Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2005

No 206

[ Η ΖΩΗ… ΕΙΝΑΙ…]
.
Η ζωή… είναι να θυμάμαι το θλιβερό
ξύπνημα σε ένα αβέβαιο τρένο, την αυγή: να έχω
δει έξω το αβέβαιο φως: να έχω νιώσει
στο μουσκεμένο κορμί την παρθενική
και σκληρή μελαγχολία του τσουχτερού ανέμου.

Αλλά ακόμη πιο γλυκό είναι να θυμάμαι
την απροσδόκητη λύτρωση: δίπλα μου
ένας νεαρός ναύτης: το μπλε και το
άσπρο της στολής του κι έξω
μια θάλασσα νωπή από χρώμα.

Σάντρο Πέννα – Ιταλία
Μαρία Λαϊνά : Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα (Λωτός)
Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας

3 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Είχε σταθεί για μένα. Ίσως όμως φίλησα
δίχως χάρη τα κόκκινα χείλη του.
Απροσδόκητα κι ελαφρά κινήθηκε εκείνος,
όπως κινείται ο άνεμος τον Απρίλιο.
~~~~~~~~~~~~

Ελαφριά πέφτει πάνω στο καλό και το κακό
η γλυκιά τους βιασύνη του οργασμού.
~~~~~~~~~~~~

Φλέγεται ήδη το καρπούζι. Το βράδυ
πέφτει πιο πυκνό τώρα πια. Κι εσύ επιστρέφεις
λιγάκι μελαγχολικός στον έρωτά μου.

---------
Η μετάφραση είναι του Σωτήρη Παστάκα.

κ.σ. είπε...

[Αν πίσω]

Αν πίσω απ’ το φωτισμένο παράθυρο
κοιμάται ένα αγόρι τη νύχτα του καλοκαιριού
κι ονειρευτεί…
Περνάει γρήγορο ένα τρένο
και πάει μακριά.
Η θάλασσα είναι όπως πρώτα.

* * * *

[Η πλατειούλα της Βενετίας]

Η πλατειούλα της Βενετίας
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Αλλά απομένει
στη μνήμη – και θέλγει
το φως – η πτήση του νεαρού
ποδηλάτη, που απευθύνθηκε στο φίλο
με μια μελωδική πνοή: «Πας μόνος;”

Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα της Μαρίας Λαϊνά
Μετ:. Σωτήρης Παστάκας

K.σ-Μ είπε...

Είχα κατεβή στην πόλιν, και γύριζα
στους δρόμους γειτονιάς αγαπημένης.
Άγνωστα πρόσωπα και προσφιλή
εσυναντούσα.... Κατόπιν
στο θυρωρείον οπού 'χα πάει δωμάτιον
να ψάξω, εύρηκα....
εύρηκα κάτι το πολύ ευγενικόν.
Η μητέρα του μου συζητούσεν για το νοίκι.
Εγώ πια, στην άλλη όχθη ευρισκόμουν.
Η διαμονή μου ήταν πια εις τον παράδεισον.
Παράδεισος συγκεχυμένος και μεγαλοπρεπής,
που μας προσφέρει κώνειον... Μα
ας επιστρέψωμεν στο θυρωρείον, και
στην ειλικρίνειαν εκείνης, και στο κοκκίνισμα
εκείνου....
Μα πάνω απ' όλα όμως ήταν η μυρωδιά
η αγνή κι ευγενική της φτώχειας.

* *

Του λεωφορείου, μακρινή είναι η διαδρομή,
έστω κι αν τα περίχωρα είναι πολύ ωραία.
Μάλιστα θα την ποθούσα νάταν γεμάτη συννεφιά
Ένας γεροδεμένος νεαρός φουρνάρης
την τρυφερή του χάρη παραχωρεί
κάθε τόσο, στιγμές δευτερόλεπτου, και
κατόπιν αρνιέται, δημιουργώντας έτσι
κομπολόι ωραίων ενθυμίων για το βράδυ.

* *

Είχα βγή κιόλας έξω κι έκλαιγα
το σπέρμα μου που έδωσα άνευ έρωτος.
Τα δάκρυα μου όμως εμάζευσεν νεαρός
βοσκός, προσεκτικός, ατόφιος,
και αδιάφορος.

* *

Μέσα μου διαγράφανε, στο ζεστό κρεβάτι,
μιαν αυγή, στίς κούρβες, οι αργές κραυγές.
Μισοκοιμισμένος έβγαινε απ' το γκαράζ
με το φωτισμένο φορτηγό του.
Στο μισοσκόταδον ακόμα, τον περιμέναν
θερμοί και ζωηροί οι εργάτες.
Πιο μακρυά ακόμα κάποιος άρχιζε
της ημέρας, τον πρώτον έρωτα.

Μετάφραση για την Οδό Πανός από τον Δημήτρη Ντακρέτα
(τεύχος 3, Οκτ. 1981)

~~~~~~~~~~~~

Κι άλλη καταχώρηση για τον Sandro Penna:
No 205: Λίγος πυρετός