Πέμπτη, Ιουλίου 14, 2005

Νο 125

Μπήκα στο σπίτι χαρούμενος και αποκοιμήθηκα χωρίς να γδυθώ με τα βλέφαρά μου τυλιγμένα στη μάσκαρα. Έντρομος ξύπνησα από φωνές και βρισιές του αδελφού μου και της αδελφής μου που στέκονταν απειλητικά επάνω μου. Ο Αλέκος με άρπαξε και άρχισε να με κουρεύει ενώ η Μαρία μου έσκιζε τα ρούχα. Μάζεψαν σε μια σακούλα όλες τις μεταμφιέσεις που διέθετα. Ενώ με βομβάρδιζαν με κουβέντες μαλακισμένης ηθικής και κηρύγματα κατεστημένου. Εγώ έκλαιγα συνεχώς όχι τόσο για τις φωνές τους όσο για τα μαλλιά μου που με τόσο κόπο είχα μακρύνει και με έκαναν να προχωρώ ένα βήμα ακόμα στη γυναικεία φύση. Και τότε μια οργή αφάνταστη με πλημμύρισε.
Άρχισα να χτυπιέμαι στο πάτωμα και να καταστρέφω ό,τι βρισκόταν μπροστά μου. Τους καταριόμουν και τους ρωτούσα τι τους πείραζε αν με προσέλκυαν τα αντρικά κορμιά. Γιατί ενοχλούνταν στο να γίνω γυναίκα αν αυτό με γαλήνευε και με ισορροπούσε; Προτιμούσαν να είμαι ένας πούστης ακόμα που ενώ του άρεσαν τα αγοράκια διατηρούσε και μια γκόμενα για πρόσχημα; Τους δήλωσα πως ό,τι κι αν μου έκαναν η απόφαση μου ήταν αμετάκλητη.(…)
Μια λύσσα με συνεπήρε. Κανένας δεν θα μου στερούσε την ελευθερία μου. Κανένας δεν θα κατάφερνε να υποτάξει την ανάγκη μου να γίνω γυναίκα. Παίρνοντας ότι χρήματα βρήκα πήδησα από το μπαλκόνι στο διπλανό διαμέρισμα. Τους είπα ότι με είχαν κλειδώσει μέσα κατά λάθος και βγήκα στο διάδρομο της πολυκατοικίας. Ήξερα πού θα πήγαινα. Βρέθηκα στο δρόμο γνωρίζοντας ότι ήμουν ολότελα μόνος.

Τζένη Χειλουδάκη : Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο (Όμβρος)

2 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Είναι η "αυτοβιογραφία" της τρανσέξουαλ Tζένης Xειλουδάκη με την πολυτάραχη ζωή στους οίκους ανοχής και τις πασαρέλες της μόδας, που το 1997 είχε απασχολήσει τον Τύπο και τα ΜΜΕ εξ αιτίας του δεσμού της με τον εισαγγελέα Γιώργο Σακελλαρόπουλο.
«Όπως με εκμεταλλεύτηκαν εκείνοι, τους εκμεταλλεύτηκα και εγώ. Έγινα γνωστή σε όλη την Ελλάδα, έκανα εξώφυλλα, έκανα πασαρέλα, έβγαλα τα βιβλία μου» λέει η ίδια στην καθημερινή Εφημερίδα της Κρήτης «Πατρίς» (21/2/2005)
«Μου έχει μείνει μια πικρία γιατί τώρα μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι εκμεταλλεύτηκα έναν άνθρωπο. Τον εκμεταλλεύτηκα όχι για να γίνει όλο αυτό το παραμύθι, αλλά για να συνεχιστεί αυτό το παραμύθι. Ο Γιώργος βέβαια, με αγάπησε πάρα πολύ και τα γράφω όλα στα βιβλίο μου “Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο”, όπου υπάρχει όλη μου η ζωή.», συνεχίζει με ωμότητα.

Σήμερα ζει ήσυχα στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Σητεία, όπου διατηρεί ένα καφέ-μπαρ, και όπως λέει, στην ίδια συνέντευξη, απολαμβάνει την φύση και τη ηρεμία και δεν της λείπει καθόλου η έντονη ζωή.

K.σ-Μ είπε...

Aπό το βιβλίο του Πέτρου Τατσόπουλου Νεοέλληνες (εκδ. Μεταίχμιο, 2007):

Τζένη Χειλουδάκη, Το φύλον της έριδος

[....]Δείχνει αισθητά νεότερη από τα τριάντα τέσσερα χρόνια της και πανέτοιμη – κραυγάζει καθετί πάνω της - να καταθέσει ενώπιόν μου την αλήθεια και μόνον την αλήθεια. Όσην αλήθεια εν πάση περιπτώσει, της επιτρέπουν δύο δεσμεύσεις. Απαραβίαστες.

Πρώτη και καλύτερη, η εκρηκτική της ιδιοσυγκρασία, η επιρρεπής στο ψεύδος και την υπερβολή. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε, λόγου χάριν, ότι η διεύθυνσή της στο διαδίκτυο στα τρία χρόνια της λειτουργίας της δέχτηκε τέσσερα εκατομμύρια επισκέψεις από το εσωτερικό και εννέα εκατομμύρια από το εξωτερικό. Δεν αμφιβάλλουμε πως γινόταν ανάρπαστη, ιδίως όσον καιρό παρέμενε νωπό στη μνήμη μας το διαβόητο ειδύλλιο της Χειλουδάκη με τον Σακελλαρόπουλο, και το σουξεδάκι του Μανόλη Ρασούλη -«γεια σου κυρ εισαγγελέα, με την Τζένη την ωραία»- μονοπωλούσε καθημερινά τα ερτζιανά κύματα, διεκδικώντας μια θέση στην ίδια ανθολογία με το θρυλικό «καημένε Αθανασόπουλε, τι σου 'μελλε να πάθεις»... Όμως και πάλι. Δεκατρία εκατομμύρια επισκέψεις παγκοσμίως; Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι.

Δεύτερη δέσμευση, αν και όχι λιγότερο σημαντική η υποχρέωση της Τζένης να διαφυλάξει το παρθενικό της πόνημα. Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο, μια αυτοβιoγραφία τριακοσίων σελίδων, εμπλουτισμένη με πιπεράτο και άκρως ναρκισσιστικό φωτογραφικό υλικό, κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία. Εκτός απροόπτου αναμένεται να σπάσει τα ταμεία. Σύμφωνα πάντοτε με τα λεγόμενα, της Χειλουδάκη, στην ποδιά των ,Αγγέλων σφάχτηκαν διάφοροι μεγαλοεκδότες του αναστήματος ενός Καστανιώτη ή ενός Λιβάνη, καθώς και σύσσωμο το επιτελείο του Οξύ. Μολαταύτα κανένας, πλην του παράτολμου Όμβρου, δεν είχε τα κότσια να στείλει αυτή την «καυτή πατάτα» στη φωτοσύνθεση.

Ύστερα από ενδελεχή ανάγνωση του βιβλίου της, νομιμοποιούμαι να εγείρω ορισμένες ενστάσεις. Μπορεί να διαβάζεται απνευστί. Μπορεί να συνδυάζει τα ελαττώματα της παραλογοτεχνίας - μια κουτσομπόλα Τζόαν Κόλινς, παρέα με μιαν αθυρόστομη Ξαβιέρα Χολάντερ - και τα προτερήματα της μαρτυρίας από την «πρώτη γραμμή» του μετώπου - εν προκειμένω, της Συγγρού και της Φυλής. Μπορεί να καταγράφει μια συγκλονιστική περιπέτεια, ξετυλιγμένη σε βάθος τριών δεκαετιών και διασκορπισμένη σε όλη σχεδόν την υφήλιο. Μπορεί να καθρεφτίζει το ταμπεραμέντο μιας ασυνήθιστης ύπαρξης... «Καυτή πατάτα» πάντως δεν είναι. Η Τζένη αποφεύγει συστηματικά να κατονομάσει όποιον θα της δημιουργούσε πιθανόν προβλήματα, από ασφαλιστικά μέτρα ως βαρβάτες αποζημιώσεις (για να περιορισθώ στα εύλογα και θεμιτά). Επιλεκτικά «φωτογραφίζει» κάποιους κοσμικούς, αλλά εξίσου προσεκτικά διασπείρει και ανακατεύει τα χαρακτηριστικά τους, δυσχεραίνοντας όσους φιλοτιμηθούν να μαζέψουν ένα προς ένα τα ρεβίθια, ώστε να βρεθούν στο κατόπι των δράκων. Όπως και αν έχει, κατανοούμε την έγνοια της να μη ζημιώσει την κυκλοφορία του βιβλίου της με αλόγιστη σπατάλη αποκαλύψεων δεξιά και αριστερά. Μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια. Μεταξύ συγγραφέων εχεμύθεια. Σεβαστή.

«Γιατί έγραψες αυτό το βιβλίο;» τη ρωτάω απερίφραστα, ενόσω μας σερβίρουν τσάι γιασεμί. «Έχεις ανοιχτούς λογαριασμούς; Θέλεις να τιμωρήσεις ορισμένους;»
«Ανοιχτοί λογαριασμοί υπάρχουν» παραδέχεται. «Δεν θέλω όμως να τιμωρήσω κανέναν. Είναι τιμωρημένοι ούτως ή άλλως. Καταδικασμένοι ν' αναζητούν διαρκώς την ίδια τους τη φύση. Εγώ τη δικιά μου την έχω βρει. Θέλω αυτά που παίρνω από τους γύρω μου να τα καταθέσω κάπου. Αυτά που έχω ζήσει με βαραίνουν. Θέλω να τα βγάλω. Να τα διοχετεύσω. Έχω διαβάσει άλλες αυτοβιογραφίες - γραμμένες από ανθρώπους, μάλιστα, που θεωρούνται συγγραφείς- και δε μου λέε τίποτα. Άποψη μου, φυσικά. Η ζωή μου ήταν τόσο έντονη. Σαν να βλέπεις ταινία του Χόλιγουντ. Έχω πάρα πολλούς θαυμαστές. Αν σκεφτείς μόνο πόσοι επισκέπτονται τη σελίδα μου στο Διαδίκτυο... Βλέπω διάφορους, πιο μαϊντανούς από τους μαϊντανούς να γκρινιάζουν συνέχεια: «Ααχ, δεν μου αρέσει να βάφομαι’ δεν μου αρέσει να βγαίνω στα κανάλια». Εγώ σε πληροφορώ ότι αισθάνομαι πολύ όμορφα όταν βλέπω τον εαυτό μου να παίζει στα "παράθυρα" ή στα πρωτοσέλιδα. Τα μηνύματα που θέλω να περάσω περνάνε έτσι κι αλλιώς. Είτε από τα κουτσομπολίστικα περιοδικά είτε από τα λάιφ στάιλ».

«Πιστεύεις ότι ενδιαφέρονται για τα μηνύματά σου; Είναι το κίνητρο το σκάνδαλο; Το κόκαλο για να τρέξουν ξοπίσω;»
«Όλα παίζουν. Από τους χίλιους που θ' αγοράσουν το βιβλίο μου οι πέντε θα λάβουν και τα μηνύματα. Αυτό μου φτάνει. Δεν απευθύνομαι μονάχα στους ανοιχτόμυαλους. Πολλοί με θεωρούν μίασμα, αφορισμένο πλάσμα. Ένας στους εκατό ν' αλλάξει για μένα είναι κέρδος. Όλα σιγά σιγά χτίζονται. Πρώτα έμαθαν τον όρο "τραβεστί". Μετά τον όρο "τρανσέξουαλ".
[....]
Ίσως η ζωή της Τζένης να κατέληξε σε τραγέλαφο - αν και ακόμη δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε πώς πραγματικά θα καταλήξει -, αλλά αναμφίβολα ξεκίνησε ως τραγωδία. Προτού καν γεννηθεί, έχασε τον πατέρα της. Απότακτος αστυνομικός εκείνος – επειδή παντρεύτηκε τη μητέρα της δίχως την άδειαςυπηρεσίας - διατηρούσε μια ταβέρνα έξω από τη Σητεία. Είχε ήδη αποκτήσει τρία παιδιά -δύο κορίτσια, ένα αγόρι - και το φθινόπωρο του 1967 η γυναίκα του εγκυμονούσε το τέταρτο. Δεν πρόλαβε να το γνωρίσει. Έπεσε στη θάλασσα για να σώσει μιαν αγγλίδα τουρίστρια που κινδύνευε. Η Αγγλίδα σώθηκε. Όχι και ο ίδιος.

Τον Φεβρουάριο του 1968, κάτω από τον αστερισμό των Ιχθύων, γεννήθηκε ένα αγόρι. Προς τιμήν του νεκρού πατέρα βαπτίστηκε Ιωάννης. Σε περίπτωση που εξέλιπε η μαρτυρία της Χειλουδάκη, θ' αρκούσε μια βιαστική ματιά στις παιδικές της φωτογραφίες για να διαπιστώσουμε ότι αυτό το αγόρι βρέθηκε εξαρχής σε λάθος στρατόπεδο.

«Το κατάλαβα νωρίς νωρίς» ισχυρίζεται. «Ήδη από τον παιδικό σταθμό. Ήθελα να βρίσκομαι συνέχεια ανάμεσα στα κορίτσια. Να παίζουμε κουκλες κι όλα τα κλασικά. Και κάποια στιγμή, στο δημοτικό συνειδητοποιώ ότι μου αρέσουν τα αγόρια ερωτικά. Αργότερα, στις πρώτες μου ερωτικές φαντασιώσεις, όταν αυνανιζόμουν, σκεφτόμουν στιβαρά χέρια να με φυλακίζουν. Αρχίζω και ν' ανησυχώ. Στη Σητεία ψιθυρίζεται πλέον ότι κάτι τρέχει με τον Γιαννάκη».
«Ήσουν και ωραίο αγοράκι».
«Πάρα πολύ όμορφο. Και κουνιέμαι και λυγιέμαι. Ντρούμπου ντρούμπου, ας πούμε. Κοιτάζω πώς να πέφτω πάνω στ' αγόρια, δήθεν τυχαία, πώς να με αγγίζουν και τα λοιπά. Ώσπου φιλιέμαι στο στόμα μ' έναν συμμαθητή μου. Αισθάνομαι ηδονή αλλά και τρόμο. Τρόμο, όχι γιατί έκανα κάτι απαγορευμένο, μα γιατί απολάμβανα κάτι απαγορευμένο. Γάμησε τα. Η απόλαυση ήταν διπλή. Βούιξε όμως όλη η περιοχή. Ότι με έχουν βιάσει, ότι με έχει πάρει η μισή Σητεία. Πανικός στο σπίτι. Δεν μπορούσαμε να σταθούμε άλλο εκεί».
[....]
Μπορούσες να την ακούσεις στη Συγγρού, σαν ευχή ή σαν χλεύη: «Καλή Καζαμπλάνκα». Κατά τη δεκαετία του 1980, η Καζαμπλάνκα ήταν η Ιερουσαλήμ των τρανσέξουαλ. Η γη της επαγγελίας. Είχε προηγηθεί η διάβαση του περιούσιου λαού από την έρημο, η επώδυη και μακρόσυρτη πορεία ώσπου ν' αναγνωρισθεί ως νόμιμη η αντιδικία με τη φύση. Λέγεται ότι ο πιονέρος που τόλμησε εγχείρηση αλλαγής φύλου ήταν η μετέπειτα Κριστίν Γιόνγκερσεν από τη Νορβηγία. Βρισκόμαστε στα 1973 - ο Γιαννάκης παίζει ακόμη με τις κούκλες - και αναφερόμαστε στην πρώτη δόκιμη εγχείρηση, προάγγελο των σύγχρονων. Απονενοημένα διαβήματα, με υψηλό δείκτη κινδύνου, καταγράφονται από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1960. Μεταξύ των σκαπανέων περιλαμβάνεται η περίφημη Κονξινέλ, που διέπρεψε κατοπιν στο Παρίσι ως μοντέλο και ως καμπαρετζού. Σύμφωνα με την αναδίφηση της Χειλουδάκη, δεν αποκλείεται παρόμοιες επιδιορθώσεις να έλαβαν χώρα στην αρχαία Αίγυπτο ή στη μινωική Κρήτη. Να που η παράδοση συνεχίζεται. Τον Οκτώβριο του 1990, όταν εισάγεται στο νοσοκομείο Λόντον Μπριτζ το αγόρι από τη Σητεία, οι εγχειρισμένοι συμπατριώτες μας αριθμούν μερικές δεκάδες. Πιθανόν σήμερα να πλησιάζουν ή και να ξεπερνούν τους πεντακόσιους.
«Το μυαλό κάθε άντρα» σχολιάζω «τρέχει κατευθείαν στον ακρωτηριασμό. Σε βλέπει σαν ευνουχισμένο αρενικό. Ίσως και αντίστροφα, σαν ανάπηρη γυναίκα. Δεν μπορείς να γεννήσεις. Δεν μπορείς να φθάσεις στον οργασμό».
«Θα μπορούσα να γεννήσω» αντιτείνει απρόσμενα. «Να τεκνοποιήσω, για την ακρίβεια. Αν δεν ήταν χαλασμένο το σπέρμα μου, θα μπορούσα να το εμφυτεύσω σε μια μήτρα. Είναι κάτι που δεν ξέρει ο πολύς κόσμος. Δεν πρόκειται για ευνουχισμό. Πρόκειται για αναδιάταξη των γεννητικών οργάνων. Τίποτα δεν πετιέται στην ουσία. Φαντάζομαι ότι κάποια διαφορά θα υπάρχει. Λογικό είναι να υπάρχει. Δεν ξέρω. Δεν έχω γαμήσει ποτέ τρανσέξουαλ για να ξέρω. Λένε πως είναι σαν της γυναίκας, μονάχα πιο σφιχτό. Γεγονός είναι πάντως ότι αρκετοί εγχειρισμένοι εξακολουθούν να εκσπερματώνουν. Απόδειξη πως υφίσταται οργασμός. Παλαιότερα δεν το πίστευαν. Σήμερα το πιστεύουν. Έγκυροι γιατροί, όπως ο Λύρας, βγαίνουν στην τηλεόρασηι και το διατυμπανίζουν. Τέλος πάντων. Εγώ θα έκανα την εγχείρηση ακόμα και αν ήταν βέβαιο πως δεν θα ξαναφθάσω σε οργασμό. Ας το θεωρούν ακρωτηριασμό. Για μένα ήταν ανακούφιση».
[....]
Από την πρώτη στιγμή που επιστρέφει στην Ελλάδα, ετοιμάζει τα μπογαλάκια της για τη μεγάλη απογείωση. Μεθοδικά, καρτερικά, πειθαρχημένα. Ο Ιωάννης δεν περιορίζεται να πολιτογραφηθεί Ιωάννα στη νομαρχία Λασιθίου. Δεν της αρκεί να μεταγραφεί από το μητρώο αρρένων στο θηλέων. Χτυπάει το κουδούνι της δημοσιότητας και – ω του θαύματος –της ανοίγουν την πόρτα. [...] η τηλεοπτική πλέον σελέμπριτι απαλλάσσεται από το ξεροστάλιασμα στη Συγγρού και σπιτώνεται στη Φυλής. Χρόνια έχουν να δουν οι πατρόνες τέτοια κόσμοσυρροή. Με πούλμαν καταφθάνουν από την επαρχία. Αστειεύεσαι; Όταν μ' ένα πεντοχίλιαρο μπορείς να πηδήξεις την Τζένη Χειλουδάκη;
«Κάπως σαν φαστφουντάδικο του σεξ;»
«Κάπως έτσι. Το μπορντέλο έχει τα καλά του, έχει και τα κακά του. Δεν παγώνεις ορθοστασία. Νιώθεις σχετική ασφάλεια. Δεν θα σου τύχουν όμως και τα μεγάλα πακέτα. Λίγα λεφτά κατά κεφαλήν. Πολλά κεφάλια. Μέχρι κι εκατό σε μια βάρδια».

Παράλληλα με το μαζικό ξεπέταγμα, η Τζένη ανακαλύπτει και την πασαρέλα. Διστακτικά αρχικά, μπροστά στα δίμετρα θηρία, με θράσος στη συνέχεια. Προπομπός της και φύλακας άγγελος, ο Βασίλειος Κωστέτσος. Η υψηλή κοινωνία υποκλίνεται στον αναγεννημένο φοίνικα. Αρχίζουν τα ταξίδια, οι επιδείξεις, τα όργια. Δυστυχώς, αρχίζουν και οι πιο βαρετές σελίδες του βιβλίου της. Η Χειλουδάκη κοιτάζεται διαρκώς στον καθρέφτη και αναστατώνεται από το ίδιο της το είδωλο. [....]
Η θερμοκρασία του κειμένου ανεβαίνει πάλι προς το τέλος, με την εμφάνιση του Σακελλαρόπουλου επί σκηνής. Η Χειλουδάκη δείχνει τα νύχια της. Παρατάει τις κοσμικότητες και τα προσχήματα. Παρατάει ακόμα και το πρώτο ενικό πρόσωπο που την εξυπηρέτησε ευσυνείδητα στην υπόλοιπη αφηγηματική διαδρομή. Χρησιμοποιεί το δεύτερο ενικό και δημιουργεί την απατηλή εντύπωση ότι απευθύνεται στον εισαγγελέα. Τίποτε δεν απέχει πόρρω της αληθείας. Η επιστολή της έχει συνταχθεί για τα δικά μας μάτια. Μονάχα εξ αντανακλάσεως μπορεί να τυφλώσει τον νοερό της παραλήπτη. Όσοι θεωρούν την Τζένη ως άσπλαχνη σκύλα θα βρουν στην επιστολή της μια θερμή συνηγορία. Οι ψυχαναλυτές μπορεί ν' αποφανθούν πως δεν έπαψε ποτέ να είναι ένα σκληρόκαρδο αγόρι. Κάποιοι τρίτοι, πιο ευφάνταστοι, ίσως διακρίνουν πίσω από τις γραμμές, μια πληγωμένη γαζέλα. Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα, σε σοκάρει η ωμότητα της.[....] Την κοιτάζω επίμονα. Προσπαθώ να εντοπίσω κάποια ρωγμή στην αυτοπεποίθηση της. Ένα δισταγμό, αμφιβολία.
«Πες μου, βρε Τζένη. Πες μου ειλικρινά. Έζησες δέκα ζωές. Έζησες ως άντρας, ως γυναίκα, ως πουτάνα, ως μοντέλο... Δεν παύεις όμως να είσαι τριάντα τεσσάρων ετών. Κλείσε τα μάτια σου για μια στιγμή. Φαντάσου πως δεν βρισκόμαστε στο 2002. Βρισκόμαστε στο 2022. Είσαι πενήντα τεσσάρων. Τι έχεις απογίνει; Μήπως έχεις εξαντλήσει τα αποθέματα; Μήπως έχεις ξεμείνει από βενζίνη; Μπορεί να μην είσαι πια ωραία. Μπορεί να μην σηκώνεις πια τα πουλιά των αντρών. Έχεις προνοήσει, παιδί μου; Έχεις προνοήσει καθόλου για το μέλλον;»
«Καταρχήν πρέπει να σου πω... Αν ήμουν μάντης. Αν προέβλεπα το μέλλον. Μπορεί και να μην σου μιλούσα. Μπορεί και να σε είχα χεσμένο...»
«Σωστό κι αυτό».
«Κανένας δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει. Ένα πράγμα ξέρω. Ξέρω την Τζένη Χειλουδάκη. Ξέρω πώς έχω ανεξάντλητα αποθέματα. Μπορεί να συμβούν όσα τρελά φαντασιώνω. Μπορεί και να μη συμβούν. Τότε με βλέπω στο χωριό μου. Να μαζεύω χόρτα. Να παίζω με τις κατσίκες μου».
«Έχεις αφήσει και αυτή την πόρτα ανοιχτή.»
«Ασφαλώς. Λατρεύω αφάνταστα τη μοναξιά μου. Με συγκλονίζει η μοναξιά μου. Περνάω πάρα πολύ καλά με τον εαυτό μου».
«Αυτό δεν μου δένει και τόσο με τη ματαιοδοξία σου».
«Και όμως. Μην ξεχνάς πως είμαι "ψαράκι". Και μην ξεχνάς πως όσα σου λέω μπορεί να μην είναι καθόλου έτσι. Να είμαι μια διαφορετική Τζένη».
«Θα τσεκάρω μόλις φύγω».
«Κανένας δεν θα μάθει ποτέ ποια είναι η Τζένη Χειλουδάκη. Η πραγματική είναι αυτή που υπάρχει μέσα στην ψυχή μου. Να θυμάσαι μονάχα: όλοι οι στόχοι που έχω βάλει μέχρι σήμερα έχουν επιτευχθεί».
...
~~~~~~~~~~~~

σημ. σχολιαστή:
Αν και δεν έχουν περάσει παρά μόνον τα 6 από τα είκοσι χρόνια, και η Τζένη Χειλουδάκη δεν είναι 54 αλλά μόλις 40, είναι ήδη στο χωριό της και λέει ότι εκτός από τη διεύθυνση του μαγαζιού που διατηρεί εκεί, της αρέσει να μαζεύει και χόρτα.