Παρασκευή, Δεκεμβρίου 16, 2005

No 247

ΔΥΟ ΑΓΟΡΙΑ

Τα δυο παιδιά φορούσαν μπλε εργατικές στολές.
Τα μάγουλά τους ροδαλά και άτριχα τα στήθια.
Μόνο τα χέρια τους είχαν σκληρύνει απ΄ τη δουλειά.
Καθίσανε στο καφενείο ανάμεσα σε κρότους από πούλια.
Βλαστήμιες των χαρτοπαικτών και ιταμές παραγγελίες.
Χαμογελούσαν λίγο αδέξια αλλά τρισχαριτωμένα
(σα να ζητούσανε συγγνώμη που ήταν τόσο όμορφα τόσο διακριτικά…)
Ανέβασαν ταυτόχρονα στα χείλη τα ποτήρια με το κρύο νερό. Στο γκαρσόνι φέρθηκαν ήπια κ’ ευγενικά.
Ανάμεσα στο σαματά και τις φωνές ο χρόνος είχε σταματήσει.
Σηκώθηκαν να φύγουνε κ’ όπως τα ρούφηξε η νύχτα
Τότε ευθύς αγκαλιαστήκανε και φιληθήκανε στο στόμα.

Νίκος Σπάνιας: Το μαύρο γάλα της αυγής (Οδός Πανός)

8 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Seigneurs, vous plait-il d’ entendre un beau conte d’ amour et de mort ?

Όλες οι επιθυμίες είχαν φουσκώσει στα σαρκώδη χείλη του.
Κοιτάχτηκε αδιάφορα στον καθρέφτη.
Υπήρχε κάτι το αρπαχτικό κι όμως ποιητικό
τρωτό στην κίτρινή του όψη.
Μια τρυφερότητα μωλωπισμένη.
Τα μαλλιά του θύμισαν επανάσταση.
Οι ράχες των χεριών του λείες ήσαν
σα λούστρο κόρας φουρνιστού ψωμιού
σχεδόν υγρές σχεδόν... ένας έφηβος όχι αρωματισμένος
όχι επιτηδευμένος αλλά μυρωμένος μονάχα από το αίμα του.
Οι θαυμαστές του μορφωμένες καρακάξες.
Τ’ όνειρο ήταν φουτουριστικό
τροχοί σε τροχούς και ρόδες χρώματα που καπνίζαν
καμπύλες υδρατμών μαύρα σακάκια πέτσινα σαν τις
αυλαίες μεσαιωνικών θεάτρων…
Η ζωή είναι μια υπόθεση που ρέει μες τις φλέβες.
Τεζάρουν σπάζουν
και χύνεται μια ουσία ακαθόριστη
μια υδαρής ουσία
ένα γάλα που δεν βγαίνει από βυζί.
Πώς είναι το γάλα της αυγής;
Ποιο είναι το γάλα της αυγής;

Ν.Σ.

κ.σ. είπε...

Γράμμα στο Μιχάλη Κατσαρό

Οι κούρκοι κρώζουν
μια χρυσή και οργυαία φτερούγα αετού
πάνω απ’ το κεφάλι μου είσαι σύ.
Όρνεο και Ποιητής,
αρτοποιός και μέθυσος –
Μικκύλος («Παναγιά μου ένα παιδί!»).
Οι ελαφροί δεν θα μας λένε ελαφρούς
αλλά ελαφρόμυαλους,
δηλαδή πως πια δεν τά ‘χουμε τετρακόσια.

Σου γράφω από ένα εβραίικο τσαρδί
της Νέας Υόρκης ή Νεοβόρακου,
Με μεγαλήγορο πομφολυγώδες ύφος,
ενόσω οι Νέγροι έξω απ’ το παραθύρι μου
(επί τόπων επιχολέρων)
βγάζουν ωρυγές ενθουσιασμού
(έξω απ’ το παραθύρι μου).

Τι έγινε η ταχύπτερη φήμη φίλε μου;

Θυμάσαι; μου ψιθύριζες «Νίκο μου! Νίκο!»
όταν εγώ πάντα λουτροχαρής
και τσίτσιδος γύριζα το κεφάλι αλλού
επιζητών κυρίως τα ψεκτά σε όσα παρατηρούσες.
Έσβησε η σπίθα της ζωής
όμως οι δυο μας στη Σταδίου κάποτε
είμαστε φρενίτις σχεδόν ερωτική
φθάνουσα μέχρι παραφροσύνης
μεθώντας από κέφι και αντικρύζοντας
το υψηρεφές μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.

Δειλός εγώ

Δεν κατεβαίνω να σε δω
Κι η δείλη εσκοτίσθη...

N.Σ.

κ.σ. είπε...

Με αφορμή την σύμπτωση των δύο διαδοχικών καταχωρήσεων του ReyCorazόn, με τα ποιήματα του Νίκου Σπάνια και του Λουκά Θεοδωρακόπουλου, ας θυμηθούμε την κοινή περιπέτεια στην οποία ενεπλάκησαν οι δύο λογοτέχνες όταν στο περιοδικό "Αμφί", που διηύθυνε ο πρώτος, δημοσιεύθηκε ένα ποίημα του δεύτερου, που θεωρήθηκε ότι προσέβαλε την αιδώ.
~~~~~~~~~~~~

Από το περιοδικό 10%, τ.12, Οκτώβριος 2005

Τον Νοέμβριο του 1980, το περιοδικό δίνει και κερδίζει μια μεγάλη μάχη: Αθωώνεται πανηγυρικά από την κατηγορία περί ασέμνων, βάσει της οποίας η αστυνομία είχε προβεί σε κατάσχεση του τεύχους Β2 (καλοκαίρι 1979). Τα «άσεμνα» αφορούσαν ένα ερωτικό ποίημα του Νίκου Σπάνια και τον... Ερμή του Πραξιτέλη που το εικονογραφούσε. Η υπόθεση διεθνοποιήθηκε προκαλώντας ένα πρωτοφανές κύμα αλληλεγγύης: Γκέι διαδηλώσεις έξω από πολλές ελληνικές πρεσβείες, διαμαρτυρίες εγχώριων και ξένων προσωπικοτήτων και κομμάτων, ένορκη κατάθεση τεσσάρων Γάλλων καθηγητών φιλοσοφίας και του ψυχαναλυτή Φελίξ Γκουαταρί, καθώς και πάνω από 2000 υπογραφές συμπαράστασης (ανάμεσά τους οι Βιργινία Τσουδερού, Χάρις Αλεξίου, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Γιώργος Βέλτσος, Θάνος Μικρούτσικος, Νίκος Νικολαΐδης, Κώστας Τσαρούχας, Λιάνα Κανέλλη, Μαρία Φαραντούρη, Μανούσος Μανουσάκης, Ελένη Βακαλό, Ασαντούρ Μπαχαριάν). Συνήγοροι του περιοδικού ήταν οι Κατερίνα Ιατροπούλου, Τάκης Παππάς και Θεόδωρος Πάγκαλος.

(συμπλ. πληροφοριών από άρθρο του Ηλ. Κανέλλη στην εφημ. ΤΑ ΝΕΑ/11.6.05)

Κ.σ.Μ. είπε...

Από την Οδό Πανός, τ. 58, Νοέμβριος 1991:

Γράφει ο Μιχάλης Μοίρας

O Μπωντλαιρικός Νίκος Σπάνιας, αυτός ο «δαιμονόπληκτος» καί προικισμένος ποιητής της ξενιτιάς, γεννήθηκε στήν Αθήνα τό 1924, από γονείς Ζακυνθινούς. Σπούδασε μουσική καί ξένες γλώσσες. Αποφοίτησε από τό Γυμνάσιο τού Πειραιά καί κατόπιν παρακολoύθησε μαθήματα στήν Ανωτάτη Eμπορική Σχολή. Eκανε τή μετάφραση τού δράματος τού Tennessee Wi1liams "O Γυάλινος Κόσμος" καί, μέ υποτροφία της Αμερικανικής Κυβέρνησης, ήρθε στίς Η.Π.Α. στίς 6 Σεπτεμβρίου 1952 καί φοίτησε στό Πανεπιστήμιο τού Ohio. Αρίστευσε ανάμεσα σέ 1.250 ξένους καί Αμερικανούς στή «Σύγχρoνη Αμερικανική Λογοτεχνία». Επίσης αποφοίτησε από τήν American Academy οf Dramatic Arts της Νέας Υόρκης. Ύστερα, ήρθε μιά σειρά από ελεύθερα επαγγέλματα: δημοσιογράφος, μεταφραστής, ταμίας, σωφέρ, πλασιέ, σκηνοθέτης, μπάρμαν, φορτηγατζής σέ νταλίκα, μάγερας τρία χρόνια σέ γαλλικό καί ιταλικό εστιατόριο. Σκηνοθέτησε πολλά αμερικάνικα θεατρικά έργα πού ανέβηκαν σέ διάφορες σκηνές. Εξέδωσε τίς ποιητικές συλλογές "Ποιήματα της Τρίτης Λεωφόρου" (Νο. 1, 2, 3) καί αλλες στήν Αθήνα καί μετέφρασε Rimbaud, Andre Gide καί αλλους Ευρωπαίους καί Αμερικάνους λογοτέχνες καί ποιητές. 'Εγραψε αρθρα γιά τό θέατρο, τόν κινηματογράφο καί τήν ποίηση.

Όταν τόν πρωτογνώρισα, τό 1975, έμενε στούς 51 Δρόμους, στό κέντρο τού Μανχάταν, στό κτίριο 245 West Art. 211. Εκείνον τόν καιρό, συζούσε μέ τόν Chris, τόν oποίο αποκαλούσε θετό γιό του. O Σπάνιας, επανειλημμένα μού μίλησε γιά τή ζωή του, μού είπε ότι τόν Chris (πολωνικής καταγωγής), τόν είχε γνωρίσει σ' ένα γραφείο κοινωνικής περίθαλψης. Διάβαζε τους "New Υork Times" καί τού έκανε εντύπωση γιατί τό γραφειο ήταν γεμάτο από αγράμματους Μαύρους καί Πορτορικάνους. Πρίν τό πιοτό, ό Chris ήταν ένα ωραίο παιδί 21 χρόνων. Ο Σπάνιας τόν αγαπούσε πολύ και τού εΙχε μεγάλη αδυναμία.

Άρχισε λοιπόν, νά μού μιλάει γιά τό παρελθόν του. Κάποτε, πού ζούσε στό Χάρλεμ, σωστότερα στό Ισπανικό Χάρλεμ, τό Εl Βarrio όπως τό λένε οι Πορτορικάνοι (πoύ ήταν φτηνά τά νοίκια καί εύκολο τό ψωνιστήρι), έζησε δώδεκα χρόνια. Στό σπίτι του έρχονταν τότε κι έμεναν πολλοί φιλοξενούμενοι, μα κανένας απ' όλους αυτούς δέν τόν αγάπησε όπως ό Chris. Εκείνη τήν περίοδο, εγραψε καί τά "Ποιήματα τής Τρίτης Λεωφόρου". Μού έλεγε, ότι τίς νύχτες σεργιάνιζε στήν 42η Οδό μήπως καί βρει κανένα ομορφόπαιδο. Τότε ζούσε μέσα σ' έναν καθημερινό εφιάλτη τρέλας καί πυρετού. Kυλιόταν στά κρεβάτια μέ τούς νεαρούς, έπαιρνε ναρκωτικά κι έκανε μιά βίαιη καί πολυποίκιλη ζωή ανάμεσα σέ ναρκωμανείς. Είχε μάλιστα ερωτευτεέ ένα γαλανομάτη Γερμανοεβραίο. (Αργότερα εκείνος τον εγκατέλειψε, φεύγοντας απ' τό σπίτι). Συζούσανε σ' ένα σεσημασμένο διαμέρισμα τό 4C (τό αριθμόγραμμα τού διαμερίσματος του στο Ισπανικό Χάρλεμ), πού 'χε τύχει νά γίνει καί άσυλο γιά τόν κάθε αδέσποτο νέο.

Εκείνη τήν περίοδο, ο Σπάνιας ήθελε νά γνωρίσει προσωπικά τόν Άλλεν Γκίνσμπεργκ, πού κατοικούσε τότε στή δυτική πλευρά του Γκρίνουιτς Βίλλατζ, όχι μακριά από τό σπίτι τού ‘Ωντεν (άλλο κέντρο διερχομένων, κι αυτό). Ο Ελληνοαμερικανός ποιητής Θεοδόσης Άθας, τόν όποιο αγαπούσε κι εκτιμούσε ο Σπάνιας, είχε βαλθει νά μεταφράζει μέ πεισμα κι ευσυνειδησία στά ελληνικά τό "Ουρλιαχτό" τού Γκίνσμπεργκ. Ο Γκίνσμπεργκ γνωστός σάν ομοφυλόφιλος ποιητής πού 'παιρνε ναρκωτικά, είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στό Σπάνια πού τόν θαύμαζε γιά τήν ποίησή του. Έλεγε μάλιστα, ότι σ' αυτό τόν παράλογο κόσμο πού ζούμε, ο καθένας έχει τίς αδυναμίες του καί τά τρωτά του σημεία.

Οί λογοτεχνικές σχέσεις λοιπόν, τού Σπάνια μέ τόν Άθα, εκεί στή βουερή Τρίτη Λεωφόρο, ήταν παράξενες, αβρές κι άλλοτε είχαν μιά δεσποτική έπαρση. Πολλές φορές όμως πού ξέσπαγαν σέ καυγά (κι αυτό γινόταν από τίς αγεφύρωτες διαφορές πού είχαν - αν καί υπήρχε αμοιβαία αγάπη μεταξύ τους), ό Θεοδόσης Άθας τόν αποκαλούσε «Σταφιδοκλέφτη καί κλεφτοκοτά της Ζακύνθου», «Τρανό διαφθορέα της νιότης, πατριώτη εγωιστή, φιλόθρησκο θεομπαίχτη, φιλορθόδοξο αδικητή, αυταπάρνητο πλεονέχτη, λαοπλάνο καί ονειδιστή, πλάνο της χήρας - μά προπαντός τού ορφανού - μεγαλόσχημο υποκριτή» καί άλλα πολλά. Ο Νίκος Σπάνιας, όμως, ήταν τέτοιος άνθρωπος; Μπορεί. Εγώ ωστόσο, πού τόν γνώρισα από κοντά, διαπίστωσα, ότι μπορεί μέν νά είχε όρισμένα από τά παραπάνω, αλλά ήταν επίσης κι ένας άνθρωπος πάντα πρόθυμος καί ξέχειλος συναισθηματικά, ενας ποιητής ζωντανός, εγκάρδιος, διψασμένος διαρκώς νά μάθει γιά πρόσωπα καί πράγματα πού αφορούσαν τήν Ελλάδα.

Εκείνα τά δύσκολα χρόνια, πού ζούσε στήν Τρίτη Λεωφόρο, μετέφραζε καί τό ποιητικό έργο τού Ρεμπώ "Μιά Εποχή στήν Κόλαση". Ξενυχτούσε, μετέφραζε, έγραφε πυρετωδώς καί δέν κοιμόταν σχεδόν καθόλου, παρά βυθιζόταν σ' ένα τρικυμιώδες άγχος καί σέ μιά παράφορη νευρική ύπερένταση πού τόν συνέτριβε ψυχή τε καί σώματι. Όταν κάποτε γινόταν ψυχικό ράκος, έπεφτε στό κρεβάτι του κατάκοπος. Ξαφνικά, πεταγόταν επάνω καί ξανακαθόταν στό γραφείο του, γράφοντας πάλι από τήν αρχή ορισμένα ποιήματα. Ήταν πολύ αυστηρός καί μοχθούσε νά βρεί τίς κατάλληλες λέξεις πού θά ταίριαζαν στήν έλληνική μετάφραση, γιά νά μην αλλοιώνεται τό νόημα.

Κάποια περίοδο, συζούσε στό 4C μ' έναν Πορτορικάνο πού τόν λέγανε Enrique (παρατσούκλι: Κούκο) Alvarado, στόν οποίο αφιέρωσε τό ποίημα: Amor, no te vayas sin mi, πού περιέχεται στό βιβλίο "Ποιήματα της 3ης Λεωφόρου" (αρ. 3). Πολλές φορές μέ τόν "Κούκο" ξαφρίζανε τά μεγάλα καταστήματα Macy, Bimbels, Bloomingdale, Alexander κ.α.

Μαζί του έπαιρνε ναρκωτικά - κυρίως ηρωίνη. Τά ναρκωτικά, όπως ισχυριζόταν ο ίδιος, τά πήρε γιά νά εξουδετερώσει αυτήν τήν Difficulte d' etre... Υποστήριζε μάλιστα, πώς η έπίδρασή τους είναι ευεργετική καί οι τυχόν δυσκολίες καί συγκρούσεις οφείλονταν στήν ισχύουσα νομοθεσία. Εν πάση περιπτώσει, γιά νά μήν πολυλογώ, η υγεία του εκείνη τήν εποχή είχε κλονιστεί σοβαρά από τήν κατάχρηση ναρκωτικών... Ώσπου κάποτε, ήρθε αντιμέτωπος μέ τό θάνατο. Καί νά πώς συνέβη τό κακό: Τόν καιρό εκείνο, δούλευε μπάρμαν κι έβγαζε πολλά λεφτά κι ο Άθας, πού δέν είχε φράγκο, ήταν φιλοξενούμενός του, όπως κι ο Κώστας Ταχτσής. Είχανε ένα λυκόσκυλο πού τό λέγανε Lobo (ισπανικά: λύκος) καί μάδαγε τό τρίχωμά του. Όταν ο Εnrique ήταν έτοιμος νά τόν τρυπήσει του έπεσε ή σήριγγα απ' τά χέρια στό χαλί καί κόλλησε μιά τρίχα απ' τό μαλλί του σκύλου στήν αιχμή τής βελόνας. Τήν τράβηξε μέ τά βρώμικα δάχτυλά του καί μολύνθηκε ή οπή καί έπαθε πνευμονικό οίδημα.

Στό νοσοκομείο ο Σπάνιας πάλεψε καρτερικά μέ τό θάνατο. Μάλλον κατάφερε κι επέζησε. Ο Άθας από πολύ καιρό πρίν τόν ικέτευε νά κόψει τά ναρκωτικά, γιατί θά τόν κατέστρεφαν. Μόλις ο Σπάνιας βγήκε απ' τό νοσοκομείο, πήρε μιά μεγάλη απόφαση καί τά σταμάτησε. Μερικοί από τούς φίλους του πίστεψαν ότι ο Άθας ήταν έκείνος πού τόν επηρέασε καί τόν παρακίνησε νά τά κόψει. Αλλά ή αλήθεια δέν ήταν αυτή. Στήν πραγματικότητα, ο ίδιος ο Σπάνιας αποφάσισε ν' αλλάξει τρόπο ζωής. Όταν, τέλος, πέθανε ο Θεοδόσης Άθας, ο Νίκος Σπάνιας στίς 26 του Μάη 1974, διάβασε στήν κηδεία του έναν επικήδειο πού ο ιδιος εlχε γράψει. Από τότε, ανέλαβε ο ίδιος, μέ τό φιλολογικό ψευδώνυμο Ζαννής Ζακυνθινός, τό ραδιοφωνικό πρόγραμμα: "Ελληνική Φωνή τής Νέας Υόρκης" τό οποίο προηγουμένως επιμελείτο ο Άθας.

Ο Νίκος Σπάνιας υπήρξε ένας από τούς σημαντικότερους ποιητές τής πνευματικής ομογένειας, μέ μεγάλο ταλέντο, πού ξεχώριζε διακριτικά. Η παρουσία του στά ελληνικά γράμματα, ανάμεσα στούς ομογενείς τής ελληνικής παροικίας της Νέας Υόρκης, ήταν σημαντική καί τού έδινε μιά λαμπρή υπόσταση καί μεγάλο κουράγιο γιά καινούργιες πνευματικές έξορμήσεις.

Ο Νίκος Σπάνιας, υπήρξε ο Έλληνας ποιητής της ξενιτιάς. Όλοι, όσοι τόν γνωρίσαμε, θά τόν θυμόμαστε νά πλανιέται ανάμεσά μας ή μνήμη του σάν τό «Μεθυσμένο Καράβι» τού Ρεμπώ, πού ταξιδεύει μέσα στό χρόνο...

Αθήνα, 5.5.91
~~~~~~~~~~~~

[σημ: η αντιγραφή του κειμένου προέρχεται από σάρωση και ως εκ τούτου διατηρείται ο τονισμός του πρωτοτύπου]

Κ.σ.Μ. είπε...



Αν ο καιρός ήταν κουρέλι
Αν ήταν η περίσταση πιο βολική
Αν η συγκατάβαση φορούσε ένα λευκό σεντόνι
Αν ήταν το καφενείο δροσερό σαν ενυδρείο
Αν ο καφές δεν ήταν τέλεια πικρός
Αν δεν ήταν πράσινο και μαύρο το φαρμάκι
Αν οι σφαίρες του μπιλιάρδου δεν έκαναν κρα-κρα σαν πολυβόλο
Αν ο σερβιτόρος δεν είχε βρώμικα νύχια
Αν η ταμίας δεν έτριβε τ’ απόκρυφά της
Αν οι τριβάδες έπεφταν σ’ ένα κρεβάτι βότσαλα
Αν ο ωραίος έφηβος δεν έφευγε μόλις άναψε το τσιγάορ

Αν ήσουν ό,τι δεν ήσουν
Αν ήμουν ό,τι δεν ήμουν

*

Παραλλαγή πάνω σ’ ένα ποίημα του STEFAN GEORGE

To αγόρι μου γύρισε από κλίμα τροπικό.
Μπρούτζινο κι εξαντλημένο.
Η όψη του μια χρυσή μάσκα.
Οι κόρες των ματιών του διεσταλμένες.
Τα σγουρά του τσίνορα είχαν κόκκους αλάτι
σαν χιόνι του καλοκαιριού.

Άχνιζαν τα ρουθούνια του:
Mε φίλησε με τα τρομώδη χείλη του.
Μου ζήτησε να πιει νερό.
Άνοιξε το ψυγείο και έτρεμε το χέρι του.
Στην κίνησή του μάντεψα κυκλώνες.
Καβάλλησε τα κύματα.
Πλάγιασε με γυναίκες.
Προχώρησε στην πόρτα και κοντοστάθηκε.
Δεν ήταν ο ίδιος που με φιλούσε κάθε βράδυ
χρόνια τώρα.
Κάτι είχε αλλάξει ριζικά στο σώμα του.
Με καληνύχτισε και πέρασε στων τροπικών
τη σκοτοδίνη.

Καβάλλησε τα κύματα.
Πλάγιασε με γυναίκες.


(δύο ποιήματα του Νίκου Σπάνια από την Οδό Πανός - τ.27, Νοέμβριος 1986.)

K.σ-Μ. είπε...

Σπουδή

Για να βγάλει χνούδι το ροδάκινο
για να ψηλαφήσω το χρόνο
για να καλμάρουν τα κύματα
και να βλέπω στο βυθό ναυάγια
να μου γνέφουν με χρυσά μάτια
για να στάξει η στιγμή σαν κόμπος από μέλι
για να κυλήσουν δυο καρδιές απ’ την πλαγιά
παραβγαίνοντας η μία με την άλλη
για ν’ απλωθεί σα γάζα το μαύρο χρώμα τ’ ουρανού
και το μυτερό χαλάζι να γελάσει
για ν’ αντηχήσει η κραυγή σαν αυλός μαγεμένος
για να πιω το γάλα του προσώπου σου
θα πρέπει να σταθείς γυμνός
αγνάντια στο παράθυρο
χαμηλώνοντας με συστολή το βλέμμα σου
στο πέος σου που ορθώνεται ανεξάρτητα από σένα
που ορθώνεται ανεξάρτητα από μένα
κι είν’ έτοιμο οσονούπω
να μας περάσει στην αντίπερα όχθη...

Νίκος Σπάνιας


(από χειρόγραφό του που δημοσιεύθηκε στην Οδό Πανός- τ.27, Νοε. 1986

K.σ-Μ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
K.σ-Μ είπε...

Ακόμη και νερό

Δεν θάχη φως. Θα φωσφορίζη
η λευκή σου σάρκα στο σκοτάδι!..
Η κίνησή μου θετική θα κατεβάση
την κουρτίνα σαν ένα παραπέτασμα...

Σειρήνες κ' υδραντλίες θα ορύωνται
αδιάκοπα κάτω στη λεωφόρο
κ’ η άσφαλτος θ’ αστραποβολά
με μαύρα αναρίθμητα μάτια !
Ολόκληρο το σώμα σου θ’ αφήση
τ' αποτύπωμα του στο πλατύ κρεββάτι...

Δε θάχη σημασία ποιος πρώτος
θα σηκωθή για να ντυθή απ'τους δυο μας’
όποιος κι αν είναι, θα κατεβή ήσυχα
ήσυχα τις σκάλες’ οι σκοτεινοί όγκοι
δεν θα διαγράφωνται πια σαν απειλές’
τα φώτα των προβολέων θα σου δίνουν
μια γλυκειά απαλή ώθηση - και θα
ποδηλατής χαμογελώντας στον αέρα!
Μια θάλασσα θα τραβηχτή αργά-αργά
απ'την καρδιά σου.
Ακόμη και νερό
θα πίνεις μ' ηδονή και κλείνοντας
τα μάτια ο Χρόνος θα σκύβη
πάνω σου σα φίλος μ' ένα γεράνι
κόκκινο!..

*

Αγάπη μου...

Αγάπη μου, πόσο μ' εξημερώνεις!.. []
Είσαι το δέντρο
Που σκορπά τη βροχή στο κεφάλι μου
είσαι το κλειδί
που σπα πάνω στη δεύτερη στροφή
η φωνή σου
κυλά σαν ασημένιο νόμισμα
σε μια καμπή
είμαι μαζί σου στ' αυτοκίνητο
μα νιώθω να τραβιέμαι αστραπιαία πίσω
όπως αυτά τα δέντρα που πανικοβάλλονται.


(τα παραπάνω ποιήματα του Νίκου Σπάνια είναι από τον τρίτο τόμο, της “Ανθολογίας της Νεοελληνικής Γραμματείας”, του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη – εκδ. Τα Νέα Ελληνικά, 1972)