Δευτέρα, Ιουνίου 20, 2005

Νο 96

- Ναι, και λίγο πριν από το AIDS οι πιάτσες νεκρώθηκαν. Δηλαδή, για μένα οι νεκρωμένες πιάτσες δεν οφείλονται τόσο στο φαινόμενο του AIDS, που είναι λίγο εκ των υστέρων, όσο στο ότι η Θεσσαλονίκη, που ήταν κέντρο στρατιωτικής ζωής, πολύ εντονότατο όσο δεν φαντάζεσαι, κάποτε νεκρώθηκε. Ήταν περιτριγυρισμένη από πάρα πολλά στρατόπεδα, τα οποία όταν έβγαιναν έξω για τσάρκα, τις ελεύθερες ώρες τους, μπούκερναν και έρχονταν στη Θεσσαλονίκη. Από τότε, λοιπόν, περίπου το 1974 και μετά, η Θεσσαλονίκη έχει ρημάξει, έχει χάσει τον στρατιωτικό της χαρακτήρα και δεν τον ξαναβρήκε ποτέ. Και μετά, σιγά-σιγά, προϊόντος του χρόνου, βγήκαν και τα άλλα φασούλια, δηλαδή σε μια φάση, λίγο μπήκαν φώτα, λίγο μπήκαν αστυνομίες, λίγο αυτά, λίγο εκείνα και στο τέλος ήρθε και το AIDS καπάκι από πάνω. Έτσι λοιπόν πρόκειται για πραγματικά νεκρές πιάτσες που ρήμαξαν εντελώς (...) Αλλά παρ' όλα αυτά, αυτή η αλλαγή, η οποία στην αρχή δεν ήταν προγραμματισμένη ούτε θεληματική, δεν ξέρω πώς σιγά-σιγά επιβλήθηκε και σήμερα είναι μια πραγματικότητα. Εγώ τα έχω κόψει αυτά τα πράγματα, αλλά και αν δεν τα έκοβα δεν θα πετύχαινε τίποτα παραπάνω. Δηλαδή όσοι εξακολουθούν ακόμη και πηγαίνουν μου λένε ότι και εδώ στη Θεσσαλονίκη είναι ό, τι συμβαίνει στην Αθήνα, μεγάλη εγκληματικότητα.

Γιώργος Χρονάς : Μια συνομιλία με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο (Οδός Πανός)

3 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Ομίχλη σκέπαζε την Θεσσαλονίκη. Παραμονές του Αγίου Δημητρίου. Οι εξέδρες για τις παρελάσεις – μαθητών και στρατιωτών, για την 28η Οκτωβρίου, στήνονταν με βιασύνη. Η θερμοκρασία, σημείωναν, θα είχε πτώση. Ο καιρός θα έμοιαζε με του 1940. Έφτασα από το ξενοδοχείο στο σπίτι του Ντίνου Χριστιανόπουλου την ώρα που είχαμε ορίσει. Γλυκό του κουταλιού και ρόφημα με περίμενε στο φιλόξενο σπίτι του…

[…]
Γιώργος Χρονάς:
Ποιο ποίημα θυμόσαστε, δικό σας, περισσότερες φορές;

Nτίνος Χριστιανόπουλος:
Tα ποιήματα τα οποία για να κρατήσω δέκα πέταξα άλλα τόσα σχεδόν τα αγαπώ πάρα πολύ όλα. Αλλά βεβαίως υπάρχουν μερικά ποιήματα που τα αγαπώ περισσότερο και θα σου φανεί παράξενο, αγαπώ ένα ποιημά μου, που σχετικά, δεν είναι από τα σπουδαιότερα. Ένα ελαφρύ ποίημα.

Γιώργος Χρονάς:
Ποιο;

Nτίνος Χριστιανόπουλος:
To “Nύχτα χάρισέ μου ένα κορμί». Γιατί, ίσως αυτό τη στιγμή που το έγραψα, με εξέφραζε εκατό τα εκατό σαν αίσθημα και ως τεχνική, βγήκε από τα καλύτερα και το αγαπώ πολύ αυτό το ποίημα. Αντίθετα υπάρχουν ποιήματα που τα αγαπούνε άλλοι κι εγώ έχω επιφυλάξεις.

Το ποίημά μου «Ο θάνατος του Αυνάν», το λατρεύει πολύς κόσμος, εγώ όμως εξακολουθώ και το θεωρώ αδύνατο και παραφορτωμένο. Το ποίημα «Εγκαταλείπω την ποίηση» το αγαπούσε πάρα πολύ ο Ελύτης. Εμένα δεν μου αρέσει και μάλλον δεν το ανθολογώ. Το τραγούδι «Ο φωτογράφος» ως στίχους, το θεωρούσε ο Νίκος Καββαδίας ανώτερο από όλα ανεξαιρέτως τα ποιήματά μου. Αυτά τα θεωρώ υπερβολές.

Τελικά, ο καθένας, αγαπάει άλλα και εγώ αγαπώ συνήθως εκείνα που ξεριζώθηκαν από μέσα μου με περισσότερο πόνο και σπαραγμό.

κ.σ. είπε...

ΝΥΧΤΑ, ΧΑΡΙΣΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΚΟΡΜΙ

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
να χορτάσω κι απόψε την έξαψή μου,
να σκοτώσω κι απόψε την απόγνωσή μου,
δεν τα αντέχω πια αυτά τα δρομολόγια,
αυτό τον παιδεμό πίσω από ξένα ίχνη.

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
δεν εξετάζω αν το στήθος είναι όμορφο,
αν τα μπράτσα είναι ψημένα στη δουλειά,
ούτε και νοιάζομαι για των ματιών το χρώμα,
όνομα επάγγελμα και ηλικία.

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
Έστω και για μισή ώρα, για ένα δεκάλεπτο’
Σου τάζω πρώτα πρώτα το κορμί μου,
Σου τάζω το μέλλον μου,
Σου τάζω κάτι περισσότερο: την ψυχή μου –

χάρισέ μου ένα κορμί.

K.σ-Μ είπε...

Περισσότερα αποσπάσματα από την ίδια συνέντευξη που σκιαγραφούν με μεγαλύτερη ακρίβεια το πορτραίτο του Ντίνου Χριστιανόπουλου:

Γ.Χ: Κάποτε φύγατε με τον Ασλάνογλου από μια γιορτή του Βαρβιτσιώτη και του είπατε ότι προτιμάτε το τελευταίο ασήμαντο και σκοτεινό σημείο του πάρκου από γιορτές σε τέτοια σπίτια.
Nτ.Χ: Να σου πω την αλήθεια, δεν το θυμούμαι, δεν αποκλείεται όμως τον παλιότερο καιρό που ήμουνα στις μεγάλες μου κάψες να το είπα. Γενικότερα όμως, όπως ξέρεις, είμαι αντικομφορμιστής δηλαδή, δεξιώσεις και σπίτια και κερασματάκια, ε, δεν μου αρέσουν αυτά τα πράγματα.

*

Γ.Χ: Ανάψατε κερί στον τάφο του Χατζιδάκι όταν είχατε πάει στις εκδόσεις «Μπιλιέτο» στην Παιανία.
Nτ.Χ: Βεβαίως. Και μάλιστα πολύ νωρίς, περίπου δηλαδή μόλις χτίστηκε ο τάφος ήμουν ο πρώτος που πήγα και άναψα το κερί. Βέβαια δε συμφωνώ για το ότι ο τάφος δεν έχει σταυρό ούτε όνομα. Ο Χατζιδάκις είχε κάποιες υπερβολές, νομίζοντας ότι μ' αυτό τον τρόπο θα εμφανιστεί αντικομφορμιστής, ενώ εγώ πιστεύω ότι είχε μια καρδιά κατά βάθος θρησκευόμενη. Έπρεπε λοιπόν να μπει και σταυρός και όνομα. Αυτή η ανωνυμία, η οποία από μια άλλη άποψη, είναι χαρακτηριστικό της ορθοδοξίας, δηλαδή η ορθοδοξία λέει «πέθανες;» δεν υπάρχει πια ούτε όνομα ούτε επίθετο, υπάρχει ανωνυμία. Πάντως αυτό μού κακοφάνηκε.

*

Γ.Χ: Θέλετε κάτι άλλα πράγματα να πείτε μόνος σας ή θέλετε κάτι ακόμα να γράψετε, πολλά θα γράψετε μέχρι να μην θέλετε να γράφετε – ή δεν υπάρχει αυτό το πράγμα;
Nτ.Χ: Άκουσε να δεις. Εγώ τώρα [σ.σχ: το 1997] είμαι εξήντα έξι χρονών, τυπικά από τα εξήντα τρία αρχίζει ή τρίτη ηλικία. Να μην κοροϊδευόμαστε. Εγώ, βέβαια, είμαι ζωτικός ακόμη, αλλά βασικά μπήκα στα γερατειά μου, από τα όποια δεν βγαίνουν και πολύ φρέσκα πράγματα. Ας πούμε ότι εφέτος συμπλήρωσα σαράντα οκτώ χρόνια παραδεκτής γραφής ποίησης. Γιατί έχω και πολλά που αποκήρυξα. Το όριο είναι το 1949, από 1949 παραδέχομαι τα περισσότερα ποιήματα που γράφω. Από την περίοδο '45-'49, δηλαδή, σχεδόν πέντε χρόνια, έχω γράψει άλλα πεντακόσια ποιήματα που αποκήρυξα. Κανείς δεν θα καταλάβει ότι η ώριμη ποιότητα της «Εποχής των Ισχνών Αγελάδων», οφείλεται σε μεγάλη προεργασία.

Γ.Χ: Και απόρριψη;
Nτ.Χ: Και απόρριψη!

Γ.Χ: Tα οποία κρατάτε;
Nτ.Χ: Tα πιο πολλά τα έχω σκίσει. Μερικά, όμως, όποια έχουν κάποιο αντίκρισμα, τα κρατάω. Πάντως, ξεκίνησα πετώντας πεντακόσια ποιήματα και μετά συνέχισα πετώντας στα πέντε τα τρία. Δηλαδή πολύ πράγμα, δεν μπορείς να φανταστείς. Να γιατί το έργο είναι λίγο.

*

Γ.Χ: Πιστεύετε στην φιλία;
Nτ.Χ: Βεβαίως και πάρα πολύ, αλλά ποια φιλία; Φιλία που κατακτάς με θυσίες.

Γ.Χ: Δηλαδή;
Nτ.Χ: Αν είχα εγώ φίλους, είναι γιατί για τους φίλους θυσιάστηκα. Ενώ ο καημένος ο Αλέξης [σ.σχ: εννοεί τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου] - μακαρία η μνήμη του, τον σκέφτομαι πολύ - δεν ήθελε ποτέ να θυσιαστεί για κανέναν και ποτέ δεν είχε φίλους. Εγώ είχα πολλούς φίλους που μ' αγαπούσαν, που με λάτρευαν, αλλά το τι έκανα και γω για να κρατήσω τους φίλους δεν λέγεται. Αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος, «γέγονα τοις πάσι τα πάντα, ίνα τους πάντας κερδίσω». Και είμαι πλέον απολύτως σίγουρος ότι η φιλία δεν είναι ένα συμπτωματικό γεγονός (π.χ. ξεκινήσαμε νεαρά παιδιά από την ίδια γειτονιά και γίναμε φίλοι), αλλά είναι μια αρετή ή ένα αγαθό που καταχτιέται με φοβερές θυσίες. Και γι' αυτό λοιπόν όχι μόνο πιστεύω στην φιλία αλλά και είχα ανέκαθεν πολλούς και καλούς φίλους. Ικανούς δηλαδή να θυσιαστούν κι αυτοί για μένα. [...] ... οι φίλοι μου μου στάθηκαν πάρα πολύ.

Γ.Χ: Μήπως είχαν κάνει αμαρτίες στην ζωή τους και ήθελαν να εξιλεωθούν μέσω αυτού;
Nτ.Χ: Αντε καλέ! Άσε τα μεταφυσικά. Μου θυμίζεις την Σωτηρία Μπέλλου, ξέρεις. Η Μπέλλου λέει, κάπου, σε μια συνέντευξή της, ότι «οι φίλοι μου, μου στάθηκαν πάρα πολύ». Και μου έμεινε η φράση «μου στάθηκαν». Εγώ δεν το λέω αυτό, εγώ λέω «συμπαραστάθηκαν». Αυτό το «μου στάθηκαν» που είναι μάγκικο, είναι και διφορούμενο. Υπάρχει και στον έρωτα, «ο τάδε μου στάθηκε».

Γ.Χ: Και δεν έφυγε, δηλαδή.
Nτ.Χ: Όχι! Κάθησε να τον απαυτώσω. Αυτό είναι μια άλλη ερμηνεία. «Μου στάθηκαν» όπως λέει και η Μπέλλου, πάρα πολύ. Έχω μεγάλη ευγνωμοσύνη για τους φίλους μου, οι οποίοι είναι πάρα πολλοί και εξακολουθούν και μ' αγαπούνε. Άλλωστε σ' αυτή τη φιλία μπόρεσα και στηρίχτηκα. Τα στηρίγματα της ζωής μου ήταν αφενός η ποίηση, αφετέρου οι φίλοι.

*

Nτ.Χ: ...ο Πεντζίκης, ενώ πολλές φορές με μέμφονταν και με μάλωνε, όπως αυτό το περιστατικό που σου ανέφερα, δεν μπορούσε ποτέ να με βρίσει ή να με κακίσει. Αντίθετα έδειχνε πάρα πολλή κατανόηση, για να μην πω αγάπη τρυφερή, για μένα, προσωπικά. Θα ήθελα εδώ να σου πω και κάτι χαρακτηριστικό. Εγώ έχω έναν βίο έντονα ερωτικό περίπου τριάντα χρόνια.

Γ.Χ: Πόσο έντονο;
Nτ.Χ: Αν ξαφνικά σού έλεγα καθόλου έντονο; ότι τρεφόμουνα με ψίχουλα; Τότε ξαφνικά αναποδογυρίζει το σκηνικό και μπορείς να γνωρίσεις έναν Χριστιανόπουλο χωρίς ερωτικές απολαύσεις αντίθετα με έντονη στέρηση. Ότι το κυριότερο χαρακτηριστικό της ζωής μου είναι η στέρηση η ερωτική. Σ' αυτό το σημείο συμπλέουμε εντελώς με τον Πεντζίκη. Ο δε Πεντζίκης το είχε συνειδητοποιήσει αυτό το πράγμα και ίσως ο λόγος που εγώ τον αγαπούσα - γιατί εγώ τον αγαπούσα πάρα πολύ - είναι ότι στο πρόσωπο του βρήκα κάτι σαν πατέρα μου πνευματικό, εξίσου στερημένο με μένα. Και αυτό είναι χαρακτηριστικό, γιατί όπως έχω πει και στο «Επ' εμοί», είτε εσύ ασχολείσαι με τις γυναίκες είτε εγώ ασχολούμαι με τους αρσενικούς, ο παρανομαστής είναι το ίδιο πράγμα: η μοναξιά και σε πιο προχωρημένη εκδοχή, η στέρηση. Αυτά τα πράγματα μάς ενώνουν και μας κάνουν να μιλάει η λογοτεχνία σου στην λογοτεχνία μου παρόλο που οι πηγές έμπνευσης είναι εντελώς διαφορετικές. Αλλιώς θα τρελαθούμε ή αλλιώς ο ένας θα αδιαφορεί πλήρως για το αν υπάρχει ο άλλος. [...] Πάντως ο Πεντζίκης, επανέρχομαι, ήταν φανατικός εχθρός της ομοφυλοφιλίας όχι μόνο για λόγους ιδιοσυγκρασίας αλλά και για λόγους θρησκευτικούς. Δηλαδή η θρησκεία δεν τα θέλει αυτά τα πράγματα, είναι δεδομένο αυτό.

Γ.Χ: Τα θεωρεί της αρχαιότητος.
Nτ.Χ: Όχι, τα θεωρεί αμαρτίες, αμαρτωλά. Καταδικάζονται από το ευαγγέλιο αυτά τα πράγματα.

Γ.Χ: Εσείς πιστεύετε στην αμαρτία;
Nτ.Χ: Στην αμαρτία κανείς δεν πιστεύει, απλώς την εφαρμόζει. Εγώ δεν πιστεύω στην αμαρτία και μάλιστα πιστεύω ότι τα σημεία στα οποία, όχι ο Χριστός, αλλά ο απόστολος Παύλος καταδικάζει την ομοφυλοφιλία πρέπει να αναθεωρηθούν. Ο Χριστός ήταν τόσο αθώος και τόσο ανεξίκακος ώστε δεν ντρέπονταν να πηγαίνει με πόρνες κατεπανάληψη και κατά συρροή, να μην τις αποδοκιμάζει ποτέ και να έχει έναν λόγο ευσπλαχνίας και κατανόησης για όλους. Αντίθετα, ο απόστολος Παύλος, παρόλο που έγινε χριστιανός, κουβαλούσε μέσα του όλη την ιουδαϊκή αρματωσιά του παλαιού νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Απόστολος Παύλος κατεπανάληψη χτυπάει αγρίως τις ομοφυλόφυλες πράξεις. Νομίζω ότι είναι καιρός να αναθεωρηθεί, αυτό το σημείο. [...]Εγώ πιστεύω ότι ορισμένα χωρία του Αποστόλου Παύλου πρέπει να αναθεωρηθούν. Ε, άμα το ακούσουν αυτό οι μητροπολίτες θα φρίξουνε εναντίον μου. Δεν με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει το ότι εγώ, που είμαι μελετητής του ευαγγελίου, από μωρό, μπόρεσα από μόνος μου και συνειδητοποίησα, πολύ πριν το διαβάσω στα βιβλία, την τρομερή διαφορά μεταξύ του λόγου του Χριστού και του λόγου του αποστόλου Παύλου. Μεγάλη διαφορά.

*

Γ.Χ: Είχατε και κάποια προβλήματα από τους ισχυρούς της πόλης ή από τους χωριάτες;
Nτ.Χ: Πολλά και πολλαπλά. Θα σου πω, μόνο δύο παραδείγματα. Το 1952 έβγαλα την δεύτερη έκδοση της «Εποχής των ισχνών αγελάδων» στην οποία είχα προσθέσει και μερικά καινούρια ποιήματα. Εκ των υστέρων είδα ότι είχα πάρει ψηλά τον αμανέ. Δηλαδή βλέποντας την επιτυχία των ποιημάτων της «Εποχής των ισχνών αγελάδων» άρχισα να αντιγράφω τον ίδιο τον εαυτό μου και να γράφω πολλά ποιήματα που νόμιζα ότι είναι ισοδύναμα με τα παλιά ενώ δεν ήταν. Τα πέταξα αργότερα. Αυτά, ήταν τότε, επτά, και μου φαίνεται, πέταξα πέντε και κράτησα δύο. Ένα από τα πέντε που πέταξα ήταν ένα ποίημα που λέγονταν «Βρασίδας ο μεταφραστής» και στο οποίο είχα έναν υπαινιγμό για την σεξουαλικότητα των χωροφυλάκων. Κάποιο καρφί με κατέδωσε στην Ασφάλεια και την επομένη άρχισαν τα ντράβαλα με την Ασφάλεια. Η συλλογή κατασχέθηκε σαν ένα μίνιμουμ για να μην με σύρουν στα δικαστήρια επί δυσφημίσει και επειδή υπήρξαν πολλοί σπουδαίοι και αξιόλογοι φίλοι που πήγαν και μίλησαν σ' αυτούς, ότι ήμουν καλό παιδί και δεν ξέρουμε πώς του ξέφυγε. Έτσι λοιπόν ολόκληρο το '52 ταλαιπωρήθηκα με την Ασφάλεια πάρα πολύ. Είχε γράψει τότε και ο Ρένος Αποστολίδης υπέρ εμού. Κινδύνεψα πολύ να κάτσω στο δικαστήριο, από το όποιο υπήρχε τιμωρία, διότι τους έβριζα. Δεν ήταν όπως τώρα που μπορείς να τους πεις «μπάτσους» και να μην πάθεις τίποτε. Τότε μόνο και μόνο επειδή τους είπα «μπασκίνια» και κάτι τέτοια, κινδύνεψα πάρα πολύ. Και ευτυχώς διάφορες προσωπικότητες κατέθεσαν για μένα και κατάλαβαν, τέλος πάντων, ότι δεν είχα κανένα σκοπό απώτερο. Αποδόθηκε σε κάποια επιπολαιότητα μου. Καθώς, μάλιστα το ποίημα ήταν και μέτριο, και το πέταξα, περίπου, η υπόθεση έληξε. Το δεύτερο περιστατικό είναι η περίπτωση με τον Βασίλη Βασιλικό. Αργότερα, το 1965, δημοσίευσα στη «Διαγώνιο» την πρώτη μορφή του διηγήματος «Το τσογλάνι», η οποία, όμως, ομολογώ, ήταν κάπως σκανδαλοθηρική. Δηλαδή ο σκοπός μου ήταν να στιγματίσω έναν νεαρό, λογοτεχνίζοντα, αριβίστα, ο όποιος κάνει ό,τι μπορεί για να αναρριχηθεί. Και ενώ θα μπορούσα να μείνω σ' αυτά, έβαλα και ερωτικά τα οποία ήταν εις βάρος του και εναντίον μου. Δεν ήταν ερωτικά, ήταν σκανδαλοθηρικά. Δηλαδή «το τσογλάνι» θα μπορούσε να αναρριχηθεί και χωρίς τα ερωτικά. Τα ερωτικά ήταν απλώς έτσι, για σκάνδαλο. Αργότερα μετάνιωσα, και στην συλλογή διηγημάτων μου «Η κάτω βόλτα» συμπεριέλαβα αυτό το διήγημα με νέο τίτλο «Το αναρριχητικό» και με κάποιο ρετουσάρισμα με το οποίο απέρριψα όλους τους ερωτικούς υπαινιγμούς. Και δεν μετάνιωσα. Το διήγημα, τώρα, έγινε πάρα πολύ ωραίο, λέει αυτό πού θέλω να πω, χωρίς να μπαίνουν στη μέση τα ερωτικά του ενός και του άλλου. Τότε, λοιπόν, ο Βασιλικός έλειπε στο Παρίσι, αλλά την άρπαξε πολύ η οικογένεια του. Ο πατέρας του και η μητέρα του, έκαναν πολλές ενέργειες εναντίον μου. Και είναι προς τιμήν του Βασιλικού, ότι όλα έγιναν εν αγνοία του. Και όταν συμφιλιωθήκαμε, του το είπα. Λέω, παραδέχομαι πολύ τον χαρακτήρα σου. Είναι ήπιος χαρακτήρας. Δεν έχουμε βέβαια σχέσεις, μια εχθροπάθεια υποτονθορίζει, αλλά τέλος πάντων, είναι πιο μαλακός. Ο πατέρας, όμως, μου έψησε το ψάρι στα χείλη. Και η τελική κατακλείδα ήταν να παραιτηθώ από την Δημοτική Βιβλιοθήκη, για να γλιτώσω τις καταλαλιές του πατέρα, της μητέρας, και των φίλων του, και να αποφευχθεί η μήνυση. Έτσι, λοιπόν, δύο φορές κινδύνεψα πάρα πολύ από γραφτά μου. Από τίποτε άλλο δεν κινδύνεψα. Αυτά τα δυο μείναν στην ζωή μου. Και το κακό ξέρεις ποιο είναι; ότι και στις δύο περί πτώσεις έφταιγα εγώ. Δεν χρειάζεται να τον βρίσεις τον άλλον και να τον πεις «μπασκίνα». Δεν μου φταίξανε οι άνθρωποι τίποτε. Και ο στίχος ήταν επουσιώδης. Επίσης και με τον Βασιλικό, τα μαλλιοτραβήγματά μας, ήταν φιλολογικού χαρακτήρα. Τι χρωστούσε ο άνθρωπος να του βγάζω στη φόρα όλα τα ερωτικά του; Τέλος πάντων. Πολλοί λογαριασμοί έχουν κλείσει.
~~~~~~~~~~~~

Άλλες καταχωρήσεις για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο:

- No 11: Στο Καραμπουρνάκι από τη Νεκρή Πιάτσα
- No 31: Η κάτω βόλτα
- No 94: Ποιήματα
- No 95: Στάθη Τσαγκαρουσιάνου: Αντίο παλιέ κόσμε !
- No 96: Γιώργου Χρονά: Μια συνομιλία με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο
- No 97: Θεσσαλονίκην ου μ' εθέσπισεν...
- No 98: Περικλή Σφυρίδη: Συλλογή κριτικών κειμένων για τον Χριστιανόπουλο
- No 99: Μικρά Ποιήματα
- No 410: Περικλή Σφυρίδη: Εν Θεσσαλονίκη: 13 σύγχρονοι πεζογράφοι
- No 411: T. Καλούτσα: Αλήθεια και βίωμα στα διηγήματα της «Κάτω βόλτας» του Ντίνου Χριστιανόπουλου
- No 412: Michael Vitopoulos: Η κριτική για τα πεζογραφήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου 1964-2005