Κυριακή, Οκτωβρίου 23, 2005

No 205

Image Hosted by ImageShack.usSteveWalker(Καναδάς)
.
Μακριά από μένα, περπατούσαν δυο νέοι, που ο ευδιάκριτος ήχος της φωνής τους ακουγόταν από μακριά. Σταμάτησαν κάποια στιγμή κάτω από το φως ενός φαναριού και είδα καθαρά, πάνω στα σκούρα ρούχα τους το άσπρο του χεριού να ψάχνει και να βρίσκει άλλο άσπρο. Δυο στενές επιφάνειες σάρκας εμφανίστηκαν, και τα χέρια καθώς αποτραβήχτηκαν, έμειναν απροστάτευτα και τρυφερά κάτω από το φως του φαναριού. Τα λόγια, σε χαμηλωμένο τόνο, παρέμεναν ήρεμα και σαφή μέσα στην ησυχία γύρω. Ένας από τους δυο νέους επέμενε, μιλούσε για κείνη την καθαρή σάρκινη λουρίδα στον φίλο, μετά, σαν να ‘ δειχνε κάποια λεπτομέρεια, έβλεπα το λευκό του χεριού να συγχέεται με το άλλο λευκό. Μετά έφυγαν με πολύ αργό βήμα, μέσα στο σκοτάδι και την γαλήνη της ώρας.

Σάντρο Πέννα : Λίγος πυρετός (Οδός Πανός)

6 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Φαντασία για την αρχή Ανοίξεως

Τα κολασμένα μάτια σου
πλέον δεν με κοιτάζουν.
Νοιώθω φτερούγες να μου δημιουργούνται,
και ήδη κοιτάζω προς τα πάνω.
Πράσινα λιβάδια, μαύρα ελαφρά-
τραίνα διασχίζουν και, ξεχνούν μακάρια,
τους χθεσινούς σταθμούς
όπου -ακίνητες οι ώρες, σε ξαφνιασμένα
καδράν ωρολογιού -
επιστρέφει ένας αβέβαιος έρως
για καταστάσεις βέβαιες.
Ευχάριστο είναι να ξεκινάς
ακόμα, αν πίσω σου αφήνεις
- το χιόνι που προς τα κάτω
προχωρεί.

Από την παρουσίαση του Δημήτρη Ντακρέτα
Οδός Πανός, Ιανουάριος 1982.

κ.σ. είπε...

Σ΄αυτό το τεύχος της οδού Πανός ο Δημήτρης Ντακρέτας παρουσίασε 33 ποιήματα του Σάντρο Πέννα.
Δύο ακόμα:

Ο ουρανός είναι άδειος. Προσευχή
όμως εγώ θα κάνω στα μαύρα μάτια
του θεού - αγοριού μου.
Μα ο θεός μου τι να κάνει αυτήν την ώρα;
Ή κάνει ποδηλατάδα
ή βρέχει με αφέλεια τον τοίχον.

***

Αν ευνοϊκή φανεί η νύχτα
στην ακτή θ' αναπηδήσουν
-γεννημένοι σιωπηλά, σαν τα
χρώματα της θάλασσας -
άνδρες γυμνοί, ανάλαφροι που
απομακρύνονται.
Μα όμως όπως η θάλασσα
κινείται από τον άνεμον
έτσι, κι οι άνδρες με κραυγές
κινούν τις βάρκες.
Ανατολή ηλίου, πάνω στον
τελευταίον ιδρώτα.

κ.σ. είπε...

O ποιητής και διηγηματογράφος Σάντρο Πέννα (1906-1977), γεννήθηκε στην Περούτζια από μεσοαστική οικογένεια και οι πληροφορίες που παρέχονται για την ζωή του παρουσιάζουν κενά, καθώς ο ίδιος ήταν ασαφής, ασυνεχής και αόριστος για όσα τον αφορούσαν προσωπικώς. Ίσως γιατί επιθυμούσε να δραπετεύσει από την ιδιωτική του ζωή ή επειδή ήθελε να δημιουργήσει έναν μύθο γύρω από τον εαυτό του. Σκόρπιες πληροφορίες αναφέρουν ότι αποφοίτησε από εμπορική σχολή, εργάσθηκε ως λογιστής και υπάλληλος βιβλιοπωλείου στο Μιλάνο και όντας άνεργος κατά την διάρκεια του πολέμου επιβίωσε με την μαύρη αγορά τσιγάρων, σαπουνιού, ρουχισμού και …βιβλίων. Όταν σε ηλικία 23 ετών εγκαταστάθηκε στην Ρώμη, γνωρίστηκε με τον Ουμπέρτο Σάμπα που τον βοήθησε να εκδώσει την πρώτη συλλογή του. Το 1956, όταν ο Πέννα ήταν ήδη πενήντα χρόνων, ερωτεύθηκε ένα δεκατετράχρονο παιδί του δρόμου, τον Ραφαέλλε, που το είχε σκάσει από το σπίτι του σε ηλικία μόλις 6 ετών! Ο νεαρός έζησε μαζί με τον ποιητή και την μητέρα του, που δυσανασχετούσε για την κατάσταση, και η σχέση τους υπήρξε έντονη και θυελλώδης, μέχρι που ο Ραφαέλλε τον εγκατέλειψε μετά από 14 χρόνια για να παντρευτεί. Παρά την γενναιοδωρία του Πέννα, φεύγοντας ο νεαρός πήρε μαζί του μόνον τον αγαπημένο τους σκύλο, συμφώνησαν, όμως, να τον μοιράζονται λες και ήταν παιδί τους.

Η ποίηση του Sandro Penna διακρίνεται για την ευαισθησία, την μελαγχολία, την εξαιρετική της διαφάνεια, την εξομολογητική της διάθεση και την απλότητα της έκφρασης που δεν χρειάζεται προφάσεις και λογοτεχνικά τεχνάσματα για να μιλήσει στον αναγνώστη. Ο Πέννα αγνόησε τις σχολές και τα συστήματα και έγραφε ανατρέχοντας στην ποιητική του μνήμη. Για την ποίησή του, το 1957, έλαβε το βραβείο Premio Viareggio.

Πηγές: appbio.net, appbio.net, circumferencemag.com κ.ά.

Κ.σ-Μ είπε...

Από την Οδό Πανός - τ. 56, Ιούλιος 1991

Γράφει ο Νίκος Σπάνιας:

Υπάρχουν πέντε μείζονες Ιταλοί ποιητές του 20ού αιώνα: Ο Dino Campana, ο Umberto Saba (ένας Ιταλοεβραίος από το Τριέστι), ο Giuseppe Ungaretti (ο οποίος γεννήθηκε στην Αίγυπτο, υπήρξε φίλος του Γκυγιώμ Απολλιναίρ και λίγα χρόνια πριν πεθάνει δίδαξε Ιταλική ποίηση στο Πανεπιστήμιο Columbia), ο Salvatore Quassimodo και ο Εugenio Montale. Οι δύο τελευταίοι τιμήθηκαν με βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας κι όσο για τους δύο πρώτους - Campana καί Saba – παρά τη μεγάλη τους γοητεία κανείς μπορεί ν' αμφιβάλλει, αν όντως υπήρξαν μείζονες ποιητές...

Γύρω απ' αυτούς περιστρέφεται ένας λαμπρός αστερισμός ελάσσονων ποιητών - αν θέλετε - που άσκησαν ένα μεγάλο θέλγητρο, και συχνά μια επίδραση, μ' επικεφαλής τον Περουτζίνο Sandro Penna. Μπορώ να πω γι αυτόν ότι είναι ένας ιμπρεσσιονιστής ποιητής, απαράμιλλος στις γλυκύπικρες ποιητικές εντυπώσεις του... Ένα από τα πιό χαρακτηριστικά και πιο γνωστά ποιήματά του είναι το παρακάτω:

Η μικρή βενετσιάνικη πλατεία πένθιμη και αρχαία, συλλέγει
τ άρωμα της θάλασσας.
Και πτήσεις περιστεριών.
Όμως η μνήμη συγκρατεί μαγεύοντας ακόμη και το φως - τον
νεαρό ποδηλάτη που πετά
και στρέφεται στο φίλο του μ' ένα
ψίθυρο μελωδικό: «έρχεσαι μαζί μου;»


Όλα τα ποιήματα του Πέννα - που παρουσιάζει για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος - μαζί με τα διηγήματά του μ' εξαιρετική φροντίδα και ένα αξιοπρόσεχτο πρόλογο ο ποιητής Γιώργος Χρονάς απ' τις εκδόσεις «ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ», είναι προανακρούσματα – για να περάσω απ' τη ζωγραφική στη μουσική - πρελούδια που καθηλώνουν τον αναγνώστη αφ' ενός από μια οδύνη κι αφ' ετέρου μια γλυκειά προσμονή για το μέλλον. Αν έχετε υπ' όψιν σας το πρελούντιο οι «σταγόνες βροχής» του Σοπέν, ίσως καταλάβετε καλύτερα τι ακριβώς θέλω να πω.

Η συντομία, η λεπτότητα, η διεισδυτική παρατήρησή του καμιά φορά τα ποιήματα του Σάντρο Πέννα δανείζονται κάτι (όχι όμως δουλικά) από τούς Έλληνες επιγραμματοποιούς κι ίσως από τον Λατίνο Κάτουλο - είναι σήμα κατατεθέν στην ποίησή του. Διαβάστε το θρηνητικό αλλά αξιοπρεπές ποιηματάκι του:

Αναζητώντας τις ρίζες του κακού του
διέσχισα όλη την πολιτεία.
Φουσκωμένος εσύ από φαγητό
Και την ανοησία, έφευγες με τους φίλους σου.
Μα ο Σάντρο Πέννα – μην το ξεχνας,
εμποτισμένος είναι από την παράξενη
χαρά, του ζειν έστω και στον πόνο.


(Μετ. Δ. Ντακρέτας)


Πρόκειται περί αλγολαγνείας; Μάλλον ουσιαστικά η μεγάλη ερωμένη και πιστή Μούσα του Πέννα είναι η πόλη. Αυτή του χαρίζει χίλιους ερεθισμούς κι αυτή τον κάνει πεζογράφο (ΛΙΓΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ) και ποιητή... ο ίδιος ο Πέννα μας προειδοποιεί:

Αυτή η συλλογή από διηγήματα και σκόρπια φύλλα, που από καιρό ήταν πεταμένα σε μια γωνιά του σπιτιού μου και οι λίγοι φίλοι ξαναζητούσαν με αξιαγάπητη πίεση στην τεμπελιά μου, νικώντας επιτέλους τις υπαναχωρήσεις να δημοσιεύσω και ακόμη απλώς να ανατρέξω πάλι σε πρόσωπα και στιγμές μιας ζωης, που μου ανήκε. Μετά είπα στον εαυτό μου ότι, αν όχι άλλες, αυτές οι σελίδες επιβεβαιώνουν μια σχέση πυρετώδη με την πραγματικότητα και τη δουλειά μου σαν ποιητή και τις τακτοποίησα, όχι με χρονολογική τάξη, λίγο σημαντική, αλλά με μια προοδευτική διασαφήνιση για τους αναγνώστες, προφανώς όχι για μένα...

Τoν γοήτευσαν τα νιάτα, τ' αγόρια της Ιταλίας. Στο σύντομο πεζό του με τίτλο: «Γεωμετρικό αφήγημα», γράφει: «Αλλά μέσα στο φωτεινό τραμ, επιστρέφοντας σπίτι, ήμουν πάλι ευτυχής από εκείνη την φωτεινή ευτυχία που με είχε αγγίξει. Σκεπτόμουν πόσο αυτονόητοι είναι οι λόγοι της αγάπης που τρέφουμε για τους νέους. Έχουν τη ζωή, σέ όλους προσφιλή. Και δεν έχουν άλλη ευχαρίστηση, παρά να την ανταλλάξουν με την ανία μας. Πουλάνε ένα εμπόρευμα αξίας και άφθονο και δεν έχουν ανάγκη από πληρωμή. Από κανένα νόμισμα δεν έχουν ανάγκη. Δεν χρειάζονται ν' αγοράσουν τίποτε».

Δεν αποκλείω καθόλου τo γεγονός, ότι κάτι τέτοιες σκέψεις ίσως να είχαν περάσει απ' το μυαλό του συγγραφέα Άσεμπαχ για τον Πολωνό έφηβο Τάτζιο, στην αριστουργηματική νουβέλα του Τόμας Μαν: «Θάνατος στή Βενετία» [σημ: βλ. καταχώρηση Νο 334]. Βέβαια, δεν υπάρχει τίποτε το χυδαίο στον ερωτισμό του Πέννα, ανάμικτο μ' έναν μυστικισμό κι έχει δίκιο ο Χρονάς να τον κρίνει ετσι:

Αυτά τα διηγήματα του Πέννα μοιάζουν με ακουαρέλλες. Δύο τρία χρώματα, ταπεινά τοπία, παιδιά που παίζουν ή κάνουν ποδηλατάδα. Φίλοι που αποχωρίζονται καθώς το άγρυπνο μάτι του Πέννα τους παρατηρεί και τους σχεδιάζει.

Ο Πέννα δεν είναι κανένας νεοπλατωνικός, ούτε κανένας γέρος ηδονοθήρας. Τίποτα θεωρεί το άγγιγμα - δεν ομιλεί περί έρωτος - υψηλή τέχνη και λατρεία. Λίγες φράσεις από κάποιον γαλατά που φεύγει, κάποιον ξένο του αρκούν για να περάσει το υπόλοιπο της ημέρας του. Δεν μεριμνά για το αύριο - το αύριο σε κάποιο σταθμό, σε κάποιο περιφρονημένο σημείο αυτής της πόλης - είναι η Ρώμη, η Περούτζια; - θα δει κάτι και σαν αρχαίο βρέφος θα σταθεί πάλι να το σχεδιάσει.

Ο Πέννα δεν είναι κανένας ξιπασμένος να περιμένει δόξα και χρήμα από αυτόν τον κόσμο. Στις φιλολογικές αυλές δεν ακουμπά την τύχη του. Ούτε στην Ακαδημία. Όταν αυτοί αλληλολιβανίζονται, αυτός, σαν αιώνιο παιδί, συνομιλεί με τους αγνωστους, τα λαμπρά μοντέλα του κόσμου.

Ο Πέννα δεν είναι κανένα θύμα της αισθητικής, ούτε της φροϋδικής κλίνης. Ένας νεοκλασικός της ζωής είναι και του αισθήματος. Για να περάσει αυτά επάνω στο χαρτί δεν χρησιμοποιεί παρά όσα οι ζωγράφοι.

Η καθημερινότητα, με τις πολλές και ποικίλες ασχολίες της - γιατί καθημερινότητα είναι και η ίδια μας ζωή - είναι ένα μωσαϊκό που σιγά, ήρεμα, αδίσταχτα αλλά και υπομονετικά, χτίζουν τον τοίχο του Σάντρο Πέννα.
Στο πρώτο αφήγημα της συλλογής - τ' αποκαλώ για την συντομία τους αφηγήματα κι όχι διηγήματα - με τίτλο: «ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ" ένας εξάδελφος φιλοξενείται από την εξαδέλφη του στην εξοχή. Η βροχή κρατεί όλη την οικογένεια μέσα, εκτός από τον αινιγματικό και δήθεν αδιάφορο Κουϊντίλιο, ο οποίος απαρατήρητος αρέσκεται να παρατηρεί τον εξάδελφο, μέχρι και την τελευταία στιγμή της αναχώρησής του. Στο δεύτερο αφήγημα της συλλογής με τίτλο: «ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ» ο νεαρός συγγραφέας, Τζόρτζιο, νοιώθει χαρά και υπερηφάνεια ανάμικτη καί θλίψη. Δημοσίευσε σε μια εφημερίδα ένα διήγημα. Γίνεται σούσουρο, ο Πιερίνο δείχνει ενδιαφέρον αλλά, τελικά, δεν το διαβάζει, μολονότι αποτραβήχτηκε στην κρεβατοκάμαρά του για να το απολαύσει... «Αλλά όταν μπήκε για να χαιρετήσει, βρήκε τον νεαρό του φίλο βυθισμένο στην ανάγνωση ενός βιβλίου, με την εφημερίδα πεταγμένη σε μια γωνιά. Ήταν ένα βιβλίο του Σαλγκάρι. Πικραμένος, ρώτησε καθαρά: το διηγηματάκι δεν το διαβάζεις; - ω, το βαριέμαι, - απάντησε ειλικρινά το αγόρι μ' ένα γλυκότατο προκλητικό ύφος. Δεν θα πεις ότι είναι καλύτερο από τον Τίγρη της Μαλαισίας, ε; - Όχι, όχι. Έχεις δίκιο, αναγνώρισε μελαγχολικά ο Τζόρτζιο. Και δεν μπόρεσε να μην του δώσει ένα φιλί».
Στο αφήγημα: «ο ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ» προμηθεύεται ένα πρακτικό οδηγό με τίτλο: «πώς να θεραπεύω τις νόσους μου». Είναι ο διαρκώς ευαίσθητος και διαρκώς ερωτευμένος υπάλληλος (αυτή τη φορά με μια συνάδελφό του), ο οποίος απολύεται απ' την δουλειά του... Στο «Λίγος Πυρετός» από όπου παίρνει τον τίτλο ολόκληρο το βιβλίο, ένα ποιητικό αγόρι - παιδί κουρείου - προβληματίζει τον ήρωα, του κατεβαίνει και του ανεβαίνει ο πυρετός μέχρις ότου κατάλαβε ότι ο πυρετός μπορεί, επιτέλους, να χρησιμεύσει για να φθάσει κανείς στην ποίηση.

Ποίηση περιέχουν τόσο τα αφηγήματα όσο και τα ποιήματα του Σάντρο Πέννα. Στα αφηγήματα η δράση ή και καμιά φορά η ονειροπόληση κυλά απρόσκοπτα σαν ένα κύμα που σταθερά και ανεξιχνίαστα - θάλεγα - σκάει στο γιαλό και αποτραβιέται πίσω. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια λιτότητα και μια ρευστότητα. Ακόμη ο Πέννα γίνεται ποιητής ακόμη κι όταν γράφει για τα ουρητήρια:

Στο δροσερό ουρητήριο σιδηροδρομικού
σταθμού μόλις μπήκα. Απ' το χωριό μου
είχα κατεβεί
και σκόνη και ιδρώτας με μεθάνε.
Στα μάτια μου ακόμα
τραγουδά ο ήλιος.
Σώμα και ψυχή τώρα εγκαταλείπω.
Στην πορσελάνη την άσπρη και την
γυαλιστερή.


~~~~~~~~~~~~

Η μετάφραση των ποιημάτων του βιβλίου, που κυκλοφόρησε το 1986, είναι του Δημήτρη Ντακρέτα (ψευδ. του Δημήτρη Παπαδάκη) και η μετάφραση των πεζών είναι της Άλκηστης Παλάσκα.

Άλλη καταχώρηση για τον Σάντρο Πέννα στο blog Gay Βιβλιογραφία στα Ελληνικά: No 206

K.σ-Μ. είπε...

Παρουσιάζοντας, στην Ελευθεροτυπία της 31ης Ιουλίου του 86, το βιβλίο του Σάντρο Πέννα "Λίγος Πυρετός" ο Ευγένιος Αρανίτσης, μεταξύ άλλων, γράφει:

Τά πεζά αυτά κυκλοφόρησαν στήν Ιταλία τό 1973, τέσσερα χρόνια πρίν απ' τό θάνατο τού Πένα. Εκείνη τή χρονιά, μ' αφορμή τήν έκδοση, ο συγγραφέας είχε απευθύνει στούς αναγνώστες τήν παρακάτω «Προειδοποίηση»:

«Αυτή η συλλογή από διηγήματα καί σκόρπια φύλλα πού από καιρό ήταν πεταμένη σέ μιά γωνιά τού σπιτιού μου, καί οι λίγοι φίλοι ξαναζητούσαν μέ αξιαγάπητη πίεση στήν τεμπελιά μου, νικώντας επιτέλους τίς υπαναχωρήσεις νά δημοσιεύσω καί ακόμη απλώς νά ανατρέξω πάλι σέ πρόσωπα καί στιγμές μιας ζωής πού μού ανήκε. Μετά είπα στόν εαυτό μου ότι, αν όχι άλλο, αυτές οι σελίδες επιβεβαιώνουν μιά σχέση πυρετώδη μέ τήν πραγματικότητα καί τή δουλειά μου σάν ποιητή καί τίς τακτοποίησα, όχι μέ χρονολογική τάξη, λίγο σημαντική, αλλά μέ μιά προοδευτική διασαφήνιση γιά τόν αναγνώστη προφανώς καί όχι γιά μένα. Γραμμένα τά πιό πολλά απ' τό 1939 ως τό 1941, μόνο τό ενα τρίτο απ' αυτά τά πεζά εμφανίστηκαν ήδη στίς εφημερίδες καί τά περιοδικά τής εποχής...»

Ποιός είναι ο Πένα; Ο ρομαντισμός εκείνων πού αγάπησαν τίς μικρές καθημερινές αστικές συνήθειες, τά τοπία, τόν τρόπο ζωής καί τήν ψυχοσύνθεση τών ανθρώπων τής παλιάς εκείνης Ευρώπης πού αργότερα κατέστρεψε ο φασισμός, ο μαραμένος σπόρος γιά τή νοσταλγία τών αξιών και τών συγκινήσεων τής δεκαετίας πρίν απ' τόν πόλεμο - όλ' αυτά έχουν σάν αποτέλεσμα, σήμερα, τήν ανάγκη νά θυμηθούμε, τόν Πένα καί, συνεπώς, ενισχύουν τή φήμη του. Ήταν ένας ποιητής πού έζησε, κατά κάποιο τρόπο, στήν περιφέρεια τού κόσμου στόν οποίο ανήκε, στό περιθώριο τών γεγονότων πού συγκλόνιζαν τήν εποχή του' μπορούμε, όμως, νά πούμε ότι, ακριβώς γι' αυτό, ακριβώς μέ τό νά ζεί στήν ευαίσθητη σκιά της προσωπικής του ζωής, όπως ο Καβάφης, ονειροπολώντας καί χωνεύοντας σιωπηλά μιά ευτυχία τόσο εφήμερη αλλά καί τόσο πλήρη όσο τό άγγισμα δυό χεριών ή μιά συζήτηση στά σκοτεινά, σέ κάποιο δρομάκι, κατορθώνει ύστερα από τόσα χρόνια ν' αποτελεί τόν καθρέφτη εκείνης τής εποχής πολύ καλύτερα απ' οποιονδήποτε άλλον.

Παρομοιάζουν συχνά τόν Πένα μέ τούς αρχαίους Έλληνες λυρικούς. Φανερή είναι, άλλωστε, κάποια αναλογία θεμάτων, ένας παραλληλισμός μεθόδων καί ιδιοσυγκρασίας ανάμεσα στό δικό του έργο καί στό έργο τού Καβάφη. Η σχεδόν απλοϊκή καθαρότητα τού ποιήματος, η ανάδυση μιάς σιγουριάς, ενός ρωμαλέου αλλά καί ανάλαφρου βηματισμού πρός τό εσωτερικό φώς, μέσα απ' τή φτώχεια τών μέσων έκφρασης, αποτελούν τή σφραγίδα τού Πένα.

Η έκδοση περιέχει τριανταεφτά πεζά κείμενα καί μιά επιλογή από ποιήματα πού είχαν δημοσιευτεί, σέ παλιότερα τεύχη τού περιοδικού Όδός Πανός. Είχαν χαρακτηριστικό ότι τά διηγήματα τού Πένα (αν μπορούμε νά τά ονομάσουμε διηγήματα' στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά μικρά σκίτσα, μοναχικά κύτταρα αναπόλησης καί ελπίδας, σελίδες ημερολογίου, αστραπές αφήγησης μέσα στό ηλιοβασίλεμα μιάς ζωής χωρίς έπαρση) μοιάζουν πολύ μέ τά ποιήματά του, ακριβώς σάν τά ποιήματα νά ήταν πρόχειρα σχεδιάσματα γιά τά διηγήματα. Καί τά δύο είδη μπορούν νά συγκριθούν μέ μαθηματικά θεωρήματα: υπάρχει πρώτα η θέση, τό θέμα' ύστερα μιά ανάπτυξη, πολύ χαμηλόφωνη καί διακριτική, αλλά καί αναπόφευκτη' τέλος μιά «λύση», ένα επιμύθιο, τό βιαστικό καί ελαφρύ φτερούγισμα ενός συμπεράσματος πού σβήνει σάν ηχώ, μιά νότα θλιμμένης επίγνωσης.

Ο κόσμος πού περιγράφει ό Σάντρο Πένα είναι ένας κόσμος μεγάλης ομορφιάς καί μελαγχολίας. Είναι ή Ιταλία πού αγάπησε ό Παζολίνι - εκείνη ή γεύση από φτωχογειτονιές καί φθινοπωρινές εξοχές στίς παλιές ασπρόμαυρες ταινίες, τό μυστικό της αιώνιας νεότητας ενός κόσμου πού χάθηκε πρόωρα, αφού προηγουμένως, έχτισε τό κάθε τί πάνω στήν ελπίδα ότι θά καρποφορούσε κάποτε κάτι πολύ καλό γιά τήν ανθρωπότητα μέσα απ' τήν προσωπική μοναξιά τού καθενός.

Ο Πένα είναι ένας ερωτικός ποιητής μέ μιά ιδιαίτερη, σχεδόν παιδική ενστικτώδη ικανότητα στό χειρισμό της εντύπωσης, της εικόνας. Οί συγκινήσεις του έχουν τήν μορφή τής ακρίβειας. Είναι γενναίος μέσα στήν απλότητά του, καί η κλίση του πρός τίς ηδονές δέν έχει ίχνος επιπολαιότητας ή επιτήδευσης. Είναι απόλυτα ικανός γιά διεισδυτικότητα καί λυρισμό, ακόμα κι όταν μιλάει γιά εντελώς συνηθισμένες καταστάσεις. Ο έρωτας πού ένιωθε γιά τό ίδιο του τό φύλο ήταν διαποτισμένος από φυσικότητα, τρυφερότητα καί ευφυία: τό έργο του είναι ένα φάντασμα, ένα επίμετρο της Παλατινής Ανθολογίας. Δέν υπάρχει αναίδεια καί υπεροψία, δέν υπάρχει ψέμα καί τέχνασμα στόν Σάντρα Πένα. Απ' όλους τούς ερωτικούς ποιητές ήταν ο πιό αθόρυβα, ο πιό ειλικρινά αφοσιωμένος στήν ιδέα τού ν' αγαπήσει καί ν' αγαπηθεί.

Η μετάφραση τών πεζών έγινε απ' τήν Άλκηστη Παλάσκα' τά ποιήματα έχουν μεταφραστεί απ' τόν Δημήτρη Ντακρέτα. Τήν έκδοση προλογίζει ο Γιώργος Χρονάς.

~~~~~~~~~~~~
σημ: Η μεταφορά του κειμένου στην Gay Bιβλιογραφία στα Ελληνικά έγινε με σάρωση και ως εκ τούτου διατηρείται ο τονισμός του πρωτοτύπου

K.σ-Μ είπε...

O Πιερ Πάολο Παζολίνι γράφει για τον «Λίγο Πυρετό»:


Un po’ di febre - λίγος πυρετός, λίγη θέρμη
.............................
Τον Πέννα, τίποτε δεν τον αποσπά απ' την θαυμάσια καθημερινή περιπέτεια: Το ξύπνημα, η έξοδος, το ένα οποιοδήποτε τραμ, ο περίπατος εκεί που ζει ο λαός, πολυπληθής και θορυβώδης στις πλατείες,
.............................
και τέλος να συναντήσει - αυτό πάντοτε συμβαίνει - ένα αγόρι, αγαπημένο, αμέσως, λόγω της αθώας διαθέσεως της καρδιάς του, λόγω συνήθειας σε μια υπακοή, και σ' ένα σεβασμό, όχι δουλικόν μα για μίαν έλευθερίαν του οφειλομένη στην χάριν του, στην τιμιότητα του.

Φαίνεται, ότι ποτέ ο Πέννα δεν προδόθηκε στην ελπίδα του για τις συναντήσεις που έδιδαν στην καθημερινήν του ύπαρξιν, την θαυματουργήν χαράν της αποκαλύψεως, δηλαδή της επαναλήψεως.

Πιερ Πάολο Παζολίνι

(από την Oδό Πανός – τ. 3, Οκτώβριος 1981)
~~~~~~~~~~~~

Κι άλλη καταχώρηση για τον Σάντρο Πέννα:
No 206: Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα