Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

Νο 2

Δεν θυμάμαι πώς, μόνοι μας, βρεθήκαμε να ανηφορίζουμε για το χωριό. Ο Στρατής παραπατούσε απ' το πιοτό, αλλά κι απ' το πόδι του, που δεν μπορούσε να το καλοπατήσει, καθώς ακόμα αιμορραγούσε απ' το γυαλί του ποτηριού, που ήταν κέρασμα, που το 'πιε μονορούφι και το 'σπασε κάτω από τα βήματα του χορού του.
Πήρα το χέρι του και το πέρασα στους ώμους μου, ενώ ταυτόχρονα τον έπιασα απ' τη μέση. Ακούγονταν πια μόνο οι ανάσες μας, βαριές απ' τα τσιγάρα. Μπροστά, ίσα ίσα που διαγραφόταν ο δρόμος, σκούρος, γκρίζος. Η ανάσα μου δεν άλλαζε ρυθμό, αυτοματική, και το μυαλό μου λευκό σεντόνι, χωρίς καμιά σκέψη, με το χέρι του Στρατή πάνω μου. Πήραμε κλειστά τη στροφή στα Μπαίρια. Ό,τι εποχή και να 'ναι, εδώ πάντα φυσά ο αέρας. Βόγκηξε από τον πόνο καθώς το χτυπημένο πόδι του πάτησε μια μυτερή πέτρα. Παραπάτησε. Με το δεξί ελεύθερο χέρι μου έπιασα το δικό του. Οι ανάσες μας εξακολουθούσαν να μην αλλάζουν ρυθμό. Το χέρι του Στρατή σε απόλυτη ακινησία ανάμεσα στην παλάμη και στο στήθος μου. Φτάσαμε στα μέσα της διαδρομής. Στους Ταξιάρχες, το λάδι στα καντήλια βάσταγε ακόμα. Μικρές φωτίτσες τις είδα να μεγαλώνουν, να γίνονται φρυκτωρίες, να στείλουν το μήνυμα, καθώς σε απόλυτο συγχρονισμό και οι δύο είχαμε σταματήσει και αγκαλιαστεί.
Αμίλητοι σαλτάραμε πάνω απ' το ντουβάρι που έζωνε το ξωκλήσι, χαθήκαμε κάτω από τους πρίνους για να καταλήξουμε σε ξέφωτο, μικρό αλώνι, κίτρινο από τα ξεραμένα χορτάρια του καλοκαιριού, κυκλωμένο από λυγαριές...
Η αυγή χάραξε κι έκανε τη νύχτα ανίσχυρη.
"Πάμε να φύγουμε, θα μας δουν"
Όπως αμίλητοι ξεκινήσαμε, έτσι αμίλητοι χωρίσαμε στο έμπα του χωριού.

Χρήστος Βούπουρας : Στο αδιέξοδο της οδού Ασωμάτων (Εστία)

2 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Για το βιβλίο έγραψαν:

- O κριτικός λογοτεχνίας Ηλίας Μαγκλίνης

"Σκηνικό σχεδόν όλων των διηγημάτων που απαρτίζουν τη συλλογή είναι η ευρύτερη περιοχή της Ομόνοιας. Bιογραφίες ανωνύμων, περιθωριακών, μεταναστών, διείσδυση στην εσωτερική τους ζωή - στην αγωνία τους. Ταυτόχρονα, σε ορισμένα διηγήματα ο ρεαλισμός του συγγραφέα υπονομεύεται από ένα στοιχείο του υπερφυσικού, του μαγικού, που υπογραμμίζει διακριτικά αλλά ουσιαστικά την κρυφή, αθέατη όψη των φαινομένων. Μικρά επεισόδια από ζωές καταραμένες και εσωτερικούς βίους αμαρτωλών αγίων, τα διηγήματα του Βούπουρα είναι ένα όχι απαραίτητα ευχάριστο, σίγουρα όμως συναρπαστικό, πορτρέτο της μητροπολιτικής μας Αθήνας, και ταυτόχρονα μια κρυφή βιογραφία των πόθων και των παθών του ανθρώπινου κορμιού."


- Ο ίδιος ο συγγραφέας*

"Έντεκα μικρές ιστορίες, έντεκα μικρές περιπέτειες, έντεκα μικρά συμβάντα του δρόμου, που έγιναν εμπειρίες και τα επεξεργάστηκα έτσι, ώστε να ανιχνεύσω μέσα τους την ιδέα της αγάπης και να εντοπίσω τη μόνη αιτία ύπαρξής της, το θάνατο ή κατ' άλλους τον Θεό."

* Ο Χρήστος Βούπουρας, γεννημένος το 1954 στην Κώμη της Λέσβου, είναι σκηνοθέτης, σεναριογράφος και συγγραφέας. Από τις εκδόσεις του Βιβλ. της Εστίας, κυκλοφορεί το "Μιρουπάσφιμ θα πει καλή αντάμωση", βιβλίο που γύρισε για τον κινηματογράφο με τη συνεργασία του Γιώργου Κόρρα στο σενάριο, το μοντάζ και την σκηνοθεσία.

κ.σ. είπε...

«Κι εσείς τι ιό μπορεί να ψωνίσατε κλεισμένος εδώ μέσα στους τέσσερις τοίχους. Αστειεύομαι, αλλά νομίζω ότι υπερβάλλετε λιγάκι, καλέ μου Φώτιε. Πρέπει να κοιμάστε. Θυμάστε τι έλεγαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι; Νους υγιής εν σώματι υγιεί. Είστε ακόμα νέος κι όμορφος. Μη στεναχωριέστε, θα 'ρθει η στιγμή που το σώμα σας θα σας επιβάλει τις δικές του τιμωρίες, όταν θ' αρχίσει να φθείρεται. Μην το βιάζετε το σώμα σας. Αφήστε το γυμνό στη φύση και θα δείτε πόση δύναμη θα δώσει στην ψυχή σας. Να εγώ, για παράδειγμα, που έχω πια ένα σώμα γερασμένο και με ταλαιπωρεί, ξέρετε πόση χαρά θα μου δίνατε να σας έβλεπα γυμνό να περπατάτε στα μονοπάτια του ησυχαστηρίου σας; Νομίζω ότι αυτό θα το 'θελε και ο ίδιος ο Θεός. Δεν συμφωνείτε;" "Θα θέλατε να προσευχηθούμε μαζί;" ρώτησε μετά από αρκετή ώρα σιωπής ο Φώτιος. "Με την προϋπόθεση ότι θα βγάλετε το ράσο σας", απάντησε εκείνος και μπήκε στο κελί του μοναχού. Πίσω του απροσκάλεστα, μπήκαν ο Δίας, η Ήρα και ο Πλούτωνας. Η Αφροδίτη ξάπλωσε νωχελικά στο χαλάκι της πόρτας...»

Από το τελευταίο διήγημα του βιβλίου "Pasah".