Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2005

No 246

ΟΡΕΣΤΗΣ (απόσπασμα)

Μια λέξη ερωτική μένει πάντα κλεισμένη στο στόμα μας, ανείπωτη,
σαν ένα χαλίκι στο σανδάλι μας ή και ένα καρφί΄ βαριέσαι
να σταθείς , να το βγάλεις, να λύνεις τα κορδόνια σου,
ν’ αργοπορείς΄- σ’ έχει κυριεύσει ο μυστικός ρυθμός της πορείας
πιότερο απ’ την ενόχληση του χαλικιού, πιότερο
απ’ την επίμονη υπενθύμιση της κούρασής σου,
της αναβλητικότητας σου΄ κι είναι ακόμη
κάποια μικρή, αγκαθωτή αναγάλλια κι αναπόληση
που τούτο το χαλίκι το κρατάς από ακρογιάλι αγαπημένο,
από σεργιάνι ευχάριστο με ωραίους διαλογισμούς, με υδάτινες εικόνες,
όταν ακούγονταν απ΄ το παραθαλάσσιο καπηλειό οι κουβέντες των καπνεμπόρων
μαζί με το τραγούδι των θαλασσινών και το τραγούδι της θάλασσας
μακριά, μακριά, χαμένο, κοντινό, ξένο, δικό μας.

Γιάννης Ρίτσος: Ορέστης (Κέδρος)

2 σχόλια:

κ.σ. είπε...

«...Το ξέρεις –ψιθύρισε– εκείνο/ που επιζεί του θανάτου σου είναι αυτό που στερήθηκες στη ζωή σου»
Γιάννης Ρίτσος

* * * * * *

Πώς γίνεται
οι άλλοι να ορίζουν λίγο λίγο τη μοίρα μας, να μας την επιβάλλουν
και μεις να το δεχόμαστε; πώς γίνεται μ' ελάχιστα νήματα
κάποιων δικών μας στιγμών να μας υφαίνουν
ολόκληρο το χρόνο μας, τραχύ και σκοτεινόν, ριγμένον
σα καλύπτρα απ' το κεφάλι ως τα πόδια μας, σκεπάζοντας
ολόκληρο το πρόσωπό μας και τα χέρια μας, όπου αποθέσανε
ένα άγνωστο μαχαίρι -ολότελα άγνωστο- και να φωτίζει
με τη σκληρή του λάμψη ένα τοπίο, όχι δικό μας
αυτό το γνωρίζω... όχι δικό μας!

Από τον “Ορέστη”

κ.σ. είπε...

Kάθε φορά το ίδιο λάχτισμα
από άλλο πόδι.
Πώς άντεξαν τα σαντάλια του Ορέστη
σε τόσες πέτρες
τόσα αγκάθια
κι εσύ
σε τόσο όνειρο
όταν ραγίζει πια ο καθρέφτης
και ξημερώνει νεκρά στη λεωφόρο

(ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ – τ.91, Δεκ.1995: Επτά ανέκδοτα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου)