Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2006

No 382

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης

Μου αρέσει να ζωγραφίζω γυμνά, γιατί έτσι μπορεί κανείς να κατανοήσει την ψυχική γεωμετρία του ανθρώπου. Μετά φόβου θεού, πίστεως και αγάπης. Πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς το σώμα σαν έργο του αγαθού πατρός Θεού, και όχι του σατανά, όπως έπίστευαν οι επάρατοι εχθροί της εκκλησίας, μονοφυσίτες. Για να υπάρχει νυμφίος, πρέπει να υπάρχει και γάμος και πρέπει να μάθουμε ποιος παντρεύεται ποιόν. Μην πλανάσθε, Ιουδαίοι. Το σώμα το φθαρτό παντρεύεται με την αθάνατη ψυχή και γι' αυτό έχει κοσμηθεί o νυμφώνας της εκκλησίας. Όσα είπα είπα, δεν είμαι όμως θεολόγος.
.
Γιάννης Τσαρούχης: Αγαθόν το εξομολογείσθαι (Καστανιώτης)

2 σχόλια:

Artois είπε...

Στο βιβλίο αυτό ανθολογούνται κείμενα του Γιάννη Τσαρούχη που έγραψε κατά την περίοδο 1936 – 1986:

«Τώρα που αρχίζω και γερνάω, συγκρίνω τις δυσκολίες της παιδικής μου ηλικίας, με τις δυσκολίες της γεροντικής ζωής, γενικά αρχίζω να βλέπω καθαρά τη φοβερή προσπάθεια του ανθρώπου να προσαρμοσθεί συνεχώς σε νέες καταστάσεις για τις οποίες όλοι δεν είναι πλασμένοι. Υπάρχουν παιδιά που με δυσανασχέτηση υποφέρουν την παιδική τους ηλικία, όντας ώριμοι άνδρες ήδη από πέντε χρονών, και τα ίδια αυτά παιδιά, όταν αρχίζουν να γερνάνε, βλέπουν με θυμό να τους αφαιρείται σιγά-σιγά κάτι τι που, από βρέφη, ήταν βέβαιοι πως θα τους ανήκει αιωνίως! Η ανδρική ωριμότης και μεστότης, ειδική για τους ανθρώπους της δράσεως. Μια ωριμότης πρόωρα αποχτημένη και κρατημένη με πείσμα όσο το δυνατόν πιο πολύ. Πολλοί μπαίνουν στην ωριμότητα πολύ νωρίς, αλλά και βγαίνουν από πολύ νωρίς, γινωμένοι, ειρηνικοί γέροι. Έχοντας ζήσει, έστω σε λίγο χρονικό διάστημα, αλλά τέλεια, την ωριμότητά τους. Υπάρχουν και παιδιά που είναι εξαιρετικά έξυπνα και πρόωρα, με βαθύτητα όση θέλετε, και ευαισθησία άλλη τόση, αλλά που αργούν πολύ να φτάσουν στην ωριμότητα. Τι δυστυχία η παιδική ηλικία γι’ αυτά τα παιδιά, και ακόμα μεγαλύτερη συμφορά η εφηβική τους ηλικία. Η ηλικία της ωριμότητος, όσο πλησιάζει χωρίς αυτοί να είναι προετοιμασμένοι, και καταλαβαίνοντας ότι θ΄αργήσουν να προετοιμαστούν, δεν είναι προσμονή καθαρή και αισιόδοξη, αλλά ένας τρόμος αβάσταχτος μιας άγνωστης καταστάσεως, που την περιμένουν με ταραχή, όπως άλλοι περιμένουν τα θάνατο απροετοίμαστοι.

Τα παιδιά αυτά φτάνουν στην ωριμότητα αργά, σε μια ωριμότητα απίστευτη, νεανική, ασυμβίβαστη με τη μεγάλη τους ηλικία, που συμπίπτει λόγω της ηλικίας τους με την προετοιμασία για το θάνατο.

Νομίζω, πως αυτά τα παιδιά τροφοδοτούν τις τέχνες και είναι αυτοί οι άνθρωποι που ονομάζουμε τραγικούς ή πνευματικούς, γιατί είναι υποχρεωμένοι να εκφράσουν εν πνεύματι μιαν ισορροπία, με μια μορφή τέχνης – ό,τι η ανωμαλία της ζωής τους δεν τους επιτρέπει να πραγματοποιήσουν στην πράξη.»



«Δουλεύοντας με την ζωγραφική, έμαθα πράγματα της ζωής, και ζώντας, διδάχτηκα πολλά για την ζωγραφική – ανακάλυψα την ηδονή της ισορροπίας, που δεν είναι ούτε φόβος, ούτε δειλία, αλλά ένστικτο ζωής. Κατάλαβα ότι όλα δεν είναι δυνατά, ούτε σπουδαίο πράγμα το να τα κάνεις, και πως η ισορροπία και η πειθαρχία, είναι πολλές φορές δείγμα αληθινής αξίας – πολύ περισσότερο από το νταϊλίκι, που είναι ένα πράγμα φυσικό ασφαλώς, αλλά και πολύ εύκολο. Κατάλαβα πως ένα σωρό φυσικά πράγματα, είναι τα πιο παρά φύσιν, κι ο σεβασμός της φύσεως, αν τέτοιο πράγμα πρέπει να υπάρχει, θάπρεπε να μας οδηγεί σε τυφλές πειθαρχίες –σε λιγότερο κριτική, και περισσότερο ζωή- τυφλή. Η βαθύτης μέχρι ένα βαθμό έχει τη σημασία της, μα δεν είναι ευτύχημα να το παρακάνουμε. Χρειάζεται κι εκεί “μέτρο” και “περιορισμένη δόση”. Η μεγάλη βαθύτης είναι στο τέλος ένας λάκκος μέσα στον οποίο πέφτεις. Πόσο πρέπει να υπέφερε ο Φρειδερίκος Νίτσε όταν έγραφε: “Οι Έλληνες έγιναν επιπόλαιοι απ΄ την πολλή βαθύτητα”!»

Artois είπε...

{Μου αρέσει να ζωγραφίζω γυμνά…}

«Τελικά, θέλω να αισθανθώ τη μεγάλη χαρά τού να μπορώ να κάνω εγώ ο ίδιος έργα τέλεια, σχεδόν αχειροποίητα, όπως οι χρωμολιθογραφίες που θαύμαζα στις ταβέρνες και στις λατέρνες, ξεκινώντας από πρόσωπα υπαρκτά και σύγχρονα που με συγκινούν…» - Γιάννης Τσαρούχης
~~~~~~~~~~~~

Από ΤΑ ΝΕΑ, 28.1.2000

Γράφει ο Νίκος Χατζηνικολάου, καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης:

Ο καθένας ζωγραφίζει, σκέφτεται ή γράφει και με το σώμα του. Το τελικό αποτέλεσμα κάθε πνευματικής εργασίας είναι βέβαια απόρροια περισσότερων παραγόντων, μερικοί από τους οποίους παραμένουν μέχρι το τέλος αόρατοι στα μάτια του δημιουργού και στα μάτια των συγχρόνων του. Και πρέπει να ειπωθεί ότι πέρα από τον προσωπικό κύκλο των φίλων, πέρα από τους ψυχολόγους κι απ' αυτούς που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «ιστορικούς της ατομικότητας», για όλους τους άλλους, αυτό που μετράει, όταν κρίνουμε τα έργα, είναι αυτά τα ίδια και όχι οι προθέσεις και τα κίνητρα των δημιουργών τους.

Ο Τσαρούχης είναι μια σπάνια περίπτωση στην ιστορία της ζωγραφικής όπου η καλλιτεχνική έκφραση αποτελεί υλοποίηση της επιθυμίας του καλλιτέχνη για το ανδρικό σώμα. Αυτή την επιθυμία υπηρέτησε το μεγάλο ταλέντο του, και η σπάνια ευφυΐα του δεν της εναντιώθηκε αλλά την αποδέχτηκε και τη στήριξε. Από την πλευρά αυτή ο Έλληνας ζωγράφος είναι ο αντίποδας του Ματίς, ο εξίσου εκρηκτικός αισθησιασμός του οποίου αφιερώθηκε στην εξύμνηση του γυναικείου σώματος και κυριεύτηκε απ' αυτό. Οι ερωτικές επιλογές του Τσαρούχη προσδιόρισαν σε μεγάλο βαθμό την πορεία του, σίγουρα την κοινωνική και, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο φαντάζεται κανείς, την καλλιτεχνική.
[…]
…η δημοτικότητα του Τσαρούχη είναι αδιαμφισβήτητη και ευρύτατη. Κανένας άλλος Έλληνας ζωγράφος δεν ήταν ποτέ τόσο γνωστός στους συγχρόνους του και τόσο αναγνωρισμένος όσο αυτός. Κανένας άλλος όμως τόσο αναγνωρισμένος Έλληνας καλλιτέχνης δεν αγνοήθηκε τόσο από την Πολιτεία όσο εκείνος, παρόλο που η φήμη του είχε ξεπεράσει το περιορισμένο κοινό των φιλότεχνων για να αγγίξει ένα πολύ ευρύτερο που δεν είχε σχέσεις με τα εικαστικά.
[…]
Στην Αθήνα του 1940-1960, ο Τσαρούχης ήταν ένας περιθωριακός που διεκδικούσε, με τρόπο μάλιστα συχνά προκλητικό, τη διαφορετικότητά του. Άνθρωποι φιλελεύθεροι και άνθρωποι ανοιχτόμυαλοι απ' τον χώρο της αριστεράς, κομμουνιστικής και μη, στήριξαν το έργο του. Ο ίδιος κράτησε πολιτικά τις αποστάσεις του τοποθετώντας τον εαυτό του μαζί με «τους φυσικά επαναστατημένους Έλληνες, μα εξίσου φυσικά συντηρητικούς».

Παρόλα αυτά στην περίπτωσή του φάνηκε ιδιαίτερα καθαρά το πώς η ελληνική συντήρηση τιμά και προφυλάσσει τους δικούς της, το πώς δείχνει ανοχή απέναντι σ' αυτούς που θα ήθελε να κερδίσει ή τουλάχιστον να εξουδετερώσει και το πώς πολεμάει, πότε με την ύβριν και πότε με τη σιωπή, αυτούς που θεωρεί εχθρούς της.

Ο Τσαρούχης δεν έγινε ποτέ καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Δίδαξε για δύο χρόνια (1960-1962) στη Σχολή Δοξιάδη. Η Εθνική Πινακοθήκη, ούτε βέβαια επί χούντας, όπου οργανώθηκαν αναδρομικές του Γκίκα (1973) και του Λαζαρή (1974), ούτε μετά, όπου οργανώθηκαν αναδρομικές του Σικελιώτη (1975) και του Αστεριάδη (1976), δεν τον ετίμησε με μια αναδρομική έκθεση. Οι μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις του έγιναν από ξένα Ινστιτούτα, από ιδιωτικές γκαλερί και από το Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Το ότι αυτός κι ο Διαμαντόπουλος δεν έγιναν ακαδημαϊκοί είναι σχεδόν φυσικό. Εδώ δεν έγινε ο Δημαράς. Συνεπές με τις αρχές του το ίδρυμα, δεν τον ετίμησε όμως ούτε με μια μικρή διάκριση, για να κρατήσει έστω τα προσχήματα. Ο Τσαρούχης πρόλαβε απλώς να πάρει πριν πεθάνει το τιμητικό μετάλλιο του Δήμου Πειραιά (1988). Η Πολιτεία αρκέστηκε να στείλει το Γενάρη του 1953 την αστυνομία στην έκθεση της Ομάδας «Αρμός», όπου εξέθετε και ο Τσαρούχης, απαιτώντας να αποσυρθεί αμέσως ένας πίνακάς του με ένα γυμνό άνδρα ξαπλωμένο σ' ένα κρεβάτι και δίπλα του καθιστό ένα ναύτη. Ως εκεί έφθασε το ενδιαφέρον της για τον καλλιτέχνη.




Aπό το in.gr:

"Χωρίς να μείνει στη γραφικότητα ή να μεταβληθεί σε ανθολόγιο εθνικών απηχήσεων, ο Τσαρούχης, υπακούοντας ίσως ασυνείδητά του σε μια λειτουργία ανθρωπισμού που υπάρχει μέσα στο ελληνικό φως, αγκάλιασε το ανθρώπινο σώμα και μαζί μ' αυτό προχώρησε να βρει την οριστική έκφρασή του." - Οδυσσέας Ελύτης

«Η τέχνη του ξεκινά από την ανθρωποκεντρική παράδοση, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το γυμνό ή ντυμένο αντρικό σώμα, την ανατομία του και τις αναλογίες του. Οι πίνακές του απεικονίζουν ναύτες, χορευτές ζεϊμπέκικου, στρατιώτες, έφηβους αλλά και αντρικά γυμνά σε αλληγορικές παραστάσεις που συνδυάζουν τη ρεαλιστική απεικόνιση με την ιδεαλιστική ανύψωση, και αποπνέουν έναν πρωτόγονο ερωτισμό. Η ζωγραφική απόδοση των θεμάτων αυτών βασίζεται στη σύνθεση, την υφή και το ρυθμό του χρώματος, με έντονες τις μνήμες της ελληνιστικής, της βυζαντινής και της λαϊκής παράδοσης, αλλά και με τις άλλοτε αισθησιακές και λαμπερές και άλλοτε λιτές αρμονίες τις οποίες δημιουργεί. Η δύναμη των έργων του προέρχεται από τη λιτότητα και την οικονομία του εικαστικού του λεξιλογίου, μια από τις μεγαλύτερες αξίες της ελληνικής παράδοσης από τα αρχαία χρόνια, την απλότητα και την ελευθερία του σχεδίου, την πλαστικότητα των μορφών και, φυσικά, τον αισθησιασμό του χρώματος.

Η πορεία του

O Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε το 1910 στον Πειραιά. Από το 1929 μέχρι το 1933 σπουδάζει ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους τον Σπ.Βικάτο, τον Δ.Μπισκίνη και τον Κ.Παρθένη, ο οποίος τον μυεί στην ευρωπαϊκή τέχνη, στον κυβισμό και τον υπερρεαλισμό. Από το 1931 έως το 1934 μαθητεύει κοντά στον Φ.Κόντογλου, ο οποίος τον φέρνει σε επαφή με την τεχνική και τις μεθόδους της αγιογραφίας και τα βυζαντινά μνημεία της Ελλάδας και επηρεάζει την καλλιτεχνική του αντίληψη, γεγονός που φαίνεται στα έργα της εποχής. Το 1935-1936 συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου γνωρίζεται με προσωπικότητες της ευρωπαϊκής σύγχρονης τέχνης, όπως ο Giacometti και o Matisse, από τον οποίο συγκρατεί τις αισθησιακές χρωματικές αρμονίες, και έρχεται σε επαφή με το έργο του Θεόφιλου μέσω του Teriade. To 1938 πραγματοποιεί την πρώτη ατομική του έκθεση στο άδειο κατάστημα του Ι.Αλεξόπουλου στην οδό Νίκης, στην Αθήνα, με έργα στα οποία αρχίζει να διαφαίνεται το προσωπικό του ύφος, αποτέλεσμα των μελετών και των αναζητήσεών του, ενώ συμμετέχει και στην Πανελλήνια Έκθεση. Η δεύτερη ατομική του έκθεση γίνεται μετά τον πόλεμο, το 1947, στην γκαλερί Παίην. Το 1952 του αφιερώνεται έκθεση στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας και το 1956 παρουσιάζει έργα του, ως υποψήφιος για το βραβείο Guggenheim, στο Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού και στο Μουσείο Guggenheim της Νέας Υόρκης, ενώ το 1958 συμμετέχει στην Βiennale της Βενετίας. Με την επιβολή της Δικτατορίας το 1967 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου και μένει μέχρι το 1980. Το 1981 οργανώνεται από το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης η πρώτη μεγάλη αναδρομική του έκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με το ζωγραφικό του έργο δημιούργησε σκηνικά και κοστούμια για θεατρικές και μουσικές παραστάσεις, για το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, το Εθνικό Θέατρο, και τη Σκάλα του Μιλάνου, ενώ δημοσίευσε και πλήθος συγγραμμάτων που χαρακτηρίζονται από το ειλικρινές αλλά και καυστικό ύφος του. Πέθανε στην Αθήνα το 1989.

Πολύνα Κοσμαδάκη