Κυριακή, Ιουνίου 26, 2005

No 107

«Υπάρχουν αρκετά χρήματα να μας κρατήσουν όσο θα ψάχνουμε. Δεν είμαι βλάκας, όπως δεν είσαι κι εσύ. Δε θα πεινάσουμε. Τα έχω σκεφτεί όλ' αυτά όσο αγρυπνούσα τη νύχτα κι εσύ κοιμόσουν».
Έγινε μια παύση. Ο Άλεκ συνέχισε πιο ευγενικά :
«Δε θα πετύχαινε, Μωρίς. Θα μας κατάστρεφε και τους δυο, δεν το βλέπεις, κι εσένα κι εμένα».
«Δεν ξέρω. Ίσως ναι. Ίσως όχι. Η "τάξη". Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο τι κάνουμε σήμερα. Φεύγουμε τώρα από δω και παίρνουμε ένα καλό πρωινό και πάμε κάτω στο Πεντζ ή ό,τι θέλεις εσύ και βλέπουμε τέλος πάντων και τον Φρεντ. Εσύ του λες ότι άλλαξες γνώμη για τη μετανάστευση και ότι ανοίγεις, αντίθετα, δουλειά με τον κύριο Χωλ. Θα έρθω κι εγώ μαζί σου. Δε με νοιάζει. Θα δω όποιον να 'ναι, θ’ αντιμετωπίσω τα πάντα. Αν θέλουν να το καταλάβουν, ας το καταλάβουν. Έχω βαρεθεί πια. Λες του Φρεντ ν' ακυρώσει το εισιτήριο σου, θα το πληρώσω εγώ, κι έτσι αρχίζουμε να είμαστε ελεύθεροι. Έπειτα θα κάνουμε το επόμενο πράγμα. Είναι επικίνδυνο άλλα όλα είναι επικίνδυνα, και δε θα ζήσουμε παρά μόνο μια φορά».

Ε. Μ. Φόρστερ : Μωρίς (Καστανιώτης)

4 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Ο «Μωρίς» είναι ένα βιβλίο για τον κόσμο της «αγάπης που δεν φοβάται να πει το όνομά της». Είναι το “coming out” μυθιστόρημα των αρχών του εικοστού αιώνα και ένα από τα top βιβλία της gay λογοτεχνίας. Γράφτηκε κατά τα έτη 1913-1934, αλλά δημοσιεύτηκε το 1971, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Ε.Μ.Φόρστερ, μιας και ο συγγραφέας δείλιασε να το εκδώσει όσο ζούσε.

Κεντρικός ήρως του μυθιστορήματος είναι ο αξιαγάπητος και γενναίος Μωρίς – ένας από τους πιο πλήρεις χαρακτήρες του Φόρστερ - που τον παρακολουθούμε να αφυπνίζεται σεξουαλικά, να ανακαλύπτει την ομοφυλοφιλία του και να συνδέεται ερωτικά με τον Κλάιβ που στη συνέχεια τον απογοητεύει με την επιλογή του να συμβιβαστεί από φόβο για κοινωνικό αποκλεισμό. Ο Μωρίς πληγώνεται, απελπίζεται, έρχεται αντιμέτωπος με τα κοινωνικά ήθη της εποχής, τα απορρίπτει, ωριμάζει, δίνει τον αγώνα του, συγκρούεται με μια εχθρική κοινωνία, και τέλος βρίσκει την αγάπη στο πρόσωπο του Άλεκ και ζει σύμφωνα με την αλήθεια του, μη επιτρέποντας στους άλλους να κατευθύνουν τη ζωή του.

κ.σ. είπε...

Δύο ερωτήματα για τον Φόρστερ

«Όλη η λογοτεχνία τείνει προς την κατάσταση της ανωνυμίας, και στο βαθμό που οι λέξεις είναι δημιουργικές, μια υπογραφή απλώς μας απομακρύνει από την πραγματική τους σημασία. Δεν λέω ότι η λογοτεχνία δεν θα “έπρεπε” να είναι υπογεγραμμένη, επειδή η λογοτεχνία είναι ζωντανή, και επομένως η λέξη “έπρεπε” δεν είναι η σωστή. Δεν θέλει να είναι υπογεγραμμένη. Αυτό είναι που θέλω να πω. Τραβάει πάντα προς αυτήν την κατεύθυνση και στην ουσία λέει: “Eγώ υπάρχω πραγματικά, όχι ο συγγραφέας μου”»

Αυτό υποστηρίζει ο Ε.Μ. Φόρστερ στο άρθρο του “Για την Τέχνη γενικά – Η ανωνυμία: μια έρευνα” (“Δύο ζητωκραυγές για τη Δημοκρατία”, εκδ. Ερμείας), και συμπληρώνει ότι «η υπογραφή, το όνομα, ανήκει στην επιφανειακή προσωπικότητα και αφορά τον κόσμο των πληροφοριών, είναι μια ετικέτα, όχι το πνεύμα της ζωής». Λέει ακόμα ότι «στη φλυαρία των ερωτήσεων και των απαντήσεων, στους χειμάρρους του κουτσομπολιού, ξεχνάμε τον σκοπό για τον οποίο η δημιουργία επιτελέσθηκε» και πως «ό,τι περιέχει πληροφορίες θα έπρεπε να είναι υπογεγραμμένο και ό,τι δεν περιέχει δεν χρειάζεται να είναι»

Τι γίνεται όμως όταν ένας δημιουργός, καθυστερεί πάνω από μισό αιώνα να δώσει την ευκαιρία στους αναγνώστες του να ανακαλύψουν τον σκοπό για τον οποίο έγραψε ένα βιβλίο; Και τι γίνεται όταν ένα μυθιστόρημα μάς δίνει πληροφορίες για τον ίδιο μας τον εαυτό; Δεν πρέπει να γνωρίζουμε κάτι περισσότερο για τον συγγραφέα ώστε να εκτιμήσουμε αναλόγως την εγκυρότητα των πληροφοριών του;

Στην περίπτωση του «Μωρίς» τίθενται και τα δύο ερωτήματα. Γιατί το βιβλίο έδωσε σε πολλούς την ευκαιρία να «ανακαλύψουν» τον εαυτό τους και ο Edward Morgan Forster “καθυστέρησε” την έκδοση του, έτσι που «ο σκοπός για τον οποίο η δημιουργία επιτελέσθηκε» έμεινε «ξεχασμένος» για 57 χρόνια.

Κ.σ.Μ. είπε...

Από την Οδό Πανός – τ. 34, Ιανουάριος 1988. Αναδημοσίευση από Τα Νέα, 12 Αυγούστου 1987

Ανομολόγητοι έρωτες

«Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τότε που ο Φόρστερ έγραψε αυτό το βιβλίο. Δηλαδή πριν από 75 χρόνια» λέει ο Τζέημς Άιβορυ. «Τα ήθη είναι πιο ελεύθερα, η συμπεριφορά του κόσμου είναι λιγότερο εχθρική απέναντι στην ομοφυλοφιλία, αλλά η αγωνία που αισθάνεται ένας νέος όταν ανακαλύπτει ότι είναι “διαφορετικός”, είναι ακριβώς αυτή που ένιωθε και ο Φόρστερ στις αρχές του αιώνα. Αυτό είναι και το κεντρικό θέμα του “Mώρις”: το πόσο δύσκολα λογαριάζεται κανείς με τα πιο κρυφά του αισθήματα. Αυτό το θέμα εμένα προσωπικά με συγκλονίζει.»
[...]
«Ένας σύγχρονος συγγραφέας ίσως να μην περιέγραφε ποτέ έναν πλατωνικό έρωτα όπως ήταν αυτός του Κλάιβ και του Μώρις. Μα θα ήταν κρίμα. Γιατί παρόμοιες συγκινήσεις και συναισθήματα υπάρχουν ακόμα και στην Αγγλία. Όταν έκανα τα δοκιμαστικά για να διαλέξω το καστ, μίλησα με πολλούς νέους Άγγλους ηθοποιούς. Σχεδόν όλοι μου εξομολογήθηκαν ότι είχαν νιώσει παρόμοια συναισθήματα για κάποιο συμφοιτητή τους στο πανεπιστήμιο. Πάθη απελπισμένα, τις περισσότερες φορές ανομολόγητα, ή που δεν κατέληξαν ποτέ σε αληθινές ερωτικές σχέσεις...»

Κ.σ-Μ. είπε...

Από την «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 22 Ιουνίου 2007
Γράφει η Κατερίνα Σχινά

Η απόδραση από την πραγματικότητα
Ξεπερνώντας τον υλικό κόσμο και αγιοποιώντας την επιθυμία


Το έργο του Ε.Μ. Φόρστερ είναι ο καθρέφτης ενός διχασμού, η πολυάνθρωπη σκηνή μιας σύγκρουσης οδυνηρής που ποτέ, ωστόσο, δεν γίνεται μελοδραματική. Από τη μια, οι συμβάσεις μιας κοινωνίας μεγαλοαστικής, δοσμένης ολόψυχα στο παιχνίδι των αποκρύψεων και των αποσιωπήσεων• από την άλλη, η ελευθερία ενός πνεύματος που ασφυκτιά μέσα στους περιορισμούς και επιζητεί, συχνά ατελέσφορα, τη ρήξη. Ρεαλιστής, που αποτυπώνει ολοζώντανα την εδουαρδιανή και μεταπολεμική βρετανική πραγματικότητα και ταυτόχρονα μυθογράφος ανοιχτός στις μυθολογικές, αρχετυπικές εκφάνσεις της ανθρώπινης εμπειρίας, ηθικά στιβαρός και ενορατικά στοχαστικός, ανθρωπιστής που διηθεί την ευαισθησία του με ειρωνεία και πλεονάζον χιούμορ και συνάμα διαυγής, παρατηρητικός και οξυδερκής κριτικός του καιρού του, ο «λεπταίσθητος» Φόρστερ μπορεί, χωρίς αμφιβολία, να συστοιχιστεί, ως προς το λογοτεχνικό του εκτόπισμα, με τους μεγάλους συγκαιρινούς του - από τη Βιρτζίνια Γουλφ ώς τον Ντ.Χ. Λόρενς.

Ορφανός στα δύο του χρόνια από πατέρα και λατρεμένος από μια ασφυκτικά παρούσα μητέρα, που δεν θα πάψει ούτε στιγμή να «του παραπονιέται και να τον κατηγορεί για αδιαφορία», σπούδασε στο Tonbridge School (που το απεχθανόταν), φοίτησε αργότερα στο Κέμπριτζ (που το εξιδανίκευσε, θεωρώντας τα κολέγιά του ως νέες πλατωνικές ακαδημίες ή περιπατητικές σχολές) και ταξίδεψε πολύ. Ενας χρόνος στην Ιταλία με τη μητέρα του και μια κρουαζιέρα στην Ελλάδα στις αρχές του αιώνα, θα του προμηθεύσουν το υλικό για τα πρώιμα έργα του - σάτιρες της συμπεριφοράς των Αγγλων τουριστών στο εξωτερικό. Το Κέμπριτζ, ο κύκλος του Μπλούμσμπερι -του οποίου αποτελούσε, μαζί με τους άλλους «Αποστόλους», τον Τζ. Μ. Κέινς, τον Λ. Στρέιτσι, τον Λ. Γουλφ και τον Μπ. Ράσελ, σταθερό μέλος- και τα ταξίδια στην Ευρώπη προκάλεσαν ένα εκρηκτικό ξέσπασμα δημιουργικότητας. Το 1904 δημοσίευσε τα πρώτο του διήγημα, την «Ιστορία ενός πανικού». Το 1905 ολοκληρώνει το «Where Angels Fear to Tread» («Εκεί που οι άγγελοι φοβούνται να διαβούν») και περνά μερικούς μήνες στη Γερμανία, ως δάσκαλος των παιδιών της κοντέσας Φον Αρνιμ. Το 1906 εγκαθίσταται με τη μητέρα του στο Γουέιμπριτζ και αναλαμβάνει να προγυμνάσει στα λατινικά τον υποψήφιο φοιτητή της Οξφόρδης Σάγεντ Ρος Μαζούντ, έναν φλογερό μουσουλμάνο Ινδό πατριώτη, με τον οποίο ο Φόρστερ συνδέεται στενά. Ακολουθούν τα έργα του «The Longest Journey» («Το πιο μακρύ ταξίδι», 1907), «Α Room with a View» («Δωμάτιο με θέα», 1908), και «Howard's End» (1910) και η συλλογή διηγημάτων «Celestial Omnibus and Other Stories» («Ουράνιο λεωφορείο και άλλες ιστορίες», 1911), με κοινό θέμα την απόδραση από τις «αξιώσεις της πραγματικότητας», τη μετάβαση στον χώρο του φανταστικού, την υπέρβαση του υλικού κόσμου και την αγιοποίηση της επιθυμίας. Το ίδιο αίτημα αναπαράγεται και στα διηγήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο «The eternal moment» («Η αιώνια στιγμή», 1914), τα οποία ο συγγραφέας αφιερώνει στον «Τ.Ε. in the absence of anything else». Ο Τ.Ε. δεν είναι άλλος από τον Λόρενς της Αραβίας.

Η σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους είναι το θέμα στο οποίο επανέρχεται συνεχώς ο Φόρστερ, και στους «Αγγέλους», και στο «Δωμάτιο με θέα» και στο «Χάουαρντς Εντ»: ο μεσοαστός συμβατικός Βρετανός έρχεται σε αιφνίδια και ανησυχητική επαφή με ανθρώπους σαγηνευτικά απρόβλεπτους, εν πολλοίς εξωτικούς. Το τέλος φτάνει πάντα ακολουθούμενο από μια αίσθηση απώλειας, απογοήτευσης, αν όχι θανάτου• αλλά στο βάθος τρεμοσβήνει πάντα μια αναλαμπή λύτρωσης, η πιθανότητα μιας αλλαγής, η γνώση της ύπαρξης της ομορφιάς. Ο Φόρστερ αντιμετωπίζει με ευγενική ειρωνεία την ηθική και συναισθηματική αναπηρία των ανώτερων τάξεων• ο άνθρωπος είναι γι' αυτόν μια παρουσία αισθαντική, ταγμένη να ακολουθεί τις επιθυμίες της και η διαφορά ανάμεσα σε όσους ζουν ακολουθώντας το ένστικτο και τις επιταγές του και όσους αυτοπεριορίζονται από τις κοινωνικές συμβάσεις, αβυσσαλέα.

Το 1912 ο Φόρστερ ταξίδεψε στην Ινδία, μαζί με τον Μαζούντ• λίγο αργότερα, το 1915, βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια ως μέλος του Ερυθρού Σταυρού, συναντήθηκε με τον Καβάφη και συνδέθηκε μαζί του με μια φιλία, που καθώς έγραψε ο Μάικλ Χάαγκ στο ωραίο του βιβλίο για την Αλεξάνδρεια «έμελλε να είναι πρωταρχικής σημασίας για τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα». «Συχνά αναλογίζομαι την καλή μου τύχη και την ευκαιρία που μου έδωσε η συγκυρία ενός φριχτού πολέμου να συναντήσω έναν από τους μεγάλους ποιητές της εποχής μας», έγραφε ο Φόρστερ αργότερα, στον Αλεξανδρινό έμπορο Περικλή Αναστασιάδη, ο οποίος αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους δύο συγγραφείς. Ο Βρετανός συγγραφέας θα μείνει στην Αλεξάνδρεια ώς το τέλος του πολέμου, και θα γράψει τον δικό του οδηγό για την πόλη - επειδή «για κάθε όραμα χρειάζεται το κατάλληλο μάτι» («Αλεξάνδρεια: μια ιστορία κι ένας οδηγός»). Παράλληλα θα δουλεύει σύντομα, «επιφυλλιδικού» χαρακτήρα, κείμενα, υπαγορευμένα από την όλο και στενότερη επαφή του με την πόλη, κυρίως όμως από τον έρωτά του για τον Μοχάμετ ελ Αντλ, ένα νεαρό Αιγύπτιο που, όπως έγραφε στη φίλη του Φλόρενς Μπάρτζερ, τον έκανε να αισθανθεί «για πρώτη φορά ώριμος άνδρας». Μια συναγωγή τους θα αποτελέσει το βιβλίο «Φάρος και φαρίσκος», στοχασμοί ενός φιλελεύθερου, «ελληνιστικού» πνεύματος πάνω στα ανθρώπινα ήθη, το οποίο θα εκδοθεί λίγο μετά τον θάνατο του Μοχάμεντ από φυματίωση, τον Μάιο του 1922. Τότε ακριβώς ο Φόρστερ θα επιχειρήσει και το δεύτερο ταξίδι του στην Ινδία, όπου θα εργαστεί ως γραμματέας ενός μαχαραγιά και θα ολοκληρώσει το γνωστότερο έργο του «Α Passage to India» («Πέρασμα στην Ινδία», 1924).

Κεντρικό θέμα του σπουδαίου αυτού μυθιστορήματος είναι, με τα λόγια του Εντουαρντ Σαΐντ («Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός»), «η διαρκής σύγκρουση μεταξύ Αγγλων αποικιοκρατών -"καλοφτιαγμένα μυαλά, καλοδουλεμένα μυαλά και αδούλευτες καρδιές"- και της Ινδίας» - ή, αλλιώς, η συνεχής αντιπαράθεση του Ινδού Αζίζ και του Βρετανού Φίλντινγκ: και οι δύο διανοούμενοι, και οι δύο μέτοχοι αλλά όχι δέσμιοι του πολιτισμού και των παραδόσεων της χώρας τους, και οι δύο πρόθυμοι να συνδεθούν, κι όμως... Οπως υπογραμμίζει στον «Οριενταλισμό» του ο Σαΐντ, στο τέλος «μένουμε με την αίσθηση μιας ανυπέρβλητης απόστασης που εξακολουθεί να χωρίζει "εμάς" από μιαν Ανατολή προορισμένη να φέρει την ετερότητά της ως σφραγίδα της αμετάκλητης απομόνωσής της από τη Δύση. Αυτή είναι και η απογοητευτική κατακλείδα του «Περάσματος στην Ινδία». Ο Αζίζ και ο Φίλντινγκ προσπαθούν, και αποτυγχάνουν, να συμφιλιωθούν:

Γιατί δεν μπορούμε να είμαστε φίλοι τώρα; είπε ο άλλος, κρατώντας τον στοργικά. «Είναι αυτό που θέλω. Είναι αυτό που θέλεις».

Αλλά τα άλογα δεν το ήθελαν - και απομακρύνθηκαν ξαφνικά το ένα από το άλλο• η γη δεν το ήθελε, στέλνοντας πέτρες που για να περάσουν ανάμεσά τους έπρεπε να προχωρούν ένας ένας• οι ναοί, η στέρνα, η φυλακή, το παλάτι, τα πουλιά, το νεκρό κουφάρι, ο ξενώνας (...) δεν το ήθελαν• είπαν, με τις μυριάδες φωνές τους, «όχι, όχι ακόμα», και ο ουρανός απάντησε «όχι, όχι εκεί».

Αυτός ο κατηγορηματικός τόνος καταλογίστηκε αρνητικά στον Φόρστερ: «στο πολιτιστικό επίπεδο αρνείται στον ινδικό πολιτισμό ένα προνόμιο, το οποίο, παρεμπιπτόντως, παραχωρούσε πρόθυμα στους Ελληνες και τους Ιταλούς», γράφει ο Σαΐντ. Ομως εδώ ο Φόρστερ απλώς καταγράφει την αδυναμία των ανθρώπων να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον, να καταρρίψουν φραγμούς, προκαταλήψεις, ταυτοτικές αγκυλώσεις• δεν είναι πολιτικός, θεωρητικός ή προφήτης, ούτε στρατεύεται σε μιαν υπόθεση δικαιοσύνης. Οι άνθρωποι είναι που τον ενδιαφέρουν και σ' αυτούς αφιερώνει τον στοχασμό του.

Το «Πέρασμα» στην Ινδία ήταν το τελευταίο μυθιστόρημα του Φόρστερ. Από το 1924 ώς τον θάνατό του, το 1970, έγραψε μόνο δοκίμια, δύο βιογραφίες και βιβλία λογοτεχνικής κριτικής, με κορυφαίο το «Aspects of a novel» («Πτυχές του μυθιστορήματος»), που περιλαμβάνει τις διαλέξεις Clark, τις οποίες έδωσε ο συγγραφέας στο Κέμπριτζ το 1927. Το έργο μελετά τη δόμηση των χαρακτήρων, τον σχεδιασμό και τον ρυθμό στο μυθιστόρημα. Οι ήρωες, σημειώνει ο Φόρστερ, είναι είτε επίπεδοι -καρικατούρες, χρήσιμοι κυρίως στην κωμωδία- είτε στρογγυλοί, ικανοί να εκπλήξουν και να πείσουν τον αναγνώστη. Οσο για τον ρυθμό, ο συγγραφέας θεωρεί πως μερικές φορές τα ηχητικά σύνολα της συμφωνικής μουσικής βρίσκουν το ακριβές ανάλογό τους στο μυθιστόρημα. Δοκίμια περιλαμβάνονται επίσης στα βιβλία του «Abinger Harvest» («Η συγκομιδή του Αμπινγκερ», 1936) και «Two Cheers for Democracy» («Δύο ζήτω για τη δημοκρατία», 1951). Ιμπρεσιονιστικά, άκρως προσωπικά, βαθύτατα ανθρωπιστικά, τα περισσότερα από τα κείμενα των συλλογών αυτών εκφράζουν δυσπιστία προς την πρόοδο, ανησυχία για το μέλλον του ανθρώπινου πολιτισμού, αποστροφή για την επικράτηση των υλιστικών αξιών. Ομως το πιο συγκινητικό κείμενο του Φόρστερ είναι το μακροσκελές δοκίμιο «Σε τι πιστεύω» από το «Δύο ζήτω για τη δημοκρατία», υποβλητική ελεγεία στη δημοκρατία και την ιερότητα του ατόμου, θαρραλέα έκκληση ενάντια στον ρατσισμό, γενναία υπεράσπιση της σημασίας των ανθρώπινων σχέσεων. Ανακαλώντας την «Αγαπημένη Δημοκρατία του Ερωτα», την οποία επικαλείται στο περίφημο «μυστικιστικό, αθεϊστικό, δημοκρατικό, ανθρωπολογικό» ποίημά του «Hertha» (1869) ο Σουίνμπορν, ο Φόρστερ γράφει: «Δύο ζήτω για τη Δημοκρατία: ένα γιατί αποδέχεται την ποικιλία και δύο γιατί επιτρέπει την κριτική. Δύο ζήτω είναι αρκετά: δεν υπάρχει περίπτωση να δώσω τρία. Μόνον ο Ερως, η Αγαπημένη Δημοκρατία τα αξίζει». Σε μια εποχή γενικευμένης ομοιομορφίας και τυφλής ομαδοποίησης, ο Φόρστερ τολμάει να διακηρύξει τη σημασία της ιδιωτικότητας και το δικαίωμα κάθε ατόμου να «είναι ο μοναδικός εαυτός του» και να εκφράσει τον πόθο για εκείνη την ιδανική -και γι' αυτό ανέφικτη- δημοκρατία που θα επέτρεπε στον άνθρωπο να αυτοπραγματωθεί πλήρως.

Ισως αυτός ο ανέφικτος πόθος να ήταν η αιτία που ο τόσο ταλαντούχος μυθιστοριογράφος βυθίστηκε στη σιωπή. Κάποιοι απέδωσαν τη λογοτεχνική του στειρότητα στην απογοήτευσή του από τη σύγχρονη ζωή• άλλοι στο άγχος που του προξενούσε η αδυναμία του να ομολογήσει την ομοφυλοφιλία του - είναι χαρακτηριστικό ότι ο Φόρστερ κράτησε στο συρτάρι του αρκετά «ομοερωτικά» αφηγήματα, όπως και το μυθιστόρημά του «Μορίς» (1913), το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, αφού, καθώς σημειώνει ο Furbank στη μονογραφία του για τον συγγραφέα, ο Φόρστερ γνώριζε ότι δεν μπορούσε να το δημοσιεύσει «αν πρώτα δεν πεθάνω εγώ ή η Αγγλία». Αλλά αν ο Φόρστερ ως μυθιστοριογράφος εξαντλήθηκε νωρίς, τα λίγα του βιβλία κοινωνούν ακόμη ένα αξεπέραστο όραμα: μια ζωή όπου συνυπάρχουν αισθησιασμός και ορθολογισμός και την οποία μονάχα οι ανθρώπινες σχέσεις μπορούν να εννοηματώσουν