Πέμπτη, Οκτωβρίου 30, 2008

No 561

Image Hosted by ImageShack.us
Η χρήση των απολαύσεων στη σχέση με τα αγόρια αποτέλεσε, για την αρχαία ελληνική σκέψη, θέμα ανησυχίας. Πράγμα παράδοξο σε μια κοινωνία που θεωρείται ότι υπήρξε «ανεκτική» απέναντι σ’ αυτό που αποκαλούμε «ομοφυλοφιλία». Ίσως, όμως, δεν είναι καθόλου φρόνιμο να χρησιμοποιούμε εδώ τους δυο αυτούς όρους.
Η έννοια «ομοφυλοφιλία», στην πραγματικότητα, δεν έχει σημασιολογικό εύρος τέτοιο που να συμπεριλαμβάνει και μια εμπειρία, και μορφές καταξίωσης, και ένα σύστημα τμηματοποίησης, όλα τόσο διαφορετικά από τα δικά μας. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αντιθέτουν τον έρωτα για το ίδιο φύλο και τον έρωτα για το άλλο, σαν δυο αποκλειστικές επιλογές, σαν δύο τύπους συμπεριφοράς ριζικά διαφορετικούς. Οι διαχωριστικές γραμμές δεν ακολουθούν τέτοιου είδους όρια. Αυτό που αντέτασσε έναν άνθρωπο εγκρατή και κύριο του εαυτού του σ’ εκείνον που παραδίνεται στις απολαύσεις ήταν, από ηθική άποψη, πολύ πιο σημαντικό από εκείνο που διέκρινε μεταξύ τους τις κατηγορίες απολαύσεων, στις οποίες προτιμά να αφοσιωθεί το να έχει κανείς έκλυτα ήθη, ήταν το να μην ξέρει ν’ αντισταθεί ούτε στις γυναίκες, ούτε στα αγόρια, χωρίς το ένα να είναι σοβαρότερο από το άλλο (…)
Αμφισεξουαλικότητα των Ελλήνων; Αν εννοούμε μ’ αυτό πως ένας Έλληνας μπορούσε να αγαπά, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, ένα αγόρι ή ένα κορίτσι, πως ένας παντρεμένος μπορούσε να έχει τα παιδικά του, πως ήταν κάτι το συνηθισμένο, ύστερα από νεανικές τάσεις ευχαρίστως «κοριτσίστικες», να στρέφει κανείς την προτίμησή του μάλλον προς τις γυναίκες, τότε μπορούμε ωραιότατα να πούμε ότι ήταν «αμφοτεροφυλόφιλοι». Αν, όμως, θέλουμε να εστιάσουμε την προσοχή μας στον τρόπο με τον οποίο στοχάζονταν τη διπλή αυτή πρακτική, τότε παρατηρούμε ότι δεν την αντιλαμβάνονταν σαν δυο είδη «επιθυμίας», «δύο ορμές» διαφορετικές ή ανταγωνιστικές που μοιράζονται την καρδιά ή τις ορέξεις των αντρών. Μπορούμε να μιλάμε για την «αμφισεξουαλικότητα» τους αναλογιζόμενοι την ελεύθερη επιλογή τους μεταξύ των δύο φύλων’ όμως, η δυνατότητα αυτή δεν αναγόταν σε μια διττή δομή, αμφιρρεπή και «αμφισεξουαλική» του πόθου. Η άποψή τους ήτανε πως αυτό που μας κάνει να ποθούμε έναν άντρα ή μια γυναίκα είναι απλούστατα ή σφοδρή επιθυμία που η φύση έχει εμφυτεύσει στην καρδιά του ανθρώπου για εκείνους που είναι «ωραίοι» όποιο και να’ ναι το φύλο τους.

Μισέλ Φουκώ: Ιστορία της Σεξουαλικότητας. 2- η χρήση των απολάυσεων (Ράππα)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2008

No 560

Image Hosted by ImageShack.usFrancesco Clemente (Ιταλία)

(…) φαντάζομαι πως θα δεχθεί κανείς ότι ο Λόγος περί σεξ, εδώ και τρεις αιώνες, πύκνωσε μάλλον παρά αραίωσε’ και πως, αν και κουβαλούσε μαζί του ηθικές και νομικές απαγορεύσεις, εξασφάλισε, μ’ έναν τρόπο πιο ριζικό το στέριωμα και την εμφύτευση ενός ολόκληρου σεξουαλικού συμφύρματος. Παραμένει ωστόσο γεγονός πως όλα τούτα δεν φαίνεται να έπαιξαν στην ουσία παρά ένα ρόλο απαγορευτικό. Με το να μιλας τόσο πολύ γι’ αυτό, το να το ανακαλύπτεις πολυτομημένο, στεγανοποιημένο και προσδιορισμένο, εκεί ακριβώς όπου το έχεις καταχωρίσει, απλώς γυρεύεις στο βάθος να σκεπάσεις το σεξ: Λόγος – οθόνη, σκόρπισμα – αποφυγή. Τουλάχιστον ως τον Freud, ο Λόγος περί σεξ – ο Λόγος των επιστημόνων και των θεωρητικών – δεν σταμάτησε ούτε στιγμή ν’ αποκρύβει εκίνο για το οποίο μιλούσε. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει όλα τούτα τα λεγόμενα, τις σχολιαστικές προφυλάξεις και τις λεπτομερείς αναλύσεις, σαν ισάριθμες διαδικασίες προορισμένες να παρακάμπτουν την αφόρητη, την πάρα πολύ επικίνδυνη αλήθεια του σεξ. Και το γεγονός ότι θέλησαν να μιλήσουν γι’ αυτό από την αποκαθαρμένη και ουδέτερη σκοπιά μιας επιστήμης, είναι από μόνο του χαρακτηριστικό. Ήταν πραγματικά μια επιστήμη φτιαγμένη από υπεκφυγές αφού, ανίκανη ή αρνούμενη να μιλήσει για το ίδιο το σεξ, αναφερόταν κυρίως στα ξεστρατίσματά του, στις διαστροφές του, στις ασυνήθιστες παραξενιές του, στις παθολογικές του εξουθενώσεις, στους νοσηρούς του παροξυσμούς. Ήταν επίσης μια επιστήμη υποταγμένη, βασικά, στα προστάγματα μιας ηθικής της οποίας τα χαρακτηριστικά επαναλάμβανε κάτω από την επίφαση του ιατρικού κανόνα. Με το πρόσχημα ότι ήθελε να πει την αλήθεια, έσπερνε φόβους’ και στις παραμικρές ταλαντεύσεις της σεξουαλικότητας έβλεπε μια φανταστική δυναστεία από κακά που έμελλε να έχουν αντίκτυπο πάνω σε γενιές ολόκληρες’ χαρακτήρισε σαν επικίνδυνες για ολόκληρη την κοινωνία τις κλεφτές έξεις των δειλών και τις πιο μοναχικές μικρομανίες. Σαν κατάληξη των παράτυπων ηδονών, δεν είδε παρά μόνο τον θάνατο: τον ΄θάνατο των ατόμων, των γενιών, του είδους.

Μισέλ Φουκώ: Ιστορία της Σεξουαλικότητας. 1- η δίψα της γνώσης (Κέδρος)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2008

No 559

Image Hosted by ImageShack.usJens Ferdinand Willumsen (Δανία)

Τα αγόρια καταπιάστηκαν να γδάρουν τα γεννητικά όργανα των σκοτωμένων στρατιωτών να τεντώσουν τα δέρματα και να τα τρίψουν για να κάνουν θεραπευτικές κρέμες και αλοιφές. Έσφαξαν τους νεότερους στρατιώτες αποσπώντας την καρδιά και το συκώτι και τα κόκαλα για τροφή και μετέφεραν τα κουφάρια σε κάποια απόσταση από τον καταυλισμό. Όταν έγιναν αυτές οι αγγαρείες τα αγόρια άπλωσαν τάπητες και άναψαν πίπες με χασίς. Οι βοηθοί έγδυσαν τους πολεμιστές τούς έκαναν μασάζ και τους άλειψαν με μόσχο. Ο ήλιος που έδυε έλουσε τα λυγερά τους σώματα με πορφυρή λάμψη καθώς τα αγόρια παραδόθηκαν σε ένα όργιο λαγνείας. Δυο αγόρια κάθονταν στο κέντρο ενός τάπητα και συνουσιάζονταν υπο τον ήχο τυμπάνων περικυκλωμένα από σιωπηλούς γυμνούς παρατηρητές. Παρακολούθησα δεκαπέντε ή είκοσι από αυτούς τους κύκλους, ζευγάρια που συνουσιάζονταν όρθια, γονατιστά, στα τέσσερα, πρόσωπα συνεπαρμένα και κενά. Η μυρωδιά σπέρματος και πρωκτικής βλέννας γέμιζε τον αέρα. Όταν ένα ζευγάρι τελείωνε ένα άλλο έπαιρνε τη θέση του. Χωρίς να μιλάνε, μονάχα οι σπαρακτικοί αναστεναγμοί και τα χτυπήματα των τυμπάνων. Μια κίτρινη ομίχλη αιωρείτο πάνω από τα τρεμάμενα σώματα καθώς η παραληρούσα σάρκα διαλυόταν σε φως. Καθώς ο ήλιος βυθίστηκε τα εξαντλημένα αγόρια αποκοιμήθηκαν σε γυμνούς σωρούς.

Ουίλιαμ Μπάροουζ: Τα άγρια αγόρια (Απόπειρα)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 22, 2008

No 558

Image Hosted by ImageShack.usCarl Budtz Möller (Δανία)

Ο Λη παράγγειλε δυο ποτήρια κόκκινο κρασί.»Λοιπόν, ο Ντουμέ σου μίλησε για, ε, τις τάσεις μου;»είπε απότομα.
«Ναι», είπε ο Άλερτον με γεμάτο στόμα.
«Μια κατάρα. Υπάρχει στην οικογένεια μας για ολόκληρες γενιές. Οι Λη έχουν πάντα υπάρξει διεστραμμένοι. Δε θα ξεχάσω ποτέ την ανείπωτη φρίκη που πάγωσε τη λύμφη στους αδένες μου – δηλαδή τους λυμφατικούς αδένες, φυσικά – όταν η οδυνηρή λέξη σημάδεψε σαν καυτό σίδερο το ζαλισμένο μου μυαλό: ήμουν ομοφυλόφιλος. Σκεφτόμουν τους μπογιατισμένους τραβεστί με τα ηλίθια χαμόγελα που είχα δει σ’ ένα καμπαρέ της Βαλτιμόρης. Ήταν δυνατόν να ‘μαι ένας απ’ αυτούς τους υπάνθρωπους; Περπατούσα στους δρόμους μέσα σε μια ζάλη, σαν κάποιος που έχει πάθει μια ελαφριά διάσειση – ένα λεπτό, Ντόκτορ Κίλντερ, αυτό δεν είναι το σενάριο για σένα. Θα μπορούσα να ‘χω καταστρέψει τον εαυτό μου, βάζοντας τέρμα σε μια ύπαρξη που έμοιαζε να μην προσφέρει τίποτ’ άλλο από γκροτέσκα αθλιότητα και ταπείνωση. Πιο αξιοπρεπές, σκεφτόμουν, είναι να πεθάνω σαν άνθρωπος παρά να συνεχίσω να ζω σαν τέρας του σεξ. Μια σοφή γριά «Βασίλισσα» - Μπόμπο τη λέγαμε – ήταν αυτή που μου έμαθε ότι είχα καθήκον να ζήσω και να σηκώσω το φορτίο μου υπερήφανα για να το βλέπουν όλοι’ να κατακτήσω την προκατάληψη και την άγνοια και το μίσος με γνώση και ειλικρίνεια και αγάπη. Όποτε απειλείσαι από μια εχθρική παρουσία να εκπέμπεις ένα πυκνό σύννεφο αγάπης όπως ένα χταπόδι χύνει μελάνι…»

William S. Burroughs: Αδερφή (Πλέθρον)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 16, 2008

No 557

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης

«Υπηρετούσα τότε στη βάση του Βοτανικού», τον ακούω, «μια γεναριάτικη βραδιά είχα βρεθεί σκοπός στην πύλη, πρώτο νούμερο δέκα με δυο το πρωί. Ο αξιωματικός φυλακής είχε πέσει για ύπνο κι οι ναύτες κλεισμένοι στον θάλαμο, έπαιζαν χαρτιά στη ζούλα. Έκανε παγωνιά, είχε πέσει κι ομίχλη. Θα ‘ταν περασμένα μεσάνυχτα, όταν άκουσα βήματα να πλησιάζουν στη σκοπιά. “Τις ει”; φώναξα. Καμιά απάντηση. Τα βήματα εξακολουθούσαν. Πρότεινα τα’ όπλο μου κι ένιωσα τ’ άκρα μου να παγώνουν. “Τις ει”; ξανάπα βραχνά. “Φίλος”, είπε η φωνή, ασυνήθιστα ζεστή μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα. Την ίδια στιγμή, ένα χέρι έπιανε τ’ όπλο μου και το ακινητοποιούσε. “Μη φοβάσαι”, και μου έσφιξε τον καρπό, “είμαι ο σαλπιγκτής του λόχου”. Η ομίχλη μας τύλιξε και τους δύο. “Δεν σε ξέρω”, του είπα και τα δόντια μου κροτάλιζαν. “Αν δεν μ’ έχεις ακούσει το πρωί στο εγερτήριο”, είπε με παράπονο η φωνή, “τότε σίγουρα θα με θυμάσαι στο σιωπητήριο”. “Δεν σε ξέρω”, επανέλαβα με κάποια προσπάθεια, “το καλό που σου θέλω- “ ”Άκουσε”, μ’ έκοψε η φωνή, έξω απ’ την πύλη με περιμένει ένα κορίτσι. Θα μ’ αφήσεις να βγω;” Η φωνή του είχε μια θέρμη και μια πειθώ. Μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινα δυο μάτια φωσφορικά, τα χείλη του γυάλιζαν υγρά και κόκκινα. “Όποιος κι αν είσαι”, του είπα παλεύοντας με τον εαυτό μου, “καλύτερα να γυρίσεις πίσω, μη βρούμε κι οι δυο κανένα μπελά”. Μ’ έσφιξε δυνατότερα. Πόνεσα σχεδόν. “Ο μόνος μπελάς που μπορούμε να βρούμε”, κι η φωνή βγήκε πολύ βαθιά, “είναι τούτος”. Κι αρπάζοντάς με από τη μέση, με φίλησε σύντομα και ζωηρά στο στόμα. Ένιωσα το σφίξιμο να χαλαρώνει. “Στάσου”, του φώναξα. Μα η σκιά είχε προλάβει κιόλας να γλιστρήσει. Χάθηκε μες στο σκοτάδι, όπως είχε φανεί. Είχε, άραγε, βγει έξω ή είχε γυρίσει στον θάλαμο με τους άλλους;»

Μένης Κουμανταρέας: Πλανόδιος σαλπιγκτής (Κέδρος)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 15, 2008

No 556

Image Hosted by ImageShack.usJoaquin Sorolla y Bastida (Ισπανία)

Η ταινία πλησίαζε στο τέλος της, κάποια βίαιη δράση εκδηλωνόταν στο πανί, όταν ο άγνωστος τόλμησε να μου κάνει την πρόταση. «Τι θα ‘λεγες αν συναντιόμασταν αύριο να τα πούμε». Αύριο είχα μαθήματα, του το είπα απερίφραστα. «Τότε απόψε», μου είπε φτερωμένος με νέες ελπίδες. «Απόψε πρέπει να μείνω σπίτι, έχω διάβασμα», του δήλωσα ξανά.σαν να έχασε λίγο το ρόδινο χρώμα του, μα δεν το έβαλε κάτω. «Τότε, διάλεξε εσύ μια μέρα». «Τετάρτη», είπα για να πω κάτι. «Ωραία, Τετάρτη’ τι ώρα και πού;». ένιωσα ελαφρά τρομοκρατημένος. Ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβαινε να δώσω ν’ έναν άγνωστο ραντεβού. «Θέλεις έξι ώρα στην πλατεία Αγάμων;», μου είπε, «για να μοιράσουμε την απόσταση». Αισθανόμουν αδέξιος να μοιράσω οτιδήποτε μαζί του, ωστόσο κάτι καινούριο και θαυμαστό, και βέβαια τρομερό στα μάτια μου, αποκαλυπτόταν τότε.

Μένης Κουμανταρέας: Σεραφείμ και Χερουβείμ (Κάκτος)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 09, 2008

No 555

Image Hosted by ImageShack.usConstantin Suslov (Ρωσία)

Υπάρχει μια μόδα ευρωπαϊκή – να μιλάς πολύ για την αγάπη. Δεν θα είχα αντίρρηση να την ακολουθήσω, αν ήξερα δυο τρια πράγματα. Ξέρω λιγάκι τα συμπτώματα της απουσίας της, ξέρω ότι μένεις μέσα και δεν θες να φας ούτε να δεις άνθρωπο – αλλά δεν ξέρω τίποτα για τον έρωτα κατά τη διάρκεια που συμβαίνει. Τον αναγνωρίζω μόνο από την πλάτη του – όταν φεύγει.
Δεν σνομπάρω το θέμα. Από τους δυο τρεις έρωτες της ζωής μου έμαθα φυσικά – κυρίως κατάλαβα πόσο κομπλεξικός είμαι. Με έφτασαν στα όριά μου (στα κατώτατα όριά μου), αλλά και με έκαναν Θεό. Στις καλές εποχές, ήμουνα όπως εκείνοι οι πρίγκιπες του Αϊζενστάιν, με ήλιο στα μαλλιά (είχα μαλλιά τότε), με τη χαρά της αφθαρσίας στα μάτια και τα λοιπά και τα λοιπά. Και στις κακές εποχές, δεν θέλετε να ξέρετε. (…)
Αποφεύγω λοιπόν να πολυμιλώ για την αγάπη, διότι μεγαλώνοντας μ’ αρέσει να κυριολεκτώ (πράγμα αδύνατον εν προκειμένω) και διότι οι ιστορίες μου ήταν όλες αμαρτίες μου: βρήκαν το στόχο μόνο για λίγο, έρωτες που δεν ρίζωσαν ούτε άφησαν ίχνη στη γη, κι ακόμα κι εγώ τους ξεχνάω πια ή, μάλλον, τους σκεπάζω με τα φύλλα της ζωής μου που πέφτουν, όλο πέφτουν (πράγμα που ακούγεται μελοδραματικό, αλλά είναι σωτήριο). Αυτός είναι και ο λόγος που αν πρέπει σώνει και καλά κάτι να πούμε για τον έρωτα, μιλάμε για τ’ απόνερά του που θολώνουν τη ζωή μας: τη ζήλια, την αϋπνία, το ξύλο, την αγωνία και την έκσταση.
Είναι μισόλογα, είναι όμως ειλικρινή.

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος: Στον Παλιό Καταρράκτη. Μικρά κείμενα από ταξίδια (Τσαγκαρουσιάνος)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 08, 2008

No 554

Image Hosted by ImageShack.usOksana Opanasenko (Ουκρανία)

Η ταυτότητα του προδότη
Εμφάνιση: Φλεγομένης βάτου. Παλιά τον απεικόνιζαν με αγριεμένο μάτι, μαύρη χλαμύδα, γένια και very introspective. Ήταν το απόλυτο χαμένο κορμί. Τώρα, η εικόνα του διαλύθηκε. Φοράει από Αρμάνι μέχρι αμερικάνικα, μοιάζει από βουλευτής μέχρι loser.
Τι προδίδει: Τα πάντα. Το δάσκαλό του, τον εραστή του, τους φίλους του, το λόχο του, τον αδελφό του, τους Λακεδαιμόνιους, το πανκ, την πατρίδα.
Τι υπερπροδίδει: Τον εαυτό του.
Χειρονομίες ντροπής: Στα μυστικά δείπνα σκύβει τα μάτια. Στα φιλιά είναι ψυχρός. Ψιθυρίζει λόγια αγάπης που δεν καταλαβαίνει. Αυτοκτονεί (αργά ή μια κι έξω – αδιάφορο).
Γιατί προδίδει: Κυρίως για το χρήμα, συν όλες τις κυρίες των «τιμών» του: τη δόξα, την κραιπάλη, το ευ ζην. Προδίδει επίσης, κινημένος από μια επισφαλή libido, πεπλανημένος από μια καινούρια αγάπη ή ηττημένος από την πλήξη μιας παρατεταμένης συντροφιάς.
Βασικό χαρακτηριστικό του: Η απιστία. Η αγάπη του, η φιλία του, η αφοσίωσή του – έχουν τη ρίζα του ζιζάνιου. Ο πρώτος άνεμος τα ξεριζώνει. Περιπλανάται έτσι από αγκαλιά σε αγκαλιά, από λόμπι σε λόμπι, μονίμως ξένος, μονίμως εξοστρακισμένος – ακόμα και όσοι δέχονται τις εκδουλεύσεις του, ξέρουν ότι σύντομα θα τους πουλήσει και αυτούς για 30 αργύρια.
Πώς τιμωρείται: Είναι ίσως ο πιο μόνος άνθρωπος του κόσμου. Ποτέ κανείς δεν θα τον εμπιστευθεί – δεν θα γνωρίσει ούτε την άγρια συνενοχή που αισθάνονται μεταξύ τους οι δολοφόνοι... ιδιότητες σαν ξένο σώμα.
Κι όμως, η προδοσία είναι η καθημερινή μας καραμέλα: Το ξέρω, δυστυχώς. Χιλιάδες προδοσίες μάς βαραίνουν. Προδότες μπαινοβγαίνουν σπίτι μας, μας στέλνουνε φιλιά από το τηλέφωνο, τρώνε το φαΐ μας, τρώνε τα χείλη μας. Κι εμείς προδίδουμε τα πιο ακριβά μας πρόσωπα – με ένα βλέμμα, ένα χάδι, ένα υπονοούμενο.
Γίνε πιο σαφής: Δεν γίνεται. Ένα μπορώ να πω: Ο προδότης είναι μαλάκας. Χάνει τα πάντα για ένα τίποτα. Και είναι τραγικός, γιατί νομίζει το αντίθετο (…)
.
Στάθης Τσαγκαρουσιάνος: Μοναξιές (Κάκτος)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 02, 2008

No 553

Image Hosted by ImageShack.us

Κανένα επιβαρυντικό στοιχείο δεν υπήρχε για την ηθική του, πέρα από τις στενές του σχέσεις με τον βασιλιά Νικομήδη, σχέσεις πάντως που τον είχαν εκθέσει σε βαρύ και αιώνιο χλευασμό και στη γενική κατακραυγή. Δεν είναι ανάγκη να θυμίσω εδώ τους γνωστότατους στίχους του Λικινίου Κάλβου:
Όλα του κόσμου τα καλά η Βιθυνία τα ‘χει
ακόμα και του Καίσαρα τον αγαπητικό.
Αφήνω επίσης κατά μέρος τους ψόγους του Δολαβέλλα και του Κουρίωνα του Πρεσβυτέρου. Ο Δολαβέλλας τον αποκαλεί ‘παλλακίδα που ανταγωνίζεται τη βασίλισσα και δοκάρι της βασιλικής κλίνης» και ο Κουρίων «στάβλο του Νικομήδη και πορνείο της Βιθυνίας». Παραλείπω επίσης τα διατάγματα του Βιβούλου,που αποκαλούσε τον συνάρχοντά του «βασίλισσα της Βιθυνίας» και έλεγε ότι ο Καίσαρ ήταν στην αρχή ερωτευμένος με τον βασιλιά και τώρα με το βασίλειο. Την ίδια εποχή, όπως αναφέρει και ο Μάρκος Βρούτος, κάποιος Οκτάβιος, που η διανοητική του κατάσταση τού επέτρεπε να ξεστομίζει ό,τι του κατέβαινε, σε μια μεγάλη συγκέντρωση ονόμασε τον Πομπήιο βασιλιά και τον Καίσαρα βασίλισσα. Ο Γάιος Μέμμιος πάλι ισχυρίζεται ότι, μαζί με άλλα ανήθικα υποκείμενα, ο Καίσαρ υπήρξε οινοχόος του Νικομήδη σε ένα μεγάλο συμπόσιο, και ότι μαζί τους διασκέδαζαν και κάποιοι έμποροι από τη Ρώμη, των οποίων τα ονόματα παραδίδει. Ο Κικέρων πάντως δεν αρκείται σε όσα έγραφε σε κάποιες επιστολές του, ότι δηλαδή ο Καίσαρ οδηγήθηκε από τους ακολούθους του βασιλιά στον βασιλικό κοιτώνα, ότι ξάπλωσε σε χρυσή κλίνη με πορφυρά σκεπάσματα και ότι ο γιος αυτός της Αφροδίτης έχασε την παρθενιά του στη Βιθυνία, αλλά προσθέτει επιπλέον ότι κάποτε στη Σύγκλητο, όταν ο Καίσαρ υπερασπιζόταν τη Νύσα, κόρη του Νικομήδη, και απαριθμούσε τις ευεργεσίες του βασιλιά προς το άτομό του, ο Κικέρων του φώναξε: «΄Έλα, κοφ’ το, σε παρακαλώ, γιατί είναι γνωστό τι σου έχει δώσει εκείνος και πώς εσύ του το ανταπέδωσες». Κατά τον γαλατικό του θρίαμβο τέλος, οι στρατιώτες, ανάμεσα στ’ άλλα άσματα που χαριτολογώντας τραγουδούσαν καθώς ακολουθούσαν το νικηφόρο άρμα, έλεγαν και το παρακάτω τραγουδάκι, που έγινε πολύ του συρμού:
Ο Καίσαρας καβάλησε τις δύο Γαλατίες,
τον Καίσαρα καβάλησεν ο Νικομήδης όμως’
και να που τώρα ο Καίσαρας σέρνει το θρίαμβό του
στις Γαλατίες νικητής’ μόνο που ο Νικομήδης,
που πήδηξε τον Καίσαρα, δε χαίρεται θριάμβους.

Σουητώνιος: Οι βίοι των Καισάρων. Τόμος Α' (ΜΙΕΤ)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 01, 2008

No 552

Image Hosted by ImageShack.us

Όμως, βιάστηκα να μακαρίσω τον εαυτό μου, γιατί, καθώς η μέθη με είχε πλημμυρίσει, τα χαλαρωμένα άκρα μου έστεκαν σε απόλυτη ηρεμία. Έτσι ο Άσκυλτος, αυτός ο πρόστυχος, μου πήρε τον «αδελφό» και, όσο ήταν ακόμη νύχτα, τον έφερε στο κρεβάτι του, κάνοντας έρωτα με αγόρι που δεν του ανήκε. Εκείνο, μη καταλαβαίνοντας την απάτη ή κάνοντας πως δεν καταλάβαινε, αποκοιμήθηκε σε ξένη αγκαλιά, ενάντια στους νόμους και τους κανόνες των ανθρώπων. Μόλις ξύπνησα και είδα το κρεβάτι λεηλατημένο από το μοναδικό του θησαυρό, όρκο παίρνω πως – εν ονόματι όλων των εραστών – έτοιμος ήμουν με το σπαθί μου να πλημμυρίσω τον ύπνο τους με θάνατο. Τελικά, στα σχέδια μου πρυτάνευσε η λογική. Με ξυλιές διέκοψα τον ύπνο του Γείτονα και αγριεμένα κοιτώντας τον Άσκυλτο ευθαρσώς του δήλωσα: «Από τη στιγμή που καταπάτησες τούτη τη φιλία με τον πιο ύπουλο τρόπο και μαγάρισες το δεσμό μας, μάζεψε τα πράγματά σου και γύρεψε άλλο μέρος να μιάνεις». Εκείνος δεν έφερε αντίρρηση, αλλά, αφού είχαμε μοιράσει τα πάντα ακριβοδίκαια, αξίωσε: «Εμπρός! Ώρα να μοιράσουμε και τούτον τον πιτσιρικά!»

Πετρώνιος: Σατυρικόν (το ποντίκι)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 25, 2008

No 551

Image Hosted by ImageShack.usPaul Avril (Γαλλία)

Τον Απρίλη του 1952, στο Χ… γνώρισα έναν εικοσάχρονο αλήτη. Κυριεύτηκα από πάθος γι’ αυτόν. Τότε αυτή η χώρα ήταν, και αναμφισβήτητα είναι ακόμα, ένα απέραντο μπορδέλο, όπου οι παιδεραστές όλου του κόσμου νοίκιαζαν για μια ώρα, μια νύχτα ή για όσο κρατάει ένα ταξίδι, ένα αγόρι, ή έναν άντρα. Ο δικός μου έμοιαζε και νταλικάτος και πολύτιμος. Ούτε η ιδιαιτερότητά του ούτε η ομορφιά του διαφαίνονταν από την αρχή. Οι τρόποι του ήταν σαν πουδραρισμένοι με ταλκ. Στη δεύτερή μας συνάντηση, με το παιχνίδι μιας κάποιας πρόκλησης εκ μέρους μου, για να τον προσβάλω, δήλωσα την αηδία μου για το επάγγελμά του. Εκνευρισμένος, μου πρότεινε να με αφήσει. Δέχτηκα. Θέλησε να φύγει, έμεινε, έφυγε: ήμουν ερωτευμένος. Γοητευμένο, με παρέσυρε με την επίδραση μιας δύναμης, εάν είναι δική του, που ακόμα δύσκολα καταφέρνω να προσδιορίσω τη φύση της. Όμως, εάν το φαινόμενο εξουσίας δεν είναι παρά το φαινόμενο της επιθυμίας μου που έχω με σχοινιά δέσει, μασήσει, καταπιεί, χέσει, δεν βρίσκω καλύτερη εξήγηση, εκτός εάν το ποίημα με βοηθάει. Η επιθυμία που είχα γι’ αυτόν με πεισμάτωνε. Υπήρξε τρομερός ο αλήτης που ήθελα να μετατρέψω σε στολίδι που διεγείρει, που ανοίγει τον κώλο του και που κάποιες φορές είναι και φίλος. Παραδινόταν ακράτητα επάνω μου.

Ζαν Ζενέ: Αποσπάσματα (Ύψιλον)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008

No 550

Image Hosted by ImageShack.usJulius Christian Rehder (Γερμανία)

Ο Μπαζίνι χαμογελούσε. Κι ήταν μέσα στο φωτεινό πλαίσιο το χαμόγελό του γλυκό, αθώο και σταθερό, όπως σε φωτογραφία.
Στριμωγμένος ο Τέρλες στο δοκάρι του, ένιωθε τους μυς των ματιών του να τρέμουν νευρικά.
Ο Μπάινερμπεργκ απαρίθμησε με βραχνή φωνή κι ομοιόμορφο τονισμό, τις αισχρές πράξεις του Μπαζίνι και κατέληξε: «Λοιπόν; Δε νιώθεις ντροπή για όλ’ αυτά;» Ο Μπαζίνι κοίταξε τον Ράιτινγκ μ’ ένα βλέμμα, που έμοιαζε να λέει: «Τώρα ήρθε η στιγμή να με βοηθήσεις». Αντί γι’ αυτό, ο Ράιτινγκ τον χτύπησε στο πρόσωπο με μια γροθιά που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του, να πισωπατήσει, να σκοντάψει σ’ ένα δοκάρι και να σωριαστεί στοπάτωμα. Αμέσως ο Μπάινεμπεργκ κι ο Ράιτινγκ χύμηξαν πάνω του. (…)
Από τους θορύβους, ο Τέρλες κατάλαβε, πως οι άλλοι ξεγύμνωσαν τον Μπαζίνι, τραβώντας ένα ένα τα ρούχα του και πως ύστερα τον μαστίγωναν με κάτι πολύ λεπτό και ευλύγιστο. Τον άκουσε να κλαίει, να φωνάζει από πόνο, εκλιπαρώντας τους να τον λυπηθούν. Στο τέλος ξεχώριζε μόνο βογγητά και συγκρατημένους λυγμούς, που διακόπτονταν από τις άναρθρες βρισιές και τη βαριά λαχανιασμένη ανάσα του Μπαίνεμπεργκ. (…)
Τώρα, το μόνο που άκουγες, ήταν το σιγανό παράπονο του Μπαζίνι, που μονολογούσε προσπαθώντας να βρει στο σκοτάδι τα ρούχα του.
Το παράπονο αυτό έκανε τον Τέρλες να αισθανθεί μια περίεργη ευχαρίστηση. Ένα ρίγος με πόδια αράχνης ανεβοκατέβαινε στη ράχη του’ ύστερα σφηνώθηκε με δύναμη ανάμεσα στις ωμοπλάτες, τραβώντας με αδιόρατες δαγκάνες το τριχωτό δέρμα του κεφαλιού του προς τα κάτω. Ο Τέρλες διαπίστωσε με έκπληξη, πως βρισκόταν σε κατάσταση σεξουαλικής διέγερσης.

Ρόμπερτ Μούζιλ: Ο νεαρός Τέρλες (Ύψιλον)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 18, 2008

No 549

Image Hosted by ImageShack.usAnton Kölig (Αυστρία)

Η αγάπη, αυτό το ατίμητο μαργαριτάρι που φυλάμε στις καρδιές μας, που δεν αλλάζουμε με τίποτε και που εκτιμάμε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αυτή μας δείχνει – όταν την έχουμε – τι είναι η μεγάλη αξία. Μαθαίνουμε τι σημαίνει να ξεχωρίζεις ένα πολύτιμο μέταλλο από όλα τ’ άλλα.
Μη δειλιάζεις να θέτεις σε δοκιμασία τη φιλία ενός ανθρώπου. Το μπαστούνι που φαίνεται ωραίο όσον καιρό το κουβαλάς, αλλά λυγίζει απ’ το βάρος σου όταν γέρνεις πάνω του, είναι άχρηστο.
Πόσο δύσκολο μου φαίνεται να δω εκείνο που βρίσκεται μπρος στα μάτια μου!
Ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα σημαίνει καθρεφτίζεται στη χρήση της.
Όποιος ζει στο παρόν ζει χωρίς φόβο και ελπίδα.

Λόυντβιχ Βιττγκενστάιν: Στοχασμοί (Στιγμή)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2008

No 548

Image Hosted by ImageShack.usEdward Robert Hughes (Ην. Βασίλειο)

Οι άντρες είναι τόσο, μα τόσο άκαρδοι. Ξέρουν τη δύναμή τους και την χρησιμοποιούν!
Στον έγγαμο βίο, οι τρεις είναι συντροφιά και οι δύο κανένας.
Ο αρμός κάθε συντροφικότητας, είτε στον γάμο είτε στη φιλία, είναι η συζήτηση.
Όταν ερωτεύεται κανείς, αρχίζει πάντα εξαπατώντας τον εαυτό του και καταλήγει πάντα εξαπατώντας τους άλλους. Αυτό είναι που ο κόσμος αποκαλεί ρομαντική περιπέτεια.
Οι πιστοί γνωρίζουν μόνο την τετριμμένη πλευρά του έρωτα’ ο άπιστος μόνο γνωρίζει τις τραγωδίες της αγάπης.
Ένα ειδύλλιο δεν πρέπει ποτέ να αρχίζει με συναίσθημα. Πρέπει να αρχίζει με γνώση και να τελειώνει με διακανονισμό.
Το να αγαπήσεις τον εαυτό σου είναι η αρχή ενός ισόβιου ειδυλλίου.
Η νιότη χαμογελά χωρίς λόγο. Είναι από τις κυριότερες γοητείες της.
Η πληκτικότης είναι η ενηλικίωση της σοβαρότητας.
Τίποτα δεν γερνάει όπως η ευτυχία.
Είναι κρίμα που στη ζωή μαθαίνουμε τα μαθήματά μας όταν δεν τα χρειαζόμαστε πια.
Οι φιλάνθρωποι χάνουν κάθε αίσθηση ανθρωπιάς. Αυτό είναι το βασικό τους χαρακτηριστικό.
Όταν οι άλλοι συμφωνούν μαζί μου, αισθάνομαι πως έχω κάνει λάθος.
Μόδα για κάποιον είναι ό,τι φοράει ο ίδιος. Ντεμοντέ είναι ό,τι φορούν οι άλλοι.
Αυτό που ονομάζεται ανειλικρίνεια είναι απλώς μία μέθοδος με την οποία πολλαπλασιάζουμε την προσωπικότητά μας.

Όσκαρ Ουάιλντ: Επιλογή από το έργο του (Στιγμή)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2008

No 547

Image Hosted by ImageShack.usRigel Herrera Bracho (Μεξικό)

Γλυκιά Ερανώ

- Γλυκιά Ερανώ, τα χάδια μου τ' αρνήθηκες,
και τόσες άλλες μάταια σε ποθούνε.
Στ΄ αντρίκια τ' αγκαλιάσματα μη γύρισες;
Οι φιλενάδες σου έχουν να το πούνε.
Ποιος τάχα να σε χαίρετ' αγαπητικιά;
πες μου, Ερανώ. Γιατί σε είδα ψες αργά
σ' απόκρυφο περιβόλι, μοναχή
ν΄ αποτραβιέσαι.
- Μην πλανιέσαι,
κι έλα, ω Ξανθώ, σιμά μου να σου πω
κάτι παράξενο. Μα κράτα το για σένα.
Αγάπησα και χαίρουμαι την ίδια εμένα! (...)

Μυρτιώτισσα: Μυρτιώτισσα. Μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μπαλούρδο (Γαβριηλίδης)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2008

No 546

Image Hosted by ImageShack.usCandice Hershberger (ΗΠΑ)

«Είσαι γαμώ τις γοητευτικές γυναίκες», είπε ξαφνικά ο Ζακ, σαν να το είχε διαπιστώσει μόλις εκείνη τη στιγμή. «Και οι δυο σας είστε», συνέχισε. «Δύο γυναίκες πανέμορφες».
Κοίταξα την Κάρολ. Όσο γι’ αυτήν, τουλάχιστον, είχε δίκιο. Εκείνη χαμογέλασε σαν να συμφωνούσε μαζί του – όσον αφορά εμένα. Ένας καταρράκτης από αναμνήσεις με έλουσε, αναμνήσεις της Κάρολ από τότε που πρωτοβρήκαμε παρηγοριά και απλή χαρά η μια στην αγκαλιά της άλλης. Με διαφορετικό τρόπο η καθεμιά, μολονότι οι δικές μου πληγές ήταν εσωτερικές και είχαν προξενηθεί από εμένα την ίδια, ήμασταν κατά μία έννοια δυο τσακισμένες γυναίκες. Εκείνη, θύμα των αντρών γενικά και εγώ των ιδεολογιών. Για πρώτη φορά, είχαμε βρει η μια στην άλλη έναν άνθρωπο που μπορούσαμε να εμπιστευτούμε. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αυτό που θέλαμε εκείνο τον καιρό ήταν τρυφερότητα και ζεστασιά. Ήμασταν πολύ αδύναμες και κλονισμένες για να αντέχουμε να είμαστε μόνες, και πολύ τραυματισμένες και μπερδεμένες για να είμαστε με οποιονδήποτε άλλον. Ιδιαίτερα με άντρα.

Ράσελ Μπανκς: American Darling (Πόλις)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 04, 2008

No 545

Image Hosted by ImageShack.usΑνώνυμος (Ιράν)

Ο κουρέας υποβάλλει ερωτήσεις στον Ατσλάν, τον ρωτά για την υγεία του, αλλά ο Ατσλάν δεν ξέρει τι να απαντήσει, και φαίνεται πως αυτός ο Νεγκρίν μιλάει για ένα σωρό παρασκευάσματα και πούδρες που έχουν καταφθάσει από όλες τις χώρες του κόσμου και για τα σχέδιά του να μετατρέψει το κουρείο του σε ένα μέρος δημοφιλές ανάμεσα στους εύπορους Δαμασκηνούς’ είναι βέβαιος πως δεν είναι ο προορισμός του να ψάχνει για ψείρες και ψύλλους στα ρούχα των επαιτών πελατών του, ούτε να κολλάει βδέλλες πάνω στα σώματά τους για να απαλλάξει το αίμα τους από διάφορες παθήσεις, και καθώς μιλάει για όλα αυτά, ο Ατσλάν ακουμπάει το χέρι του πάνω στο μηρό του κουρέα και τα δάχτυλα του τελευταίου μπλέκονται με τα δικά του κι ο Ατσλάν γέρνει το λαιμό του προς τον πολυλογά κουρέα και έρχεται κοντά του κρατώντας τα δάχτυλά του και τον φέρνει πιο κοντά στα χείλη του και σε αυτήν την τρομερή πράξη που τιμωρείται με θάνατο. Και ιδού, ο καθένας γέρνει πάνω στο λαιμό του άλλου με βαθιά φιλιά, κι η φλύαρη γλώσσα του Σουλεϊμάν πνίγει τα λόγια της μέσα στο υγρό στόμα του Ατσλάν και ρουφά μέλι και γάλα κάτω από τη γλώσσα του, κι ο Ατσλάν με τη σειρά του στέλνει έναν υγρό απεσταλμένο ανάμεσα στα χείλη του κουρέα κι οι γλώσσες τους κουλουριάζονται η μια πάνω στην άλλη, και τώρα ο Ατσλάν τυλίγει τα μπράτσα του γύρω από τον κουρέα και γίνονται ένας άντρας, ένα όλον’ τα ψαλιδισμένα γένια τους αγγίζονται, οι μύτες τους τρίβονται, τα πυκνά φρύδια τους μπλέκονται, οι τριχωτοί μηροί τους κοπανούν ο ένας πάνω στον άλλο, τα φαρδιά πόδια τους ανακατεύονται κι ο ένας γίνεται αντανάκλαση του άλλου, πληθαίνουν, αλλάζει ο ένας μέσα στον άλλο, και βαθιά γογγυτά αναδίδονται κι από τους δυο σαν έναν άντρα.

Αλόν Χίλου: Ο θάνατος του μοναχού (Μεταίχμιο)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2008

No 544

Image Hosted by ImageShack.usIstván Szõnyi (Ουγγαρία)

Ύστερα έπεσε πάλι σιγή και ξαφνικά τον Άμπελ τον κυρίευσε εκείνος ο πόθος, και είπε μες στη σιγή:
Σ’ αγαπώ.
Το ξέρω, είπε ο Ίλια χωρίς καθυστέρηση, ουδέτερα, όπως τα ‘λεγε όλα πάντα. Συνέχισε στο ίδιο στυλ. Το ξέρει, και το απορρίπτει. Αισθάνεται, λέει, μάλιστα κάτι σαν σωματική αηδία, όταν το σκέφτεται. Γι’ αυτό μόλις πάρει το απολυτήριο θα φύγει απ’ την πόλη κι απ’ την χώρα. Θα σπουδάσει στο εξωτερικό και δεν θα ‘χει καμιά επαφή με τον Άμπελ (…)
Ο Άμπελ άφησε το κορμί του να πέσει πίσω στον τοίχο με την άγρια, ζεστή επιφάνεια. Ακούμπησε στον τοίχο, με τη χαρακτηριστική μυρωδιά των τοίχων που ‘χουν πάρει τη ζέστη του καλοκαιριού σε πολυσύχναστους δρόμους, την έπιασε στον αέρα, την μυρωδιά των σκύλων. Να μπορούσε να κλάψει. Ήταν σκοτάδι, στεκόντουσαν κοντά σ’ έναν φανοστάτη, ο Άμπελ ακουμπούσε στον τοίχο, δεν έκλαιγε, ο Ίλια στεκόταν εκεί δίπλα, περίμενε, ή όχι, καθόταν απλώς εκεί, κοίταζε προς κάποια μεριά, με το κεφάλο γερμένο στο πλάι.

Τερέζια Μόρα: Όλες οι μέρες (Ίνδικτος)

Πέμπτη, Αυγούστου 28, 2008

No 543

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης
.
Ομοφυλόφιλος, -η,-ο 1. αυτός που έχει σεξουαλική προτίμηση προς άτομα του ιδίου φύλου 2. ομοφυλόφιλος (ο) / ομοφυλόφιλη (η) άνδρας / γυναίκα που συνάπτει ερωτικές σχέσεις με άτομα του ιδίου φύλου ΣΥΝ. (για άνδρα) κίναιδος (οικ) αδελφή, συκιά, (!) πούστης, (για γυναίκα) λεσβία ΑΝΤ ετεροφυλόφιλος ΣΧΟΛΙΟ λ. φύλο
[ΕΤΥΜ. < ομο- + φύλο + φίλος, αποδ. στην ελλην. ξεν. όρου, πβ. αγγλ. homosexual]
.
πούστης (ο) [πούστηδες] (!) 1. ο ομοφυλόφιλος 2. (υβριστ.) για ανέντιμο άνθρωπο 3. (ως έκφραση θαυμασμού): βρε τον -, πώς τα λέει! (τι ωραία που τα λέει) Επίσης πούστρα (η) – (υποκ) πουστάκος (ο) (μεγεθ) πουσταράς κ. πούσταρος (ο) κ. πουστάρα (η) πούστικ-ος,-η, -ια, -ο πούστικα επιρρ.
[ΕΤΥΜ.< τουρκ. pust]
.
κολομπαράς (ο) [κολομπαράδες] (αργκ.) 1. ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος ΣΥΝ. αρσενοκοίτης 2. παιδεραστής (αγοριών)
[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kulambara, με παρετυμολογική επίδραση τής λ. κώλος]
.
γκέι (ο) (ακλ.) 1. ο ομοφυλόφιλος 2. (ως επιθ.) ομοφυλοφιλικός - κουλτούρα / μπαρ
[ΕΤΥΜ. < αγγλ. gay «εύθυμος, χαρούμενος» < αρχ. γαλλ. gai < αρχ. γερμ. gahi «αιφνίδιος, γρήγορος». Η σημ. «ομοφυλόφιλος» απαντά κυρ. μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο]
.
κίναιδος (ο) (αρχαιοπρ. –μειωτ.) άνδρας που συνουσιάζεται με ομόφυλό του, ο παθητικός ομοφυλόφιλος ΣΥΝ. (!) πούστης
[ΕΤΥΜ. αρχ. αβεβ. ετύμου. Σύμφωνα με αρχ. ετυμολογικό λεξικό «παρά το κινείσθαι την αιδώ ή παρά το κινείσθαι τα αιδοία» εκδοχή που θεωρεί τη λ. ως σύνθετη των λ. κινώ και αιδώς ή αιδοίον. Εντούτοις, σημαντικό πρόβλημα εξακολουθεί να συνιστά η ποσότητα του –ι- (κίναιδος-κινώ)]
.
αδελφή κ. αδερφή 7. (μειωτ. –συνηθ. ο τ. αδερφή) ο ομοφυλόφιλος, ο θηλυπρεπής άντρας – (υποκ) αδελφούλα (η), (μειωτ. – μεγεθ.) αδερφάρα (η)
.
συκιά 2. (!) ομοφυλόφιλος άνδρας με θηλυπρεπή συμπεριφορά
.
τοιούτος 2. (λαϊκ, - το αρσ. ως ουσ.) ο ομοφυλόφιλος, ο κίναιδος
.
λεσβία (η) [λεσβιών] η γυναίκα που έχει ομοφυλοφιλικές σχέσεις, που έλκεται σεξουαλικά από γυναίκες.
[ΕΤΥΜ. αρχ., Λέσβος, από όπου πιστευόταν πως προέρχεται η γυναικεία ομοφυλοφιλία, καθώς και άλλες σεξουαλικές αποκλίσεις]
.
τριβάς (η) {τριβάδ-ος, -α,/-ες, -ων} (λογ) η ομοφυλόφιλη γυναίκα, η λεσβία.
[ΕΤΥΜ. < μτγν. τριβάς, -αδος < αρχ. τρίβω]
.
Γ. Μπαμπινιώτη: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
(Κέντρο Λεξικολογίας)
.
σημ.: Σύμβολο (!) μπροστά από λέξη χυδαία (ταμπού)

Τετάρτη, Αυγούστου 27, 2008

No 542

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης

Οι κίναιδοι έχουν την ιδιαίτερη γλώσσα τους, όπως ακριβώς οι μάγκες έχουν τα κουτσαβάκικα. Το ιδίωμα των κιναίδων ονομάζεται καλιαρντή, ή καλιάρντω, ή καλιαρντά, ή λουμπινίστικα, ή φραγκολουμπινίστικα, ή τζιναβωτά, η λατινικά, η βαθιά λατινικά, ή ετρούσκα, ή λιάρντω, ή ντούρα λιάρντω.
Η καλιαρντή, αν και είναι κάτι σαν τεχνητή γλώσσα, δεν εποιήθη σε μια στιγμή. Πρόκειται σχεδόν για μια διάλεκτο, που μετατρέπει την τάξη των κιναίδων σε ερμητική κάστα. Και πρόκειται για έναν απολύτως αμυντικό κλοιόν εκφράσεως’ με δικό του λεξιλόγιο, ιδιάζουσαν ορθοφωνία και ταχύτηταν ομιλίαν. Σήμερα η καλιαρντή δεν έχει μιαν ενιαίαν όψη, αλλά εμφανίζεται σαν ένα σύνολον σε δυο επίπεδα: την απλή καλιαρντή και την λιάρντω (ή ντούρα λιάρντα).
Η πρώτη ομιλείται, λίγο πολύ, απ’ όλους τους κίναιδους. Η δεύτερη είναι η οιονεί καθαρεύουσα και την χειρίζονται οι πολύ μπσαμένοι, οι ελάχιστη. Τούτο οφείλεται στην διαρκή υποχωρητική τάση των λέξεων της καλιαρντής σε νέες απόκρυφες μορφές εννοιών (…) η καλιαρντή είναι μια συνθηματική διάλεκτος, διεπομένη από τους ειδικούς κανόνες όλων των συνθηματικών διαλέκτων. Φυσικά, η καλιαρντή ακολουθεί την γραμματική και το συντακτικό της νεοελληνικής. Αυτό διόλου δεν εμποδίζει την καλιαρντή από το να είναι μια αδιακόπως έξυπνη και ιδιαίτερα πλαστική γλώσσα. Η καλιαρντή έχει ένα χαρακτηριστικό θέλγητρο’ είναι μια γλώσσα που σε κάνει να χαμογελάς άθελά σου. Κι αυτός είναι ο στόχος των κιναίδων: επιζητούν να αφοπλίσουν τον συνομιλητή, γυρίζοντας την κουβέντα στο ευτράπελο. (…) Η ανίχνευση της ετυμολογίας των λέξεων της καλιαρντής είναι εξαιρετικώς δύσκολη, και, κάποτε-κάποτε, αδύνατη. Η καλιαρντή ομιλείται τάχιστα – ουσιαστικώς αν δεν είσαι κίναιδος αδυνατείς να προφέρεις σωστά τις λέξεις της καλιαρντής, που, πάντα, συνοδεύονται από κατάλληλες εύγλωττες χειρονομίες και μορφασμούς και καμώματα και ακκισμούς και γυναικωτές στάσεις του κορμιού. Είναι τόσο δύσκολο να προφέρεις ορθά τα καλιαρντά, ώστε στο σύνηθες ερώτημα «μπενάβεις τα λιαρντά;» όσοι τα ομιλούν απαντούν με κομπασμό: «και τα τζινάβω και τα μπενάβω».

Ηλίας Πετρόπουλος: Καλιαρντά (Νεφέλη)

Τετάρτη, Αυγούστου 06, 2008

No 541

Image Hosted by ImageShack.usΑνδρέας Κάραγιαν (Κύπρος)
.
Έχει απασχολήσει κατά καιρούς πολλούς το θέμα της παράδοσης αλλά έχει αντιμετωπισθεί με τρόπο πολύ συμβατικό και, θα έλεγα, αρκετά μετριοπαθή, σχεδόν εθελοτυφλώντας απέναντι σε κάτι το οποίο δεν τολμούμε να κοιτάξουμε κατά πρόσωπο – και δεν είναι το μόνο πράγμα που δεν το κοιτάζουμε κατά πρόσωπο, και καταλαβαίνεις τι συνέπειες έχει αυτό. Πρόκειται λοιπόν για έναν τρόπο σύμφωνα με τον οποίο η παράδοση εκλαμβάνεται ως κάτι που συνεχίζεται αυτονόητα και αυτόκλητα, χωρίς να γίνεται αντιληπτό κανένα πρόβλημα συνέχειας ή ανανέωσής της. Κι όμως η παράδοση δεν είναι κάτι το οποίο συντίθεται μόνον από τη συνέχεια’ η παράδοση έχει να κάνει και με την ρήξη. Η παράδοση δεν έχει μόνον στοιχεία οργανικής γραμμικής πορείας’ εμπεριέχει ως δημιουργικό παράγοντα την ασυνέχειά της, την διακοπή της, ακόμη και την αναίρεσή της. Δεν θέλουμε, διστάζουμε, δεν τολμούμε να αποδεχθούμε την παράδοση και ως κάτι το οποίο μπορεί όχι μόνον να σταματήσει, να παρουσιάσει εμπλοκή και να βυθιστεί στο αδιέξοδο και στο χάος, αλλά και να μην έχει καμία σχέση με τη προηγούμενη πορεία του.

Δημήτρης Δημητριάδης: Το πέρασμα στην άλλη όχθη (Άγρα)

Παρασκευή, Ιουλίου 18, 2008

No 540

Image Hosted by ImageShack.us

ΤΡΑΓΟΥΔΩ ΤΗ ΣΑΡΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

Βέβαια δε θα τραγουδήσω τις ένδοξες ερωμένες μου. Αφού
δε ζούνε πια, προς τι να, μιλώ για δαύτες; Δεν είμαι όμοια
τους. Δεν έχω τόσα, για να σκέπτομαι τον εαυτό μου;

Θα σε ξεχάσω, Πασιφάη, μ’ όλο που το πάθος σου ήτανε
υπερβολικό. Δε θα σε υμνήσω, Σύριγξ, ούτε εσένα, Βυβλίς,
ούτε σένα, από τη θεά διαλεχτή μέσα σ’ όλες, Ελένη λευκωλένη.

Αν κανένας πονάει, μόλις τον νιώθω’ αν κανένας αγα-
πησε, αγαπώ περισσότερο. Τραγουδώ τη σάρκα μου και
τη ζωή μου, κι όχι τον άγονο ίσκιο των πεθαμένων εταίρων.

Μείνε, πλαγιασμένο ω σώμα μου, σύμφωνα με τη φιλή-
δονη αποστολή σου! Απόλαψε την καθημερινή ηδονή και
τις χωρίς αύριο επιθυμίες. Μην αφήνεις ούτε μια χαρά
άγνωστη για να μεταμεληθείς πως δεν την εδοκίμασες
την ημέρα του θανάτου.

Pierre Louÿs: Τα τραγούδια της Βιλιτώς (Φαρφουλάς)

Πέμπτη, Ιουλίου 17, 2008

No 539

Image Hosted by ImageShack.us
Η Σουμίρε μετακίνησε το σώμα της λίγο προς τα πάνω. Η άκρη της μύτης της άγγιξε το λαιμό της Μίου. Τα στήθη τους σφίχτηκαν το ένα πάνω στ’ άλλο. Η Μίου ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό. Τα χέρια της Σουμίρε έκαναν βόλτες στη πλάτη της.
«Πραγματικά μου αρέσεις», είπε η Σουμίρε με φωνή που μόλις ακουγόταν.
«Κι εσύ μου αρέσεις», είπε η Μιου. Δεν ήξερε τι άλλο να πει και στο κάτω κάτω αυτό που είχε πει ήταν η αλήθεια.
Τα δάχτυλα της Σουμίρε άρχισαν να ξεκουμπώνουν τα κουμπιά της πιζάμας της Μίου. Εκείνη προσπάθησε να τη σταματήσει, αλλά η Σουμίρε δεν σταματούσε με τίποτε. «Μόνο λιγάκι», είπε η Σουμίρε. «Λιγάκι …σε ικετεύω».
Η Μιου έπαψε ν’ αντιστέκεται. Τα δάχτυλα της Σουμίρε διέγραψαν απαλά το σχήμα του στήθους της Μιου. Το στόμα της πηγαινοερχόταν στο λαιμό της. Η Σουμίρε άγγιξε τις ρώγες της, τις χάιδεψε απαλά και τις έτριψε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Στην αρχή διστακτικά, έπειτα πιο τολμηρά.
.
Χαρούκι Μουρακάμι: Σπούτνικ αγαπημένη (Ωκεανίδα)

Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2008

No 538

Image Hosted by ImageShack.usRoger Hardy (Καναδάς)

Στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, εδώ και μερικά χρόνια κυκλοφορεί μια κυρία Μαρία Παπαγιαννίδου-Σεν Πιέρ, η οποία από την ανεκδιήγητη ιστοσελίδα της απευθύνει την εξής πρόσκληση:
«Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν άνδρες ετεροφυλόφιλοι οροθετικοί (εκτός από χρήστες ενδοφλεβίως ενέσεων). Αν γνωρίζετε κάποιον ή είστε εσείς ο ίδιος επικοινωνήστε μαζί μου ανώνυμα. Αυτός ο κατασκευασμένος μύθος πρέπει κάποτε να σπάσει».
Η θεωρία της συγγραφέως, εκτός αυτού, περιλαμβάνει την άποψη ότι εκατομμύρια άνθρωποι δηλητηριάζονται με άχρηστες τοξικές ουσίες (εννοεί τα αντιρετροϊκά φάρμακα που διαθέτουν όσες αρχές Υγείας ανά τον κόσμο κατέχουν), καθόσον το hiv-aids δεν οφείλεται στον ιό hiv.
Αν θυμάμαι καλά, πριν από μερικά χρόνια και ένα ανδρικό περιοδικό είχε διατυπώσει μια ανάλογη παπάρα, χωρίς βέβαια κανείς υπεύθυνος να το μαζέψει.
Το αποτέλεσμα αυτής της λάσπης σε ένα τόσο τραγικό θέμα είναι βέβαια η διακοπή της αντιρετροϊκής αγωγής από τους οροθετικούς, ο εφησυχασμός τους «γενικού πληθυσμού» και η επιστροφή στο ρατσισμό της αντιομοφυλοφιλικής υστερίας, με επακόλουθο την ανέφελη διασπορά του ιού.

Γρηγόρης Βαλλιανάτος: Ακατάλληλο (Καστανιώτης)

Πέμπτη, Ιουλίου 03, 2008

No 537

Image Hosted by ImageShack.usCornelius McCarthy (Ηνωμένο Βασίλειο)

Ο Κόκροφτ ξεκούμπωσε το παντελόνι του, κατέβασε το φερμουάρ και τον έβγαλε έξω. Ο Βόσνιος κοίταξε το πουλί του γέρου όπως στεκόταν μισοσηκωμένο, κοιτάζοντάς τον με το μοναδικό, σκιστό μάτι του. Έσκυψε προς τα κάτω αλλά. Αμέσως τραβήχτηκε. «Μπάνιο», είπε. «Κάνε ένα μπάνιο πρώτα». Δεν είχε καμιά όρεξη να γλείψει κάτι που έζεχνε μπαγιάτικο ιδρώτα και ούρα.
Ο Κόκροφτ πήγε υπάκουα στο λουτρό. Ύστερ’ από λίγο βγήκε φορώντας τη ρόμπα του. «Πάμε στα ενδότερα», είπε. Ο Βόσνιος δεν είχε ξαναδεί το υπνοδωμάτιο του Κόνκροφτ. Δεν ήθελε. Ανέβηκαν τη σκάλα. Υπήρχε ένα μεγάλο, ξέστρωτο κρεβάτι κι ολόγυρα σκόρπιες κάτι άλλες φωτογραφίες του ευνοούμενου του γέρου – μια με το ασημί του σορτς και μια άλλη όπου ήταν ολόγυμνος, ξαπλωμένος μπρούμυτα πλαί σε μια πισίνα, μ’ ένα κοκτέιλ στο χέρι. Ο γέρος ξάπλωσε ανάσκελα, με τα πόδια ανοιχτά και το καθαρό, απρόσμενα ερεθισμένο μικρό πραγματάκι ορθωμένο σαν κεραία ανάμεσα στο θύσανο από μαύρες και γκρίζες τρίχες. Ο Βόσνιος ακούμπησε τα χείλη του στην άκρη κι ύστερα το πήρε ολόκληρο στο στόμα του. Ο γέρος βόγκηξς. «Τα δόντια. Πρόσεχε τα δόντια», είπε.
«Οκέι», απάντησε μπουκωμένος ο Βόσνιος, με το πέος ακόμη στο στόμα του. Προσπαθούσε να βρει τη σωστή γωνία, κι έκανε λίγο πίσω για να δει μήπως ήταν καλύτερα έτσι.
«Μη σταματάς, σε παρακαλώ. Μια χαρά τα πας»

Νταν Ρόουντς: Τιμολέων Βιέτα, γύρνα σπίτι (Ωκεανίδα)

Τετάρτη, Ιουνίου 25, 2008

No 536

Image Hosted by ImageShack.usDarold Perkins (ΗΠΑ)

«Το θύμα ήταν γκέι, και λένε ότι ο Κάλσμπερι έγινε θηρίο όταν ο άλλος τού την έπεσε. Μας έχουν στις ειδήσεις γι’ αυτό που έγινε. Φριχτό. Για σκέψου το κακόμοιρο το παλικάρι.»
Ο Γκας σφύριξε. «Άγριο πράμα να σκοτώσεις άνθρωπο.» Ο Γκας σώπασε για λίγο, και σωπάσαμε κι εμείς.
Η Μόργκαν με κοίταξε. «Χαντ, πώς θα ‘νιωθες εσύ αν σου την έπεφτε ένας άντρας; Θα σ’ ενοχλούσε;»
«Ούτε που μου ‘χει περάσει απ’ το μυαλό.»
«Ε, ας σου περάσει τώρα» είπε.
«Μάλλον θα κολακευόμουν» είπα και σήκωσα τους ώμους μου.
«Τι θα ‘λεγες;»
«Δεν ξέρω» είπα. «Φαντάζομαι, το ίδιο που θα ‘λεγα κι αν μου την είχε πέσει γυναίκα. “Όχι, ευχαριστώ.”»
Η Μόργκαν έκοψε λίγο ψωμί απ’ τη φρατζόλα και το ‘βαλε στο πιάτο της.
Ο Γκας με αγριοκοίταξε.(…)
Η Μόργκαν μαλάκωσε λιγάκι.
«Εντάξει, ρε καουμπόη. Αυτό θα ‘λεγες. Πώς θα ‘νιωθες, όμως;»
Στάθηκα στο τραπέζι, στρίβοντας το ανοιχτήρι. «Δεν ξέρω, για να είμαι ειλικρινής. Δε μου ‘χει συμβεί ποτέ. Δεν ξέρω κανέναν ομοφυλόφιλο. Δηλαδή …μπορεί και να ξέρω, αλλά να μην ξέρω ότι είναι. Εδώ καλά καλά δεν ξέρω αν οι μισοί γνωστοί μου είναι ετεροφυλόφιλοι. Κι ούτε θέλω να ξέρω.» Έβγαλα το φελλό. «Όπως και να ‘χει, για ν΄ απαντήσω στην ερώτησή σου, δεν ξέρω. Σου είπα: μάλλον θα κολακευόμουν.»
«Εγώ γνώρισα μερικούς στη φυλακή» είπε ο Γκας. «Με τρόμαζαν.»
.
Percival Everett: Πληγωμένοι (Πόλις)

Τετάρτη, Ιουνίου 18, 2008

No 535

Image Hosted by ImageShack.usGeorge Wagner (Αυστραλία)

Ό,τι αγάπησα στην Καρδίτσα ήταν ο Αργύρης. Τι κι αν υπήρχε λανθάνουσα ερωτική επιθυμία; Αυτό που εκφραζόταν πάντως ήταν τρυφερότητα, μια φιλία εκρηκτική, ανεπανάληπτη. Δεν μου ξανά ‘τυχε, φίλος, να μπαίνει στον κήπο του σπιτιού του και να τα κάνει όλα ρημαδιό για να μου χαρίσει ένα σπουδαίο μπουκέτο’ ούτε να παρατήσει την γκόμενα που μόλις είχε ψήσει για νά ‘ρθει μαζί μου σε μια α[‘ τις ατελείωτες εκείνες βόλτες, τις ξελαρυγγιαστιές απ’ τα ευαίσθητα τραγούδια του Χατζιδάκι (Σωρός τα γράμματα όταν γύρισα στη Σαλονίκη. Μια κανονική ερωτική αλληλογραφία δε θα γέμιζε ολόκληρη βαλίτσα όπως τη γέμισα εγώ με τα απλοϊκά γράμματα του Αργύρη).

Γιάννης Παλαμιώτης: Από το πάρκο στο κενό (Πολύχρωμος Πλανήτης)

Πέμπτη, Ιουνίου 12, 2008

No 534

Image Hosted by ImageShack.usRoss Watson (Αυστραλία)

Ο Σάκης στα δεκαοχτώ του, είχε τα πιο υπέροχα μάτια που έχω δει σε αγόρι. Μάτια που αλλάζουν από γαλάζια σε σκούρα μπλε και σε γαλαζοπράσινα, ανάλογα με το φως που πέφτει πάνω τους. Μάτια που οι περιστάσεις σε κάνουν να υποδύεσαι χαμαιλεοντικά όταν ο περίγυρος αλλά κι ίσια σου η οικογένεια δε λέει να κατανοήσει αυτό που συμβαίνει μέσα σου παρά θέλει μόνο να πιστεύει ότι τα δικά της φρονήματα είναι κατά κανόνα και χωρίς εξαίρεση και δικά σου. Ο Σάκης ήταν ο μόνος μαθητής που βρήκε το κουράγιο να σκύψει να με φιλήσει στο στόμα. Εκείνο το αδέξιο, πρώτο φιλί που το στέλνεις κι ό,τι πιάσει: τα μισά πάνω χείλη, τα μισά κάτω, λίγο στο πλάι. Σαν να θες να μπογιαντίσεις τον πιο εντυπωσιακό πίνακα που ζωγραφίστηκε ποτέ και έμφυτα ξέρεις ότι έχεις το ταλέντο να το κάνεις αλλά μόλις πιάσεις την τέμπερα στα χέρια σου γλιστράει λίγο χρώμα από δω, σου ξεφεύγει λίγο παραπάνω απ’ την άλλη και τελικά το αποτέλεσμα δεν είναι όπως το φανταζόσουν. Όμως σ΄ αρέσει γιατί είναι το προσωπικό σου απόκτημα, η δικά σου φαντασία που παίρνει σάρκα και οστά. Έτσι ξώφαλτσα με φίλησε κι εκείνος, σαν μεταμοντέρνος πίνακας, περίεργα χυμένος στους χρωματισμούς, δυναμικός και τολμηρός σε εικαστικότητα, ανεξάρτητος σε υπόσταση.

Ιωσήφ Αλυγιζάκης: …και κάτι πολύ προσωπικό (Πολύχρωμος Πλανήτης)

Τετάρτη, Ιουνίου 11, 2008

No 533

Image Hosted by ImageShack.usWarwick Beecham (Αυστραλία)

Με τέτοιες σκέψεις κατέβηκα στην καμπίνα μου, έβγαλα το πορτοκάλι από την τσέπη μου και το έδωσα στον Πατ.(…)
«Κύριε υποπλοίαρχε», είπε ο Πατ. «σ’ ευχαριστώ πολύ για το πορτοκάλι.»
«Αγόρι μου», είπα, «σου φέρνω καλά νέα.»
«Τι νέα, κύριε υποπλοίαρχε;»
«Δεν είναι ανάγκη να πας στην πλώρη.»
Το κοκαλιάρικο, άχαρο πρόσωπο φωτίστηκε:
«Θα μείνω, εδώ, κοντά σου, κύριε Γιένσεν;»
«Όχι», είπα, « αυτό είναι αδύνατο.»
«Σ’ αγαπάω πολύ, κύριε υποπλοίαρχε. Θέλω να μείνω εδώ. Δεν μπορώ να μείνω μαζί σου;»
Το πορτοκάλι κύλησε στο χαλί. Ο Πατ ανακάθησε στο κρεβάτι και τύλιξε τα μπράτσα του γύρω από τον λαιμό μου:
«Υποπλοίαρχε Πέντερ! Υποπλοίαρχε Πέντερ! Άσε με να μείνω κοντάσου! Δεν έχω πού να πάω.»

Γιενς Μπιερνέμπου: Καρχαρίες (Μέδουσα)

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2008