Τετάρτη, Ιουνίου 29, 2005

No 110

Image Hosted by ImageShack.us Peter Samuelson (Μ.Βρετανία)


Δεν υπάρχουν αγόρια σαν κι εμένα; Του είχε πει πειραχτικά ο Υβ. Πώς μπορούσε να μιλήσει για το Ρούφους στο αγόρι που ήταν ξαπλωμένο δίπλα του; Είχε χρειαστεί πάρα πολύ καιρό για να συνειδητοποιήσει ότι ένας από τους λόγους που τον είχε συγκινήσει ο Υβ – και τον είχε συγκινήσει μ’ έναν τρόπο πολύ δυνατό, μ’ έναν τρόπο που δεν πίστευε πια πως υπήρχε – ήταν ότι του θύμιζε κάτι από το Ρούφους. Κι έπρεπε να φτάσει σχεδόν στην παραμονή της αναχώρησης του για ν’ αρχίζει ν’ αναγνωρίζει ότι ένα κομμάτι από τη μεγάλη δύναμη που εξασκούσε ο Ρούφους πάνω του είχε σχέση με το παρελθόν, που ο Έρικ το είχε θάψει σε κάποιο βαθύ, σκοτεινό τόπο’ συνδεόταν με τον εαυτό του, τότε που ήταν ακόμα στην Αλαμπάμα, τότε που δεν ήταν παρά ένα παιδί’ συνδεόταν με τους παγερούς λευκούς και τους θερμούς μαύρους – θερμούς τουλάχιστον γι’ αυτόν, και τόσο απαραίτητους όσο ο ήλιος που έλουζε το κορμί του και το κορμί του τωρινού εραστή του. Ξαπλωμένος τώρα σ’ αυτό τον κήπο, μέσα στη ζεστασιά, στην ασφάλεια και στην γνώση, έβλεπε τους μαύρους στους αιχμηρούς, πυρετικούς δρόμους των παιδικών του χρόνων, μέσα στα κλειστά τους σπίτια, έξω στα χωράφια. Γελούσαν αλλιώτικα από τους άλλους ανθρώπους, έτσι του φαινόταν τότε, και κινιούνταν με περισσότερη ομορφιά και βιαιότητα, και μύριζαν όπως οι λιχουδιές στο φούρνο.
Είχε όμως αγαπήσει ποτέ του το Ρούφους; Ή μήπως ήταν απλά οργή και νοσταλγία και τύψεις; Ήταν το σώμα του Ρούφους που κρεμόταν πάνω του, η μήπως ήταν τα κορμιά όλων των μαύρων που είχε δει για λίγο κάπου, σε κάποιο κήπο, σε κάποιο πλάτωμα, πριν από πολύ καιρό, με τον ιδρώτα να τρέχει στα σοκολατιά τους στήθια και στους ώμους, με τις φωνές τους ν’ αντηχούν, με το λευκό του καβάλου τους να φαντάζει υπέροχο πάνω στο δέρμα τους’ και το νερό να πιτσιλάει και να λαμποκοπάει και να τραγουδάει καθώς κατέβαινε στο λαρύγγι τους – ή κάποιος άλλος με το ένα χέρι σηκωμένο να κόβει με το τσεκούρι ένα δέντρο; Σίγουρα δεν είχε καταφέρει να πείσει το Ρούφους ότι τον αγαπούσε. Ίσως ο Ρούφους να είχε κοιτάξει μέσα στα μάτια του και να είχε δει κείνους τους μαύρους άντρες που έβλεπε ο Έρικ και να τον είχε μισήσει γι’ αυτό.

Τζέιμς Μπόλντουιν : Μια άλλη χώρα (Οδυσσέας)

6 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Από το site της Πρωτοπορίας:

Πέντε από τους ήρωες του «Μια άλλη χώρα» είναι καλλιτέχνες: ο Ρούφους, ένας μαύρος ντράμερ της τζαζ, η αδερφή του, η Άιντα, τραγουδίστρια των μπλουζ, ο Βιβάλντο, συγγραφέας με ταλέντο αλλά χωρίς έμπνευση, ο Ρίτσαρντ, συγγραφέας χωρίς ταλέντο που όμως κερδίζει την επιτυχία, και ο Έρικ, ηθοποιός και ομοφυλόφιλος. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που καταπιάνεται με τη ζωή των καλλιτεχνών, αλλά με τις διαφυλετικές σχέσεις μεταξύ μαύρων και λευκών, που οδηγούν τον Ρούφους στην αυτοκτονία, καθώς και με τις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα: τη φιλία, τον έρωτα, το μίσος, τη ζήλια, τη μοναξιά...

Η δράση εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του '50, αλλά και στη Γαλλία, όπου ο Έρικ ζει για αρκετά χρόνια αυτοεξόριστος, όπως είχε ζήσει και ο ίδιος ο Τζέιμς Μπόλντουιν. Είναι φανερό ότι το «Μια άλλη χώρα» πηγάζει κυρίως και από τις εμπειρίες του ίδιου του συγγραφέα, παρά από τη φαντασία του: ήταν ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα που εξέφραζαν την οργή των μαύρων Αμερικανών της εποχής εκείνης, αλλά και τις ιδιαιτερότητες της αφροαμερικανικής κουλτούρας.

«Σε κρατάνε εδώ επειδή είσαι μαύρος, ενώ διατυμπανίζουν ανοησίες για τη χώρα της ελευθερίας και την πατρίδα των γενναίων... Μερικές φορές θα 'θελα να μπορούσα να γίνω μια μεγάλη γροθιά και να κάνω αυτή την ελεεινή χώρα σκόνη. Μερικές φορές πιστεύω ότι δε δικαιούται να υπάρχει».

(H μετάφραση στην έκδοση του Πατάκη είναι του Γιώργου Αρβανίτη)

κ.σ. είπε...

Βιογραφικό του James Baldwin από το site του ΠΑΤΑΚΗ:

Ο Τζέιμς Μπολντουιν, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Go Tell It on the Mountain», εκδόθηκε το 1953. Ζωντανεύοντας τις εμπειρίες του ως νεαρού ιεροκήρυκα στους δρόμους του Χάρλεμ, γνώρισε αμέσως επιτυχία και ακολούθησε το «Giovanni’s Room», που ερευνά το ζήτημα του ομοφυλοφιλικού έρωτα με ευαίσθητο και επιβλητικό τρόπο. Το «Another Country» (1963) προκάλεσε λογοτεχνική έκρηξη και το 1964 ακολούθησαν δύο βιβλία, το «Nobody Knows My Name» και το «Notes of a Native Son», τα οποία περιέχουν αρκετές από τις ιστορίες και τα δοκίμια που του χάρισαν φήμη τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ευρώπη. Το «Nobody Knows My Name» επιλέχτηκε από την Αμερικανική Ένωση Βιβλιοθηκών ως ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της χρονιάς εκείνης.
[...]
Παρότι «μαύρος κι ομοφυλόφιλος», ο Τζέιμς Μπόλντουιν κέρδισε βραβεία, υποτροφίες και επιχορηγήσεις, ενώ το 1986 παρασημοφορήθηκε από τη Λεγεώνα της Τιμής. Πέθανε το 1987 στο σπίτι του στη Γαλλία.

Η νεκρολογία των “Times” έγραφε: «Tα καλύτερα έργα του αντέχουν σε σύγκριση με οτιδήποτε εκδόθηκε την ίδια εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες», ενώ το “Newsweek” τον χαρακτήρισε ως «έναν οργισμένο συγγραφέα η ευφυΐα του οποίου ήταν τόσο προκλητική και η γραφή του τόσο καλαίσθητη, ώστε δεν άργησε να γίνει ο μαύρος συγγραφέας που οι λευκοί φιλελεύθεροι δεν έπαψαν να φοβούνται».

κ.σ. είπε...

Από το ΒΗΜΑ, 28/09/2003.

Γράφει η Νόρα Τσιμούκη (καθηγήτρια Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Και ο Ρούφους πέταξε μακριά
Ενας μαύρος ντράμερ της τζαζ, άνθρωποι που ζουν, ερωτεύονται και πεθαίνουν στην κρύα αγκαλιά της Νέας Υόρκης

Ο Τζέιμς Μπόλντουιν κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην αφροαμερικανική λογοτεχνική παράδοση καθώς με το συγγραφικό του έργο εκθέτει ανοιχτά και απερίφραστα την αλληλεξάρτηση της σεξουαλικής και της φυλετικής καταπίεσης στην Αμερική του 20ού αιώνα. Ως μαύρος και ομοφυλόφιλος αντιλαμβάνεται από νωρίς τις ποικίλες μεταμορφώσεις της εξουσίας και με το έργο του επιδιώκει την ανατροπή των μηχανισμών που στοχεύουν στη διατήρηση της φυλετικής ανισότητας και στη χαλιναγώγηση της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Ενας τέτοιος αγώνας όμως τον φέρνει αντιμέτωπο με το λευκό κατεστημένο που ρυθμίζει, επιλέγει ή διαστρεβλώνει την εικόνα του σύγχρονου νέγρου προβάλλοντας τον εξωτικό πριμιτιβισμό και τον αχαλίνωτο ερωτισμό των μαύρων. Συγχρόνως όμως τον αποξενώνει από τους αφροαμερικανούς ηγέτες και διανοουμένους της μεταπολεμικής Αμερικής που θεωρούν κάθε απόκλιση από το πρότυπο του στρατευμένου μαύρου συγγραφέα επικίνδυνη και μειωτική για το απελευθερωτικό κίνημα των μαύρων.

H ζωή του Μπόλντουιν, μοιρασμένη ανάμεσα στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη (και για λίγο στην Κωνσταντινούπολη), αντικατοπτρίζει πειστικά την εσωτερική πάλη του συγγραφέα για αποποίηση των μύθων και στερεοτύπων προκειμένου να πλησιάσει την αλήθεια της ύπαρξής του.
[…]
Το Μια άλλη χώρα (1962) είναι το τρίτο από τα έξι μυθιστορήματα που έγραψε ο Μπόλντουιν (μαζί με τρία θεατρικά, ένα παιδικό ανάγνωσμα και μια συλλογή διηγημάτων). Σε αντίθεση με το προηγούμενο μυθιστόρημα, το Giovanni's Room (1956), το οποίο επικεντρώνεται στον ομοφυλοφιλικό έρωτα, το Μια άλλη χώρα διερευνά ένα πλέγμα σχέσεων ετεροφυλικών και ομοφυλοφιλικών, βασισμένων στο όραμα του συγγραφέα για μια αδελφότητα αντρών και γυναικών όπου θα κυριαρχούν η αγάπη, η ειλικρίνεια και η ανιδιοτελής προσφορά αντί του φόβου, της επιφυλακτικότητας και της αποξένωσης που βασιλεύουν τώρα.

κ.σ. είπε...

Η εισαγωγή και το κλείσιμο από το κριτικό σημείωμα της Αργυρώς Μάντογλου
(ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Βιβλιοθήκη) - 13 Ιουνίου 2003)

Αν βρεθείς σ' έναν άλλο πολιτισμό αναγκάζεσαι να εξετάσεις το δικό σου», γράφει σ' ένα δοκίμιό του ο Τζέιμς Μπόλντουιν, ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς μαύρους συγγραφείς που ένωσε τη φωνή του με τις άλλες φωνές διαμαρτυρίας ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις, στην καταπίεση και στην άνιση μεταχείριση των μαύρων κατά τη δεκαετία του '60, δίνοντας σε όλα του τα έργα την πολιτική διάσταση των δεινών της εποχής του. Ο Μπόλντουιν, έχοντας δοκιμάσει διπλό αποκλεισμό λόγω του χρώματος και των ερωτικών προτιμήσεών του, κατόρθωσε να αποτυπώσει πειστικότερα από οποιονδήποτε άλλον την αθλιότητα και την κατακραυγή των μαύρων ομοφυλόφιλων στη σύγχρονη φιλελεύθερη Αμερική.
[…]
Ο Μπόλντουιν υπήρξε μέχρι το θάνατό του, το 1987, πολέμιος των φυλετικών διακρίσεων και κατηγορήθηκε από την κριτική πως παρά τις προσπάθειές του να αποστασιοποιηθεί από την παράδοση της διαμαρτυρίας και να αποβάλει το στίγμα του συγγραφέα που χρησιμοποιεί τα έργα του για προπαγάνδα, δεν κατόρθωσε παρά να ενισχύει τα φυλετικά στερεότυπα που πάσχιζε να παροπλίσει. Ολοι, όμως, σήμερα αναγνωρίζουν πως παρά την αδυναμία του να ξεφύγει από τη συνεχή παράθεση προσωπικών βιωμάτων, τα έργα του, μεταφέροντας τη φωνή των μαύρων της Αμερικής, διαθέτουν μια ποιότητα προφητική και περιγράφουν την εικόνα ενός νέου κόσμου, όπου οι μαύροι θα καταφέρουν «να γλιτώσουν από τη συμπόνια των λευκών», έναν κόσμο όπου και οι λευκοί θα έχουν μάθει «να ζουν χωρίς την επιβεβαίωση των μαύρων».

κ.σ. είπε...

Μετά από αρκετές καταχωρήσεις περιγραφικών σημειωμάτων των βιβλίων που παρουσιάζονται σ' αυτό το blog, -σημειωμάτων που δημοσιεύουν οι εκδοτικοί οίκοι- είναι να απορεί κανείς πόσο δεν αντιλαμβάνονται ότι με τις περιγραφές τους, σε πολλές περιπτώσεις, προβοκάρουν οι ίδιοι τα βιβλία τους.

Και αν αυτό μπορεί να γίνει "κατανοητό" όταν πρόκειται για κριτικές, όπου εκεί υπεισέρχονται άλλοι, διαφορετικοί, παράγοντες, σε καμμία περίπτωση δεν δικαιολογούνται ομοφοβικές περιγραφές, από τους ίδιους που υποτίθεται ότι προσπαθούν να προωθήσουν το βιβλίο που εξέδωσαν.

Είναι άραγε τόσο ριζωμένος ο "φόβος" τους, που παραβλέπουν ακόμα και το οικονομικό τους συμφέρον;

Ούτε του βιβλίου, ούτε του κέρδους δηλαδή κάποιοι εκδότες; Τότε τι;

K.σ-Μ είπε...

Από το site της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών.

Το βιβλίο παρουσιάζει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης:

“Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι, τραγουδούσε τώρα η Μπέσσι, δεν έχω πού να πάω, και για πρώτη φορά ο Ρούφους άρχισε ν’ ακούει στη λιτή αφηγηματική μονοτονία αυτού του μπλουζ κάτι που μιλούσε στο ταραγμένο του μυαλό. Το πιάνο συνόδευε τη μαρτυρία της τραγουδίστριας στωικά και ειρωνικά. Τώρα που ο ίδιος ο Ρούφους δεν είχε πού να πάει –γιατί το σπίτι μου έπεσε και δεν μπορώ να μένω πια εκεί-, άκουγε το στίχο και το ύφος της τραγουδίστριας κι αναρωτιόταν πόσοι άλλοι είχαν προχωρήσει πέρα από το κενό και τον τρόμο που βρίσκονταν τώρα μπροστά του.” (σελ. 68)

“Μια άλλη χώρα” ευαγγελίζεται ο Τζέϊμς Μπάλντουιν στο μυθιστόρημά του. Μια χώρα χωρίς διακρίσεις φυλετικές, σεξουαλικές. Γι αυτό και πυρπολεί τους ήρωές του με έντονα πάθη και τους αναγκάζει να βγάλουν τις μάσκες του φύλου και της φυλής τους και να ξαναδούν τον κόσμο με τα μάτια της αγάπης και της τρυφερότητας. Οι πέντε ήρωές του είναι καλλιτέχνες, μαύροι και λευκοί. Ένας μαύρος ντράμερ ο Ρούφους, η αδελφή του η Άιντα, τραγουδίστρια των μπλούζ την οποία λατρεύει ο Βιβάλντο, ο συγγραφέας Ρίτσαρντ, ο Έρικ, ένας ηθοποιός που ευτοεξορίζεται στη Γαλλία.
Ο Ρούφους θα βιώσει τη μοναξιά και τη βία της πόλης στους άδειους μελαγχολικούς δρόμους σέρνοντας πίσω του μια παθιασμένη γι αυτόν λευκή, την Λεόνα. Η Άιντα θα βρει κοντά στον Βιβάλντο μια τρυφερότητα που δεν θα μπορέσει να την αντέξει. Ο Έρικ θα εγκαταλείψει τον Ύβ που κοιτάζει συνεχώς τον κόσμο με δυσπιστία. Ο Ρίτσαρντ θα εκδώσει τα βιβλία του με επιτυχία στις πωλήσεις αλλά θα τον τρώει το σαράκι της “λογοτεχνικής καταξίωσης”.
Όλοι τους κινούνται ανάμεσα στο φτωχό επιθετικό Χάρλεμ και το μποέμικο ερωτικό Γκρίνουιτς Βίλατζ. Μεθάνε σε καπνισμένα μπαρ, κοιμούνται σε ταράτσες, αναζητάνε ο ένας την αλήθεια του άλλου. Τους ακολουθεί τους ο ήχος της πόλης, μιας μόνιμη τζαζ υπόκρουση, με τις σπαρακτικές φωνές της Μπέσι Σμιθ και της Μπίλι Χόλιντει και της Μαχάλια Τζάκσον. Το δραματικό φινάλε, με τις αποκαλύψεις της Άιντα, απογειώνει το μυθιστόρημα στην πιο δυνατή στιγμή του.
Γραμμένο στην Κωνσταντινούπολη, το 1961, το μυθιστόρημα Μια άλλη χώρα αναστάτωσε το λογοτεχνικό κατεστημένο της Αμερικής. Ο Μπάλντουιν κέρδισε βραβεία, επιχορηγήσεις, υποτροφίες, παρασημοφορήθηκε από την Λεγεώνα της Τιμής. Μα πάνω απ’ όλα κέρδισε την αγάπη των αναγνωστών γιατί ο μαυροαφρικανός οργισμένος συγγραφέας δεν έπαψε ποτέ να αγωνίζεται για τις ψυχές των ανθρώπων και το διαχρονικό του σε σημασία έργο κερδίζει ακόμη αναγνώστες σε μια εποχή νέων φυλετικών και θρησκευτικών συγκρούσεων.
~~~~~~~~~~~~

Άλλες καταχωρήσεις για τον James Baldwin:
Νο 103 - Το δωμάτιο του Τζοβάνι
Νο 408 - Φώναξέ το στα βουνά
~~~~~~~~~~~~

διόρθωση: Η μετάφραση είναι του Κωστή (και όχι του Γιώργου) Αρβανίτη