Τετάρτη, Ιουνίου 08, 2005

No 62

Αποτοξίνωση. Κύματα πόνου που ξαναγυρίζουν κάθε τόσο. Απατηλή ηρεμία ενδιάμεσα, αναμονή μιας νέας κρίσης, που μπορεί ν’ αρχίσει ξαφνικά. Και στην κρίση είμαι ανίσχυρη, παράλυτη, παρασέρνομαι σαν από ανεμοστρόβιλο, δεν μπορώ πια ούτε να φωνάξω ή να κλάψω. Ξανανεβαίνω στην επιφάνεια, προσπαθώ να πάρω ανάσα, σαν να πνίγομαι. Στέκομαι σε λεπτά, ύστερα σε ώρες. Αν επιζήσω τούτη τη μέρα, αν ζήσω τη μια ώρα μετά την άλλη, με το ζόρι το καταφέρνω μετά την πρώτη κρίση. Δεν ασχολούμαι με τίποτε άλλο εκτός από την επιβίωση, να μην υποκύψω σ’ όλα μου τα ένστικτα που μου λένε πως θέλω να πεθάνω. Η ανάποδη ταινία, η ίδια ταινία. Θέλω να κατέβω. Όμως αναγκάζω τον εαυτό μου να ζήσει, τη μια ώρα μετά την άλλη, αργότερα τη μια μέρα μετά την άλλη. Κάνω τις χειρονομίες της ζωής. Τρώω, μιλάω μηχανικά, προσπαθώ να μεθύσω τον πόνο μου στον καυτό ήλιο, μέχρι να ζαλιστώ, να βυθιστώ, να μην είμαι πια παρά ένα κορμί…
Πόνος, πάντα καινούργιος πόνος, όταν βρίσκω τα παιχνίδια της Πέτγε, που τα έχει ξεχάσει. Το επιπόλαιο γράμμα της Άννας, που το διαβάζω με τρεμουλιαστά, αεικίνητα χέρια. Οι πρώτες κρίσεις οργής. Αυτή η προδοσία της σχέσης που είχαμε.
Και λίγο πριν φύγω της γράφω το γράμμα που πρέπει να είναι το τελευταίο. Ότι τη μισώ. Όχι τον Τον, που μαζί του έχω ήδη λογαριαστεί. Που γι’ αυτόν δεν νιώθω παρά ένα μείγμα οίκτου και μνησικακίας. Όταν βλέπω πώς χώνεται όλο και πιο βαθιά στο βούρκο της βρώμικης πολιτικής του. Μίσος για την Άννα, που το ‘σκασε, που μου στέρησε τη δυνατότητα να παλέψω μαζί της για τη σχέση μας.

Ania Meulenbelt : Το τέλος της ντροπής (Nέα σύνορα)

1 σχόλιο:

K.σ-M. είπε...

Aπό το ΔΙΑΒΑΖΩ – τ. 40, Μάρτιος 1981

Γράφει η Βένια Γεωργακοπούλου

από τη σιωπή της νοικοκυράς στην ανεξαρτησία της φεμινίστριας


«Τo τέλος της ντροπής» της Αnia Meulenbelt φέρνει κάτι το καινούριο στο χώρο του γυναικείου βιβλίου της ελληνικής αγοράς. Ούτε πολιτική, οικονομική, κοινωνική, μαρξιστική ανάλυση της γυναικείας καταπίεσης. Ούτε γυναικείο μυθιστόρημα. Είναι η αφήγηση της πορείας της Αnia από τη σιωπή, την αγοραφοβία και τη μοναξιά της νοικοκυράς στη σιγουριά και ανεξαρτησία της φεμινίστριας. Σίγουρα η έκθεση αυτής της πορείας φτάνει για να εξασφαλίσει στο βιβλίο μια θριαμβευτική πορεία. Γιατί ή αναγνώριση της κοινότητας των εμπειριών, αυτή που συνήθως συμβαίνει μέσα στις γυναικείες ομάδες αυτοσυνείδησης και που είναι η πρώτη ανάγκη, το πρώτο καθήκον της καταπιεσμένης γυναικείας ομάδας -όπως και κάθε άλλης-, έχει μια δυναμική, είναι για κάθε γυναίκα, άσχετα με το αν συμμετέχει ή όχι στο γ.κ., πηγή δύναμης κι αισιοδοξίας για μια πορεία αποτίναξης της μιζέριας και της αλλοτρίωσης.

Όμως η Ania πάει πέρα από μια απλή έκθεση της ζωής της. Δεν θέλει μόνο να «πιάσει με τα χέρια της τα βιώματά της». Νιώθει ότι για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται μια άλλη γλώσσα. Ή τουλάχιστον, αφού κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, -«δεν είναι η δική μου γλώσσα, όμως δεν έχω ακόμα καμιά άλλη»- χρειάζεται την τόλμη να αφήσεις πίσω σου το φόβο μη φανείς συναισθηματική, δραματική, υπερβολική. Ν' αφήσεις πίσω σου το μύθο της αυθεντίας του γ.κ. Να μιλήσεις για τις αντιφάσεις σου, εσύ μία φεμινίστρια γεμάτη αυτοπεποίθηση, θάρρος, ανεξαρτησία, που οι άλλες γυναίκες θέλουν να ταυτιστούν μαζί σου. Να πείς ότι ο φεμινισμός δεν σε κάνει ευτυχισμένη. Ή σε κάνει. Ότι παράλληλα με την ομάδα σου αυτοσυνείδησης μπορείς και διατηρείς την πιο ανισότιμη και εξευτελιστική σχέση. Ότι φωνάζεις «το προσωπικό είναι πολιτικό», όμως αυτή η ενότητα δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί. Υπάρχει ακόμα η μαρξιστική γλώσσα, οι οροί της παραγωγής και της αναπαραγωγής. Το αντίβαρο σε αυτή τη γλώσσα, το ξεπέρασμα του ρήγματος ανάμεσα στο προσωπικό και στο πολιτικό, είναι δύσκολο. Ένα ρήγμα που φαίνεται και στα γυναικεία βιβλία. Απ' τη μια τα «πολιτικά», από την άλλη τα προσωπικά, τα εξομολογητικά, τα βιωματικά.

Η Ania καταφέρνει να πει όλα τα παραπάνω, χωρίς ντροπή. Και το βιβλίο της είναι μια «προσωπική αφήγηση» και ένα καθαρά πολιτικό έργο.

Όχι ότι το «πολιτικό» ή μη ενός γυναικείου βιβλίου αποτελεί κριτήριο αποδοχής του. Οι γυναίκες καταφέραμε για πρώτη φορά στην ιστορία του λόγου να ξεπεράσουμε το άγχος του ορθολογισμού, της αποδεικτικότητας, της ισορροπίας. Καταφέραμε να επιβάλουμε έναν τρόπο γραφής ανάλογο, παράλληλο με τον τρόπο ζωής μας. Αντιφατικό, συναισθηματικό, εκρηκτικό. Δη-μιουργήθηκε ο όρος «γυναικείος λόγος». Το αν πραγματικά υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει ή δεν πρέπει να υπάρξει «γυναικείος λόγος» στο μέλλον, έχει πολυσυζητηθεί. Ο τρόπος δε αντιμετώπισης, ανάλυσης, θεωρητικοποίησης αύτού του θέματος ίσως μας απομακρύνει από την τόσο απλή πραγματικότητα, ότι όταν μια γυναίκα γράφει θέλει να εκφράσει τον εαυτό της όπως αυτή αρχίζει και τον ανακαλύπτει και τον ζει έξω από κοινωνικούς-αντρικούς καταναγκασμούς και προσδιορισμούς. Και δεν είναι τόσο οι ίδιες οι λέξεις που αναγκαστικά χρησιμοποιεί -«Εραστές. Πόνος. Λέξεις πού γίνονται επίπεδες ή ουδέτερες ή σκληρές. Μουνί. Κόλπος. Οργασμός»- αυτές που έχουν το βάρος, όσο το νόημα, το αίσθημα, η γυναικεία πραγματικότητα των λέξεων που μετασχηματίζονται, που μεταφέρονται σ' ένα άλλο επίπεδο, φορτισμένες με τη γυναικεία ύπαρξη.

O τρόπος γραφής της Ania δεν μπορεί να ιδωθεί ξέχωρα από τη ζωή της. Από μια σειρά γεγονότων που την καθόρισαν. Από μια ζωή ποy ίσως σε μας τις Ελληνίδες που δεν ζήσαμε τα «χρόνια της σεξουαλικής απελευθέρωσης» φανεί λίγο ξένη. Αν όμως διαφέρουμε από την Αnia στον τρόπο ζωής, η σχέση μας με «τον» άντρα ή «τους» άντρες — πέρα από ατομικά χαρακτηριστικά — δεν ήταν, δεν είναι διαφορετική. «’Οταν είμαι ερωτευμένη ζω σε άλλο κόσμο. Ζω για το θέατρο, αν είναι άνθρωπος του θεάτρου. Ζω με την πολιτική αν ασχολείται μ' αυτή. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς άλλες γυναίκες μπορούν να ζουν χωρίς έρωτα, πώς μπορούν να ζουν μόνες τους ή μ' έναν άχρωμο σύζυγο». Όλες οι απολαύσεις, η ίδια η ζωή εξαφανίζεται μαζί με κάθε άνδρα που φεύγει. Παρόλο ότι αυτός είναι αδύναμος, εγωιστής, υποκριτής. Προφανώς υπάρχει πολύ λίγος χώρος για γυναικείες φιλίες σ' αυτό τον κόσμο που συνεχώς ανατρέπεται και αλλάζει κέντρο, ένα κέντρο πάντα αρσενικού γένους. Όπως υπάρχει επίσης πολύ λίγος χώρος για κατανόηση της ζωής των άλλων γυναικών ή των προσωπικών εμπειριών οποιουδήποτε ανθρώπου μέσα στη σκοτεινή, στεγνή, ιεραρχική και οικονομίστικη λογική των μαρξιστικών-λενινιστικών ομάδων που η Ania δουλεύει.

H Ania αλλάζει όταν μπαίνει σε μια γυναικεία ομάδα κι αρχίζει να καταλαβαίνει περισσότερα για τη σεξουαλικότητα και τις σχέσεις. Ζει στο γ.κ., ανακαλύπτει κι αρχίζει ν' αγαπάει τις γυναίκες. Ερωτεύεται την Άννα. Ο ερωτάς τους με τις ωραίες στιγμές και το τραυματικό τέλος, με την προοπτική που άνοιξε και τη διάψευση που ακολούθησε, περιγράφεται από την Αnia απλά, καθαρά, ειλικρινά, χωρίς διάθεση ωραιοποίησης, χωρίς ντροπή προπαντός. Η γυναικεία ομοφυλοφιλία είναι επιλογή. «Είναι τόσο απλό, τόσο απλό σαν να το κάνω εδώ και χρόνια. Το σώμα της σχεδόν τόσο οικείο όσο το δικό μου. Ξέρω τί θέλει, επειδή ξέρω τί θέλω εγώ...»

Η ντροπή τέλειωσε, λέει η Ania. Μιλάμε για όλα. Μοναξιά, φόβο, δάκρυα, εξάρτηση, έρωτα, ομοφυλοφιλία, ανασφάλεια, αντιφάσεις. Ένα βιβλίο που μιλάει για όλα αυτά πώς να το πλησιάσεις κριτικά; Λογοτεχνικά κριτήρια; Γυναικεία προσέγγιση; Μάλλον το δεύτερο. Μια πρώτη ανάγνωση, που όμως είναι και η πιο σημαντική.