Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2005

No 210

Image Hosted by ImageShack.usVictoria Contreras Flores(Ισπανία)
.
Τον συγκράτησε η νύχτα,
το διάφανο σκοτάδι του στερεώματος
έπεφτε στο λόφο.
Στο στήθος ένιωσε το δάσος,
την ασυγκράτητη δύναμη του αναστήματός του,
και το πέρασμα του αίματος.
Ο άνθρωπος είναι πηγή, μονολογούσε,
κρυμμένη, πιο απόκρυφη
απ’ τη φωτιά της γης.
Και κοίταζε τα φώτα,
η πόλη περίμενε το γυρισμό του.

Ευτυχισμένος αγάπησε. Έκλαιγε.
Κι άκουσε. Περνούσαν οι άνεμοι ψηλά
ανάμεσα στα φύλλα, οι γρύλοι τρελάθηκαν
κι άκουσε του αίματος του το βόμβο,
δυνατό σαν ένα θαλασσινό χτύπημα.
Άκουσε την υπόκωφη πάλη της σελήνης
που εισχωρούσε στο δάσος, πιο πάνω
το λεπτεπίλεπτο άγγιγμα των άστρων,
κι άνοιξε τα χέρια, και πλάτυνε το στήθος του το ρημαγμένο, νυχτερινό,
και μπήκε μέσα του η γη.
Κι ήταν καλόγευστη η επιστροφή του.
Ύστερα κοίταξε τα χέρια του
μεγάλα, υπάκουα, γυμνά
και μέσα τους έκρυψε το ήρεμο πρόσωπό του.

Προαισθανόταν ήδη την αυγή,
κι ελεύθερος, ύψωσε φωνή,
άφησε την κραυγή του στην τύχη του αέρα,
γέμισε ο λόφος μακριούς,
τρεμουλιαστούς ψιθύρους.
Μακριά, μέσα στον ύπνο, η πόλη έτρεμε.

Francisco Brines : Ποιήματα της παλιάς ζωής (Γαβριηλίδης)
Μετάφραση : Τάσος Δενέγρης
.
(Βλ επίσης και Νο 142)

1 σχόλιο:

κ.σ. είπε...

Συνάντηση

Στέκονταν στην πλατεία ζωσμένοι
απ' το γερμένο φως του δειλινού,
στ' αγάλματα κοντά.
Οι νεαροί ξαπλωμένοι πλάι στον τοίχο
βυθίζονταν στον χρόνο.
Κι αυτός κάθισε κάτω απ' τις αψίδες,
στο πρώτο σκαλοπάτι.
Ενώ το στέρνο του έπαλλε,
κοίταζε με τα μάτια πυρωμένα
την ανήσυχη γειτνίαση των άλλων.

Πιο πέρα απ' τα πουλιά κι από τους πύργους
σκέποντας τους γκρεμούς
ανέβαιν' ο ίσκιος της γής.
Τον κοιτάξανε κι ένα
ζωηρό χτυποκάρδι
άνοιξε των χειλιών την απαλάδα
σε δειλό χαμόγελο
κι όμορφη φιλική κουβέντα.

Μιλούσαν οι δυο νέοι
κι άλλος μετά, κι αμέσως μαζευτήκαν
όλοι οι ξένοι της παραλίας τριγύρω,
ορατοί στο φεγγάρι, με τα ξέχωρα
χαρακτηριστικά της προέλευσής τους.

Μιλούσαν για τα μακρινά τους
βασίλεια όλο αγάπη και ξεχνούσαν
τη σιωπηλή φυγή απ' το σπιτικό,
την ποθητή συνάντηση στον τόπο
της άφθαστης χαράς.

Η λαχτάρα της μνήμης πυρπολούσε
την πλάνισσα καρδιά τους,
κι όταν έμεινε μόνος, την αυγή, αποκοιμήθη
γερασμένος και μυστηριώδης.

Φρανθίσκο Μπρίνες


Ηλίας Ματθαίου: Σύγχρονη Ισπανική Ποίηση
Εκδόσεις Γνώση, 1989