Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2007

No 419

Image Hosted by ImageShack.us

Του Αγίου Βαλεντίνου

Αν ήμαστε στο τραίνο
Θησείο – Πειραιά
θα σου ‘βαζα στο χέρι
δυο λόγια τυχερά

Κι αν έπεφτε και χιόνι
εδώ στην Άνω Δάφνη
θα μπαίναμε στο «PONY»
ο κόσμος να μας ψάχνει.

Κι όπως θα ‘πεφτε η βροχή
για φαντάσου φορτωμένους
όλους τους ερωτευμένους
σε μια τσίγκινη σκεπή.

Κι από πάνω ι Θεός
με τον Άγιο Βαλεντίνο
σ’ αγαπώ και δε σε δίνω
κανενός…

Αν είχαμε για σπίτι
ετούτα τα φιλιά
ποιος θα ‘γραφε τραγούδι
πως είμαστε αγκαλιά.

Κι αν έβγαινε φεγγάρι
ψηλά στη Μεσογείων
ποιος θ’ άντεχε να πάρει
το δρόμο των Αγίων.

Λίνα Νικολακοπούλου: Ολογράφως (Φιλ. Νάκας)

1 σχόλιο:

K.σ-Μ. είπε...

Αποσπάσματα από συνέντευξη της Λίνας Νικολακοπούλου στην Κρυσταλία Πατούλη και τον Λουκά Καρνή.

(εξ αντιγραφής από το περιοδικό DNA – τ.1, Δεκέμβριος 1997)

Οι πιο ισχυρές εκρήξεις βρίσκονται ανάμεσα σε στίχους,στροφές, σιωπές και νότες. Βλέπεις, οι μεγάλες αλήθειες δεν λέγονται. Τραγουδιούνται...


- Πότε συνέβη η πρώτη φυσική επαφή σου με τo τραγoύδι;

Λ.Ν.: Ξεκινά από ηλικία 5 ετών. Θυμάμαι ότι όπου βρισκόμουν τραγουδούσα. Είχα και ένα ραδιοφωνάκι που το είχα δέσει με σύρμα στο ποδήλατό μου κι έτσι γύριζα τα Μέθανα, όπου και έμεινα μέχρι την τρίτη δημοτικού. Μου έκανε συντροφιά εκεί δίπλα στη θάλασσα, μέσα στην απόλυτη ησυχία. Απολάμβανα αυτό που μου συνέβαινε, αυτή τη σχέση μου με τη φύση. Το γεγονός ότι είχα βρεθεί εκεί από την Αθήνα μου είχε χαρίσει και τις δύο εικόνες, οπότε το να ονειρεύομαι κάτι άλλο δεν χρειαζόταν. Είχα και την πόλη και την φύση μέσα μου. Από εκείνη την παιδική ηλικία πήρα τα στοχεία που δεν με εμπόδισαν ποτέ μετά να πάω παντού. Και να μπορώ να κατανοώ όλες τις ζωές. Στην παιδική μου ηλικία είχα ήδη πάρει τις αφορμές για όλη την κατοπινή μου στάση ζωής. Σε αυτήν χρωστάω τις δύο μου πλευρές.

- Σε ποιους ήχους είχες αδυναμία;

Λ.Ν.: Σαν πρώτη επαφή μού έκλεβε την καρδιά το λαϊκό τραγούδι (γέλια). Μάθαινα όλους τους στίχους απέξω. Τραγουδούσα όπου κι αν βρισκόμουν και μεγάλη μου εμμονή ήταν “Το δικό μου πάπλωμα είναι για δύο άτομα”. Είχα παρακαλέσει τους γονείς μου να μου το πάρουν σε 45άρι δισκάκι... Αυτό και το “μείνε αγάπη μου κοντά μου σου μιλάω για καλό...” (αρχίζει το τραγούδι) “θα με συνηθίσεις και θα μ’ αγαπάς”. Ήταν τα δύο τραγούδια που άκουγα το βράδυ πριν κοιμηθώ.

- Τα έκανες εικόνα, τα σκηνοθετούσες;

Λ.Ν.: Καμία σχέση. Τα χόρευα. Μην κοιτάς τη δική σου γενιά, τότε δεν υπήρχε καν ο όρος βιντεοκλίπ. Ήταν, πώς να στο πω, σαν να τρώγαμε ένα καρπούζι. Τόσο πυκνό ήταν το σήμα μέσα μου που το έτρωγα σχεδόν με την καρδιά μου. Συγκεντρωνόμουν στις εικόνες γύρω μου, τους ήχους και έκανα το γλέντι μου...

- Ποια ήταν η πιο ωραία εικόνα εκεί στα Μέθανα;

Λ.Ν.: Το τελευταίο καράβι που έφευγε από τον Πόρο για τον Πειραιά. Το πέρασμά του. Ήταν n μαγικότερη στιγμή της ημέρας. Μετά το σφύριγμά του ένιωθα ότι τελειώνουν όλα. Η επικοινωνία τελείωνε. Ήξερα ότι η μαγεία τελείωνε, ότι είναι ένα πράγμα που δεν διαρκεί. Το καράβι έχει φύγει κι εσύ έχεις μείνει πίσω. Και όταν υπάρχει μεγάλος ορίζοντας κρατάει ώρα ο αποχωρισμός. Αυτό με μαρκάρησε. Και σε αυτην την εικόνα χρωστάω το στίχο «την ώρα που σιδέρωνε, της ήρθε πως ξημέρωνε και σφύριζε καράβι» από το «Σίδερο». Μετά τόσα χρόνια, τώρα αποτύπωσα αυτό το συναίσθημα...

[…]

Λ.Ν. : Από μικρή ήθελα να απολαμβάνω αυτό που ζω, ήθελα να είμαι κοντά σε ό,τι έλεγε η καρδιά και το μυαλό μου. Είναι καταπληκτικό όμως πώς αυτό το παιδί που θυμάμαι εγώ, που ήταν όλη μέρα έξω στο δρόμο, στις γιορτές, στα μαζικά γεγονότα, μέσα στους ανθρώπους, τις καλημέρες, τις χαρές και τα ρέστα στα 13 του έγινε το αντίθετο! Σαν αυτή η ανάγκη να γυρίζω έξω να γύρισε σε ψάξιμο μέσα μου. Και τότε ξεκίνησα να διαβάΖω παρά πολύ.

- Ποιες ήταν οι πρώτες σελίδες που διάβασες;

Λ.Ν. : Ξεκίνησα με τον Καζαντζάκη -από την «Ασκητική» και το «Ταξιδεύοντας»- και μετά με μια καταπληκτική ευκολία πέρασα στους υπερρεαλιστές.

- Λίγο παράδοξο για ένα κορίτσι στην αρχή της εφηβείας της.

Λ.Ν. : Εμένα μου φαινόταν φυσιολογικό όλο αυτό. Δεν υπήρχε τίποτα που να σε περιορίζει εκεί μέσα, υπήρχαν μέσα τους πάρα πολλά χρώματα και αυτήν την αφαιρετική αποτύπωση την κατανοούσα. Άσχετα αν αυτό που καταλάβαινα ήταν υποκειμενικό. Σημασία, πάντως, έχει ότι καταλάβαινα..

[...]

Λ.Ν.: Είχα ανάγκη να εκφράσω ό,τι είχα ζήσει. Όταν έγραψα “Το καλοκαίρι θα 'ρθει στην ταράτσα του Βοξ» έκαιγα ολόκληρη. Όλα όσα ήταν μέσα μου διάχυτα βγήκαν σε μια σύνταξη. Όλη μου η ζωή μπροστά μου σ' ένα χαρτί. Και αποφάσισα. “Φύγε, Στέλλα, θα μείνω εγώ”

- Γιατί τόση αυτοδιάθεση;

Λ.Ν. : Γιατί αυτή η διαδικασία για να αποδώσει καρπούς, για να αξιωθείς να πάρεις την υγρασία από τα μάτια του άλλου, να τον αγγίξεις, προϋποθέτει τη σταύρωσή σου. Όπως όταν έγραφα το “Μαμά γερνάω”. Καθόμουν εδώ στο καθιστικό και μέσα κοιμόταν ο Σταμάτης. Μόλις είχαμε γυρίσει μεθυσμένοι, «χα, χα, χα». Είχα γράψει το πρώτο κουπλέ και έψαχνα το δεύτερο. Έφερνα, λοιπόν, στο μυαλό μου όλες εκείνες τις στιγμές που με είχαν πονέσει. Όμως το ακριβό ραντάρ μέσα μου, σαν τη ζυγαριά των κοσμηματοπωλών, ήξερε και περίμενε το αληθινό διαμάντι του πόνου. Κι εγώ έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, μέχρι που αυτό που έβγαλα από το βάθος δεν το άντεξα. Και είπα «αυτό είναι, λοιπόν. Αυτό πρέπει να πω. Αυτό που δεν αντέχω». Αν νομίζει κανείς ότι μπορεί να αναδυθεί κάτι χωρίς έκρηξη ή χωρίς θάνατο κάποιου άλλου πράγματος, κάνει λάθος. Πρέπει κάτι να δώσεις χωρίς τσιγκουνιά, για να βγει στο φως... Κάτι πρέπει να κάψεις...

- Υπάρχει κάτι τόσο ιερό που δεν θα άγγιζες μέσα από τους στίχους σου;

Λ.Ν. : Την ιερότητα της κόλασης. Τα ένστικτο και τις δυνάμεις που ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει. Αυτά φωτίζονται δύο στιγμές. Την ώρα που τα πρωτοσυλλαμβάνεις και την ώρα που τα νικάς. Τότε μόνο πρέπει να τα εκθέσεις, να τα εξαγνίσεις. Αυτό το έκαναν κάποιοι μεγάλοι, όπως ο Ντοστογιέφσκι. Για μένα όμως δεν έχει φτάσει ακόμη η ώρα να το πειράξω, να φανερώσω τον εσωτερικό μου Άδη. Όμως, δεν το ξεχνώ...

[...]

- Ζωή, θάνατος. Ο έρωτας πότε έγινε παραδοχή;

Λ.Ν. : Πάντα έμπαινα στη δίνη τoυ, αλλά είχα και το νου μου (γέλια). Πρέπει να έχει κανείς εμπιστοσύνη ότι αυτό είναι ένα κεφάλαιο σπουδαίο. Αλλά ΕΝΑ. Βλέπω την κούραση των ανθρώπων όταν διαδέχεται ο ένας έρωτας τον άλλο, χωρίς αυτοί οι έρωτες να είναι όλοι αληθινοί. Όταν βλέπεις το σενάριο να επαναλαμβάνεται πρέπει να αναρωτηθείς μήπως είσαι σε λάθος κινηματογραφική αίθουσα με λάθος συμπρωταγωνιστές σε λάθος διανομή. Και τότε να αναζητήσεις μέσα σου τι συμβαίνει. Δεν πρέπει να περιμένουμε τα πάντα από αυτήν την κατάσταση. Και όταν κάτι τελειώνει, πρέπει να έχουμε τn δύναμn ν' αγαπήσουμε αυτό που ζήσαμε μαζί, αυτό που καταλάβαμε για τους εαυτούς μας. Να πάμε κάπου αλλού χωρίς σκοτωμούς... Γιατί, ναι, σίγουρα πάμε κάπου.

- Πού;

Λ.Ν. : Ξεκινάμε ένα ταξίδι σαν να δίνουμε όρεξη στον εαυτό μας να παρακολουθήσει ξανά ένα άλλο σχολείο, να αισθανθούμε τnv ανάγκn να πληροφορnθούμε και άλλα πράγματα. Και να συναντnθούμε με τον αληθινό χρόνο. Με τη στιγμή εκείνη που ανακαλύπτουμε το κομμάτι το οποίο θα συμπλnρώσει το παζλ που μπορεί να φτιάχνω όλn την υπόλοιπη περίοδο ζωής.

- Όταν είμασrε συνεπείς με τov εαυτό μας...

Λ.Ν. : Όταν με τn σωστή κίνnσn, τη σωστή στιγμή, επιλέξεις εκείνο το καθαρό κομμάτι που θα σε φέρει αντιμέτωπο με το βέβαιο, το οποίο πάντα γνώριζες πως υπήρχε, απλά δεν το είχες μπροστά σου ολοκλnρωμένο. Και όλα τα άλλα ήταν το ταξίδι για να το βρεις. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι τώρα αρχίΖουν και αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους διττά. Και σαν εξωτερικά ερεθίσματα και σαν εσωτερική πραγματικότnτα. Και έχω κάνει αρκετή δουλειά εκεί, έχω δώσει με το να γράφω και να περιγράφω τα συναισθήματα, τις σκέψεις. Πιστεύω στη συνέπεια. Όποιος για κάποιον απίστευτα οδυνηρό λόγο δεν είναι συνεπής με τον εαυτό του περνάει κόλαση.

- Η έμπνευση από πού προερχόταν;

Λ.Ν. : Η καθnμερινότητα ποτέ δεν έπαψε να είναι για μένα αφορμή για έμπνευση. Με συγκινεί το γεγονός ότι δεν σταμάτnσα ποτέ να την αντέχω και να θέλω να τnς δώσω τιμή. Με συγκλονίζει το χαμόγελο που βγαίνει σε έναν άνθρωπο μετά την επίγνωση της δυσκολίας σ' αυτή τη ζωή, φέροντας εκείνο το κρυμμένο τραύμα που έλεγα στη «Σωτnρία τnς Ψυχής» και οι άλλοι έλεγαν ότι δεν καταλάβαιναν. Συγκλονίζομαι με τους απλούς ανθρώπους και τα μεγάλα έργα τους. Όπως και με τους μεγάλους ανθρώπους όταν τους βλέπεις να είναι εργάτες σ' αυτό που κάνουν. Όταν είναι έτοιμοι να σε ακούσουν με σοβαρότητα, να σε διδάξουν, είναι παρόντες χωρίς ρόλους.