Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2005

No 153

H Μαρίνα αυτοκτόνησε, κατά τους γιατρούς και τους γονείς της. Πριν το κάνει μου ‘γραψε ένα γράμμα….Στο γράμμα η Μαρίνα μού άφηνε για ενθύμιο την αγάπη της και τη θάλασσα που θα την έθαβε. Θα νομίσετε ότι αυτό δεν είναι δυνατό. Τα πτώματα των πνιγμένων επιπλέουν, καμιά φορά τα παρασέρνουν τα ρεύματα πολύ μακριά. Αλλά εγώ το ξέρω, είμαι σίγουρη, ότι το σώμα της Μαρίνας, που ποτέ δεν βρέθηκε, ξεκουράζεται στον βυθό της θάλασσας, σκεπασμένο με άμμο και φύκια στο σημείο εκείνο ακριβώς που τα κύματα έμπαιναν από το φινιστρίνι μας, και μαγεμένα κατασκόπευσαν για πρώτη φορά το τέλειο γυμνό της σώμα. Και είμαι βέβαιη ότι ξεκουράζεται εκεί, γιατί σ’ αυτό το σημείο είδα να ανθίζουν τριαντάφυλλα. Τριαντάφυλλα κόκκινα, σαν από θαύμα, στην καταγάλανη θάλασσα, που ακόμα κανείς δεν τα έχει κόψει. Τα είδα, το ορκίζομαι. Μάρτυρές μου, οι γλάροι.

Carme Riera : Mάρτυρές μου, οι γλάροι (Ήριννα)

2 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Το βιβλίο της Κάρμε Ριέρα εκδόθηκε στην Αθήνα το 1981, σε μετάφραση από τα Καταλανικά των Μαρία Χοσέ Λούμπετ και Αλίκης Αλεξανδρή, και περιλαμβάνει διηγήματα από τα δύο πρώτα βιβλία της συγγραφέως: “Σου αφήνω αγάπη μου τη θάλασσα για ενθύμιο» και «Μάρτυρές μου οι γλάροι» που έδωσε και τον τίτλο στην ελληνική έκδοση.

~~~~~~~~~~~~

Αποσπάσματα από την περιγραφή και το βιογραφικό σημείωμα του βιβλίου:

H Kάρμε Ριέρα μιλά για την ομορφιά της ανθρώπινης ύπαρξης, ανθρώπινης πέρα από νόρμες και άκαμπτες αξίες. Μέσα στον ελεύθερο κόσμο της αποδέχεται το παρόν κάθε ανθρώπου και οραματίζεται το μέλλον. […]

Γεννήθηκε στην Μαγιόρκα και ζει στην Βαρκελώνη, όπου διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο. Έχει ειδικευθεί στην Ισπανική λογοτεχνία του «χρυσού αιώνα». Το 1974 τιμήθηκε με το βραβείο “Recull” για το διήγημά της «Σου αφήνω αγάπη μου τη θάλασσα για ενθύμιο», που αργότερα έδωσε τον τίτλο του στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της. Η συλλογή αυτή έγινε τo μοναδικό best seller της καταλανικής λογοτεχνίας με 14 εκδόσεις μέχρι σήμερα (σημ: 1981) στα Μαγιορκίν – διάλεκτο της καταλανικής γλώσσας.

κ.σ. είπε...

Από το πρώτο της βραβευμένο διήγημα:

[...]
Aυτή η θάλασσα δε μοιάζει καθόλου με τη δική μας, κι όμως την αγαπώ. Την αγαπώ και μου λείπει. Ίσως, γιατί κοιτάζοντάς την νιώθω ότι η απόσταση από θάλασσα σε θάλασσα, από ακτή σε ακτή, είναι μικρότερη απ’ ό,τι από πόλη σε πόλη. Κι εσύ συνεχίζεις στην άλλη άκρη.

Νοσταλγικά λαχταρώ τη θάλασσα. Νοσταλγικά λαχταρώ τη γαλανή απεραντοσύνη που ‘μοιαζε να εισβάλλει απ’ το φινιστρίνι στην καμπίνα εκείνο το ανοιξιάτικο μεσημέρι που πηγαίναμε στο νησί. Με συγχωρείς. Πήγα να σε ρωτήσω αν το θυμάσαι, μόνο και μόνο για την ευχαρίστηση να σ’ ακούσω να μου λές ότι ναι, το θυμάσαι, κι ότι συχνά και τα δικά σου μάτια λιώνουν στο ανησυχητικό γαλάζιο εκείνης της δικής μας θάλασσας όταν χάνεσαι μέσα σε εισπνοές μακρινών αναμνήσεων, λίγο πικρών τώρα πια. Πόσα χρόνια πέρασαν από κείνο το ταξίδι; Aρνούμαι να τα μετρήσω – αν και θα μπορούσα να σου δώσω ακριβή αναφορά σε ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα, σαν να επρόκειτο για κάποιο πρόβλημα απλής αριθμητικής. Δεν πρέπει να σε ξενίζει: έφτιαξα ένα ημερολόγιο για προσωπική μου χρήση, όπου τα χρόνια, οι μήνες και οι μέρες άρχιζαν ακριβώς τη στιγμή που το γαλάζιο ήταν τέλειο, το σώμα σου μεταξένιο, το φως φιλτραριζόταν χλιαρό και γλυκό. Είχαμε λιγότερη συνείδηση, οφειλόταν στα νιάτα μας, ξεχειλίζαμε από μια διεστραμμένη αθωότητα επαναστατημένου αγγέλου, σχεδόν κακοήθη.
[…]
Επιθυμώ να γίνω άμμος αντί χώμα στα βάθη εκείνης της απεραντοσύνης. Σε λαχταρώ, νοσταλγικά λαχταρώ τη θάλασσα, τη δική μας θάλασσα, και σου την αφήνω, αγάπη μου, για ενθύμιο.