Τρίτη, Ιουλίου 19, 2005

No 130

[...]Eκεί που έκανε τραμπάλα μόνος του, εμφανίστηκε ένας που μέτραγε πολύ. Ήρθε κοντά, τον έπιασε γερά και εκεί που πήγαινε να τρομάξει, τον κοίταξε στα βαθιά μάτια και είπε: "Eίμαι κι εγώ σαν και σένα. Εγώ είμαι ο Αργύρης, το καυτό εητζόνι, από μάνα διάμεσο και πατέρα σιδερουργό. Εδώ μέσα σ' αυτή την παιδική λύπη ήταν γραφτό να σε συναντήσω να κάνεις τραμπάλα μόνος σου. Ο τρόμος σου θα τρομάξει τον τρόμο μου και θα μπορούμε μαζί να είμαστε γενναίοι. Εκεί που δεν πιάνει μελάνι θα γράψουμε την υγεία, τους υγιείς και το προφυλαγμένο σεξ. Θα μπορούμε να το κάνουμε ο ένας στον άλλον άρρωστα και οι οργασμοί μας θα είναι λουτρά αίματος. Οι κόκκινες κηλίδες στο δέρμα σου θα είναι στα μάτια μου ματιέρες ψυχωφέλειας και ο φόβος του επικείμενου θανάτου σου μια τσιγαριά στο μπράτσο μου".
Με κομμένη την ανάσα ο Μπιλ, το κακό εητζόνι ρώτησε:"Δηλαδή θα μπορούμε να βουτάμε την ίδια σύριγγα μέσα σε ένα σαγκουίνι; Oι καινούργιες μας μολύνσεις θα είναι τα έγχρωμα παιδιά μας; Kαι θα μας περάσει απ' το μυαλό πως ίσως ο ιός ΗΤL V3 είναι κι αυτός ένα ζώο με δικαιώματα που δύσκολα επιζεί στον αέρα;"
"Ναι"του απάντησε ο Αργύρης, και έγιναν αιμαδελφοί, με ημερομηνία λήξης, καθώς κυλούσαν στην τσουλήθρα.

Αλέξης Μπίστικας : Οι κόκκινες κηλίδες στο δέρμα σου

4 σχόλια:

κ.σ. είπε...

130

Από το movieworld.gr/

Γεννημένος το 1964 ο Αλέξης Μπίστικας γύρισε εννέα μικρού μήκους ταινίες και μία μεγάλου. Μέλος μιας δημιουργικής παρέας από την οποία προήλθαν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης κατάφερε με τις μικρού μήκους ταινίες του να τραβήξει γρήγορα την προσοχή και να αναγνωρισθεί ως ένα ξεχωριστό και τολμηρό ταλέντο. Όπως είπε, σε μία εκδήλωση στη μνήμη του, ο κριτικός Ηλίας Κανέλλης, «δεν ήταν επαναστάτης αλλά πρέπει να ήταν βαρετό γι’ αυτόν να πορεύεται στους δρόμους του κονφορμισμού. Δεν ήταν ανατρεπτικός αλλά πρέπει να απεχθανόταν το “πολιτικά ορθό”. Δεν ήταν αυτοαναφορικός αλλά ήταν πάντα ο εαυτός του – η κοσμοπολίτικη ιδελογία του, ο φιλελευθερισμός του, η σεξουαλική του ταυτότητα».

Ο Μπίστικας κατάφερνε να πει την ιστορία του χωρίς να την τραβάει από τα μαλλιά. Αναλογιζόμενος την εποχή κατά την οποία γυρίστηκαν οι ταινίες του, εκτιμάει κανείς ακόμα περισσότερο μερικά κινηματογραφικά τρικ και την τολμηρότητα των θεμάτων του. Οι ταινίες του είναι ένας νεανικός κινηματογράφος που ακόμη και σήμερα γίνεται κατανοητός, ίσως γιατί ήταν «αληθινός και έντιμος».
~~~~~~~~~~~~

Από το xristaki.geo

Τον Αλέξη Μπίστικα το γνωρίσαμε το 1989 με την ταινία του "Τα μάρμαρα" (14΄) που γύρισε στην Αγγλία. Είναι ένα φιλμ πλημμυρισμένο από νοσταλγία για την Ελλάδα και αγάπη για την Μελίνα Μερκούρη. Ακολούθησαν το 1990 οι τρίλεπτες ταινίες "Το φιλί" (το παθιασμένο φιλί δύο αντρών με φόντο τη περιφορά του Επιταφίου) και "Ποτσόν-Ποτσόν" (ένα παιχνίδι με φωτογραφίες από τα παιδικά του χρόνια με το οποίο δηλώνεται η αγάπη του για τη μητέρα του). Το 1991 σκηνοθετεί το φιλμ ¨Staring¨ (14΄) και "Η γραβάτα" (50΄). Στην πολυβραβευμένη "Γραβάτα" περιγράφει τον έρωτα ανάμεσα σ’ έναν Έλληνα από την επαρχία και έναν Άγγλο συνομήλικό του. Το 1992 γυρίζει το 5λεπτο "Στήθος" και το 1993 "Το ξέφωτο", την τελευταία μικρού μήκους ταινία του (8΄), που είναι ένα αντίο στη ζωή. Ο διάσημος σκηνοθέτης Ντέρεκ Τζάρμαν, που πέθανε πέρσι από AIDS, στέκεται μπροστά στο φακό του Αλέξη. Ένα σαξόφωνο αυτοσχεδιάζει πάνω σε μια ανέκδοτη μουσική φράση του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ η κάμερα χαϊδεύει τα δέντρα και τα δρομάκια ενός πάρκου, τόπου ερωτικών συναντήσεων. Το 1994 γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, "Το χάραμα". Ένα σύγχρονο Ελληνικό φιλμ αφιερωμένο στον παλιό λαϊκό κινηματογράφο και στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι του σήμερα.
~~~~~~~~~~~~

O Αλέξης Μπίστικας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964, σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο London School of Economics και έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα στις τηλεπικοινωνίες και Master στη σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης από το Royal College of Art. Πέθανε από AIDS τον Σεπτέμβρη του 1995, σε ηλικία μόλις 31 ετών.

K.σ-Μ είπε...

Τo χέρι μου...

Το χέρι μου χάιδευε τη θάλασσα.
Τα δικά σου το πηδάλιο.
Η νύχτα τη βάρκα.
Οι μικρές φωτιές τους ορμίσκους.
Τα γόνατα μου τα υγρά σανίδια,
το χαμόγελο σου, τόσο ψηλά, τ' αστέρια.

Αλέξης Μπίστικας
(από το Ποιητικό Ημερολόγιο 1998 – εκδ. Ιωλκός)

библиоptic είπε...

Aπό το www.filmfestival.gr

Γράφει ο Ηλίας Κανέλλης
Νοε. 2005


Έστω κι αν, από την εποχή που πέθανε, πέρασαν δέκα χρόνια ανελέητου, φθοροποιού χρόνου, που διαβρώνει με την ύπουλη σιωπή του τις μνήμες, ο Αλέξης Μπίστικας επιμένει να είναι παρών, οι εικόνες του εξακολουθούν να έχουν την επικαιρότητα που έχει οτιδήποτε γεννιέται με σκοπό να μην αναπαράγει κοινούς τόπους και ασφαλείς βεβαιότητες. Δεν ήταν επαναστάτης, δεν ήθελε να ανατρέψει. Αλλά, από την άλλη, πρέπει να ήταν βαρετό γι' αυτόν να πορεύεται από δρόμους ευθείς, ετοιμασμένους και παραδομένους στον κομφορμισμό. Δεν ήταν ανατρεπτικός, αλλά πρέπει να απεχθανόταν το κορεκτιλίκι. Δεν ήταν αυτοαναφορικός αλλά ήταν πάντα ο εαυτός του - η κοσμοπολίτικη ιδεολογία του, ο φιλελευθερισμός του, η σεξουαλική του ταυτότητα. Δεν ήταν εκτός του κόσμου τούτου, τον ενδιέφεραν η αναγνώριση και η καταξίωση, αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει οτιδήποτε προκειμένου να πάρει κεφάλι στην αγορά της δημοσιότητας. Δεν κολάκεψε κανέναν.

Με την πρώτη ταινία του, Τα μάρμαρα, δεν κολάκεψε ούτε τη Μελίνα Μερκούρη, εισηγήτρια της πολιτικής για τη διεκδίκηση της επιστροφής των λεγομένων Ελγινείων Μαρμάρων, ούτε τον ελληνικό σοβινισμό που ψοφάει για κολακείες. Τηρουμένων των αναλογιών, κι από τις υπόλοιπες ταινίες του, καθεμιά διαφορετική από τις άλλες, καμία δεν είχε στόχο τη συμφιλίωση του κοινού με τους επικρατέστερους κοινούς τόπους. Το φιλί, ένα ανδρικό φίλημα μπροστά στο φακό, δεν κολάκεψε τους οπαδούς του αισθητικού σοκ διά της τέχνης, επειδή θεμελιώθηκε στη μεγάλη αισθητική παράδοση των εικαστικών της Αναγέννησης, όταν όλα όσα γίνονταν φάνταζαν αισθητικό σοκ. Το Ποτσόν ποτσόν, μια βουτιά στο προσωπικό παρελθόν μέσω του ξεφυλλίσματος του οικογενειακού του άλμπουμ, παρά τη φαινομενικά τρυφερή πρόζα που το συνόδευε, δεν κολάκευε την αισθηματολογία. Το γυμνό βλέμμα, κινηματογράφηση εραστών που κοιτάζουν κατευθείαν την κάμερα, δεν εξαντλείται στη μίμηση των τεχνικών του σινεμά ντιρέκτ. Η γραβάτα, ιστορία ενός τσαλακωμένου έρωτα, αναδιατάσσει τις τεχνικές του μελοδράματος, ίσως μαζί με την κωμωδία του πιο λαϊκού κινηματογραφικού είδους, κι ας ηχεί σπαρακτικά ο λαϊκός λυγμός του Μητροπάνου «Δυο νύχτες ανταμώσανε πάνω στα δάκρυα μου / η νύχτα που σε γνώρισα κι η νύχτα που χωρίζουμε» την ώρα που ένα αυτοκίνητο διασχίζει μια γέφυρα του Λονδίνου. Το στήθος, ελεγεία για τη μητέρα τροφό, δεν κολακεύει την ψυχανάλυση, αφού η κινηματογραφική οπτική επιλέγει να κινηθεί από τον ερωτισμό στο αισθητικό σοκ. Το ξέφωτο, επτάλεπτο ασπρόμαυρο μονοπλάνο με πρωταγωνιστές τον Βρετανό κινηματογραφιστή Ντέρεκ Τζάρμαν και μια ανέκδοτη μουσική φράση του Χατζιδάκι, δεν κολακεύει τις τεχνικές του αντεργκράουντ, αφού στην ουσία είναι οπτικοποίηση του φόβου του θανάτου που επέρχεται. Και To Χάραμα, παρά τη λαϊκή φόρμα, τα λαϊκά είδωλα, τη λαϊκή τραγουδίστρια (Κατερίνα Κούκα) και τη λαϊκή μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου, διαθέτει τη σαρκαστική ματιά στη λαϊκότητα ενός λόγιου που, απλώς, δεν οχυρώνεται στην ασφάλεια της λογιοσύνης.

Λόγιος που δεν οχυρώθηκε στην ασφάλεια της λογιοσύνης, ο Αλέξης Μπίστικας είναι ο κοσμοπολίτης που θέλησε να φέρει τα αυτονόητα στον ελληνικό κινηματογράφο: τη σύνθετη ματιά έξω, αλλού, αλλά και τη σύνθετη ματιά μέσα, εντός μας. Εξερευνούσε τη φόρμα επειδή ήταν εξερευνητής της ζωής. Παρά την ποικιλία τους, οι ταινίες του είχαν δελτίο ταυτότητας: ήταν οι ταινίες ενός λόγιου, ανήσυχου μοντέρνου ανθρώπου που δεν συντάχθηκε με τις μόδες και, κατά βάθος, μελαγχολούσε με τη ρηχότητα που τις συνοδεύει.

Χρήστος είπε...

Εκτός από τις Κόκκινες Κηλίδες στο δέρμα σου, ο Αλέξης Μπίστικας είχε δημοσιεύσει στην Οδό Πανός και το αυτοβιογραφικό κείμενο Το Φιλί, που καταγράφεται στο ιστολόγιο Αυτοβιογραφικά. Στα σχόλια της ανάρτησης υπάρχουν σύνδεσμοι προς όλα τα κείμενα στην Οδό Πανός που γράφτηκαν από τον ίδιο ή τον αφορούν. Υπάρχουν επίσης ποιήματά του από το βιβλίο του "Ευαγγελισμός", εκδόσεις Πατάκη, 1994:

Ήρθες και κάθισες
Στο πλάι του κρεβατιού μου
Οι μόδες είχαν φύγει από πάνω σου
Τα μαλλιά σου είχαν μακρύνει μέχρι τη μέση
Τα ρούχα σου δεν είχαν φύλο
Το πρόσωπο συ είχε αλλάξει
Ήταν το παντοτινό σου πρόσωπο

***

Για μια μοναξιά ματώσαμε τα χείλια μας
Χυδαιολογήσαμε, κοιμηθήκαμε αγκαλιά μ’ ένα
Μαχαίρι κάτω από το στρώμα. Για μια μοναξιά
Μέσα στην πόλη και μέσα μας

***

Δε σε έκλαψα πολύ. Το μόνο
Που μου λείπει είναι η αλληλογραφία μας
Κωλόπαιδο. Που δεν μπορώ να σου γραψω και
Να λάβω το γράμμα σου στο ταχυδρομείο

***

Η κοπέλα στον απέναντι θάλαμο
Γύρισε και μου χαμογέλασε
«Πως το λένε το αρκουδάκι σου» τη ρώτησα
“Aids” μου λέει, «μου το χαρίσανε σήμερα»