Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2006

No 256

Ξεκουμπώνει ως κάτου το βρακί του, τη χουφτώνει, τη βγάζει, τεντωμένη και σπαρταριστή. Το ίδιο κάνει κι ο άλλος, μη φανεί δειλός, έτσι συντροφικάτα. Τις κοιτάζουν, καθένας τη δική του. Ύστερα ο ένας του αλλουνού. – Μεγάλη που την έχεις. – Αμ’ η δικιά σου’ κι είναι και πιο χοντρή’ χωρίς καθόλου χαλινό’ να’ όπως κι η δικιά μου’ τις παίζουμε; εσύ τη δικιά μου κι εγώ τη δικιά σου’ θα ‘ναι πιο μερακλίδικα. – όχι’ δε μου ‘ρχεται’ είναι αμαρτία. – Τι αμαρτία; δεν την παίζεις ποτέ σου; - Ναι, αλλά μονάχος, στα κρυφά. – Σαχλαμάρες. τι μονάχος, τι μ’ έναν άλλο; Κι εμείς είμαστε φίλοι. δεν θα το πούμε πουθενά. απλώνει πρώτοις το χέρι του, του τη χουφτώνει, ξεθαρρεύεται κι ο άλλος. Του την πιάνει κι αυτός. Δε μιλάνε. Δεν κοιτιούνται. Κοιτάει ο ένας του αλλουνού. Λαχανιάζουν. Θέλουν να φωνάξουν, δεν ξέρουν τι’ κάτι δυνατά, πολύ δυνατά’ να βουίξει το πάρκο, να μαζευτεί κόσμος, κι αυτοί ν’ αναληφθούν απλησίαστοι, ασύλληπτοι, οι δυο τους μόνοι, μόνοι, μόνοι, ολόκληροι, αθάνατοι, ως τη μέγιστη στιγμή της έκρηξης, και πια δεν ξέρεις τι θα επακολουθήσει κι ούτε έχει σημασία, γιατί αυτή η στιγμή είναι όλος ο χρόνος, έξω απ’ το χρόνο, και το μόνο που θέλουν είναι να φωνάξουν όλη τη συγκεντρωμένη σιωπή και ν’ ακουστούν πέρα, παντού, ούουου, ούουου, λόγια συναγμένα απ’ τους δρόμους, απ’ τις ταβέρνες, απ’ τα μπορντέλα, τα πιο αισχρά, τα πιο άγια, ποτές δεν τα’ αρθρώσανε, κι είναι πετρωμένα μέσα τους, βράχια, ε, ωρέ ντουνιά, στην κορυφή του καυλιού μου σε σηκώνω, χύνω μέσα σου, νόημα σου δίνω, κόκκινο’ μα κείνη ακριβώς τη στιγμή μια βαμμένη γυναίκα περνάει’ σκεπάζει ο καθένας με την παλάμη του το δικό του πέος’ ντροπαλοσύνη’ τους πέφτει’ μαλακώνει’ – ε, κοπελιά δεν έρχεσαι κατά δω; - δεν πηδιόσατε μόνοι σας, θα βολευτείτε καλύτερα. Και φεύγει. Και ξαφνικά βραδιάζει.
.
Γιάννης Ρίτσος: Ίσως να ‘ναι έτσι (Κέδρος)

2 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 9 Oκτωβρίου 2005

Ο Γιάννης Ρίτσος ξαναδιαβάζεται χωρίς τις σκιές της πολιτικής και των αποσιωπήσεων

[...]
Το διεθνές συνέδριο που πραγματοποιήθηκε αυτές τις μέρες στην Αθήνα για τον ποιητή, και πρότεινε νέες προσεγγίσεις και ερμηνείες, μπορεί να πυροδοτήσει μια ευρύτερη συζήτηση που θα φτάσει στον κόσμο που διαβάζει και αγαπά την ποίηση – και θα ξανασυστήσει έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές μας.

Αυτό που στερήθηκε ο Ρίτσος στη ζωή του, στα εξήντα χρόνια που υπηρέτησε την ποίηση ως ο «πρώτος χειρώνακτας ποιητής», ήταν η ουσιαστική ανάγνωση του έργου του ως όλου, μέσα από τις αντιθέσεις και τις συνθέσεις, τις αντιφάσεις και τις υπερβάσεις του.
[…]
Γίνεται ο βάρδος της Αριστεράς, ένα κομμάτι της ποίησής του τίθεται απευθείας στην υπηρεσία της, είναι ο «απαρηγόρητος παρηγορητής του κόσμου». Ανεπαίσθητα, μέσα στην παραφορά της αντιπαράθεσης, συντελείται έτσι μια μείζων μετατόπιση, στη σκιά της οποίας θα διεξάγεται πια η συζήτηση για την τέχνη του Γιάννη Ρίτσου: στη θέση του πολυσήμαντου, αντιφατικού ποιητικού υποκειμένου τίθεται ένα κατ’ επίφασιν μονοσήμαντο πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο. Ο ποιητής γίνεται εικόνισμα και το σώμα της ποίησής του διαμελίζεται για να ευλογήσει τις τάσεις και τις σκοπιμότητες.
[…]
Σήμερα, ο κουρνιαχτός από τις μάχες του αιώνα που πέρασε έχει καταλαγιάσει. Μπορούμε επομένως να διαβάσουμε τον Ρίτσο από την αρχή, με άλλα μάτια, μακριά από τους διχασμούς και τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, ακολουθώντας τις ίδιες τις οδηγίες του: «Απομακρύνεται/ για να είναι πιο κοντά,/ να βλέπει καλύτερα».
[…]
Η ιστορική αισιοδοξία του κομμουνιστή αίρεται κάθε στιγμή από τα πάθη του ανθρώπου και ο ποιητής, στο τέλος πια, αποκαλύπτεται: το Εικονοστάσιο μπορεί να διαβαστεί ως μια εκ βαθέων εξομολόγηση, αλλά και ως μια συγκαλυμμένη ποιητική: διαβάστε μέσα από τις γραμμές όλα εκείνα που έκρυψα, γιατί δεν θέλησα ή δεν μπόρεσα να φανερώσω.

Τιτικα Δημητρουλια

κ.σ. είπε...

Φαίνεται ότι η επανανάγνωση του ογκωδέστατου λογοτεχνικού έργου του Γιάννη Ρίτσου, έχει ήδη αρχίσει. Η αμήχανη σιωπή ετών, έχει δώσει τη θέση της στις αντιδράσεις, ενώ τα μισόλογα και οι ψίθυροι, έχουν αντικατασταθεί με δειλές και έμμεσες –πλην σαφείς– δημόσιες αναφορές. Είναι αναμενόμενο ότι οι σχετικές συζητήσεις θα επεκταθούν και θα πυροδοτήσουν έντονες αντιπαραθέσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους - και όχι μόνον. Και όσο βέβαιον είναι ότι θα διαρκέσουν πολλά χρόνια, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι οι αγκυλώσεις και οι προκαταλήψεις, που στοίχειωναν το έργο του και τροφοδοτούσαν την ερμηνεία του και το παραμόρφωναν, υποχωρούν και η επανεκτίμηση του θα επιτρέψει στον ποιητή να «συνομιλήσει» –μετά θάνατον- και με ένα άλλο κοινό εκτός από αυτό που ο εγκλωβισμός του στην αριστερά, του είχε ορίσει.

Στην περίπτωσή του συνέβη το αντίθετο από ό,τι είχε συμβεί με τον Καβάφη. Η αριστερά, ομογνωμώντας με την εμπαθή και ομοφοβική κριτική του Μαλάνου, είχε υποδεχθεί το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή με έντονο αρνητισμό. Η κριτική του Τσίρκα και το βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου «12 ποιήματα για τον Καβάφη» ανέτρεψαν την αδιαλλαξία της και την «ανάγκασαν» να επενεκτιμήσει το έργο του. Μένει να δούμε τι θα κάνει με τον ποιητή της «Ρωμιοσύνης».