Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2005

N0 195

ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Αν θυμάμαι καλά, κάποτε η ζωή μου ήταν ένα ξεφάντωμα όπου άνθιζαν όλα τα αισθήματα κι έρεε κάθε λογής οίνος.
Μια βραδιά κάθισα στα γόνατα μου την Ομορφιά – Και τη βρήκα αφόρητη. – Και τη λοιδόρησα.
Ξεσηκώθηκα ενάντια στην εξουσία.
Πήρα τους δρόμους. Αχ, μάγισσες, δυστυχία, μίσος, σε σας εμπιστεύτηκα το θησαυρό μου!
Κατάφερα να σβήσω από τη σκέψη μου κάθε ανθρώπινη ελπίδα. Όρμησα ύπουλα, σαν άγριο θηρίο. Όρμησα ύπουλα, σαν άγριο θηρίο, να πνίξω κάθε χαρά.
Κάλεσα τους δήμιους, να δαγκώσω πεθαίνοντας το κοντάκι των τουφεκιών τους. Κάλεσα τις συμφορές, να πνιγώ μέσα στην άμμο και το αίμα. Θεός μου η δυστυχάι. Ξάπλωσα στη λάσπη. Στέγνωσα στον αέρα της αμαρτίας. Κι έπαιξα ωραία παιχνίδια με την τρέλα.
Και η άνοιξη μου χάρισε το φριχτό γέλιο του ηλίθιου. (…)

Arthur Rimbaud: Μια εποχή στην κόλαση (Γαβριηλίδης)
Μετάφραση : Χριστόφορος Λιοντάκης
.
ΑΙΜΑ ΚΑΚΟ
Η ανία δεν θάναι πια ο έρωτας μου. Λύσσες, τρέλλες, ασωτείες – εγνώρισα κάθε ακμή και παρακμή τους- αλάκερο το φορτίο μου αφήνω χάμω.
Ας αναμετρήσουμε, νηφάλιοι, την έκταση της αθωότητάς μου. Δεν θέλω πια να εκλιπαρώ βίτσες για παρηγοριές. Μήτε κ’ έχω σκοπό να σαλπάρω για το ταξίδι του γάμου με τον Ιησού – Χριστό πεθερό μου.
Δεν είμαι πια δέσμιος της λογικής μου.(….)
Όσο για την καθιερωμένη ευτυχία, οικογενειακή είτε… όχι, δεν αντέχω.
Έχω οργιάσει πάρα πολύ, πάρα πολύ εξασθενίσει.

Arthur Rimbaud : Μια εποχή στην κόλαση (Γνώση)
Μετάφραση : Νίκος Σπάνιας.

3 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Τέσσερις ώρα καλοκαίρι, το πρωί
ο λήθαργος του έρωτα καλά κρατεί.
Κάτω από τους θάμνους αναθυμιάζει
η οσμή της οργιασμένης νύχτας.

Σε πευκόφυτες εκτάσεις αχανείς,
μακρυά, κάτω απ’ τον ήλιο των εσπερίδων
οι Μαραγκοί – με τα κοντά μανίκια τους –
πιάνουν δουλειά:
Ήρεμοι, στην έρημό τους από μούσκλα
σφυροκοπούνε θόλους ακριβούς:
Eκεί θα χρωματίσει η πόλη φάλτσους ουρανούς.

Ω, για τους χειρώναχτες αυτούς τους τόσο γοητευτικούς
υποταχτικούς ενός βασιλιά της Βαβυλώνας,
Αφροδίτη! Παράτα για μια στιγμή τους εραστές
με τις ολοστεφανωμένες τους ψυχές.

Ω των βοσκών βασίλισσα, κουβάλα
στους εργάτες το ρακί τους
για να τσακίσει η ορμή τους
μια και δε φυλάν παρά καρτέρι
να ριχτούν στη θάλασσα, ντάλα μεσημέρι.


Παραλήρημα ΙΙ – Αλχημεία της λέξης
A.R. Mια εποχή στην κόλαση (με την μετάφραση του Σπάνια)

κ.σ. είπε...

Aπό την Καθημερινή (Πολιτισμός)- Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2004.
Γράφει η Τιτίκα Δημητρούλια:

Eμπρηστικός ποιητής μοντέρνων καιρών

Mια εξαιρετική ερμηνεία και ανασύνθεση της ποίησης του Pεμπώ από τον Xριστόφορο Λιοντάκη σε παλλόμενο ελληνικό λόγο.

«Hταν η μοίρα του να γίνει ο εμπρηστικός ποιητής της εποχής μας, το σύμβολο των διαλυτικών δυνάμεων που τώρα εκδηλώνονται», έγραφε ο Χένρυ Μίλερ για τον Ρεμπώ στο ομώνυμο δοκίμιό του. Και συνέχιζε: «Για να διαβάσει κανείς Ρεμπώ, πρέπει να μάθει να διαβάζει τη γλώσσα της ψυχής. Δεν έχει αλφάβητα εδώ και γραμματικές. Φτάνει ν’ ανοίξει κανείς την καρδιά του, να απαλλαγεί από κάθε λογοτεχνικό στερεότυπο...
[...]
Tο τέλος των ψευδαισθήσεων

Το «Μια εποχή στην κόλαση» είναι το μόνο έργο που εξέδωσε ο Ρεμπώ, ιδίοις αναλώμασι, το 1873, και επομένως το μόνο το οποίο μπορούμε να χρονολογήσουμε με ακρίβεια. Οι μελετητές ερίζουν κατά πόσον υπήρξε το προανάκρουσμα της σιωπής ή ακολούθησαν οι «Εκλάμψεις». Oπως και να έχει, το πολυστρωματικό και κυριολεκτικά αστραποβόλο αυτό ποίημα περιγράφει το παρελθόν και προφητεύει το μέλλον του ποιητή - και του καιρού του. Με πυρήνα την αναχώρηση, αλλά και την απεγνωσμένη επιστροφή, την εξέγερση και την ανάλωσή της, το «Μια εποχή στην κόλαση» ευαγγελίζεται το τέλος όλων των ψευδαισθήσεων και συγκλονίζει με την αυθεντική του οδύνη.

Κείμενο οργισμένο και μαζί απελπισμένο, επαναστατικό και θλιμμένο, με την ιοβόλο ειρωνεία και τον ανελέητο σαρκασμό του, τις ζωηρές, χειροπιαστές εικόνες του, που αποτυπώνονται ανεξίτηλα στο βλέμμα και το νου του αναγνώστη, τινάζει στον αέρα τον φαρισαϊκό αστικό κόσμο - αλλά και την ίδια τη ζωή του ποιητή, και την ίδια την ποίηση. Στηλιτεύει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, την αλλοτρίωση της κοινωνίας που καθρεφτίζεται στο χρήμα και νομιμοποιεί με την επίκληση του καθολικισμού τις ανομίες της, ξεπλένει στον αγιασμό το αίμα των αθώων. Χλευάζει την υποκρισία στην εργασία και την αρετή, τον έρωτα και τη φιλία, την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά, που αποχαυνώνουν τον άνθρωπο. Τάσσεται στο πλευρό των αδικημένων, των καταπιεσμένων του κόσμου, οι οποίοι ενσαρκώνονται στο πρόσωπο του Γαλάτη, του βαρυποινίτη, του αράπη.
[...]
H ανατολή της σιωπής

Και την ίδια ώρα διαπιστώνει ότι η επιστροφή σε μια προχριστιανική, ειδωλολατρική αθωότητα είναι ανέφικτη, όπως αδύνατη είναι και η δραπέτευση, η διαφυγή. Με χρώματα βιβλικά, ασπρόμαυρα, και με τη φλόγα της Κόλασης να αναλάμπει στο βάθος, το «Μια εποχή στην κόλαση» σχεδιάζει ένα φρυγμένο, δηωμένο, κατακαμένο τοπίο, αυτό των καιρών που διαφαίνονται στον ορίζοντα, για τη ζωή τη δική του και των άλλων: «ναι, η εποχή που ανατέλλει είναι το λιγότερο αμείλικτη». Αλλά και το τοπίο της ίδιας της ζωής του ποιητή, που βδελύττεται το παρελθόν και αντικρίζει τρομοκρατημένος το μέλλον. Εξεικονίζει την προσωπική του διαδρομή, μετά τη διάψευσή του ως Οραματιστή, μετά το χωρισμό του με τον Βερλαίν, μετά τις άκαρπες δοκιμές του να ζωντανέψει τον υπνώττοντα ποιητικό λόγο. Αφουγκράζεται τη σιωπή που σιγά σιγά τον κατακλύζει, καθώς ο Aλλος, που είναι ο εαυτός του, δυναμώνει και ετοιμάζεται να τον οδηγήσει στην αφωνία, την αλαλία και το όνειρο του γιου που θα γίνει μηχανικός και «με την επιστήμη θα κερδίσει πλούτη και δύναμη».
Ο Ρεμπώ λοιδορεί την πολυφίλητη Ομορφιά, για να μπορέσει στο τέλος να χαιρετίσει και να αποχαιρετίσει τη νέα ομορφιά: «ό,τι έγινε, έγινε. Τώρα μπορώ να χαιρετίσω την ομορφιά» - την ομορφιά που αναδέχεται την ποταπότητά της: «Α! το μεθυσμένο μυγιαλούδι στο ουρητήριο του πανδοχείου, ερωτευμένο με τη μυοσωτίδα, που το διαλύει μια αχτίδα». Με εξαιρετική διαύγεια και δίχως ίχνος αυτολύπησης παρατηρεί το παρελθόν, τις σχέσεις, την αφέλειά του, να πιστέψει στην ποίηση, την «αλχημεία του λόγου» και να υλοποιήσει το Μεγάλο Eργο. Διαπιστώνει: «καμία αναχώρηση»· […] «η ζωή είναι μια φάρσα από την οποία δεν ξεφεύγει κανείς». Και κλείνει τους λογαριασμούς με το ποιητικό Εγώ του: «Και την αυγή, οπλισμένοι με επιμονή όλο πάθος, θα μπούμε στις μεγαλόπρεπες πολιτείες». Το Λονδίνο και το Μιλάνο, το Αμβούργο και η Στοκχόλμη, το Χαράρ και το Aντεν τον περιμένουν. Εκεί θα δικαιούται να είναι κάτοχος της αλήθειας «σε μια μόνο ψυχή, σ’ ένα σώμα».
[...]
Ο Χριστόφορος Λιοντάκης μετέφρασε σήμερα το «Μια εποχή στην κόλαση» ως αντίδραση στην «αμείλικτη εποχή» μας. Στο μεγαλείο της αγνότητάς του, ο Ρεμπώ την προέβλεψε και απέστρεψε το βλέμμα, προτιμώντας να ζήσει το αβίωτο παρά να εκφράσει το ανείπωτο. Ο λόγος κι η σιωπή του θα δονούν εις τους αιώνας όλους όσοι επιμένουν να ονειρεύονται, χωρίς συμβιβασμούς, το Απόλυτο.

K.σ-Μ είπε...

Η κριτική παρουσίαση της έκδοσης του Γαβριηλίδη είναι από το Μπιλιέτο – τ. 7/8

Γράφει ο Αντώνης Περαντωνάκης:
[βλ. Καταχωρήσεις για τον Α.Π. No 309 και No 474]

Εκατόν πενήντα χρόνια από τη γέννηση του (1854) - αλήθεια, το έλαβε κανείς ιθύνων επί των πολιτιστικών υπόψιν του; - αποκτούμε, επιτέλους, μια επάξια μετάφραση του «Μια εποχή στην κόλαση» του Αρθούρου Ρεμπώ στα ελληνικά από τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη! […] H παράθεση του γαλλικού πρωτοτύπου στην αριστερή σελίδα δίνει τη δυνατότητα (στους γνωρίζοντες τη γλώσσα κι όχι μόνο, νομίζω) να αντιληφθούμε το μέγεθος της Ποίησης αυτού του εικοσάχρονου «καταραμένου» που άλλαξε τον ρουν της, αλλά — κυρίως— το μέγεθος του εγχειρήματος να αποδοθεί και να διασωθεί έστω κάτι από αυτήν σε μιαν άλλη γλώσσα. Και το καταφέρνει! Κι αυτό δεν είναι, θαρρώ, καθόλου άσχετο με το ότι ο Χριστόφορος Λιοντάκης είναι ο ίδιος Ποιητής. Τα κείμενα «Το χρονικό της γραφής» και «Τα όρια του μεταφραστή», που ακολουθούν την απόδοση, άκρως ενδιαφέροντα και κατατοπιστικά. Και δύο τελευταία σχόλια, συγκινητικά και ενδεικτικά της ποιότητας της εν λόγω εργασίας: ο Χριστόφορος Λιοντάκης αφιερώνει τη μετάφραση του «στους έλληνες μεταφραστές του Ρεμπώ και στην Κοραλία Σωτηριάδου που δεν θέλησε να την συνυπογράψει»! Και, στον πρόλογό του με τον καίριο τίτλο «Η αστραπή της ποίησης», τολμά, εξίσου δραστικά, να ανασύρει και να θέσει ως προμετωπίδα τους παρακάτω στίχους του Κ. Βίρβου και του Β. Τσιτσάνη: «Απόκληρος μες στη ζωή κι απ' όλους ξεχασμένος / να περπατώ και να πονώ είμαι καταραμένος. / Περιπλανώμενη ζωή, περιπλανώμενο κορμί.»

Να την, «η πέρα από την αγάπη αποδοχή»! Από τις ευτυχέστερες μεταφραστικές συνευρέσεις της γαλλικής ποίησης με την νεοελληνική!
~~~~~~~~~~~~

Άλλες καταχωρήσεις για τον Αρθούρο Ρεμπώ:

- No 191: Ρόζα Μοντέρο: Πάθη, Έρωτες και Μίση που άλλαξαν την ιστορία
- No 192: Aλληλογραφία Artur Rimbaud-Paul Verlaine
- No 193: Ζ.Μπουργκινιόν – Σ.Ουέν : Η ζωή του Αρθούρου Ρεμπώ
- No 194: Claude-E. Magny: Ρεμπώ
- No 196: Εκλάμψεις