Σάββατο, Δεκεμβρίου 09, 2006

No 392

Image Hosted by ImageShack.usRinaldo Hopf (Γερμανία)

Τι βρήκα στην Ελλάδα επιστρέφοντας; Την ίδια κόλαση επαρχιωτισμού, παρωχημένων ιδεών κι άλυτων αντιφάσεων που ειχ’ αφήσει φεύγοντας. Οι νεαροί εργάτες και οι φοιτητές διαδήλωναν στους δρόμους υπό τους ήχους των θουρίων του Θεοδωράκη, 114, ψωμί-παιδεία-ελευθερία, στις ταβέρνες η πρώτη φουρνιά των καμακιών χόρευε το συρτάκι της αυτάρεσκη, ανίδεη κι οι τουρίστες χάζευαν. Κι αυτό το ‘λεγαν «άνοιξη», το ‘λεγαν «αναγέννηση».
Εγώ είχα τους ενδοιασμούς μου (…) Παιδεία ναι, κανείς δεν είχε αντίρρηση. Αλλά, γαμώτο, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη μου ατυχή έκδοση, το βιβλίο μου είχε πουλήσει οχτώ αντίτυπα. Όσο για την ελευθερία, μμ, οι ίδιοι νέοι, που τη μια στιγμή το κραύγαζαν, την άλλη έκραζαν όποιον τολμούσε να φορέσει έστω και ένα απλό χρωματιστό πουκάμισο: «Σκοτώστε την!» Όταν έπεφταν απάνω τους βροχή τα κλομπ των μπάτσων, δεν ήμουν βέβαιος πως, πλαί στην αγανάκτηση, δεν ένιωθα και μια κρυφή ικανοποίηση.
Σ’ αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα πώς να μιλήσω για πράματα που απείχαν ακόμα έτη φωτός απ’ τους καημούς αυτών των ανθρώπων που αγαπούσα και που, όπως ήλπιζα, μια μέρα θα με διάβαζαν; (…)
Κατέληξα στη λύση ενός αλληγορικού μυθιστορήματος ψευδο-επιστημονικής φαντασίας. Ο ήρωας, φαινομενικά ένας άνθρωπος όπως όλοι οι άνθρωποι, στην πραγματικότητα θα ‘χε έρθει – δεν το ‘χα αποφασίσει ακόμα – ή απ’ το διάστημα καβάλα σ’ ένα UFO ή από τη μυστηριώδη και ανεξιχνίαστη ακόμη περιοχή της παραψυχολογίας. Οι νόμοι της γήινης φυσικής δε θα ίσχυαν γι’ αυτόν. Θα εκινείτο σαν τον ψύλλο μέσα στο χώρο και το χρόνο, και θα ζούσε σ’ ένα όργιο αενάων μεταμορφώσεων.

Κώστας Ταχτσής: Το φοβερό βήμα (Εξάντας)

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

«Είδα τον έρωτα σαν μέσο για την κατάκτηση της ελευθερίας μου»

...αλλά

«κανείς μας δεν είναι πραγματικά ελεύθερος»

Σ' αυτές τις δύο φράσεις του Κώστα Ταχτσή θα μπορούσαμε να πούμε ότι περικλείεται συνοπτικά η ουσία της συνομιλίας που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 29/30 της Λέξης, τον Νοέμβριο του 1983.

Αυτή η συνομιλία του Κώστα Ταχτσή με τον εκδότη του περιοδικού, λογοτέχνη, μεταφραστή και κριτικό Θανάση Νιάρχο και τον διευθυντή της, βραβευμένο ποιητή Αντώνη Φωστιέρη, αναδημοσιεύεται στο αφιερωματικό τεύχος της Λέξης για τα 20 χρόνια από την δολοφονία του Κώστα Ταχτσή (τ. 197, Ιούλ. 2008).

Στην ερώτηση αν αποδέχεται τον χαρακτηρισμό του "ερωτικού συγγραφέα", ο Κώστας Ταχτσής απαντά:


- Εγώ δε θεωρώ τον εαυτό μου ερωτικό συγγραφέα. Υπάρχει ίσως μια αμεσότητα στον τρόπο που γράφω, αλλά τα ερωτικά μου αντικείμενα τα αντιμετωπίζω εγκεφαλικά — ιδεαλιστικά. Φαίνεται παράδοξο, αλλ' είμαι τρομερά πουριτανός. Δεν εγκαταλείπομαι εύκολα στο τυφλό ένστικτο, στη μέθη της σάρκας - παρά μόνο υποδυόμενος κάποιον Άλλο. Γι αυτό, δεν έμαθα παρά μόνο σε πολύ προχωρημένη ηλικία κι από σκόλιους δρόμους τα τερτίπια που κάνουν τον έρωτα μια τόσο απολαυστική ενασχόληση. Υπάρχουν άνθρωποι που απ' τα εφηβικά τους κιόλας χρόνια ξέρουν όλα τα μυστικά του έρωτα, κάθε είδους έρωτα. Είναι κι αυτό ένα φυσικό ταλέντο. Εγώ, αν το είχα ποτέ μου το σκότωσαν πριν προλάβει ν' αναπτυχθεί — μη ετούτο - μη εκείνο! Χρειάστηκε ν' αγωνιστώ πολύ για να ξεπεράσω τις αναστολές που μου δημιούργησαν τα παιδικά μου χρόνια. Σ' αυτά τα πλαίσια πρέπει ν' αντιμετωπισθεί ή δική μου ερωτική ανορθοδοξία. Ήταν αποτέλεσμα παραμόρφωσης, όχι γνήσιας προδιάθεσης. Είδα δηλαδή τον έρωτα απλώς σαν μέσο για την κατάκτηση της ελευθερίας μου. Θα περιέγραφα λοιπόν τον εαυτό μου, όχι σαν ερωτικό, αλλά μάλλον σα διδακτικό, σχεδόν ηθοπλαστικό συγγραφέα.

Για να είμαι λίγο πιο σαφής: οι οικογενειακές συνθήκες μέσα στις οποίες πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου ήταν τέτοιες που μου δημιούργησαν μεγάλη σύγχυση. Όσο πιο άντρες ήταν εξωτερικά οι αρσενικοί, τόσο πιο βάναυσα ή άτακτα ή σελέμικα φερόντουσαν. 0ι γυναίκες ήταν πιο δυνατές, πιο αυτάρκεις και, σε τελευταία ανάλυση, πιο έντιμες. Και μου 'κανε κατάπληξη ότι παρ’ όλες τις συγκρούσεις τους με τους άντρες, εξακολουθούσαν να τους βλέπουν σαν μικρούς θεούς. Προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν αυτή η μυστηριώδης αμοιβαία έλξη - κι ακόμα δεν την έχω καταλάβει. Κι όμως δεν υπάρχει μυστήριο. Ή, αν υπάρχει, το εξηγεί πολύ καλά ή Φυσική.

Ως παιδί, είχα λόγους να είμαι πολύ παρατηρητικός, κι αυτά πού έβλεπα με είχαν μουδιάσει, με είχαν τρομάξει, μου είχαν κόψει τον παιδικό αυθορμητισμό που μεταφράζεται συχνά σ' επιθετικότητα κι αδιαφορία για τα αισθήματα των άλλων. Αυτό ήταν έργο των μεγάλων — μα δεν τους άρεσε. Οι γυναίκες μιλούσαν περιφρονητικά για τους άντρες. Κι ωστόσο επέμεναν να γίνω κι εγώ άντρας. Συνήθως λ.χ. οι μεγάλοι απαγορεύουν στους έφηβους το κάπνισμα. Εμένα η μάνα μου επέμενε να καπνίσω για να γίνω άντρας — κι ήμουν δεν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Κι έλεγα με το νου μου: τι διάβολο! Το κάπνισμα είν' αυτό πού κάνει τον άντρα; Τα μαχαίρια και τα νταηλίκια; Είναι τρελές αυτές οι γυναίκες; Στο κάτω-κάτω, κι εκείνη κάπνιζε, κι αυτό δεν την έκανε άντρα. Αρνιόμουνα λοιπόν να καπνίσω. Για πρώτη φορά κάπνισα τριανταπέντε χρονώ. Όταν δηλαδή αισθάνθηκα ότι ήμουν πια άντρας με την έννοια που έδινα εγώ σ' αυτή τη λέξη. Δηλαδή αυτεξούσιος, απαλλαγμένος από ταμπού κι εξωτερικούς καταναγκασμούς, ικανός ν' αποφασίζω εγώ ανά πάσα στιγμή τι θέλω να κάνω, τι θέλω να είμαι — κι ήθελα να είμαι ένα σωρό πράματα, κι όσο το δυνατόν πιο έξω και πιο πέρα απ' τα παραδομένα σχήματα για τα οποία είχα μια ευνόητη δυσπιστία. Φυσικά, κανείς δε γλιτώνει εντελώς απ' τις πιέσεις του περιβάλλοντος - ή πληρώνει την αντίσταση που προβάλλει. Το περιβάλλον, οι κοινωνικοπολιτικοί, οικονομικοί παράγοντες παραμορφώνουν καθ' οδόν το νόημα της ελευθερίας και τον καρπό του αγώνα γι' απελευθέρωση, μ' αποτέλεσμα κανείς μας να μην είναι πραγματικά ελεύθερος.

Ανώνυμος είπε...

Ένα άλλο απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο:

Κι ένα βράδυ βρίσκομαι ανάμεσα σε δυο παιδιά. Είναι και τα δυο αγόρια. Πόσο άραγε, έντεκα, δώδεκα χρονώ; Σε μένα πάντως φαίνονται μεγάλοι και τα σώματά τους αποπνέουν μια μυρωδιά που μου είναι άγνωστη ως τότε. Κάποιος λέει: «Άντε, κοιμηθείτε τώρα», και τα παιδιά μένουν ακίνητα. Αλλά μόλις κλείνει η πόρτα, πετάνε πέρα το σεντόνι κι αρχίζουν να με γαργαλάνε, με σηκώνουν απ' τα πόδια με το κεφάλι κάτω και με μαθαίνουν πως να κάνω κωλοτούμπες. Κι όλ' αυτά, μαζί και με τη μυρωδιά που αποπνέουν τα σώματά τους, με κάνουν να νιώθω μια πολύ γλυκιά ζαλάδα, θα 'θελα το παιχνίδι αυτό να κρατούσε αιώνια. Αλλά αυτοί σε λίγο το βαριούνται, αρχίζουν να νυστάζουν, σκεπάζονται με το σεντόνι, μου γυρίζουν τις πλάτες και σε λίγο αποκοιμιούνται. Και μένω μόνος μου, ξεσκέπαστος, σα μετέωρος στο κενό που αφήνει το σεντόνι ανάμεσά τους, πρώτη φορά προσέχω το καντήλι που καίει μπροστά στο εικονοστάσι, η φλόγα τρεμοπαίζει και χορεύουν παράξενες σκιές στους τοίχους. Με πιάνει πανικός. Στρέφομαι προς το μέρος του μεγάλου που είναι δεξιά μου και κολλάω στο σώμα του. Βάζω το μπράτσο μου γύρω από τη μέση του, κι ύστερα λίγο πιο κάτω, έχοντας συνείδηση πως κάνω κάτι απαγορευμένο, αλλά αυτός βογγάει, με σπρώχνει με την πλάτη του και στρέφομαι στον άλλο, μα και μ' αυτόν γίνεται ακριβώς το ίδιο, κι ωστόσο αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που το χέρι μου έχει αγγίξει τρέμοντας από συγκίνηση τη ζεστή τους σάρκα γράφονται ανεξάλειπτα στη μνήμη μου, και για πολύν καιρό μετά, ως την ημέρα ή μάλλον βράδυ που θα πάρω θριαμβευτικά εκδίκηση, ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου θ' αναλωθεί σε μιαν ατέλειωτη σειρά από, αποτυχημένες πάντα, απόπειρες να ολοκληρωθεί η κίνηση του χεριού μου και να ξανανιώσω την πρώτη εκείνη ερωτική ανατριχίλα.