη του σκοινιού, μου 'βαλε κόκκινη πιπεριά στο στόμα, τσούσκα τη λέγαμε, κι άρχισε να με δέρνει με την άλλη άκρη του σκοινιού, χωρίς, το χειρότερο απ' όλα, να μου λέει το γιατί. Με κάθε σφύριγμα του σκοινιού στα πόδια μου, έβγαζα γοερές κραυγές, άκουσαν οι συγκάτοικες των επάνω ορόφων και κατέβηκαν να με γλιτώσουν, χτυπούσαν την πόρτα μας με τις γροθιές τους κι έλεγαν: «Τι σου 'κανε βρε χριστιανή μου, το παιδί, θα το σκοτώσεις!» «Θκο μου είναι, ό,τι θέλω θα το κάνω, θα το ψήσω και θα το φάω σαν αρνί!»

Ξύλο από την γιαγιά του στα “Ρέστα”:

«...πήγε στην ακακία, κι έκοψε μια βέργα, της έβγαλε τα φύλλα, κι άρχισε να τον κυνηγάει απ΄τη μια άκρη της αυλής στην άλλη, δίνοντάς του βιτσιές στα μπούτια, η Λίζα έτρεχε από πίσω της και γαύγιζε θυμωμένα, κι η κυρία Περεσιάδη βγήκε στη βεράντα και φώναξε, για τ’ όνομα του θεού, τι συμβαίνει κυρία Πράττου, τι σας έκανε το παιδί, μην το δέρνετε έτσι, δεν είναι σωστό...»

Ξύλο από τον πατέρα του, στο “Φοβερό Βήμα”:

«...τον είδα να πλησιάζει στο κρεβάτι μας τρεκλίζοντας, πριν καν προλάβει η μάνα μου ν' ανασηκωθεί, μας τράβηξε το πάπλωμα κι άρχισε να τη χτυπάει βρίζοντας. Έπεσα μπρούμυτα στα στήθος της κι ούρλιαζα: «Μη, μπαμπά, μη τη μαμάκα μου!», αλλά αυτός εξακολούθησε να χτυπάει με μανία όπου έβρισκε, και τις πιο πολλές ξυλιές τις έτρωγα εγώ.»

κ.σ. είπε...

Πώς γράφτηκαν «Τα Ρέστα»:
...
Τέλη του '63, πήρα, στη Νέα Υόρκη, ένα γράμμα απ' το Νάνο Βαλαωρίτη. Μου ανάγγελνε την απόφαση μιας μικρής ομάδας φίλων να εκδώσουν ένα περιοδικό με τον αρκετά περίεργο, για να μην πω απόκρυφο, τίτλο «ΠΑΛΙ». Θα το θεωρούσαν, έγραφε, τιμή τους αν τους έστελνα να δημοσιεύσουν κάτι δικό μου.
Είχα μερικές σημειώσεις –που αποτέλεσαν λίγο αργότερα την «Πρώτη Εικόνα» - αλλά τίποτ’ άλλο. Έκατσα λοιπόν αμέσως μπροστά στη γραφομηχανή μου, και, μέσα σ’ έν’ απόγεμα, έγραψα το ουσιαστικά πρώτο μου διήγημα, «Τα Ρέστα», που ‘μελλε να δώσει πολλά χρόνια αργότερα τον τίτλο στην ομώνυμη συλλογή. Το ταχυδρόμησα αμέσως, βάζοντας μέσ’ στο φάκελλο κι ένα πεντοδόλλαρο.
Η απάντηση του Νάνου ήταν ενθουσιώδης και μ’ έκανε να ξαναστρωθώ στο γράψιμο. Δε θα ‘τανε λοιπόν υπερβολή αν έλεγα ότι στο «ΠΑΛΙ» οφείλω εν μέρει έστω κι αυτά τα λίγα διηγήματα που ‘χω γράψει έκτοτε…

Περιοδικό «ΔΙΑΒΑΖΩ» - τ. 440, Μάιος 2003.