Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2005

Νο 197

Image Hosted by ImageShack.usJohn Gibbons

ΟΙ ΓΛΥΚΙΕΣ ΜΕΡΕΣ, ΟΙ ΑΝΟΜΕΣ

Οι γλυκιές μέρες, οι άνομες, έφεγγαν όλη μέρα
και τρέμουν, να, στις χάλκινες τις αντηλιές της δύσης.
Κλείσε τα μάτια σου, φτωχιά ψυχή μου, κι έλα μέσα:
παγίδες στήνει ο πειρασμός. Θα κολαστείς, ψυχή μου!

Όλο έφεγγαν, καθώς κυματιστό χαλάζι φλόγες,
τα κλήματα όλα δέρνοντας στη ράχη, όλα λυγώντας
τα στάχυα των αγρών, και τον ολόγλαυκο εμόλευαν
τον ουρανό, τον μουσικό ουρανό, που σε φωνάζει.

Ω φρίκη! Ω φύγε, αργόπορη και δένοντας τα χέρια!
Τα ωραία μας τα Αύριο αν πέσουνε βορά στα Χτες - στοχάσου!
Το πάθος το παλιό αν ζητάει να πάει ακόμα πέτα;

Στρέφουν απάνω σου : χρωστάς ξανά να τις σκοτώσεις;
Μια έφοδο ανήμερη, σκληρή – η υπέρτατη, το ξέρω:
Ω προσευχήσου, ενάντια προς τη θύελλα, προσευχήσου.

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας
Paul Verlaine : Νυχτερινή φαντασία (Ποταμός)

2 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Aπό την ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ Της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Ποιήσεως (εκδ. Παρουσία):

Oι ράθυμοι

-Μπα! Και η μοίρα μας έγινε πεζή.
Αν θέλετε, πεθαίνουμε μαζί;
-Σπάνια η πρόταση, ωρισμένως.

-Ωραίο το σπάνιο. Λοιπόν εμπρός.
Ο τόπος θαυμάσιος και ο καιρός.
-Χι! χι! χι! Απογοητευμένος!

-Ίσως. Αλλά προπάντων εραστής
άψογος. Ανέκαθεν ιδεαλιστής.
Να πεθάνουμε τώρα ελάτε.

-Περσότερο ειρωνεύεστε θαρρώ,
παρά όσο κάνετε τον τρυφερό.
Πάψετε κύριε, άν αγαπάτε.

Έτσι το βράδυ εκείνο απάνω στη
χλόη, και στ' άνθη απάνω καθιστοί,
δύο περίεργοι ερωτευμένοι

αναβάλανε τέτοιο ζηλευτό
θάνατο, κι απομείνανε γιαυτό
-χι! χι! χι! - καταγοητευμένοι.

(μετάφραση: Ν.Γ.Καρυωτάκη)

κ.σ. είπε...

Aπό την ίδια ανθολογία:

Green

Να φρούτα, να και λούλουδα, να φύλλα και κλαδιά,
να κ' η καρδιά μου μοναχά για σένα που χτυπάει.
Μη την ξεσκίσεις με τα δυο σου χέρια τα λευκά,
κι άσε το δώρο το μικρό να σε δοξολογάει.

Δες! έρχομαι ολοσκέπαστος ακόμ' απ' τη δροσιά
την αυγινή, πριν οι κακές οι σκέψεις με προφτάσουν.
Επίτρεψέ μου εδώ γερτός, στα πόδια σου μπροστά,
να ονειρευτώ γλυκές στιγμές που θα με ξεκουράσουν.

Άσε να γείρει απάνω σου η βαρειά μου η κεφαλή
που ακόμα ολάκερη αντηχεί απ' τα στερνά φιλιά σου.
Απ' τη φουρτούνα να ησυχάσει ολίγο την καλή,
κι αφού αναπαύεσαι, ν' αναπαυτώ κι εγώ σιμά σου.

(Μετάφραση: Kλέων Παράσχος)