Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2005

No 212

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΟΥΟΛΤ ΟΥΙΤΜΑΝ (απόσπασμα)

Ανοίχτε μου όλες τις πόρτες!
Θα περάσω ό,τι και να γίνει!
Το σύνθημα : Ουόλτ Ουίτμαν!
Αλλά δεν λέω κανένα σύνθημα…
Περνάω χωρίς εξηγήσεις…
Κι αν χρειστεί γκρεμίζω τις πόρτες…
Ναι – εγώ ο καχεκτικός και πολιτισμένος, γκρεμίζω τις πόρτες,
γιατί τούτη τη στιγμή δεν είμαι μήτε καχεκτικός μήτε πολιτισμένος,
είμαι ΕΓΩ, ένα σύμπαν που σκέπτεται από σάρκα και οστά, που θέλει να περάσει,
και θα περάσω ό,τι και να γίνει, γιατί όταν θέλω να περάσω είμαι Θεός!

Φερνάντο Πεσσόα \ Πορτογαλία
Άλβαρο ντε Κάμπος : Η «Θαλασσινή Ωδή» και άλλα ποιήματα (Εξάντας)
Μετάφραση : Μαρία Παπαδήμα

10 σχόλια:

κ.σ. είπε...

O Άλβαρο ντε Κάμπος, ο «μέγιστος» ετερώνυμος του σπουδαιότερου Πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα , είναι αυτός που οι μελετητές του έργου του λένε ότι πλησίαζε περισσότερο την προσωπικότητα του δημιουργού του.
Ο Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), που σφράγισε με το έργο του την Πορτογαλική λογοτεχνία, δημιούργησε πλήθος ετερωνύμων ποιητών και μέσα από το έργο «τους» διοχέτευε τις διαφορετικές εκδοχές του εαυτού του, βάζοντάς τους πολλές φορές να «συζητούν» ή και να «διαφωνούν» ακόμα, μέσω δημοσιεύσεων σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Οι Αλμπέρτο Καέιρο, Μπερνάρντο Σοάρες και Ρικάρντο Ρέις, μαζί με τον Άλβαρο ντε Kάμπος, είναι οι πιο διάσημοι, στο σύνολο 72 καταγεγραμμένων ετερωνύμων, από τους 345 που λέγεται ότι επενόησε, ξεκινώντας το 1894 με τον (γάλλο) Chevalier de Pas.

Παράδοξος, αινιγματικός, ανεξιχνίαστος, μυστηριώδης, είναι πάντα πρόκληση για μελετητές, μεταφραστές, φιλολόγους.
Η μεταφράστρια της «Θαλασσινής Ωδής», Μαρία Παπαδήμα, είναι λέκτωρ στον Τομέα Γαλλικής Γλώσσας και Γλωσσολογίας του Τμ. Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Εξειδικεύεται στην μετάφραση γαλλόφωνης και πορτογαλλόφωνης λογοτεχνίας, με ιδιαίτερη προτίμηση στον Οκτάβιο Πας και τον Πεσσόα και -εκτός από το μεταφραστικό της έργο - έχουν δημοσιευτεί και πολλές εργασίες της σε ελληνικά και γαλλικά λογοτεχνικά περιοδικά. Πρόσφατη είναι η δημοσίευση του άρθρου της "Κ.Π. Καβάφης - Φ. Πεσσόα: συμπίπτουσιν γαρ αλλήλοις οι ποιηταί», στο τεύχος 1761 της Νέας Εστίας τον Νοέμβριο του 2003.

κ.σ. είπε...

Από το site του Παρατηρητή:

Ο Άλβαρο ντε Κάμπος είναι ένας από τους τρεις πιο σημαντικούς ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα, ίσως ο σημαντικότερος -αν λάβουμε υπόψη την ιδιαίτερη σχέση που ενώνει τον Πεσσόα με το αγαπημένο του προσωπείο- με την πλέον ολοκληρωμένη βιογραφία και ποιητική. Εκκεντρικός, μεγαλόσχημος, παροξυσμικός, δηλωμένος οπαδός του Ουίτμαν, υμνητής της τεχνολογίας και του σύγχρονου πολιτισμού, εκφραστής ενός ανεκπλήρωτου ερωτισμού και ενός φαντασιωσικού πανσεξουαλισμού, ο Πεσσόα-Κάμπος, προϊόντος του χρόνου, κυριεύεται από την οδύνη της ύπαρξης, το πάθος της αποτυχίας, τη μανία της ήττας, σφραγίζοντας με το μοντερνισμό του όχι μόνο την πορτογαλική αλλά και την παγκόσμια ποίηση του 20ού αιώνα.

κ.σ. είπε...

Από το ΒΗΜΑ (Βιβλία)
21/06/1998

Γράφει ο Νίκος Μπακουνάκης

Πώς το λέει ο Πεσόα;
«Αν σαν πεθάνω θελήσετε να γράψετε τη βιογραφία μου
τίποτα πιο απλό
Δεν έχει παρά δυο ημερομηνίες ­ της γέννησης και του θανάτου μου.
Ανάμεσα στο ένα και στο άλλο όλες οι μέρες είναι δικές μου».

Υπάρχει καλύτερος ορισμός της ζωής όσο αυτός, με τον τρόπο του πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσόα; Διαβάζω τη «Θαλασσινή Ωδή» του Πεσόα, έτσι όπως τη μετέφρασε η Μαρία Παπαδήμα στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Ποίηση» που κυκλοφόρησε την Παρασκευή και βλέπω ποιες είναι οι μέρες ενός ποιητή, αυτός ο μυστικός κόσμος, ο πλήρης, ο ορατός και ταυτόχρονα ο ακαθόριστος. Διαβάζοντας τους στίχους της «Θαλασσινής Ωδής», κοιτάζοντας φωτογραφίες της Λισαβόνας, σκέφτομαι ότι ο Πεσόα (1888-1935) μοιάζει με πρώτον εξάδελφο του Καβάφη ­ άλλωστε έζησαν την ίδια πάνω κάτω εποχή ­ καθώς έκρυψαν μέσα στην υπαλληλία τους έναν μέγιστο ποιητικό κόσμο.

«Μόνος, στην έρημη αποβάθρα, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό
κοιτάζω την είσοδο του λιμανιού
κοιτάζω το Ακαθόριστο
Κοιτάζω και χαίρομαι να βλέπω
μικρό, μαύρο και καθαρό, ένα υπερωκεάνιο να μπαίνει στο λιμάνι.
Είναι ακόμη πολύ μακριά, ολοκάθαρο, κλασικό στο είδος του.
Αφήνει πίσω του στο μακρινό αέρα τη μάταιη γιρλάντα του καπνού του.
Μπαίνει, και το πρωί μπαίνει μαζί του, και στο ποτάμι
Ξυπνάει παντού η ζωή της θάλασσας
Υψώνονται πανιά, ρυμουλκά προχωρούν
Μικρά πλεούμενα προβάλλουν πίσω απ' τα πλοία που σταθμεύουν στο λιμάνι».

Οπως οι παπαρούνες του Χάντκε, τα πλεούμενα του Πεσόα, η θάλασσα και το ποτάμι που ξυπνάει, ο Τάγος, μας δίνουν μια δυνατή γεύση προσωπικής, αλλά τόσο αληθινής ζωής.

κ.σ. είπε...

Από την Καθημερινή (7 ημέρες)
20 Ιουνίου 2004

Γράφει η Τιτίκα Δημητρούλια

[...]
Ακολουθεί ο Φερνάντο Πεσσόα και το alter ego του, ο μηχανικός Aλβαρο ντε Κάμπος, τον οποίο μας παρουσιάζει η Μαρία Παπαδήμα, πιστή στην αποστολή της να εκδώσει τα Aπαντα του ποιητή στα ελληνικά («Η θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα», εκδ. Εξάντας, σελ. 326). Στην εισαγωγή της υπογραμμίζει για άλλη μια φορά το ταλέντο του Πεσσόα στη μεταμφίεση, την επιλογή του να διχοτομηθεί σε πολλαπλές λογοτεχνικές περσόνες, εκ των οποίων μία από τις σημαντικότερες, αν όχι η σημαντικότερη, πλάι στον Αλμπέρτο Καέιρο, τον Ρικάρντο Ρέις, τον Μπερνάρντο Σοάρες, είναι ο αντιφατικός, νευρωτικός, βαθιά μεταφυσικός Aλβαρο ντε Κάμπος. Πολυπρισμαστική, μοντέρνα, πολιτική, η ποίηση του Πεσσόα-ντε Κάμπος ευτύχησε να μας παραδοθεί σε μια συνεπή και καλοδουλεμένη μετάφραση.

κ.σ. είπε...

Aπό το ΒΗΜΑ , 29-02-2004
Γράφει ο Δημήτρης Χουλιαράκης

[...]
«Για το σημερινό αναγνώστη, η μορφή του Άλβαρο ντε Κάμπος είναι κατά κάποιον τρόπο εμβληματική. Οι αγωνίες του, οι νευρώσεις του, οι κυνισμοί του, οι αντιφάσεις του, το γεγονός ότι υπήρξε ουσιαστικά ένας αποτυχημένος, το αλλόφρον και μεταφυσικό βλέμμα του, είναι τα στίγματά του. Και, αν τα δούμε από τη θετική τους πλευρά, η μεγαλοσύνη του».
Αντόνιο Ταμπούκι

ΚΡΙΤΙΚΗ

Ψηλός, κομψός, με μονόκλ, μαύρα μαλλιά με χωρίστρα στο πλάι, ο αγγλόφιλος μηχανικός Αλβαρο ντε Κάμπος είναι το πιο πλήρες alter ego του «ερημίτη της Λισαβόνας» Φερνάντο Πεσόα. «Ταξίδεψε κι ερωτεύτηκε, συμμετείχε στη δημόσια ζωή, κινδύνευσε να καταδικαστεί για κάποια αλαζονικά μανιφέστα, μίσησε, δέχτηκε επιθέσεις, εισηγήθηκε εφήμερα κινήματα που αποτυπώθηκαν σε οργισμένα ποιήματα και, τέλος, συμβιβάστηκε ευπρεπώς με την ιδέα της συμβίωσης με εκείνη τη μεταφυσική αγωνία που είχε προσπαθήσει να συγκαλύψει με την ειρωνεία, για να σβήσει στα σαράντα εννιά του χρόνια, στις 30 Νοεμβρίου 1935, μαζί με τον επινοητή του» λέει ο Αντόνιο Ταμπούκι στο επίμετρο της Θαλασσινής ωδής (παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη).

Λιγοστές είναι οι απόπειρες να μεταφραστούν σελίδες από το έργο του πορτογάλου μοντερνιστή, γι' αυτό και η συστηματική προσπάθεια της Μαρίας Παπαδήμα έχει ιδιαίτερη αξία. Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες: στην πρώτη, με τίτλο «Ο παρακμιακός ποιητής» (1913-1914), καταχωρούνται σονέτα «του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, αν και με εκούσιες και εμφανείς δυσαρμονίες»· στη δεύτερη («Ο αισθησιαρχικός μηχανικός», 1914-1922) δημοσιεύονται αποσπάσματα των μεγάλων συνθέσεων του Κάμπος-Πεσόα σε ελεύθερο στίχο «Θριαμβική ωδή», «Θαλασσινή ωδή», «Το πέρασμα των ωρών», «Χαιρετισμός στον Ουόλτ Ουίτμαν»· στην τρίτη, που τιτλοφορείται «Ο μεταφυσικός μηχανικός» (1923-1930), καταχωρούνται κομμάτια που κινούνται σε ένα κλίμα αμφιβολίας και πικρής διαπίστωσης της αποτυχίας - ανάμεσά τους και το περίφημο«Κατάστημα ψιλικών» που ο Ταμπούκι χαρακτηρίζει «το ωραιότερο ποίημα του κόσμου»· τέλος, στην τέταρτη και τελευταία ενότητα υπό τον τίτλο «Ο απόμαχος μηχανικός» (1931-1935) κυριαρχούν η άρνηση των πάντων, η παγερή ειρωνεία του Κάμπος, ο εναγκαλισμός με τον μηδενισμό και η νοσηρή απόλαυσή του.

Είναι συγκινητικό να προσπαθείς να συλλάβεις μέσα από σπαράγματα στίχων το αληθινό πρόσωπο ενός ανθρώπου με σάρκα και οστά που περπάτησε πάνω στη Γη αρκετές δεκαετίες πριν από την εποχή μας. Ενός ανθρώπου τόσο γοητευτικού, τόσο ιδιοφυούς, αλλά και τόσο δυστυχισμένου όσο ο Πεσόα. Σε κάθε γωνιά συναντάμε τη στέρηση, τη μοναξιά, την απελπισία. Τον ποιητή στοιχειώνει πάνω απ' όλα η νοσταλγία: για το παλιό σπίτι, τις θείες του, τον χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας -

Ποιος έκανε καυσόξυλα την κούνια των παιδικών μου χρόνων;
Ποιος έφτιαξε σφουγγαρόπανα απ' τα παιδικά μου σεντονάκια;

Αλλα και το ενήλικο παρόν τραυματίζει το ίδιο καλά - στο επίπεδο της μη πραγμάτωσης ή της φαντασίωσης:

Αν έτσι έχουν τελικά τα πράγματα μένει λίγη ζήλια
Το τέταρτο παιδί του άλλου, η Daily Mirror στο άλλο σπίτι
Τι θα μπορούσε να είχε υπάρξει...
Ναι, πάντα το αφηρημένο, το αδύνατο, το πιο διαστροφικά απίθανο -
τι θα μπορούσε να είχε υπάρξει.

Υστατη καταφυγή, η λατρευτή του κάποτε Λισαβόνα, ο μόνος τόπος που θα μπορούσε να του προσφέρει την παραμυθία, μέσα βεβαίως από την σπαρακτική και συντελεσμένη εκμηδένιση του εαυτού:

Πάλι σε ξαναβλέπω,
με την καρδιά πιο μακρινή, και την ψυχή λιγότερο δική μου.
Πάλι σε ξαναβλέπω - Λισσαβόνα και Τάγε και το καθετί -
διαβάτης μάταιος εντός σου και εντός μου,
ξένος εδώ όπως παντού,
τυχαίος στη ζωή και στη ψυχή
φάντασμα που περιπλανιέται...

(από το εμβληματικό ποίημα «Lisbon Revisited»).

Κ.σ-M. είπε...

Άλλες καταχωρήσεις για τον Fernando Pessoa:

- Aντίνοος: No 328
- Πίσω από τις μάσκες - Σημειώσεις ενός λαθρεπιβάτη της ζωής: No 329
- Εγώ και οι «άλλοι»: No 330
- Το βιβλίο της ανησυχίας: No 331
- Ποιήματα: Νο 415
- Antonio Tabucchi: Η νοσταλγία του πιθανού. Γραπτά για τον Φερνάντο Πεσσόα: No 496
~~~~~~~~~~~~

Ακολουθούν τρία σημαντικά αποσπάσματα από την εισαγωγή της Μαρίας Παπαδήμα στην μετάφραση της “Θαλασσινής Ωδής”, που δημοσιεύθηκε το 1998 στο τεύχος 11 της ΠΟΙΗΣΗΣ.

Μετά το πρώτο απόσπασμα, που είναι από το τέλος της εισαγωγής, αντιγράφω και κάποιους χαρακτηριστικούς στίχους από το έργο αυτό που ο Φερνάντο Πεσσόα αφιέρωσε στον Guilerme Santa-Rita, ζωγράφο και συνεργάτη του περιοδικού Orpheu, στο οποίο και πρωτοδημοσιεύθηκε η Θαλασσινή Ωδή, όπως μας πληροφορεί η Μαρία Παπαδήμα.

Κ.σ-M. είπε...

1ο απόσπασμα:

H Θαλασσινή ωδή, η δεύτερη από τον κύκλο των μεγάλων ωδών του Άλβαρο ντε Κάμπος, και η μόνη ολοκληρωμένη, δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Orpheu, τον Ιούνιο του 1915. Είναι ένα από τα πιο γνωστά του ποιήματα με τις περισσότερες μεταφράσεις. Πολύ συχνά γίνονται απαγγελίες της ή παίζεται στο θέατρο. «Ο ίδιος ο Πεσσόα τη θεωρούσε το 1916 ως το αριστούργημά του [...] έγραφε: Η Θαλασσινή ωσή που καλύπτει ολόκληρες 22 σελίδες του Orpheu, είναι ένα αληθινό θαύμα οργάνωσης. Κανένα γερμανικό σύνταγμα δεν είχε ποτέ την εσωτερική πειθαρχία αυτής της σύνθεσης, παρ’ ότι αν εξατάσουμε την τυπογραφική της διάταξη θα δούμε ένα παράδειγμα φουτουριστικής ατημέλειας»

Το ποίημα αρχίζει και τελειώνει με τον ερχομό και την αναχώρηση ενός βαποριού. Ο ποιητής υποδέχεται και αποχαιρετά σε τόνους χαμηλούς και λυρικούς το πλοίο και τον κόσμο της θαλασσινής ζωής που αντιπροσωπεύει. Ωστόσο η εικόνα αυτή αποτελεί το έναυσμα για την αφύπνιση σκέψεων και αισθήσεων που θα παρελάσουν με βιαιότητα πάνω στο κύριο σώμα του ποιήματος. Ο τόνος ανεβαίνει, γίνεται στριγκός, οργισμένος, υστερικός, καθώς ο ποιητής επικαλείται ακατάπαυστα όλο και πιο βίαιες αναπαραστάσεις της θαλασσινής ζωής. Ο αρχαίος κόσμος, οι θαλασσοπόροι, οι πειρατές, τα ναυάγια, οι ανταρσίες, τα μακελειά των κουρσάρων δίνουν στο ποίημα ένα ρυθμό ξέφρενο, σχεδόν βακχικό. Όλα ενορχηστρώνονται γύρω από τη μορφή του Μεγάλου πειρατή και τον σαδομαζοχιστικό πόθο του ποιητή να ταυτιστεί με τον κόσμο των πειρατών και των θυμάτων τους. Ωστόσο μετά την ύψιστη κραυγή, το όραμα διαλύεται και πρoβάλλoυν οι πηγές που το έθρεψαν, η παιδική ηλικία, τα τραγούδια και τα παραμύθια της. Η αναπόληση αυτή θα δώσει στη συνέχεια τη θέση της στο παρόν και θα εισβάλει από παντού ο κόσμος ο πραγματικός, η μοντέρνα ναυτιλία με τα πλοία της και τις εταιρείες της, η καθημερινή κίνηση του λιμανιού με τους γερανούς που φορτώνουν και ξεφορτώνουν ακατάπαυστα τα εμπορεύματα που έρχονται και φεύγουν. Το πλοίο που ερχόταν, έχει πια πλησιάσει για τα καλά και η ψυχή του ποιητή ετοιμάζεται να συνοδεύσει ένα άλλο βαπόρι που ξεκινά το ταξίδι του.
...
~~~~~~~~~~~~
[...]
Με συγκινεί το καημένο βαπόρι που φεύγει, τόσο ταπεινό και τόσο φυσικό,
Μοιάζει σα νά 'χει τύψεις, ποιος ξέρει γιατί, νά 'ναι τίμιος άνθρωπος,
Που εκτελεί κάποιο καθήκον.
Νάτο που απομακρύνεται από την αποβάθρα όπου στέκομαι.
Φεύγει ήσυχα, περνώντας από κει που περνούσαν οι καραβέλες
Άλλοτε, άλλοτε....
Για το Κάρντιφ; Το Λίβερπουλ; Το Λονδίνο; Δεν έχει σημασία
Κάνει το καθήκον του. Ας κάνουμε κι εμείς το δικό μας. Ωραία ζωή!
Καλό ταξίδι! Καλό ταξίδι!
Καλό ταξίδι, φίλε που λίγο σε γνώρισα, που μού ‘κανες τη χάρη
Να πάρεις μαζί σου τον πυρετό και τη θλίψη των ονείρων μου.
Και να με ξαναδώσεις στη ζωή για να σε κοιτάζω και να σε βλέπω να περνάς.
Καλό ταξίδι! Καλό ταξίδι! Έτσι είναι η ζωή...
...

Κ.σ-M. είπε...

- Το δεύτερο απόσπασμα είναι από την αρχή της εισαγωγής. Περιέχει σύντομο βιογραφικό και αναφέρεται στην ετερωνυμία του Φ.Π.:

Aπό το τεύχος 11 της ΠΟΙΗΣΗΣ
(Άνοιξη-Καλοκαίρι 1998)

Γράφει η Μαρία Παπαδήμα

FERNANDO PESSOA
«Γίνε πολλαπλός σαν το σύμπαν»


Αν σαν πεθάνω, θελήσετε να γράψετε τη
βιογραφία μου,
Τίποτα πιο απλό.
Δεν έχει παρά δύο ημερομηνίες - της γέννη-
σης και του θανάτου μου.
Ανάμεσα στο ένα και στο άλλο όλες οι μέρες
είναι δικές μου.


Θα ακολουθήσουμε την υπόδειξη του ποιητή, και δεν θα μακρυγορήσουμε με τη διεξοδική παράθεση βιογραφικών στοιχείων. Ο Fernando Antonio Nogueria Pessoa γεννήθηκε στη Λισαβώνα στις 13 Ιουνίου 1888 και πέθανε στη Λισαβώνα στις 30 Νοεμβρίου 1935. Θα αρκεστούμε στη συνοπτική περιγραφή που δίνει ένας άλλος ποιητής, ο Octavio Paz: Αγγλομανής, μύωψ, ευγενής, αλλοπαρμένος, ντυμένος στα σκούρα, απόμακρος και οικείος, κοσμοπολίτης που κηρύσσει τον εθνικισμό, επίσημος ερευνητής των ασήμαντων πραγμάτων, άνθρωπος με χιούμορ που δεν χαμογελάει ποτέ και που μας παγώνει το αίμα, εφευρέτης άλλων ποιητών και εξολοθρευτής του εαυτού του, συγγραφέας ενός παράδοξου λόγου καθαρού σαν το νερό και σαν κι αυτό απύθμενου: προσποίηση σημαίνει αυτογνωσία. Μυστηριώδης σαν το φεγγάρι, το καταμεσήμερο, σιωπηλό φάντασμα του πορτογαλικού μεσημεριού' ποιος είναι ο Πεσσόα;

Άν η αγγλική του παιδεία εξηγείται από την παραμονή του στο Ντερμπάν (1896-1905) όπου ακολουθεί τη μητέρα του, με τον δεύτερο σύζυγό της και όπου θα ζήσει τα χρόνια αυτά με τη νέα πολυμελή του οικογένεια, αν η αυστηρή του περιβολή ταιριάζει απόλυτα με το ρόλο του ασήμαντου γραφιά που θα υποδυθεί παράλληλα με εκείνον του ποιητή, μετά την επιστροφή του και την οριστική του εγκατάσταση στη Λισαβώνα, το αίνιγμα Φερνάντο Πεσσόα παραμένει αναπάντητο. Ποιός είναι άραγε ο Φερνάντο Πεσσόα όταν το ποίημα που απευθύνειστους μελλοντικούς του βιογράφους, υπογράφεται από τον Αλμπέρτο Καέιρο; Είναι αδύνατον να προσεγγίσει κανείς την ποίηση του Πεσσόα χωρίς να αναφερθεί στο ζήτημα της ετερωνυμικής του δημιουργίας. Το τεράστιο έργο που ο ποιητής μας κληροδότησε ανέκδοτο, κλεισμένο στο μυθικό πλέον μπαούλο, και του οποίου η καταγραφήκαι η ταξινόμηση συνεχίζεται εδώ και μισό και πλέον αιώνα, φέρει διάφορες υπογραφές. Το 1990, μία από τις κυριότερες ερευνήτριές του, η Teresa Rita Lopes, απαριθμεί 72 ονόματα. Συναντάμε τον Alexander Search που γράφει αγγλικά, τον A.A. Crosse που η αιτιολογία της ύπαρξής του φαίνεται να είναι η συμμετοχή του σε διαγωνισμούς συλλαβογρίφων των Times και ο οποίος υπόσχεται αν κερδίσει να μοιραστεί μέρος του επάθλου με τον καλό του φίλο Πεσσόα, τον Antonio Mora, φιλόσοφο που είναι κλεισμένος σε ψυχιατρείο στο Κασκάις, τον Raphael Baldaya Soares, τον Alberto Caeiro, τον Ricardo Reis και τον Alvaro de Campos. Η βασική διαφορά των τριών τελευταίων από τους υπολοίπους έγκειται όχι μόνο στο μέγεθος του έργου που υπογράφουν, αλλά κυρίως στην ιδιαίτερη γραφή και αισθητική του καθενός εξ αυτών. Επιπλέον το όνομα τους δεν είναι απλό προσωπείο αλλά αντιστοιχεί σε συγκεκριμένα σωματικά χαρακτηριστικά και μάλιστα σε μια συγκεκριμένη βιογραφία. Ο Antonio Quadros δίνει σαφέστατα τη διαφορά μεταξύ ψευδωνύμου και ετερωνύμου: Δεν πρόκειται για ψευδώνυμα με τη συνήθη έννοια του όρου. Γράφω με ψευδώνυμο σημαίνει χρησιμοποιώ ένα πλασματικό όνομα για να υπογράψω κάποιο κείμενο, για οποιοδήποτε λόγο σκοπιμότητας, αλλά δεν σημαίνει αλλάζω το στυλ και προτείνω μια σκέψη και μια αισθητική διαφορετικές από αυτές του ίδιου του συγγραφέα. Αυτό που επέτυχε ο Φερνάντο Πεσσόα, αγγίζει το θαύμα. Γιατί καθένας από τους ετερώνυμους ποιητές παράγει όχι απλά κάτι διαφορετικό από τη λογοτεχνική παραγωγή του Φερνάντο Πεσσόα την οποία υπογράφει με το όνομά του, αλλά έργα των οποίων η εγγενής συνοχή είναι ισχυρή, χωρίς να ξεχνάμε τη λεπτή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο περιεχόμενο και την ψυχοσύνθεση του υποδυόμενου συγγραφέα,[…] Οι συγγραφείς αυτοί δεν είναι μόνο ποιητές ή μυθιστοριογράφοι, αλλά επιπλέον γράφουν φιλοσοφικά κείμενα, παίρνουν θέση όσον αφορά θέματα όπως ο χριστιανισμός, η νεοειδωλολατρία, η αισθητική της λογοτεχνίας, επικρίνουν με τη μεγλαύτερη έλλειψη σεβασμού τον " πατέρα" τους Φερνάντο Πεσσόα, διαπληκτίζονται μεταξύ τους και υποστηρίζουν με αποφασιστικότητα και αυτονομία τη διαφορετική στάση τους απέναντι στη λογοτεχνία και τη ζωή.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι εντελώς νέο στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ο Kierkegaard (1813-1855) υπογράφει το έργο του με διάφορα ονόματα. Χρήση της ετερωνυμίας κάνει και ο ισπανός ποιητής Antonio Machado (1875-1939) με τη δημιουργία των Abel Martin και Juan de Mareina. Ωστόσο η γραφή τους δεν διαφέρει ριζικά, παρά την ξεχωριστή βιογραφία τους και οι δύο δεν αυτονομούνται επαρκώς από την προσωπικότητα του δημιουργού τους. «Εγώ είναι ένας άλλος», δηλώνει ο Rimbaud αποκαλύπτοντας τους κανόνες του παιχνιδιού. Στην περίπτωση του Πεσσόα αυτός ο άλλος έχει συγκεκριμένο όνομα. Ο Καέιρο, ο Ρέις και ο Κάμπος είναι ποιητές ισάξιοι και διαφορετικοί από το δημιουργό τους. Ο πρώτος εκ των τριών που εμφανίζεται στη δημόσια ζωή είναι ο Άλβαρο ντέ Κάμπος. Τα ποιήματά του Opiarium και Θριαμβική ωδή, η πρώτη από τις μεγάλες ωδές του, δημοσιεύονται στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Orpheu, Ιανουάριος-Μάρτιος 1915, και το όνομα του εμφανίζεται στα περιεχόμενα δίπλα σ' εκείνο των ιδρυτών του περιοδικού, του ίδιου του Πεσσόα και του Μάριο ντέ Σά Καρνέιρο, και των άλλων συνεργατών. Ωστόσο τα ποιήματά του παρουσιάζονται ως «δύο συνθέσεις του Άλβαρο ντέ Κάμπος που εκδίδονται από τον Φερνάντο Πεσσόα». Ο Πεσσόα αφήνει έτσι να διαφαίνεται από την αρχή, χωρίς βεβαίως να τη διευκρινίζει περισσότερο, μια αόριστη σχέση μ' αυτόν τον άλλο ποιητή. Σ' όλη του τη ζωή θα διατηρήσει αυτή τη διφορούμενη στάση έναντι των ετερωνύμων του, οι οποίοι πέραν των ποιημάτων, θα δίνουν συνεντεύξεις, θα γράφουν άρθρα, θα ασκούν κριτική ο ένας για το έργο του άλλου χωρίς το ευρύ κοινό να υποψιάζεται ότι πρόκειται για έναν και μόνο ποιητή, αλλά όταν ο ίδιος ο Πεσσόα σχεδιάζει την έκδοση του έργου του, ομολογεί ότι σκοπεύει να συμπεριλάβει τα ποιήματα όλων, αποδεχόμενος την πατρότητά τους.

Κ.σ-M. είπε...

- Στο τρίτο απόσπασμα περιλαμβάνεται η επιστολή-απάντηση του Φ.Π. προς τον ιδρυτή του περιοδικού, Καζάις Μοντέιρο, για την γένεση των ετερωνύμων του:

Θα επανέλθει στο θέμα αυτό είκοσι χρόνια αργότερα στην περίφημη επιστολή του, με ημερομηνία 13 Ιανουαρίου 1935, προς τον ποιητή και ιδρυτή του περιοδικού Presenca Adolfo Casais Monteiro, στην οποία αναλύει διεξοδικά τη γένεση των ετερωνύμων του. Αυτή η εκ των υστέρων εξομολόγηση αντιμετωπίζεται πολύ συχνά με δυσπιστία από τους ερευνητές του έργου του Πεσσόα. Αρκετοί εξ αυτών υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια εκλογικευμένη εξήγηση και για μια σαφή πρόθεση εκ μέρους του να δημιουργήσει ένα μύθο. Στα όρια της προσωπικής εξομολόγησης ενός δημιουργού και μιας ακόμη μυθοπλασίας, το κείμενο αυτό προσφέρεται για διαφορετικές αναγνώσεις, ενώ ταυτόχρονα μας προσφέρει αν όχι το κλειδί, τουλάχιστον τα κύρια χαρακτηριστικά των ετερωνύμων του.

»[…] Θα απαντήσω τώρα στην ερώτησή σας σχετικά με τη γένεση των ετερωνύμων μου. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να σας δώσω μια ικανοποιητική απάντηση.

Θα ξεκινήσω από το ψυχιατρικό μέρος. Η γένεση των ετερωνύμων μου οφείλεται στο έντονο στοιχείο υστερίας που με χαρακτηρίζει. Δεν ξέρω αν είμαι απλώς υστερικός, ή αν είμαι, πιο συγκεκριμένα, υστερικονευρασθενής. Κλίνω προς τη δεύτερη αυτή υπόθεση, γιατί παρατηρώ στον εαυτό μου φαινόμενα αβουλίας τα οποία δεν εντάσσονται στην κλινική εικόνα των συμπρωμάτων της καθαρής υστερίας. Πάντως, η πνευματική γένεση των ετερωνύμων μου οφείλεται στη φυσική και διαρκή μου τάση προς την αποπροσωποποίηση και την προσποίηση.

Αυτά τα φαινόμενα - ευτυχώς για μένα και για τους άλλους - λαμβάνουν χώρα στη σφαίρα του πνεύματος, δηλαδή δεν εκδηλώνονται στην πρακτική πλευρά της ζωής μου, προς τα έξω, και στην επαφή μου με τους άλλους. Εκρήγνυνται μέσα μου και τα ζώ μόνος με τον εαυτό μου. Αν ήμουν γυναίκα - στις γυναίκες η υστερία εκδηλώνεται με κρίσεις και άλλα παρόμοια φαινόμενα - κάθε ποίημα του Άλβαρο ντέ Κάμπος (ο πιο υστερικά υστερικός του εαυτού μου) θα αναστάτωνε τη γειτονιά. Αλλά είμαι άντρας - και στους άντρες η υστερία εκδηλώνεται κυρίως στο πνεύμα τους και όλα καταλήγουν στη σιωπή και την ποίηση…

Έτσι εξηγείται tant bien gue mal η οργανική γένεση της ετερωνυμίας μου. Τώρα θα σας διηγηθώ το ιστορικό των ετερωνύμων μου. Θα αρχίσω από αυτούς που έχουν πεθάνει, μερικούς δεν τους θυμάμαι πια - αυτούς που έχουν χαθεί στο μακρινό παρελθόν της σχεδόν ξεχασμένης παιδικής μου ηλικίας.

Από παιδί είχα την τάση να δημιουργώ γύρω μου έναν κόσμο πλασματικό, να περιβάλλομαι από φίλους και γνωστούς που ουδέποτε υπήρξαν. (Δεν ξέρω, βεβαίως, αν πραγματικά δεν υπήρξαν ή αν αυτός που δεν υπάρχει είμαι εγώ. Γι' αυτά τα πράγματα, όπως και για όλα τ' άλλα δεν πρέπει να είμαστε δογματικοί). Από τότε που με γνωρίζω ως αυτόν που αποκαλώ εαυτό μου, θυμάμαι ότι είχα με ακρίβεια στο μυαλό μου τη μορφή, τις κινήσεις, το χαρακτήρα και την ιστορία πολλών μη πραγματικών προσώπων που ήταν για μένα τόσο ορατά και δικά μου σαν τα αντικείμενα που αποτελούν αυτό που αποκαλούμε, καταχρηστικά ίσως, πραγματική ζωή. Αυτή η τάση που υπάρχει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με συνοδεύει πάντα, αλλάζοντας λίγο το είδος της μουσικής με την οποία με σαγηνεύει αλλά ουδόλως τον τρόπο της σαγήνης της.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, αυτόν που νομίζω ότι υπήρξε στα έξι μου χρόνια το πρώτο μου ετερώνυμο, ή μάλλον ο πρώτος μου ανύπαρκτος γνωστός - κάποιος ονόματι Chevalier de Pas, εξ ονόματος του οποίου έγραφα γράμματα προς τον εαυτό μου. Η μορφή του, όχι εντελώς θολή, απολαμβάνει ακόμη εκείνου του μέρους της αγάπης μου που συνορεύει με τη νοσταλγία. Θυμάμαι, αλλά λιγότερο καθαρά, μιάν άλλη μορφή με όνομα ξένο πάλι το οποίο όμως μου διαφεύγει, που ήταν, δεν ξέρω ως προς τί, ο αντίπαλος του Chevalier de Pas…Πρόκειται για κάτι που συμβαίνει σε όλα τα παιδιά; Ασφαλώς - ή ίσως. Αλλά τα έζησα τόσο έντονα ώστε να τα ζώ ακόμη και σήμερα, σε σημείο που χρειάζεται να καταβάλλω προσπάθεια για να πεισθώ πως δεν ήταν πραγματικότητα.

Αυτή μου η τάση να δημιουργώ γύρω μου έναν άλλο κόσμο, ίδιο με τον υπαρκτό αλλά με άλλους ανθρώπους, δεν έφυγε ποτέ από τη φαντασία μου. Πέρασε από διάφορα στάδια, μεταξύ των οποίων και αυτό που αντιστοιχεί στην ενήλικη ζωή μου. Μου ερχόταν στο νού μια έκφραση, εντελώς ξενή, για τον άλφα ή το βήτα λόγο, από αυτό που είμαι ή από αυτό που νομίζω ότι είμαι. Την έλεγα αμέσως, αυθόρμητα, σαν να ήταν κάποιου φίλου μου, του οποίου το όνομα εφεύρισκα, προσέθετα την ιστορία και πάραυτα έωλεπα μπροστά μου τη μορφή του - πρόσωπο, ανάστημα, ρούχα και κινήσεις. Κι έτσι κατασκεύασα και έκανα γνωστούς πολλούς φίλους και απλές γνωριμίες οι οποίοι δεν υπήρξαν ποτέ αλλά που ακόμη και σήμερα, σε απόσταση τριάντα χρόνων, ακούω, νιώθω , βλέπω. Επαναλαμβάνω: ακούω, νιώθω, βλέπω. Και τους νοσταλγώ.

(Όταν αρχίζω να μιλάω - μου είναι δύσκολο να σταματήσω. Αρκετά σας ζάλισα, Καζάις Μοντέιρο! Θα συνεχίσω με τη γένεση των λογοτεχνικών μου ετερωνύμων που είναι τελικά αυτό που θέλετε να μάθετε. Πάντως, ό,τι είπα παραπάνω συνοψίζει την ιστορία της μητέρας που τους έδωσε το φως).

Γύρω στο 1912, αν δεν κάνω λάθος (που δεν μπορεί να είναι μεγάλο), μου ήρθε ιδέα να γράψω ορισμένα ποιήματα παγανιστικού περιεχομένου. Ξεκίνησα κάποια ποιήματα σε ελεύθερο στίχο (όχι στο στυλ του Άλβαρο ντέ Κάμπος, αλλά σ' ένα στυλ ημι-ελεύθερο) και τα παράτησα. Ωστόσο, μέσα σ' ένα ακαθόριστο ημίφως, άρχισε να σχηματίζεται το αβέβαιο πορτραίτο εκείνου που τα έγραφε. (Χωρίς να το ξέρω, είχε γεννηθεί ο Ρικάρντο Ρέις).

Ενάμισυ ή δύο χρόνια αργότερα, μου ήρθε μια μέρα η ιδέα να κάνω μια πλάκα στον Σά Καρνέιρο - να εφεύρω έναν ποιητή βουκολικό, αρκετά πολύπλοκο, και να του τον παρουσιάσω, δεν θυμάμαι πια πως, σαν να ήταν πραγματικότητα. Για μέρες προσπαθούσα να κατασκευάσω τον ποιητή αλλά δεν τα κατάφερνα. Μια μέρα, ενώ τελικά είχα εγκαταλείψει την ιδέα - συγκεκριμένα στις 8 Μαρτίου 1914 - πλησίασα ένα ψηλό κορμό και, παίρνοντας ένα φύλλο χαρτί, άρχισα να γράφω όρθιος, όπως κάνω κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία. έγραψα στη σειρά πάνω από τριάντα ποιήματα μέσα σ' ένα είδος έκστασης, τη φύση της οποίας δεν θα κατάφερνα να εξηγήσω. Ήταν η θριαμβική μέρα της ζωής μου που άλλη σαν κι αυτή δεν θα υπάρξει. Ξεκίνησα μ' έναν τίτλο: Ο Φύλακας των κοπαδιών. Στη συνέχεια μέσα μου εμφανίστηκε κάποιος στον οποίο έδωσα πάραυτα το όνομα του Άλμπέρτο Καέιρο. Θα μου συγχωρέσετε το παράλογο της φράσης: εμφανίστηκε μέσα μου ο δάσκαλος μου. Αυτή ήταν η άμεση αίσθηση που ένιωσα. Σε τέτοιο βαθμό, που μόλις έγραψα αυτά τα τριάντα και πλέον ποιήματα, πήρα αμέσως άλλο χαρτί και έγραψα, πάλι χωρίς διακοπή, τα εξής ποιήματα που συνθέτουν την Πλάγια βροχή του Φερνάντο Πεσσόα Αλμπέρτο Καέιρο στον Φερνάντο Πεσσόα μόνο. Ή, μάλλον, ήταν η αντίδραση του Φερνάντο Πεσσόα για την ανυπαρξία του ως Αλμπέρτο Καέιρο.

Μετά την εμφάνιση του Αλμπέρτο Καέιρο, προσπάθησα να του βρώ - ενστικτωδώς και υποσυνείδητα - κάποιους μαθητές. Έβγαλα από τον ψεύτικο παγανισμό του τον λανθάνοντα Ρικάρντο Ρέις, του βρήκα όνομα, το οποίο το έφτιαξα στα μέτρα του, γιατί τον έβλεπα κιόλας μπροστά μου. Και ξαφνικά, από την αντίθετη κατεύθυνση του Ρικάρντο Ρέις, προέκυψε ορμητικά ένα νέο άτομο. Δια μιάς, στη γραφομηχανή, χωρίς διακοπή ούτε διόρθωση, ξεπήδησε η Θριαμβική ωδή του Άλβαρο ντέ Κάμπος - η ωδή που φέρει αυτόν τον τίτλο και ο άνθρωπος με το όνομα αυτό.

Δημιούργησα λοιπόν μια ανύπαρκτη coterie. Έδωσα σε όλον αυτόν τον κόσμο υπόσταση πραγματική. Διαβάθμισα τις επιρροές, γνώρισα τις φιλίες, άκουσα μέσα μου τις συζητήσεις και τις διαφορετικές απόψεις, και μέσα σ' όλα αυτά νομίζω ότι ήμουν εγώ ο δημιουργός όλου αυτού του πράγματος, αν και ήμουν ο λιγότερο παρών. Φαίνεται πώς όλα αυτά συνέβησαν ανεξάρτητα από μένα. Και πως έτσι εξακολουθούν να συμβαίνουν. Αν κάποτε μπορέσω να δημοσιεύσω μια συζήτηση περί αισθητικής μεταξύ του Ρικάρντο Ρέις και του Άλβαρο ντέ Κάμπος, θα δείτε πόσο διαφορετικοί είναι και πως δεν ξέρω τίποτα επί του θέματος.

Όταν επρόκειτο να κυκλοφορήσει ο Orpheu, χρειάστηκε, την τελευταία στιγμή, να βρεθεί κάτι ώστε να συμπληρωθεί ο αριθμός των σελίδων. Πρότεινα τότε στον Σά Καρνέιρο να γράψω ένα "παλιό ποίημα" του Άλβαρο ντέ Κάμπος - ένα ποίημα σαν αυτά που θα έγραφε ο Άλβαρο ντέ Κάμπος πριν γνωρίσει τον Καέιρο και επηρεαστεί από αυτόν. Και έτσι έγραψα το Opiarium, στο οποίο προσπάθησα να δώσω όλες τις λανθάνουσες τάσεις του Άλβαρο ντέ Κάμπος, όπως θα αποκαλύπτονταν αργότερα, αλλά χωρίς ακόμη να υπάρχει το παραμικρό στοιχείο επαφής με το δάσκαλό σου Καέιρο. Από όλα τα ποιήματα που έχω γράψει, είναι αυτό για το οποίο κοπίασα το περισσότερο, λόγω της διπλής προσπάθειας αποπροσωποποίησης που κατέβαλα. Αλλά, τέλος, νομίζω πως δεν βγήκε κακό και πως βλέπουμε το ξεκίνημα του Άλβαρο…

Νομίζω πως σας εξήγησα τη γένεση των ετερωνύμων μου. Αν ωστόσο υπάρχει κάποιο σημείο που χρειάζεται μια ξεκάθαρη εξήγηση - γράφω γρήγορα, κι όταν γράφω γρήγορα δεν είμαι πολύ ξεκάθαρος -, να μου το πείτε και ευχαρίστως θα το κάνω. Και, είναι αλήθεια, ιδού μια συμπληρωματική πληροφορία, αληθινή και υστερική: καθώς έγραφα ορισμένα σημεία των Σημειώσεων για το δάσκαλό μου Καέιρο του Άλβαρο ντέ Κάμπος, έχυσα αληθινά δάκρυα. Είναι για να ξέρετε με ποιόν έχετε να κάνετε, αγαπητέ μου Καζάις Μοντέιρο.

Ορισμένες ακόμη σημειώσεις επί του θέματος… Βλέπω μπροστά μου, στον άχρωμο αλλά πραγματικό χώρο του ονείρου, τα πρόσωπα, τις κινήσεις του Καέιρο, του Ρικάρντο Ρέις και του Άλβαρο ντέ Κάμπος. Τους κατασκεύασα ηλικία και ζωές. Ο Ρικάρντο Ρέις γεννήθηκε το 1887 (δεν θυμάμαι ημέρα και μήνα, αλλά κάπου τα έχω), στο Πόρτο, είναι γιατρός και ζει αυτή τη στιγμή στη Βραζιλία. Ο Αλμπέρτο Καέιρο γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 1915. Γεννήθηκε στη Λισαβώνα αλλά έζησε σχεδόν όλη τη ζωή του στην εξοχή. Δεν είχε επάγγελμα και σχεδόν καμιά παιδεία. Ο Άλβαρο ντέ Κάμπος γεννήθηκε στην Ταβίρα, στις 15 Οκτωβρίου 1890 (στη 1:30 το μεσημέρι, μου λέει ο Φερνάντο Γκόμες. Είναι αλήθεια, γιατί το ωροσκόπιο που αντιστοιχεί στην ώρα αυτή το επιβεβαιώνει). Αυτός, όπως θα γνωρίζετε, είναι ναυπηγός μηχανικός (σπούδασε στη Γλασκώβη), αλλά τώρα βρίσκεται στη Λισαβώνα, χωρίς δουλειά. Ο Καέιρο ήταν μεσαίου αναστήματος, και αν και ήταν πραγματικά ασθενικός (πέθανε φυματικός), δεν το έδειχνε. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι ελάχιστα, αλλά πολύ ελάχιστα, κοντότερος, δυνατότερος, στεγνότερος. Ο Άλβαρο ντέ Κάμπος είναι ψηλός (1,75 ύψος, δηλαδή 2 εκατοστά ψηλότερός μου), λεπτός και σκύβει ελαφρώς. Όλοι είναι ξυρισμένοι - ο Καέιρο είναι ανοιχτόξανθος, με γαλάζια μάτια’ ο Ρέις μελαχρινός σταράτος’ ο Κάμπος ούτε καστανός ούτε μελαχρινός, μοιάζει αόριστα με πορτογάλο εβραίο, αλλά τα μαλλιά του είναι ίσια με χωρίστρα στο πλάι και μονόκλ. Ο Καέιρο, όπως είπα, δεν είχε καμιά μόρφωση - μόνο το δημοτικό. Έχασε από πολύ νωρίς τον πατέρα του και τη μητέρα του και ζούσε με κάποια μικρά εισοδήματα. Ζούσε με μια γριά θεία του, αδερφή της γιαγιάς του. Ο Ρικάρντο Ρέις, ο οποίος ανατράφηκε σ' ένα κολλέγιο Ιησουιτών, είναι, όπως είπα, γιατρός. Ζεί στη Βραζιλία από το 1919, όπου εκπατρίστηκε γιατί ήταν φιλομοναρχικός. Είναι λατινιστής, λόγω της μόρφωσης που έλαβε, και αυτοδίδακτος ελληνιστής κατά το ήμισυ. Ο Άλβαρο ντέ Κάμπος φοίτησε σ' ένα κοινό λύκειο, κι ύστερα τον έστειλαν στη Σκωτία να σπουδάσει μηχανικός, πρώτα μηχανολόγος και μετά ναυπηγός. Σε κάποιες διακοπές ταξίδεψε στην Ανατολή από όπου εμπνεύστηκε το Opiarium. Του έμαθε λατινικά ένας θείος του από την Μπέιρα που ήταν ιερέας.

Πώς γράφω εξ ονόματος αυτών των τριών; Στην περίπτωση του Καέιρο πρόκειται για απλή και καθαρή έμπνευση, χωρίς να ξέρω ούτε κάν να φαντάζομαι τί θα έγραφα: "Οσο για τον Ρικάρντο Ρέις, προέκυψε ύστερα από έναν αφηρημένο στοχασμό που ξαφνικά πήρε τη μορφή ωδής. Με το όνομα του Κάμπος γράφω όταν νιώθω μια ξαφνική διάθεση να γράψω και δεν ξέρω περί τίνος πρόκειται. (Ο κατά ήμισυ ετερώνυμός μου Μπερνάρντο Σοάρες, ο οποίο άλλωστε μοιάζει σε αρκετά σημεία με τον Άλβαρο ντέ Κάμπος, εμφανίζεται πάντα όταν είμαι κουρασμένος ή νυστάζω, με αποτέλεσμα να μη λειτουργεί πλήρως η σκέψη μου και ο έλεγχος. Η πρόζα του είναι μια διαρκής περιπλάνηση. Πρόκειται για έναν κατά το ήμισυ ετερώνυμο γιατί η προσωπικότητά του δεν είναι η δικιά μου ούτε διαφορετική από τη δικιά μου, αλλά μέρος της δικιάς μου. Είμαι εγώ, αν εξαιρέσουμε τον τρόπο σκέψης και το συναίσθημα. Η πρόζα του, εκτός από αυτό που ο τρόπος σκέψης δίνει ως tenue στη δικιά μου, είναι ίδια, και η χρήση της πορτογαλικής γλώσσας ακριβώς η ίδια. Αντιθέτως, ο Καέιρο γράφει σε κακά πορτογαλικά, ο Κάμπος μέτρια αλλά και με λάθη, όπως για παράδειγμα "eu proprio" αντί για "eu mesmo" κ.λ.π. και ο Ρέις καλύτερα από μένα αλλά με έναν καθαρευουσιανισμό που θεωρώ υπερβολικό. Το δύσκολο για μένα είναι να γράψω την πρόζα του Ρέϊς - ακόμα κι ανέκδοτη - ή του Κάμπος. Η προσποίηση είναι πιο εύκολη, καθότι είναι πιο αυθόρμητη, στο στίχο).

Αυτή τη στιγμή θα σκέφτεστε, αγαπητέ μου, ποιά ατυχία σας έριξε, διαβάζοντας, καταμεσής σ' ένα τρελοκομείο. Πάντως, το χειρότερο απ' όλα είναι η ασυναρτησία της γραφής μου. Σας επαναλαμβάνω και πάλι ότι γράφω σαν να μιλούσα μαζί σας, για να μπορώ να σας απαντήσω αμέσως. Διαφορετικά, θα περνούσαν μήνες χωρίς να καταφέρω να σας απαντήσω. [..]

Κ.σ-Μ. είπε...

Στο ίδιο τεύχος της Ποίησης (τ. 11 - Άνοιξη/Καλοκαίρι 1998) διαβάζουμε την εκτίμηση της Μαρίας Παπαδήμα για την παραπάνω “εξομολόγηση” του Φερνάντο Πεσσόα:


Όσον αφορά το βαθμό αξιοπιστίας αυτής της κατάθεσης νομίζουμε ότι η απάντηση έχει δοθεί από τον ίδιο τον Πεσσόα. Η εξομολόγηση αυτή θα πρέπει να εξετασθεί ενταγμένη στο σύνολο του έργου του Πεσσόα και να διαβαστεί σε αντιδιαστολή με άλλα κείμενα του που αναφέρονται στη στάση του ποιητή απέναντι στην καλλιτεχνική δημιουργία:

Λένε πως είν' προσποίηση ή ψέμα
Ό,τι γράφω. Όχι, δηλώνω.
Είναι που νιώθω μόνο
Με της φαντασίας το πνεύμα
Κι όχι με της καρδιάς το αίμα.


Κι αλλού:

Δεν ξέρω ποιός είμαι, ποιά ψυχή έχω. "Οταν μιλάω με ειλικρίνεια δεν ξέρω με ποιά ειλικρίνεια μιλάω. Είμαι διαδοχικά άλλος από ένα εγώ που δεν ξέρω αν υπάρχει (εάν είναι αυτοί οι άλλοι). […]

Δημιούργησα μέσα μου διαφορές προσωπικότητες. Δημιουργώ προσωπικότητες διαρκώς. Κάθε όνειρό μου, αμέσως μόλις το ονειρευτώ, ανήκει σε κάποιον άλλο που μπορεί να το ονειρευτεί, όχι όμως εγώ. […] Γίνε πολλαπλός σαν το σύμπαν.


Ο Μπερνάρντο Σοάρες δηλώνει:

Για να δημιουργήσω, εξολόθρευσα τον εαυτό μου. Τόσο πολύ "εξωτερικεύτηκα" μέσα μου, που μέσα μου δεν υπάρχω παρά μόνο εξωτερικά. Είμαι η μοναδική σκηνή όπου παρελαύνουν διάφοροι συγγραφείς δίνοντας διάφορες παραστάσεις.

Και συμφωνεί με τον τρόπο του , ο Άλβαρο ντέ Κάμπος:

Πολλαπλασιάστηκα, για να με νιώσω,
Για να με νιώσω, χρειάστηκε να νιώ-
σω τα πάντα,
Ξεχείλισα, χύθηκα έξω από μένα,
Γυμνώθηκα, παραδόθηκα
Και σε κάθε γωνιά της ψυχής μου,
υπάρχει ένας βωμός σε διαφορετικό
θεό.


Στο οποίο απαντάει, ερωτώντας, ο Πεσσόα:

Ο Θεός δεν είναι ένα
Πώς λοιπόν ένα να είμαι;


Ωστόσο, η επιστολή αυτή, ακόμη κι αν αρνηθεί κανείς παντελώς την αξιοπιστία της, διατηρεί το ενδιαφέρον της γιατί μας παρουσιάζει τους ετερώνυμους ποιητές με σάρκα και οστά όπως ακριβώς τους συνέλαβε ο δημιουργός τους. Στον Άλβαρο ντέ Κάμπος αντιστοιχεί η εκτενέστερη περιγραφή, ίσως γιατί είναι αυτός που μαρτυρεί την πιο συχνή παρουσία δίπλα στον Πεσσόα’ ο ποιητής δηλώνει ότι απ' όλους είναι ο μόνος τον οποίο έχει γνωρίσει προσωπικά. Η γνωριμία τους είναι τόσο "στενή" ώστε αλληλογραφεί, εκ παραλλήλου με τον Πεσσόα, με την αρραβωνιαστικιά του Οφέλια, παρεμβαίνει αδιάκριτα και συχνά θρασύτατα στη σχέση τους και πολλές φορές το δίδυμο Πεσσόα-Κάμπος παίρνει τη μορφή Dr Jekyll και Mr Hyde. Η ερευνήτρια του Πεσσόα Dalila Pereira da Costa, η οποία απορρίπτει ολοσχερώς την ιστορία των ετερωνύμων, αποδέχεται μόνο ως ξεχωριστή φωνή τον Άλβαρο ντέ Κάμπος.

Ποιός είναι λοιπόν αυτός ο Άλβαρο ντέ Κάμπος-μηxανικός, που δεν παραλείπει ποτέ την ιδιότητα αυτή όταν υπογράφει τα ποιήματά του; Eίναι ο υμνητής της βιομηχανικής εποxής, και του μοντερνισμού, ο συγγραφέας των Σημειώσεων για μια αριστοτελική αισθητική. Ο Πεσσόα φουτουριστής, που απαντάει στη γνωστή ρήση του Marinetti: ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο είναι ωραιότερο από τη νίκη της Σαμοθράκης με Το διώνυμο του Νεύτωνα…είναι εξίσου ωραίο με την Αφροδίτη της Μήλου. Η έκφραση του είναι εξαιρετικά ρεαλιστική και δηλώνει μια ασυνήθιστη βιαιότητα. Είναι ο εξωστρεφής Πεσσόα, αυτός που ξεστομίζει όλες τις βρισιές, τις απρέπειες, τις κραυγές του πόνου ή της ηδονής, ιδίως στην πρώτη περίοδο των μεγάλων ωδών και του περιοδικού Orpheu (1914-1916). Αν ο Καέϊρο είναι θεωρητικά ο «δάσκαλος» […] αν ο Πεσσόα «ο ίδιος», ο αρχηγός και ο μάνατζερ της ομάδας, ο Κάμπος είναι αυτός που τραβάει περισσότερο την προσοxή και κάνει τον περισσότερο θόρυβο απ' όλους. Κανένας τους - κι ακόμη λιγότερο ο πιο διακριτικός απ' όλους ο Ρέις - δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί ως προς τη δύναμη και την αφθονία της δημιουργίας του. Στη συνέντευξη που δίνει στην εφημερίδα A Informação στις 17/09/1926, απαντώντας στην ερώτηση «Όταν γράφετε τι είναι αυτό που απασxολεί περισσότερο τη σκέψη σας;», δηλώνει:

Δεν απασχολεί τίποτα τη σκέψη μου όταν γράφω. Το μόνο που με απασχολεί είναι να μεταδώσω συγκινήσεις, αφήνοντας το μυαλό να τα βγάλει πέρα μαζί τους όπως μπορεί. Πόθος μου είναι να είμαι σε κάθε χρόνο, σε κάθε τόπο, σε κάθε ψυχή, σε κάθε συγκίνηση και σε κάθε λογική. Μόνο το άπαν μπορεί να ικανοποιήσει την ψυχή που δεν ψειρίζει τη λογική ούτε χτενίζει την αισθητική. Επειδή δεν μπορώ να είμαι η ίδια η οικουμενική δύναμη που περιβάλλει και διατρέχει την περιστροφή των όντων, θέλω να είμαι η συνείδησή της που ακούγεται, μια στιγμιαία λάμψη στη νυχτερινή σύγκρουση των πραγμάτων... Τα υπόλοιπα είναι παραλήρημα και σήψη.
~~~~~~~~~~~~

Νεότερη καταχώρηση για τον Φερνάντο Πεσσόα: No 584 - ΠεσσοΑ-Ω