Πέμπτη, Ιουλίου 28, 2005

No 139

Καλύτερα να πέθαινα’ που μ’ άφησε εκείνη
με τόσα κλάματα, κι αυτό μου φώναξε μονάχα:

αλίμονό μας, συμφορές μας βρήκανε, Σαπφώ μου’
διόλου δεν θέλω, πίστεψε με, να φύγω από κοντά σου’
κι εγώ έτσι αποκρίθηκα: πήγαινε, μη σε νοιάζει,
να με θυμάσαι πού και πού’ γιατί καλά τι ξέρεις

πώς σου φερθήκαμε εδώ’ κι αν τα ‘χεις λησμονήσει
όλα εγώ να σου τα πω: πόσο αγαπημένες

ήμαστε οι δυο και τι καλά περάσαμε αντάμα’
πόσα στεφάνια έφτιαξες, πόσα μενεξεδένια,

πότε με τριαντάφυλλα κίτρινα να μου δώσεις,
και τ’ ακουμπούσες δίπλα μου’ πόσα κρεμούσες άλλα

στον τρυφερό σου το λαιμό, πλεγμένα μ’ άνθη φρέσκα,
κι έλουζες μύρο μπόλικο, βασιλικό, απ’ την Βρένθη,

τα’ όμορφο κεφαλάκι σου’ και στ’ απαλό το στρώμα
τον κρυφό πόθο ξάπλωνες των κοριτσιών να σβήσεις…

(Και δεν υπήρχε τελετή να μην προσευχηθούμε
ούτε λιβάδι, ούτε χορός, να μην…)

Σαπφώ : Τα ποιήματα (Ερατώ)
Μετάφραση : Σωτήρης Κακίσης

1 σχόλιο:

κ.σ. είπε...

Το ποίημα από το οπισθόφυλλο του βιβλίου, μελοποίησε ο Δημήτρης Παπαδημητρίου και τραγούδησε η Ελευθερία Αρβανιτάκη στα “Τραγούδια για τους μήνες”, ένα δίσκο με μελοποιημένη ελληνική ποίηση που κυκλοφόρησε το 1996:

ήρθε και τρύπωσε ο Ερμής στο όνειρό μου μέσα·
και του είπα: αφεντάκο μου, πώς χάθηκε η ζωή μου·
και δεν γελώ, δεν χαίρομαι, μήτε τα πλούτη θέλω·
μα κάποιος πόθος με βαστά, ζητάω να πεθάνω,
τις υγρές να δω, με τους λωτούς, του Αχέροντα τις όχθες.

«…τα χρόνια τα ξεφορτωνόμαστε ονομάζοντάς τα με ψυχρούς αριθμούς. Και έτσι το μόνο που μπορείς να κάνεις με αυτά είναι να τα μετράς. Στους μήνες όμως νοιώθει κανείς την οικειότητα των αληθινών φίλων. Ο Σεπτέμβρης θάναι πάντα ο τρυγητής, ο Μάρτης θάναι ….
Οι Μήνες: Σαν τα αγάλματα που παραφυλάνε, παρακολουθώντας σιωπηλά τις πλατείες και τους κεντρικούς δρόμους της ζωής μας, παντού όπου συνάντησε τη δική της ιστορία...
Στον κύκλο τους μικραίνουν οι αποστάσεις των αιώνων. Η Σαπφώ και ο Γκανάς απέχουν μόλις ένα μήνα – το πολύ...», γράφει ο Δημήτρης Παπαδημητρίου στο σημείωμά του.

Έτσι, κατά τον συνθέτη, η Σαπφώ του 6ου προ Χριστού αιώνα «απέχει μόλις ένα μήνα» από έναν σύγχρονο έλληνα ποιητή, ο δε νομπελίστας συμπατριώτης της, ο μέγας Ελύτης που το 1984 απέδωσε και ανασυνέθεσε τα ποιήματά της, την αισθάνεται συγγενή του:
«Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, στη Μυτιλήνη, βλέπω ακόμα τη Σαπφώ σαν μια μακρινή εξαδέλφη που παίζαμε μαζί στους ίδιους κήπους, γύρω από τις ίδιες ροδιές, πάνω απ' τις ίδιες στέρνες...»

Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, λοιπόν, ξεκινάει και η ανάγνωση της «γυναικείας λογοτεχνίας», αφού η Σαπφώ είναι η πρώτη γυναίκα που έγραψε ποιήματα.

«Θηλυκός Όμηρος» κατά τον Αντίπατρο, «Δέκατη μούσα» κατά τον Πλάτωνα, «Ηδυμελής» κατά τον Ανακρέοντα, «Μελιxρόν αύχημα Λεσβίων» κατά τον Λουκιανό. «Ωραία» κατά τον Σωκράτη, «Θαύμα» κατά τον Στράβωνα, ενέπνευσε και εμπνέει, διαβάζεται σε όλο τον κόσμο, προκαλεί το ενδιαφέρον των μελετητών και κάθε εκδοτικός οίκος –ελληνικός και ξένος- που «σέβεται τον εαυτό» του, περιλαμβάνει στις εκδόσεις του και ένα βιβλίο για την Σαπφώ.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ακμάζουσα Λέσβο του 6ου π.χ. αιώνα, μια εποχή ελευθερίας για τις γυναίκες σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούσαν στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις. Με έντονα λυρικούς και αισθησιακούς στίχους, γραμμένους στην αιολική ιδιωματική διάλεκτο της Λέσβου, η Σαπφώ περιγράφει τον έρωτα, και το μισό σχεδόν έργο της αναφέρεται στον λεσβιακό έρωτα, λέξη που μαζί με τον όρος «σαπφικός» καθιερώθηκε και χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο για να περιγράψει τον ομοφυλοφιλικό έρωτα μεταξύ των γυναικών.