Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2007

No 488

Image Hosted by ImageShack.usNebojsa Zdravkivic (Σερβία)

Για μένα το μποξ είναι απλώς ένας τρόπος να σκοτώνω το χρόνο μου μέχρι να ξεκινήσω ειδικότητα. Ο κόσμος του μποξ νιώθει προδομένος από την εμφανή έλλειψη πάθους μου, αλλά ο Τύπος με λατρεύει. Είναι τρισευτυχισμένοι επειδή είμαι λευκός, και όταν γράφουν για μένα μπορούν να εκφράσουν τις φυλετικές ανησυχίες τους ενώ προσποιούνται το αντίθετο. Άνθρωποι που κανονικά δεν αντέχουν την ιδέα της βίας είναι ξαφνικά πρόθυμοι να κάνουν μια εξαίρεση. Ακόμη και οι Άιμις βάζουν στοιχήματα και γράφονται σε συνδρομητικά κανάλια.
Ο αγώνας που θα κρίνει τον πρωταθλητή απέχει πέντε μέρες όταν το κοινό ανακαλύπτει ότι έχω φίλο, ο οποίος μπορεί να μην μοιάζει με το Χιού, αλλά σίγουρα μαγειρεύει το ίδιο. Δεν έχω πει ποτέ ψέματα ούτε προσπάθησα να αποφύγω το θέμα, απλώς κανείς δεν είχε ρωτήσει. Δεν το είχα θεωρήσει ποτέ κάτι σημαντικό, αλλά η είδηση μοιάζει να αλλάζει τα πάντα. Όσοι με αγαπούσαν επειδή είμαι λευκός νιώθουν τώρα προδομένοι. Με είχαν επιλέξει να τους εκπροσωπήσω. Υποτίθεται ότι τις έριχνα σε κάποιον μαύρο για λογαριασμό τους, αλλά τώρα δεν είναι πια σίγουροι για το ποιον υποστηρίζουν. Τι είναι πιο σημαντικό, το χρώμα μου ή οι σεξουαλικές μου προτιμήσεις;
Η απάντηση έρχεται όταν αρχίζουν να καταφθάνουν βουνά ολόκληρα από σύκα και γράμματα μίσους στην αίθουσα που προπονούμαι, στο ησυχαστήριό μου (…)

David Sedaris: Εγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα (Μελάνι)

2 σχόλια:

K.σ-M. είπε...

Η παρουσίαση του βιβλίου από το site της Πρωτοπορίας:

Ο Ντέιβιντ Σεντάρις έγινε διάσημος γράφοντας την αυτοβιογραφία του. Οι ιστορίες που διηγείται είναι αστείες, παράξενες, πολλές φορές σχεδόν εξωφρενικές, αλλά ταυτόχρονα απίστευτα τρυφερές, είτε μιλάει για την παράδοξη παιδική του ηλικία στη Βόρεια Καρολίνα και την ιδιόρρυθμη οικογένειά του είτε για την ανορθόδοξη καριέρα του ως καθαριστής, καλλιτέχνης, καθηγητής δημιουργικής γραφής. Στο βιβλίο αυτό έρχεται να προστεθεί και η εμπειρία της μετανάστευσης καθώς μετακομίζει με τον φίλο του στο Παρίσι και προσπαθεί να μάθει γαλλικά. Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι στον παράξενο κόσμο του Σεντάρις, και είναι σίγουρο ότι ο καθένας θα αναγνωρίσει κάποιο κομμάτι του εαυτού του, των φίλων του, της οικογένειάς του.
Ίσως ο Ντέιβιντ Σεντάρις να μη μιλάει ακόμη ωραία γαλλικά, αλλά σίγουρα γράφει καταπληκτικά.

Η Ιταλίδα γκουβερνάντα προσπαθούσε να απαντήσει την τελευταία ερώτηση της δασκάλας όταν η Μαροκινή μαθήτρια διέκοψε, φωνάζοντας, «Συγγνώμη, αλλά τι είναι ένα Πάσχα;» (...)
Η δασκάλα ζήτησε από τους υπόλοιπους να εξηγήσουμε. (...) «Λέει τον εαυτό του Ιησού και μετά αυτός πεθάνει μια μέρα σε δύο... κομμάτια από... ξύλα».
Η υπόλοιπη τάξη άρχισε να συμμετέχει, προσφέροντας αποσπασματικές πληροφορίες που θα έκαναν τον Πάπα να πάθει εγκεφαλικό.
«Αυτός πεθάνει μια μέρα και μετά πάει πάνω από το κεφάλι μου να ζει με τον πατέρα σου».
«Είχε στον εαυτό του μακριά μαλλιά και μετά που πεθάνει, πρώτη μέρα αυτός έρθει πίσω εδώ να πει γεια σου στους ανθρώποι».
«Αυτός καλός, Ιησούς».
«Αυτός κάνεις καλά πράγματα, και στο Πάσχα εμείς είμαστε στενάχωροι γιατί κάποιος τον κάνει νεκρό σήμερα».
~~~~~~~~~~~~

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2006 σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά

K.σ-M. είπε...

Aπό την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 9/2/2007

Γράφει η Αργυρώ Μάντογλου

Έκπληκτος παρατηρητής με «σπασμένα» γαλλικά

Η εμπειρία της ένταξης και της μετανάστευσης από έναν ελληνικής καταγωγής συγγραφέα


Τον ελληνικής καταγωγής Ντέιβιντ Σεντάρις τον γνωρίσαμε με τη συλλογή αυτοβιογραφικών αφηγημάτων «Μια σχεδόν φυσιολογική οικογένεια» [βλ.καταχώρηση Νο.326], στην οποία παρουσιάζονται και διακωμωδούνται φίλοι, μέλη της οικογένειας του συγγραφέα αλλά και ο ίδιος. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η παρούσα συλλογή, παρουσιάζοντας πιο σχολαστικά κάποια από τα υπόλοιπα μέλη της πολυμελούς οικογένειάς του, αν και ο αναγνώστης δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί για τον βαθμό «πιστότητας» των χαρακτήρων που παρουσιάζει. Μπορεί τη μικρή αδελφή του να τη λένε Εϊμι και να είναι ιδιαίτερα ευφάνταστη στις μεταμορφώσεις της• τον πατέρα, Λου και να συλλέγει τρόφιμα που κρύβει στα πλέον απίθανα σημεία του σπιτιού• μπορεί ο ίδιος ο Σεντάρις να έκανε κάποτε χρήση αμφεταμινών προκειμένου να εμπνευστεί και να προχωρήσει στην κατασκευή δυσερμήνευτων εννοιολογικών έργων τέχνης και μπορεί ακόμα και να είχε δυσκολίες στην εκμάθηση της γαλλικής, αλλά, πόσο πραγματικοί, πόσο «αποσπασμένοι από τη ζωή» είναι αυτοί οι αφηγηματικοί χαρακτήρες; Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ζήτημα προς διερεύνηση για επίδοξους συγγραφείς: μπορούν τα πρόσωπα που αποικούν τη ζωή μας να αποικήσουν και τη γραπτή σελίδα; Ο Σεντάρις θα συμφωνούσε, καθώς διατείνεται πως τα αφηγήματα του είναι αυτοβιογραφικά, εν τούτοις οι ανθρώπινοι τύποι που περιγράφει είναι προικισμένοι με ένα επιπλέον χαρακτηριστικό που τους καθιστά πειστικούς ως μυθιστορηματικούς χαρακτήρες: την υπερβολή -έντεχνα τονισμένη για να μην είναι κατασκευασμένη. Ολα τα χαρακτηριστικά που τους αποδίδονται είναι προσεκτικά επιλεγμένα• οι χαρακτήρες του είναι μεν ακραίοι, αλλά συμπαθητικοί, συνηθισμένοι, αλλά ριψοκίνδυνοι με τον τρόπο τους, κυνικοί αλλά και ευαίσθητοι και εκ του αποτελέσματος υποψιαζόμαστε πως μπορεί μεν να βασίζονται σε υπαρκτά συγγενικά του πρόσωπα, αλλά, για χάρη της αφήγησης, τα πρόσωπα αυτά εμφανίζονται με διογκωμένα ή απλώς επινοημένα χαρακτηριστικά προκειμένου να προσελκύσουν τον αναγνώστη. Ακόμα και στον τρόπο που ο συγγραφέας παρουσιάζει τον εαυτό του -έναν άνθρωπο που πασχίζει με κάθε τρόπο να επιβιώσει στη Νέα Υόρκη, να κερδίσει τον επιούσιο, να μάθει μια ξένη γλώσσα, να διαχειριστεί με τον «κοινό νου» που διαθέτει την παράνοια των μεγαλουπόλεων-διακρίνουμε την επιλεκτικότητά του.

Τα αφηγήματα του Σεντάρις είναι συναρπαστικά γιατί υιοθετεί την οπτική του έκπληκτου παρατηρητή, εκείνου που περιγράφει τον κόσμο σαν να τον βλέπει για πρώτη φορά, η ματιά του είναι ανόθευτη, η απορία του γνήσια και η αδεξιότητα συμπαθητική και ειλικρινής, ώστε οι αναγνώστες να συμπάσχουν καθώς πείθονται για το απροσποίητο σάστισμά του.

Τα θέματά του είναι ποικίλα και στις σελίδες του συγκεντρώνονται ένα πλήθος ανθρώπινων εκδοχών: εργοδότες, λογοθεραπευτές, σερβιτόροι, καλλιτέχνες, κομμουνιστές, πλούσιοι, φτωχοί, Γάλλοι, Αμερικανοί τουρίστες και πλήθος άλλες ιδιότητες, κατορθώνοντας, μέσα σε λίγες γραμμές, να αποτυπώσει και την ιδιαίτερη ψυχολογία της κάθε ομάδας, μέσα από την προβολή των χαρακτηριστικών της και βάζοντας κάτω από το μικροσκόπιο τις συνήθειες και τις αντιδράσεις τους.

Τεμπέλικη γλώσσα

Το «Εγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα» χωρίζεται σε δύο μέρη, τα οποία εστιάζονται σε δύο διαφορετικές περιόδους της ζωής τού συγγραφέα. Το πρώτο μέρος περιέχει επεισόδια από την παιδική και τη νεανική του ηλικία του, παρουσιάζει την επίμονη προσπάθεια μιας λογοθεραπεύτριας να τον κάνει να κινητοποιήσει την «τεμπέλικη γλώσσα» του και να προφέρει σωστά τις λέξεις• την απόπειρά του να ενταχθεί και την ενασχόλησή του με διάφορες τέχνες και δουλειές του ποδαριού. Στο δεύτερο μέρος σχολιάζει τις συνήθειες των Γάλλων, παίρνοντας τον ρόλο του παρατηρητή, ενώ σε σημεία προάγεται και σε κοινωνικό σχολιαστή. Μέσα από την καταγραφή των προσωπικών του εμπειριών αποτυπώνει τη δυσκολία την εκμάθησης των γαλλικών και τη δυσκολία προσαρμογής σε μια καινούρια κουλτούρα όταν είσαι ήδη ενήλικος, αλλά και την προκατάληψη των Ευρωπαίων απέναντι στους Αμερικανούς, καθώς δεν ήταν λίγες οι φορές που όφειλε να απολογηθεί ως εάν ήταν εκπρόσωπος ενός ολόκληρου λαού.

Σε όλες σχεδόν τις επεισοδιακές αφηγήσεις του, επειδή ο ίδιος δεν φοβάται να εκτεθεί και να μιλήσει για τις πλέον προσωπικές του στιγμές, αποσπά αβίαστα τη συμπάθειά μας -ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, όπου και παρουσιάζονται οι ολέθριες απόπειρές του να ασχοληθεί με την τέχνη• τα ανεπιθύμητα μαθήματα κιθάρας που έλαβε από έναν νάνο καθηγητή, ύστερα από επιμονή του πατέρα του, και οι τεράστιες ποσότητες αμφεταμινών που καταβρόχθιζε προκειμένου να εμπνευστεί και να επιδοθεί στις «εννοιολογικές κατασκευές του». Σε νεαρά ηλικία, ενώ οι άλλοι προσπαθούσαν σκληρά να κάνουν τέχνη, εκείνος «ζούσε την τέχνη», υιοθετώντας την άποψη πως στη ζωή όλα είναι μια αλληγορία, αρκεί να μπορείς να τη διακρίνεις: «Το καθήκον του καλλιτέχνη ήταν να βρει τα κατάλληλα αντικείμενα και η δουλειά του κοινού ήταν να ανακαλύψει το νόημα. Αν δεν λειτουργούσε ήταν δικό τους λάθος, όχι δικό σου». Αργότερα ως βοηθός μεταφορέα θα δοκιμάσει την τύχη του και θα του δοθεί η ευκαιρία να δει το εσωτερικό διαφόρων σπιτιών, μέχρι να βρει μια «κανονική δουλειά» στο Σικάγο ως καθηγητής δημιουργικής γραφής. Χωρίς να έχει ακόμα δημοσιεύσει κάτι δικό του, παρουσιάζεται με κοστούμι και γραβάτα σε μια ομάδα επίδοξων συγγραφέων, πείθοντας τον εαυτό του να υπερνικήσει τις αναστολές και τις φοβίες του, υπενθυμίζοντάς του πως εφόσον «οι φοιτητές μου δέχονταν να προσποιηθούν πως ήμουν καθηγητής, το λιγότερο που είχα να κάνω ήταν να ανταποδώσω τη χάρη και να προσποιηθώ πως εκείνοι ήταν συγγραφείς».

Η δυσκολία του αυτονόητου

Η εγκατάστασή του στο Παρίσι συνοδεύεται από έναν αριθμό προκλήσεων, ξεσκεπάζοντας την ανικανότητά του να μιλήσει τη γλώσσα, τις ταλαιπωρίες του με τον αργό ρυθμό εκμάθησής της και την αδυναμία του να υποστηρίξει λεκτικά τα αυτονόητα. Σαν υπεραναπτυγμένο μωρό παρακολουθεί μαθήματα γαλλικών ως μέλος μιας πολυπολιτισμικής τάξης κι αυτό τον οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση: διαπιστώνει πως άνθρωποι από άλλα μέρη της γης, με άλλες προσλαμβάνουσες δεν συμμερίζονται τις βεβαιότητές του και ακούγεται πράγματι γελοίος όταν εξηγεί σε μια Μαροκινή σε σπασμένα γαλλικά τα έθιμα του Πάσχα και της Πρωτοχρονιάς.

Στις ιστορίες του Παρισιού, και ιδιαίτερα σε αυτές που περιγράφει τις αποτυχημένες προσπάθειές του να μάθει γαλλικά, ο Σεντάρις, δηκτικός αλλά και αυτοσαρκαστικός, μας προσφέρει ορισμένους από τους πλέον πνευματώδεις σύντομους μονολόγους, τα δε σχόλιά του για τους Αμερικανούς τουρίστες στο Παρίσι είναι από τις καλύτερες στιγμές της συλλογής.

Η «αποκλίνουσα ματιά», η μετατόπισή του από την κοινώς αποδεκτή οπτική τον διευκολύνει στο να επιτύχει μια διευρυμένη πρόσληψη του κόσμου και όσων τον κατοικούν, εμφανίζοντας τις ιδιορρυθμίες τους και τις ακρότητές τους σαν να μιλάει για τα πιο απλά, συνηθισμένα πράγματα. Οι δε χαρακτήρες του είναι συμπαθητικοί γιατί, παρά το κοφτερό του ύφος, ο Σεντάρις δεν είναι ποτέ αυστηρός στις περιγραφές του, παρουσιάζοντας όλες τους τις πράξεις υπό το πρίσμα της αρχής του «ανθρώπινου, πολύ ανθρώπινου». Επιπλέον, ο Σεντάρις δεν απολογείται γι' αυτό που είναι, παρουσιάζεται απολύτως απενοχοποιημένος για την καταγωγή του, την ομοφυλοφιλία του, τη Φραγκοφοβία του και την ανικανότητά του να μάθει μια καινούρια γλώσσα. Τα δε σχόλιά του, όσο καυστικά και αν είναι, είναι καίρια και αποκαλυπτικά. Στο «Πιάτο της Ημέρας», σχολιάζοντας τα εξεζητημένα πιάτα που σερβίρουν τα «προχωρημένα» εστιατόρια και τη δυσκολία τού να εξοικειωθείς με ένα μέρος «που έχει κηρύξει παράνομο το κάπνισμα, αλλά θεωρεί φυσιολογικό το να σερβίρει ωμό ψάρι να κολυμπάει σε μια λίμνη σοκολάτας», κάνει την εύστοχη παρατήρηση πως «αν η μαγειρική είναι τέχνη, τότε βρισκόμαστε στην εποχή του ντανταϊσμού», και μάλλον δικαίως υπαινίσσεται πως το ίδιο ισχύει και για πλήθος από τις νεοαποκτηθείσες συνήθειες των σύγχρονων πολυπολιτισμικών μας κοινωνιών.

Η μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά αποδίδει με επινοητικότητα τους νεολογισμούς και το ιδιοσυγκρασιακό πνεύμα του πρωτότυπου.