Δευτέρα, Νοεμβρίου 14, 2005

No 224

Image Hosted by ImageShack.usDouglas Simonson
.
Και αργότερα, όταν πια σαν έφηβο σε πολιορκούσαν μέρα νύχτα με τα βλέμματα, όχι γι’ αυτά που έκαμνες, αλλά γι’ αυτά που κόντευες να κάνεις, και που είχες αρχίσει να τα νιώθεις κάπως κι εσύ, να τα ονοματίζεις ή να τα λες, και σε μαστιγώνανε με τα βλέμματα και τα πικρά λόγια, είτε απευθείας είτε πλάγια είτε με τα μουρμουρίσματά τους, για να ακούς και να ζαρώνεις, να σιγολιώνεις μέσα σου, να μην ξεθαρρεύεσαι ποτέ σου και ένιωθες κλεισμένος από παντού, χωρίς καμιά διέξοδο και καμιά ελπίδα… Αργότερα, όταν οι εξάψεις σου τόλμησαν να προσδιορίσουν το ερωτικό αντικείμενο τους, να το ανακαλύψουν δηλαδή και να το πλάσουν εντός σου με κάθε επιθυμητή λεπτομέρεια, μια και βρέθηκαν έτοιμα τόσα υλικά, πήρες να προσηλώνεσαι σ’ αυτό που έχασες κάπως ή και πολύ, την επαφή σου με τον εαυτό σου. Τώρα μέσα σου βρίσκονταν άλλα είδωλα, πλασμένα ή πραγματικά, που τα αποτύπωνες κατευθείαν απ’ το δρόμο και που τα ‘χες για παρηγοριά σου και μέλλουσα διέξοδο. Κι έτσι έγινε πραγματι για χρόνια.
.
Γιώργος Ιωάννου: Καταπακτή (Κέδρος)

5 σχόλια:

κ.σ. είπε...

[...]
Μεγάλη ανάπαυση πρέπει να παρέχει και η επιτυχημένη θήρευση των πολύ τολμηρών ηδονών, Αν είσαι άνθρωπος που δεν έβαλες νερό στο κρασί σου, που κυνήγησες ανένδοτα το δύσκολο ερωτικό ιδανικό σου και το παγίδευσες άπειρες φορές - αν είσαι τέτοιος άνθρωπος, πρέπει κανονικά να νιώθεις αρκετή γαλήνη. Μόνο που παράλληλα θα νιώθεις -γι αυτό είμαι βέβαιος- μετανιωμένος που δεν έκανες χίλιες φορές περισσότερες τόλμες, δέκα χιλιάδες φορές περισσότερες τόλμες, τότε που ήσουν σε θέση.

Ω, πόσο γλυκείς, πόσο παραδεχτοί, πάμφωτοι και απολαυστικοί, είναι για τον κινδυνεύοντα τολμητία οι τόποι των γνωριμιών, των συναντήσεων, των αμαρτιών ίσως, όπως τους κατεδίκαζε κι αυτός ενίοτε, όταν δήθεν συνερχόταν από την κραιπάλη...

Τώρα, όλα τα παραπάνω είναι για σένα ανθρώπινα, αθώα και γλυκύτατα, εμπρός στη φοβερή πραγματικότητα της φθοράς – της φθοράς, του πόνου και του θανάτου.
...

«Στη δύσκολη ώρα», από την “Καταπακτή”

κ.σ. είπε...

Η «Καταπακτή» εκδίδεται το 1982, μια χρονιά ιδιαίτερα παραγωγική για τον Γιώργο Ιωάννου. Είναι η ίδια χρονιά που κυκλοφορεί το «Εφήβων και μη», η «Εύφλεκτη Χώρα» και ο δίσκος «Κέντρο Διερχομένων» με στίχους δικούς του και μουσική του Γιώργου Μαμαγκάκη.
~~~~~~~~~~~~

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

…Mια απέραντη αποθήκη εικόνων, φωνών, κραυγών, επαφών, πόνων, βασάνων, στερήσεων, ερωτικών παροξυσμών, το σώμα μας. Όσο πιο παιδεμένο το σώμα μας, τόσο πιο μεγάλη η αποθήκη που διαθέτει. Όταν καμιά φορά συνάγονται επί τω αυτώ πλούσιες ανθρώπινες αποθήκες και δοθεί η κατάλληλη ώρα, βγάζουν και βγάζουνε και τελειωμό δεν έχουν.

K.σ-Μ είπε...

Βιβλιοκριτική του Χάρη Μεγαλυνού για την “Καταπακτή” *
:

Τα βιβλία του Γ. Ιωάννου, όποτε κι αν εκδίδονται, με οποιαδήποτε ευκαιρία γιορτής ή επετείου, είναι νομίζω ένα εκδοτικό καθεστώς, κάτι που με τη μορφή τους, το σχήμα και τον τίτλο τους, μιλάνε για ένα είδους κυκλικότητας, επανάληψης, οικείου γούστου. Σ' αυτό τους τον χαρακτήρα βρίσκω ότι είναι πολύ ελληνικά, πολύ δικά μας σαν βιβλία αλλά και σαν ανθρώπινο περιεχόμενο, ενώ απ' την άλλη μεριά αφήνοντας μερικές υποκειμενικές χαραμάδες, αξιώνουν και την προσοχή των περισσότερο απαιτητικών. Αυτή λοιπόν η εκ των προτέρων εξασφαλισμένη ποιότητα μαζί με την απλότητα της περιοδικής εμφάνισης τους, κάνουν τον Γ. Ιωάννου ένα συγγραφέα όχι και τόσο απομακρυσμένο απ' την χριστιανική (και βυζαντινή) παράδοση. Βέβαια στο παρόν βιβλίο ο χαρακτήρας αυτός είναι πρόδηλος, μια και ο Ιωάννου έχει την τόλμη αλλά και την πείρα, μετά από τόσα χρόνια ζωής στο γράψιμο αλλά και στην πραγματικότητα, να εμφανισθεί περίπου γυμνός, όπως δεν τολμάει να εμφανιστεί κανένας μέσα σε μια μικρή κοινότητα.

Εκείνο που κάνει τον Ιωάννου, ένα συγγραφέα λεπτολόγο και καθόλου συγκαταβατικό, όπως συνήθως είναι οι συγγραφείς στην Ελλάδα, να ξεχωρίζει, είναι η πίστη του στην πρωταρχική, μικρή κοινότητα. Αυτό που νομίζω και το ονόμασα παρά πάνω βυζαντινή παράδοση, αυτή η έγνοια τών κοινών, ακόμα και των ασήμαντων, αυτή η συμφιλίωση με αυτό που είναι μη-τέχνη, αυτή η μη τέχνη που μέσα της ζει η Ελλάδα απ' τις καταβολές της, είναι νομίζω αυτό που μας επιτρέπει να ονομάσουμε τον Γ. Ιωάννου έναν απ' τους τελευταίους συγγραφείς που πιστεύει ότι υπάρχει ελληνικότητα στην τέχνη. Αφήνοντας πίσω μας τη μεγάλη παράδοση της Δύσης -ότι δηλ. η τέχνη είναι το αντίθετο της πραγματικότητας, ότι ο καλλιτέχνης ο 'ίδιος φτιάχνει τον εαυτό του πάνω σ' έναν κώδικα απαραβίαστο, έχουμε να κάνουμε εδώ με την μη-τέχνη, που μόλις συναινεί στην πιθανότητα να συμπεριφέρεται σαν τέτοια. Τα συγκεκριμένα κομμάτια του βιβλίου, που υφαίνουν γύρω από ένα καθημερινό καμβά, τις ερωτικές, κοινωνικές και «διδακτικές» ανησυχίες του Γ. Ιωάννου, δεν θα μπορούσαν να παραβληθούν με άλλα ανάλογα: η πρωτοτυπία και η τόλμη τους, η δραστικότητα αλλά και η αποτυxία πολλών απ' αυτών συνδέεται με την ιδιαιτερότητα τους σαν αισθητικές μορφές. Έτσι η επιπόλαιη, κοσμική όψη του χρονογραφήματος, η οργή του μανιφέστου ή η εφεκτικότητα μιας περισσότερο αγοραίας έκφρασης, φτιάχνουν ένα βιβλίο, που απευθύνεται περισσότερο στο παρόν μας και από αυτό χωνεύεται.

*σημ: γράφτηκε για την έκδοση της «Καταπακτής» από τον εκδ. οίκο Γνώση

(από την Οδό Πανός – τ.11, Οκτ. 1983)

~~~~~~~~~~~~

No 39: Ο της φύσεως έρως
No 225: Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα
No 226: Ομόνοια 1980
No 227: Άρης Δρουκόπουλος: Ένας οδηγός για την ανάγνωση του έργου του
No 228: Έλενα Χουζούρη: «Σαν σπόρος αγκαθιού…»
No 257: Tο δικό μας αίμα
No 258: Πολλαπλά κατάγματα

K.σ-Μ είπε...

Από τις αναφορές στην «Καταπακτή» στο βιβλίο του Άρη Α. Δρουκόπουλου [βλέπε καταχώρηση No 227]

*
To βιβλίο όμως που ο έρωτας παρουσιάζεται δεμένος με το θάνατο είναι η Καταπακτή. Η σχέση τους βρίσκεται στη ρίζα της ανθρώπινης φύσης.
Ο συμβολισμός του πεζογραφήματος "Εις λάκκον..." είναι χαρακτηριστικός. Οι λάκκοι οι οποίοι στην αρχή είναι αντικείμενο θαυμασμού (είναι οι δυνατοί άντρες που μπορούν και τους ανοίγουν), στο τέλος θα γίνουν τάφος. Αυτή η αμφισημία του έρωτα εκφράζεται σε ποικίλους τόνους στην Καταπακτή.

Και γενικότερα στην Καταπακτή μπορεί ο αναγνώστης να βρει όλο το φάσμα της ερωτικής ζωής, από το ερωτικό βλέμμα και την ερωτική συνάντηση μέχρι το χωρισμό, θεληματικό ή όχι, και το θάνατο κάτω από το φως του έρωτα: «Δεν θα πεθάνουν οι φίλοι σου, ησύχασε. Εσύ θα πεθάνεις. Και θα πεθάνεις, όπως το θέλεις' πριν από αυτούς. Περιτριγυρισμένος από αυτούς, κοιτώντας τους βουβός στα μάτια, απόπου ίσως να διέρχονται οι σκηνές της πρώτης γνωριμίας σας. Ας πικραθούν κι αυτοί μια φορά εξαιτίας σου» («Φόβοι εν ερημίαις», σ. 120)

*
Το ύφος επίσης του Καβάφη φαίνεται ότι επηρέασε τον Ιωάννου στη διαμόρφωση του δικού του υπαινικτικού ύφους. Για τον εαυτό του γράφει στο πεζογράφημα «Στη δύσκολη ώρα» (σ. 76): «Και αν έχει τιμιότητα μέσα του, για να μην παρασιωπήσει την αλήθεια του ολότελα ή αραδιάσει άγνωστα του πράγματα, μεταβάλλεται σε βιρτουόζο των υπαινιγμών, ώστε κάτι να διασώσει, κάποιο σήμα, κάποιο νεύμα να κάνει. Τα παραπάνω είναι η περίπτωση σου [ ]». Έτσι όμως χαρακτηρίζει και τον Καβάφη: «Και το περίεργο είναι ότι το λογοτεχνικό πρότυπο της συγκρατημένης λογοτεχνίας, το είχαμε βρει στον Αλεξανδρινό Καβάφη, στον βιρτουόζο αυτόν των υπαινιγμών και των παρασιωπήσεων».

*
Άλλη μεταμόρφωση βιωμάτων είναι, ο συγκερασμός τους. Είναι η περίπτωση του πεζογραφήματος "Εις λάκκον..." Μεταφέρω εδώ μερικά αποσπάσματα, γιατί είναι χαρακτηριστικό, πέρα από τη σπουδαιότητα του, κείμενο: «Και όταν κάποτε φτάνετε στο γραφείο προορισμού, θα σε βάζουν ευγενικά να καθίσεις, θα σου προσφέρουν τσιγάρο και μ' ένα κρυφό χαμόγελο κάτω από το σκληρό μουστάκι, θα σε υποχρεώνουν ν' ακούσεις διηγήσεις για τη γυναίκα τους, τα παιδιά τους, τις χαρές της οικογενειακής τους ζωής. Αυτό θα σημαίνει, έχουμε κι εμείς τρυφερότητα, κάποιοι μας αγαπάνε κι εμάς και μας περιμένουν μετά αποδώ. Και ακόμα: Έχεις κι εσύ κάποια αξία για μας, είσαι κατάλληλος να μας ακούς, να μας εκφορτίζεις. Και ακόμα: Μην ελπίζεις σε τίποτα, δεν υπάρχει έλεος. Οι ρόλοι ποτέ δεν πρόκειται ν' αλλάξουν. Κι εσύ που περίμενες ότι θα σου φερθεί σαν ερωτευμένος πατέρας να αισθάνεσαι γελασμένος. Όταν θα στεγνώσει το λαρύγγι τους, θα σου προσφέρουν καφέ, πορτοκαλάδα, γκαζόζα. Θα δέχεσαι και με τη σειρά σου θα μιλάς. Θα κελαηδάς την ιστορία της ζωής σου με κάθε λεπτομέρεια. Για την πρώτη και τελευταία φορά. Θα μιλάς με τόπους, ώρες, ονόματα, ημερομηνίες. Θα τους βλέπεις να στριφογυρίζουν στην καρέκλα. Μιλάς πολύ συγκεκριμένα, θυμάσαι, είσαι πειστικός. Ανακατεύεις δικούς τους, θα κάψεις παιδιά δικά τους, σαν αυτούς και καλύτερους. "Για τον εαυτό σου μόνο!", θα σου πούνε ξερά, μα θα δεις τα μάτια τους ζεστά, γελαστά και παμπόνηρα. Σε φοβούνται. Αυτή τη στιγμή τουλάχιστο σε φοβούνται. Κατάφερες να τους καταπλήξεις και να τους φοβίσεις με τις διηγήσεις σου. Ακόμα κι αυτούς, τους πρωταθλητές, τους παλαιστές, τους χαμάληδες, τους βαστάζους, τους χτίστες, τους φορτηγατζήδες, τους σιδεράδες [ ] κατάφερες δια των εν στολή εκπροσώπων τους να τους καταπλήξεις, να τους κάνεις να φρίξουν και να φριάξουν με τη ζωή και τη δράση σου. Πότε τα 'χεις κάνει αυτά; μήπως είναι πλάσματα της φαντασίας σου; [ ] μήπως όνειρα και ονειροπολήσεις σου; Είναι, βέβαια, απ' όλα αυτά και κάτι, μα κυρίως είναι το μεγάλο σου όνειρο, η μεγάλη σου δίψα, να τους έχεις μπροστά σου στημένους νύχτες ολόκληρες και να τους τα λες. Να τους αναλύεις με κάθε [ ] λεπτομέρεια τα ελάχιστα αυτά που έχεις αξιωθεί κι εσύ να κάνεις [ ]. Και οι άγιοι μαθηταί σου, μαθηταί της μιας νύχτας ή νυχτιάς, να τα ακούνε όλα με κατάπληξη ωσάν για πρώτη φορά, ενώ τα έχουν κάνει χιλιάδες φορές [ ], και τα έχουν ακούσει μέσα από στόματα φτωχά, ψεύτικα, βρωμερά που θέλγονται να παρουσιάζουν τη ζωή τους πολύ φτωχότερη απ' ό,τι είναι. Και ύστερα, αντί να γράφεις εσύ, να τα γράφουν εκείνοι -συγγραφείς με το στανιό, βιογράφοι σου [ ]. Μα, όταν θα σου υποβάλουν ευσεβάστως το δοκίμιο τους για να το εγκρίνεις, θα διαπιστώνεις αδυναμίες φριχτές, λάθη εκφραστικά, εκφράσεις ετοιματζήδικες, πράγματα κοινότοπα, που παρουσιάζουν τη ζωή σου ως κάτι το εντελώς συνηθισμένο, μια αγοραία περίπτωση, που εμπίπτει στα όρια των νόμων για κοινούς μικροπαραβάτες, φαιδρά τραβολογημένα υποκείμενα. [ ] Θα βάζεις εσύ μια τζίφρα, έτσι για να τους κάνεις το χατίρι, να μην κουράζονται άλλο μ' αυτά, που δεν τους ταιριάζουν, όπως είπαμε, καθώς αυτοί είναι για βαρύτερα, πιο σκληρά πράγματα - κακώς τους βάζουν και γράφουν. Και μετά την τζίφρα, θα σε παίρνουν πια με το καλό, είσαι δικός τους, συνεργάτης τους, και θα σε κατεβάζουν με σκοινιά στο λάκκο των λεόντων και, θα γλείφεσαι με τους λέοντες και θα νταραβερίζεσαι με τους λέοντες, θα είναι ο κόσμος σου πια [ ]. Και κάποτε θ' αρχίσει να ξεφτάει ο λάκκος. Να πέφτει απάνω σου ο λάκκος, να κατολισθαίνει [ ]. Και κάποτε θα σπάσει ο χωμάτινος τοίχος και σε κείνο το σημείο και θα σε παραχώσει. Αποπάνω θα σε καθορούν, μα δεν θα κάνουν τίποτε για να σε σώσουν. "Λυτρωτά, ο Θεός, ευλογητός ει!" θα ψέλνεις ανεπαίσθητα εσύ, όπως κάποτε στη σπηλαιώδη εκκλησία της περιοχής σου» (σσ. 11-15).

Είναι ένα κείμενο πολύ σημαντικό, όπου αναμειγνύονται πολλά βιώματα -και όχι μόνον του Ιωάννου, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τα λεγόμενα στο πεζογράφημα- από ποικίλες εμπειρίες' την εμπειρία της ερωτικής εξομολόγησης, την πρακτική των ανακρίσεων στην ασφάλεια, διαποτισμένα όμως από βιώματα θρησκευτικά της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Με αυτό τον συγκερασμό που γίνεται με την τεχνική του κινηματογράφου ή του ονείρου, μπόρεσε να αποδώσει την περιπέτεια του καταδικασμένου έρωτα.

*
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ως πρώτο παιδί της οικογένειας πήρε μια αγωγή που φάνταζε στα παιδικά και εφηβικά μάτια του ως ιδιαίτερα καταπιεστική. Είναι χαρακτηριστικές οι εκφράσεις του στο εφηβικό ημερολόγιο: «Ήρχισε πλέον να μου γίνεται ανυπόφορος ο σπιτικός ζυγός. Με την πρώτη ευκαιρία θα τινάξω τον βαρύ αυτόν ζυγόν» (17 Δεκεμβρίου 1943)’ και στις 13 Φεβρουαρίου 1944: «Είναι αδύνατον πλέον να εξακολουθήσει αυτή η κατάστασις για μένα, είναι αφόρητος. Με παιδεύουν, με δέρνουν, με τυραννούν στο απροχώρητο. Θα εκδικηθώ ...». Χρόνια αργότερα στην Καταπακτή, στο πεζογράφημα «Έτσι θα 'ναι και τότε...», θα καταγράψει αυτή την καταπίεση, αυτή την πολιορκία των «βλεμμάτων» και των «πλαγίων μουρμουρισμάτων» και θα την δει ως το δρόμο που τον οδήγησε στην κατοπινή του συμπεριφορά. Η αντίδραση προς αυτή την κατάσταση τον βοήθησε να διαμορφώσει μια τεχνική που θα είναι ταυτόχρονα και προετοιμασία για την έξοδο προς κάποιον αόριστον ερωτισμό. Έτσι θα διαμορφωθεί σιγά σιγά ο ερωτισμός του.

*
Περισσότερο ανοιχτά μιλάει «Στη δύσκολη ώρα» ([η Καταπακτή], σ. 73): «Περισσότερο φοβήθηκες κάτι άλλο στη ζωή σου. Το συνδυασμό της ταυτόχρονης αποκάλυψής σου στην υπηρεσία σου και στην οικογένεια σου. Γιατί, πάμπτωχος καθώς ήσουν, το πιο μεγάλο κακό η δημόσια υπηρεσία μπορούσε να σου το κάνει. Να σε απολύσει δηλαδή είτε για τα γραψίματα σου είτε για τη ζωή σου, είτε, το πιθανότερο, και για τα δυο μαζί [ ]. Τα μουρμουρητά και οι κρυφές έρευνες, ακόμα και οι μυστικές ανακρίσεις, δεν σταμάτησαν ποτέ γύρω σου. Μπορεί να ήταν μπλόφες, να μην ήθελαν να σε φέρουν πραγματικά στο πραιτώριο, αλλά οι μπλόφες αρκετά επέτυχαν. Δούλεψαν σαν χαλινάρι». Κάτω από αυτή την πίεση διαμόρφωσε και το ύφος του το υπαινικτικό, ώστε και την αλήθεια του να λέει και από τους δράκους να ξεφεύγει, όπως λέει στο ίδιο πεζογράφημα (σ. 75).

*
Η εξομολόγηση δεν είναι, βέβαια, εύκολη υπόθεση: «Κάποτε νόμιζα πως, αν μιλήσω, θα πέσει ο ουρανός να με πλακώσει», γράφει ο Ιωάννου συνέχεια στο προηγούμενο κείμενο.

«[ ] ο δυστυχισμένος άνθρωπος ψηλαφεί καταστάσεις, που ο άλλος δεν μπορεί ούτε να αγγίσει. Ναι, αλλά ο δυστυχισμένος συχνά δεν μπορεί και να μιλήσει. Και αν έχει τιμιότητα μέσα του, για να μην παρασιωπήσει την αλήθεια τσυ ολότελα ή αραδιάσει άγνωστα του πράγματα, μεταβάλλεται σε βιρτουόζο των υπαινιγμών, ώστε κάτι να διασώσει, κάποιο σήμα, κάποιο νεύμα να κάνει. Τα παραπάνω είναι η περίπτωση σου. Αποδίδουν τα πρώτα σαράντα πέντε χρόνια της ζωής σου, που σε σφράγισαν. Δεν ξεσφραγίζεσαι με τίποτα και δεν ξεφοβάσαι με τίποτα. Ως την τελευταία σου στιγμή, θα βάζεις φωτιά στη θρυαλλίδα, αλλά το χέρι σου θα τρέμει. Πάντως, θα βάζεις» ([η Καταπακτή], σ. 76).

*
...σε συνέντευξη του στην Καθημερινή (24.7.1977) είπε: «Με την ηλικία αποκτά κανείς πείρα για τους τρόπους που θα μεταχειριστεί, ώστε να εξασφαλίσει στον εαυτό του όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία. Να του δημιουργήσει συνθήκες λιγότερης καταπίεσης και δεοντολογίας. Μετά το '74 λοιπόν, γράφω, μεταφράζω και δίνω τη δουλειά μου στις κυριακάτικες εφημερίδες, τις φιλολογικές τους σελίδες ή στα περιοδικά. Γιατί πιστεύω πως έτσι ο συγγραφέας, εκτός από την άμεση κριτική που θα έχει για το έργο του, γίνεται πλατύτερα γνωστός, αλλά και έρχεται σε μεγαλύτερη επαφή με το κοινό εκείνο που ποτέ δεν θα αγόραζε λογοτεχνικό βιβλίο». Και «Στη δύσκολη ώρα» [H Καταπακτή] γράφει: «Τα μουρμουρητά και οι κρυφές έρευνες, ακόμα και οι μυστικές ανακρίσεις δεν σταμάτησαν ποτέ γύρω σου. Μπορεί να ήταν μπλόφες, να μην ήθελαν να σε φέρουν πραγματικά στο πραιτώριο, αλλά οι μπλόφες αρκετά επέτυχαν. Δούλεψαν σαν χαλινάρι. Βέβαια, εσύ ήσουν άλογο κούρσας κι όσο κι αν δούλεψε το χαλινάρι, εσύ του έδωσες και κατάλαβε. Όχι όμως από την αρχή, τότε που ήσουν πραγματικά νέος, μα από τότε που άρχισες να βγάζεις μια πεντάρα από τα βιβλία σου και να ενδυναμώνεσαι από την αγάπη και την προστασία αγνώστων σου ανθρώπων. Τότε πήρες να τρέχεις φρενιτιωδώς, να τολμάς και να αφήνεσαι, να βυθίζεσαι εντός σου και να φαντάζεσαι, να λαλείς από μπαλκόνια υψηλά και σταμάτημα να μην έχεις. Ήθελες να πεις ξεκάθαρα -σχεδόν ξεκάθαρα και πάλι- τα όσα υποψιάστηκες» (σσ. 73-74).

*
Αλλά εκεί που η τελετουργία της θρησκευτικής εμπειρίας μεταφέρεται αυτούσια, για να συμβολίσει την ερωτική εμπειρία, είναι στα «Ταυροκαθάψια» ([η Καταπακτή], σσ. 149-150): «Αν όμως έχεις σύρει αληθινό θεό μέχρι το σπίτι σου, τότε αυτό το νιώθεις για καλά, μόλις σφαλίσεις την πόρτα. Κάθε του λέξη, κάθε κίνηση του, ακόμα και κάθε χρονοτριβή του στην αποκάλυψη, σ' ευχαριστούν ιδιαίτερα. Και όταν πια σωθούν τα προκαταρκτικά λόγια, καπνιστεί το καθιερωμένο τσιγαράκι και αρχίσει το ξέντυμα μ' εκείνες τις αδέξιες, τραχιές μάλλον κινήσεις [ ] αποφασίζεις τότε να λάβεις το θεό μετά χαράς εντός σου, να κάμεις τη μετάληψη αυτού, όχι για ν' απολαύσεις μοναχά, μα και για να συνενωθείς μαζί του, μήπως και του ομοιάσεις κι εσύ σε τίποτε, μήπως η ένωση σας, χώρια από τα ίχνη τα υλικά, σου αφήσει κάποια ταυροσύνη, κάποια αψηφησιά, κάποιο αγνάντεμα των εγκόσμιων με το ζωηρό δικό του μάτι».

K.σ-Μ είπε...

Από την Καταπακτή:

«Και πήρες να τολμάς ολοένα και πιο πολύ. Να τολμάς και στα λόγια, σ' αυτά τα ξεκάθαρα λόγια, που ήταν σκληρότερα για την ψυχή σου και από πράξεις».

*

«Κι έτσι ανακάλυψες τους τρόπους της ζωής σχεδόν ολομόναχος, περπατώντας χαι βλέποντας»

*

«Και είδες ότι δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου μετά από αυτό. Αντίθετα σε αγάπησαν περισσότεροι. Τώρα αισθάνεσαι μέσα σου γαλήνη ανείπωτη. Γαλήνη, που, κατά γενική ομολογία, τη μεταδίδεις στους ταραγμένους».