Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006

No 354

Image Hosted by ImageShack.usJuan Soriano (Μεξικό)

Λίγες μέρες αργότερα ρίχτηκε στο κυνήγι του εισπράκτορα Μωχάμετ ελ-Αντλ, και μέσω αυτού, η Αλεξάνδρεια θα γινόταν η Ιδανική Πόλη του (…)
Στη φλογερή πολιορκία του Μωχάμετ από τον Φόρστερ ο φόβος έδινε το «παρών», όπως παραδέχτηκε, όταν έθιξε το θέμα αυτής της σχέσης στη Φλόρενς στις 29 Μαϊου 1917: «Έχω πέσει με τα μούτρα σε μια ανησυχητική μα πολύ ωραία σχέση». Όμως, τα έβαζε με τον εαυτό του και έλεγε πως δεν ήταν κακό να φοβάται, γιατί ο «ο φόβος είναι ένα συναίσθημα» που πρέπει να αντιμετωπίζεται με ειλικρίνεια’ εξαχρειωτική ήταν η πίεση της συνήθειας και των κοινωνικών συμβάσεων που ήθελαν στανικά να τον κάνουν να αισθάνεται διαφορετικά από αυτό που πραγματικά ένιωθε. Αυτός ήταν ο κόσμος που είχε γνωρίσει στην Αγγλία, ο κόσμος της μητέρας του, στον οποίο παρέμενε παιδί. Τρεις μέρες αργότερα, αναφερόμενος ξανά στον Μωχάμετ, ανακοίνωσε στη Φλόρενς το πέρασμα του σε μια νέα διάσταση: «Πρώτη φορά αισθάνομαι ώριμος άνδρας».(…)
Ο φόρστερ μπορεί να χάρισε ευτυχία στις αδελφές Σλέγκελ υπό την μορφή του σιωπηρού γάμου τους στο Χάουαρντ Έντ, ωστόσο η δική του ανάγκη για εκπλήρωση παρέμεινε μεταμφιεσμένη και ανικανοποίητη’ ούτε και έδωσε χάρη στον εαυτό του γράφοντας τον Μωρίς, το καταφανέστατα ομοφυλοφιλικό μυθιστόρημά του.

Μάικλ Χάαγκ: Αλεξάνδρεια. Η πόλη της μνήμης. Φόρστερ, Καβάφης, Ντάρρελ (Ωκεανίδα)

5 σχόλια:

Artois είπε...

Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και πολιτικό πορτραίτο της Αλεξάνδρειας κατά την εποχή της ακμής της. Μέσα από ημερολόγια, επιστολές και συνεντεύξεις ο Michael Haag, συγγραφέας, φωτογράφος και εκδότης, σκιαγραφεί τη χαμένη ζωή της πολυπολιτισμικής αυτής πόλης, τους κοσμοπολίτες κατοίκους της και τους λογοτεχνικούς της χαρακτήρες. Τρεις από τους λογοτέχνες που συνδέθηκαν με την ιστορική πόλη της Αιγύπτου, είναι ο Βρετανός E. M. Φόρστερ (βλ. καταχωρήσεις Νο. 106 & 107), ο δικός μας Καβάφης (βλ. καταχωρήσεις 63 έως 68 & 143 έως 147) και ο Αγγλοιρλανδός Λώρενς Ντάρρελ της Κέρκυρας και του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου. Γι αυτούς η Αλεξάνδρεια υπήρξε η πόλη που διήγειρε την φαντασία τους, τους έδωσε έμπνευση και επηρέασε αποφασιστικά τη ζωή και την αισθητική τους.

Για τον Φόρστερ η Αλεξάνδρεια σήμανε τη χειραφέτησή του από την αυταρχική μητέρα του και από τα διαβρωτικά ήθη της μεσαίας τάξης της Μεγάλης Βρετανίας. Σήμανε επίσης τον έρωτα και τη σχέση του με έναν οδηγό τραμ, μία σχέση που μετέφερε κρυπτικά στο «Πέρασμα στην Ινδία». Για τον Καβάφη, που ήταν η γενέτειρά του, υπήρξε η πόλη των μύθων, των εικόνων και των σεξουαλικών συναντήσεων που συμβόλιζε ένα ποικίλο κόσμο εννοιών τον οποίο τόσο επιτυχώς μετέτρεψε σε παγκόσμια υψηλή ποίηση.

Το βιβλίο, πέρα από μία σύνθετη βιογραφία των τριών λογοτεχνών, καταγράφει και την ιστορία περίπου τεσσάρων συναρπαστικών δεκαετιών της πόλης με τις αναφορές στο πολιτικό και κοινωνικό φόντο της εποχής: Το βαμβάκι, ο ρόλος της Ελλάδας στην περιοχή, ο Ρόμμελ και η εκστρατεία του στην έρημο, ο σιωνισμός, ο «βρετανικός λέων», οι κοσμικοί κάτοικοι μιας, μάλλον ανεκτικής, και ιστορικά ενδιαφέρουσας μεσογειακής πόλης, όλα είναι εδώ. Ο Michael Haag έχει γράψει ένα εξαιρετικά ευφυές βιβλίο για το τέλος μιας ιδιαίτερης εποχής.

K.σ.Μ.

(πηγές amazon.com κ.ά.)

Artois είπε...

Aπό το site του Ηριδανού:


……ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ Η ΠΟΛΗ ΜΑΣ; Τι συνοψίζεται σ' αυτή τη λέξη: Αλεξάνδρεια; Σαν σε μια αστραπή το μάτι της μνήμης μου δείχνει χίλιους δρόμους πνιγμένους μέσα σε σύννεφα σκόνης. Οι μύγες και οι ζητιάνοι την κατέχουν σήμερα - κι εκείνοι που περνούνε μια ενδιάμε­ση ζωή, μεταξύ αυτών των δυο.

Πέντε φυλές, πέντε γλώσσες, μια ντουζίνα θρησκείες: πέντε στόλοι που αυλακώνουν τα νερά ρίχνοντας τις λιπαρές τους ανταύγειες πίσω από τον λιμενοβραχίονα. Αλλά υπάρχουν περισσότερα από πέντε φύλα και μονάχα η ελληνική δημοτική φαίνεται πως μπορεί να τα ξεχωρίζει. Η σεξουαλική τροφή, που δεν έχεις παρά ν' απλώσεις το χέρι για να την αδράξεις, εκπλήττει με την ποικιλία και την αφθονία της. Ωστόσο δεν θα μπορούσες να την πάρεις αλλιώς από αυτό που είναι. Οι συμβολικοί εραστές του ελεύθερου ελληνικού κόσμου εδώ έχουν αντικατασταθεί από κάτι διαφορετικό, κάτι λεπτότατα ανδρογυνικό, κλειστό στον εαυτό του. Η Ανατολή δεν μπορεί να χαρεί τη γλυκιά αναρχία του σώματος - γιατί βρίσκεται πέρα από το σώμα. Θυμάμαι τον Νεσσήμ που κάποτε έλεγε - θαρρώ πως κάπου θα το ’χε διαβάσει - πως η Αλεξάνδρεια ήταν το μεγάλο πατητήρι του έρωτα, όσοι του ξέφευγαν ήσαν οι άρρωστοι, οι μοναξιασμένοι, οι προφήτες - όλοι τέλος εκείνοι πού έχουν πληγωθεί βαθύτατα στο φύλο τους.
.

ΛΩΡΕΝΣ Ντάρρελ - Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (μτφρ. Αιμ. Χουρμούζιος, εκδ. «Γρηγόρη»)


Οι πόλεις είναι οι συγγραφείς τους. Μέσω του λογοτεχνικού αντικατοπτρισμού τους, οι πόλεις μάχονται την υστεροφημία και τη σκιά τους. Κι αναγκάζουν πολλές φορές τον ενεστώτα χρόνο να λογοδοτεί ως ανεπαρκής και λίγος, καθώς αμήχανα διασχίζει τους ίδιους δρόμους που περπάτησε το μυθολογημένο παρελθόν…

Χωρίς τον Καβάφη, τον Φόρστερ και τον Ντάρρελ, η σύγχρονη Αλεξάνδρεια θα ζούσε με στραμμένο το λογοτεχνικό της βλέμμα, αποκλειστικά στην άνυδρή της ενδοχώρα. Απογυμνωμένη από το μύθο της, θα αφυδατωνόταν, θα μαράζωνε, θα της έλειπε η ζωογόνα πνοή του κοσμοπολιτισμού της. Ούτε ο Καβάφης όμως, ούτε και ο Ντάρρελ θα μπορούσαν αλλού, σε άλλον τόπο, να κυνηγήσουν τόσο επιδέξια τα προσωπικά τους φαντάσματα και να συγκατοικήσουν τόσο αρμονικά με την δύστροπη και δύσκολη ιστορική συγκυρία που τους σημάδεψε.

Ο συγγραφέας επιστρέφει τελικά στην πόλη που γέννησε το έργο του, το μεγαλύτερο μερίδιο από τη «δάνεια έμπνευση» που εκείνη του εκχώρησε.. Ένα μικρό μέρος «χάνεται» πάντα στις προσωπικές οφθαλμαπάτες που γεννά η συμβιωτική του σχέση μαζί της. Αυτό το μέρος είναι ίσως και το πιο δελεαστικό για τους αναγνώστες. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν η πραγματική Αλεξάνδρεια ήταν περισσότερο ή λιγότερο γοητευτική από την πόλη που είδαμε και αγαπήσαμε με τα μάτια της γραφής του Ντάρρελ ή του Καβάφη. Η Αλεξάνδρεια-σύμβολο, η Αλεξάνδρεια-μύθος ανήκει τόσο στην ιστορική πραγματικότητα, όσο και στη λογοτεχνική οφθαλμαπάτη που είδαν στα νερά και στην έρημό της, οι συγγραφείς της.

Πέντε φυλές και άλλα τόσα φύλα συνυπήρξαν στην Αλεξάνδρεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο και άφθαστο χαρμάνι, που πάτησε κυριολεκτικά πάνω σε μια αδιάλειπτη ιστορία εθνικών προσμίξεων και βίαιων ιστορικών αλληλουχιών. Ο κοσμοπολιτισμός: το αντίπαλο δέος στην κρατούσα μετάφραση της έννοιας «παγκοσμιοποίηση».

Ο κοσμοπολιτισμός προϋπέθετε την ελεύθερη συναλλαγή και επικοινωνία των εθνικών διαφορών. Την αποδοχή της φυλετικής διαφορετικότητας αλλά και την λειτουργική της ενσωμάτωση στην οικονομική και πολιτισμική διαδικασία μιας ζωής σχεδόν πάντα με θέα τη θάλασσα.

Αιγυπτιώτες, Έλληνες, Ιταλοί, Εβραίοι, 'Αγγλοι, Γάλλοι, -ένα αλεξανδρινό αμάλγαμα που παρήγαγε και κατανάλωνε μια κουλτούρα υπερεθνική, ιδιαίτερη, διατηρώντας παράλληλα την εθνική ταυτότητα του κάθε μέρους του.

Μια αγγλική ταινία στους αλεξανδρινούς κινηματογράφους την εποχή της κοσμοπολίτικης ακμής της πόλης, παρουσιάζονταν πάντα με γαλλικούς υποτίτλους, ενώ στο πλάι της οθόνης, «έτρεχαν» οι αραβικές και ελληνικές μεταφράσεις της.

Ο Μάικλ Χάαγκ, στο βιβλίο του Αλεξάνδρεια (εκδόσεις Ωκεανίδα) δημιουργεί μια εξαιρετική τοπιογραφία, καταγράφοντας τις τελευταίες αναπνοές μιας πόλης-μύθου, που λειτούργησε το διάλογο της διαφοράς, πριν εντοιχιστεί στον εθνικό μονόλογο και στην εσωστρέφεια. Το ενδιαφέρον εδώ, στο βιβλίο του Χάαγκ, είναι πως η καταγραφή αυτή γίνεται μέσω των τριών συγγραφέων που μετέφεραν την πόλη στο έργο τους, με πίστη και δύναμη: Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ, Κωνσταντίνος Καβάφης, Λώρενς Ντάρρελ.

Η άφιξη του Φόρστερ στην Αλεξάνδρεια το 1915, ανοίγει την αυλαία της αφήγησης. Ο ήδη αναγνωρισμένος συγγραφέας έχει «δραπετεύσει» από το Λονδίνο για να αποφύγει τον πόλεμο αλλά και την αποπνικτική μητρική αγκαλιά, κουβαλώντας ζωντανές τις αναμνήσεις από τα ταξίδια του στην Ινδία. Στην Αλεξάνδρεια θα συναναστραφεί με μια «άλλη χώρα», θα ερωτευτεί έναν νεαρό Αιγύπτιο εισπράκτορα, θα γράψει έναν ταξιδιωτικό οδηγό της πόλης (Ο Φάρος και ο Φαρίσκος), θα γνωρίσει τον Καβάφη και την ποίησή του, θα μπολιαστεί με το αλεξανδρινό σύνδρομο για την υπόλοιπη ζωή του. Δεν θα προλάβει τον ερχομό του Λώρενς Ντάρρελ στην πόλη, το Μάιο του 1941. Ο Ντάρρελ καταφεύγει στην Αλεξάνδρεια με τη γυναίκα του -που σε λίγο θα τον εγκαταλείψει- και την ανήλικη κόρη τους, μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Θα παραμείνει στην πόλη έως το 1945. Στην Αλεξάνδρεια ο Ντάρρελ θα συναντήσει το ιδανικό σκηνικό που αργότερα θα του επιστρέψει να σκηνοθετήσει το μυθιστόρημα- ποταμό που θα τον καθιερώσει (Αλεξανδρινό κουαρτέτο). Εκεί θα ερωτευτεί τη δεύτερη γυναίκα του, θα ζήσει τον πόλεμο και την παρακμή της πόλης, περπατώντας στη σκιά του «γέρου ποιητή» της. Φέρει άλλωστε την Ελλάδα μέσα του, τους ανθρώπους, τους ποιητές και τα τοπία της. Μια δεύτερη Ελλάδα θα συναντήσει και στην Αλεξάνδρεια, όπου η ελληνική κοινότητα αποτελεί θεμελιακό στοιχείο της κοσμοπολίτικης καθημερινότητάς της.

Ο Χάαγκ χρησιμοποιεί τους τρεις συγγραφείς ως διαδοχικούς άξονες για να συγκροτήσει ένα ιδιότυπο χρονικό-πραγματεία μιας 30ετίας (1915-1945). Ο βασικός πρωταγωνιστής στην πραγματικότητα, είναι η ίδια η πόλη, η θαλασσοφίλητη Αλεξάνδρεια. Δεκάδες πρόσωπα συγκροτούν το ψηφιδωτό της ζωής της, λίγο πριν την αποχαιρετήσει ο «θίασος του Διονύσου», λίγο πριν ξεκινήσουν να αποχωρούν κατά κύματα οι αλλοδαποί της ένοικοι και στερηθεί την ποικιλία των χρωμάτων της.

Παρότι το βιβλίο είναι διάστικτο από ιστορίες ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συναντήθηκαν οι δρόμοι τους με αυτούς των τριών συγγραφέων, παραμένει ένα ελκυστικό ανάγνωσμα, χάρη στις συνεχείς ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές αναφορές του Χάαγκ που βοηθούν την πλοκή να ενταχθεί σε μια ευρύτερη ιστορική περιοχή και μεταφέρουν κάτι από το άρωμα των χαμένων χρόνων.

Οι σκηνές από την καθημερινότητα και τα γεγονότα της αλεξανδρινής ζωής, τα καφενεία, τα καταστήματα, οι χώροι διασκέδασης, οι παρέες και τα έθιμα μιας πλούσιας (τουλάχιστον για τους δυτικούς κατοίκους της) πόλης, οι πολυπολιτισμικοί της κώδικες και η μεσογειακή της αύρα, η ελληνική κοινότητα, αλλά και οι ίντριγκες, οι πολιτικές δολοπλοκίες, οι κοινωνικοί συσχετισμοί και τα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων, η αποικιοκρατική υπεροψία απέναντι στον αιγυπτιακό λαό και στην πολιτική του ηγεσία, περιγράφονται από τον Χάαγκ με τον τρόπο ενός έμπειρου ντοκιμαντερίστα.

Το κοσμοπολίτικο σύμπαν της αλεξανδρινής κοινωνίας, παρελαύνει σε όλο του το μεγαλείο από τις σελίδες του βιβλίου ( μαζί του και η ελληνική κοινότητα με τη ζωηρή και επιβλητική της παρουσία στα αλεξανδρινά πράγματα) ενώ για πρώτη φορά παρουσιάζονται κάποιες από τις «πρώτες ύλες» που γέννησαν το έργο των συγγραφέων-αναφορών του. Η Κλέα, ο Βαλτάσαρ, η Ιουστίνη και ο Μαουντόλιβ αναγνωρίζονται σε συγκεκριμένα οικεία πρόσωπα του περιβάλλοντος του Ντάρρελ, ενώ το πολιτικό σκηνικό που περιγράφεται στο Αλεξανδρινό κουαρτέτο εξηγείται μέσα από τις διπλωματικές δραστηριότητες και πολιτικές εμπλοκές του ίδιου του συγγραφέα.

Το φωτογραφικό υλικό που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου δικαιώνει το γιατί η μνήμη ποτέ δεν αναπαύεται ούτε εσωκλείεται φωτογραφικά: παρότι μπορεί και είναι πολύτιμο, γοητευτικό και πλούσιο αποδεικτικό, η Αλεξάνδρεια, η ατμόσφαιρά της, οι μυρωδιές της και οι συμβολισμοί της, παραμένουν αποσυνάγωγοι, διαφεύγουν από την φωτογραφική απεικόνισή τους. Ζωντανεύουν όμως στα βιβλία και στα ποιήματα των παιδιών της.

Τελειώνοντας οφείλουμε να επισημάνουμε τη μεταφραστική εργασία του κ. Δημήτρη Στεφανάκη, ο οποίος χάρισε στο ελληνικό κείμενο ροή και συνοχή, με επιμελή προσοχή στις λεπτομέρειες.


«Όταν λέμε Χρόνος εννοούμε τους εαυτούς μας» έλεγε ο Καβάφης. «Οι περισσότερες αφηρημένες έννοιες είναι απλώς τα ψευδώνυμά μας.[…..] Είμαστε ο Χρόνος.» . 'Αρα και οι πόλεις μας αποτελούν καθρέφτες όχι μόνο της ζωής μας αλλά και των αντικατοπτρισμών της.

Παρασκευάς Καρασούλος

Artois είπε...

Από το bestseller.gr:

Η πόλη-μύθος μέσ' από τους παράλληλους βίους των Φόρστερ, Καβάφη και Ντάρρελ.

"Η Αλεξάνδρεια του Μάικλ Χάαγκ είναι ένα σημαντικό επίτευγμα. Δεν αποτελεί απλώς μια σύνθετη βιογραφία των Φόρστερ, Καβάφη και Ντάρρελ σε σχέση με την πόλη,
αλλά είναι η ιστορία της Αλεξάνδρειας, καρυκευμένη με συναρπαστικές λεπτομέρειες".


-(Καθηγητής Sir Frank Kermode)-

Στα σύνορα της Ιστορίας και του Μύθου, καθημερινή αλλά και κομβικό σημείο της φαντασίας, η Αλεξάνδρεια υπήρξε κάποτε η ενσάρκωση του κοσμοπολίτικου πνεύματος. Οι Έλληνες, οι Ιταλοί και οι Εβραίοι τής έδωσαν το μοναδικό της χρώμα, κι οι συγγραφείς της βρήκαν τον τόνο για να αποδώσουν το συναισθηματικό και ερωτικό φορτίο της ύπαρξής της.
Εκεί στηρίζεται και το εγχείρημα του Χάαγκ, που ξεναγεί τον αναγνώστη στους λαβυρίνθους της των χρόνων του Μεσοπολέμου μέσα από τους παράλληλους βίους των τριών συγγραφέων που έδεσαν τη ζωή και το έργο τους με το όνομα της Αλεξάνδρειας, τον Ε.Μ. Φόρστερ, τον Καβάφη και τον Ντάρρελ.

"Ο Καβάφης πέθανε πριν από το τέλος, το οποίο είχε ήδη προεξοφλήσει η απαισιόδοξη νότα της ποίησής του", λέει ο Μάικλ Χάαγκ. "Ο Φόρστερ σκέφτηκε πως το μέλλον της 'σαν όλες τις άλλες μεγάλες εμπορικές πόλεις είναι αμφίβολο'. Μέχρι την εποχή που ο Ντάρρελ ολοκλήρωσε το Αλεξανδρινό κουαρτέτο, δεν υπήρχε πια... Υπάρχουν όμως ακόμη επιστολές και ημερολόγια και η προφορική μαρτυρία όσων ζουν ακόμα, υπάρχουν και οι δρόμοι, τα τραμ και η καταρρέουσα αρχιτεκτονική της ίδιας της πόλης, και όλα αυτά θυμίζουν τα περασμένα".

Η έκδοση συμπληρώνεται με 26σέλιδο φωτογραφικό παράρτημα με εικόνες από ιδιωτικές συλλογές, καθώς και από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα-φωτογράφου.
~~~~~~~~~~~~

H μετάφραση είναι του Δημήτρη Στεφανάκη

Κ.σ-Μ. είπε...

Από την «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 22 Ιουνίου 2007
Γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Όταν ο Φόρστερ γνώρισε τον Καβάφη
Το χρονικό μιας φιλίας που οδήγησε στη διεθνή αναγνώριση του Αλεξανδρινού


Πάει πολύς καιρός από τότε που το έργο του Κ. Π. Καβάφη έχει πιάσει μία από τις πρώτες θέσεις στον χορό της ποίησης σε διεθνές επίπεδο. Και ο λόγος εδώ δεν είναι μόνο για το συνεχώς διευρυνόμενο αναγνωστικό του κοινό ή για τον συνεχή πολλαπλασιασμό των μελετητών του, αλλά και για το πλήθος των σύγχρονων ποιητών, οι οποίοι σπεύδουν να παίξουν στιλιστικά με το κλίμα και τα πρόσωπά του ή να αναμετρηθούν ποικιλοτρόπως με τα θεματικά του αρχέτυπα. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως τον δρόμο του Καβάφη προς την παγκόσμια σφαίρα τον άνοιξε ο Ε. Μ. Φόρστερ. Σίγουρα, χωρίς τη δύναμη της ποίησής του ο Καβάφης θα έμενε στα μισά της διαδρομής, ό,τι κι αν έκανε ο Φόρστερ. Παρ' όλα αυτά, για να βηματίσει ένας δυνατός λογοτέχνης στην υδρόγειο χρειάζεται πάντα έναν ισχυρό μεσολαβητή. Και αυτόν ακριβώς τον ρόλο ανέλαβε ο Φόρστερ.

Ο τόπος και ο χρόνος της συνάντησης του Φόρστερ με τον Καβάφη είναι εμβληματικός. Πρόκειται για την Αλεξάνδρεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία ο Φόρστερ καταφτάνει το 1915 σε ηλικία 36 ετών, για να απασχοληθεί στην Υπηρεσία Αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη μυθική πόλη, ο Φόρστερ γνωρίζεται με τρεις σημαντικούς τοπικούς παράγοντες: τον Τζορτζ Αντόνιους, Παλαιστίνιο ελληνορθόδοξο, που εργάζεται στη Λογοκρισία και θα δραστηριοποιηθεί τα επόμενα χρόνια ως διπλωμάτης στη Μέση Ανατολή, τον Ρόμπιν Φέρνες, που δουλεύει επίσης στη Λογοκρισία (είναι επικεφαλής της Λογοκρισίας Τύπου) και τον Περικλή Αναστασιάδη, που έχει σπουδάσει στη Βρετανία και είναι ζωγράφος, αλλά και οικονομικός αρωγός του Καβάφη.

Η Λέσχη Μεχμέτ Αλή

Την ιστορία των γνωριμιών του Φόρστερ στην Αλεξάνδρεια αφηγείται με ξεχωριστή δεξιοσύνη ο Μάικλ Χάαγκ στο βιβλίο του «Αλεξάνδρεια. Η πόλη της μνήμης» (μετάφραση Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, εκδόσεις «Ωκεανίδα», 2004), αναζητώντας το σημείο της πρώτης επαφής του Βρετανού μυθιστοριογράφου με τον Καβάφη. Ο Χάαγκ δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει για το ποιος από τους τρεις τον σύστησε στον Αλεξανδρινό (αν και έχει μια τάση να υποπτεύεται τον Αναστασιάδη), αλλά μοιάζει σίγουρος για ένα πράγμα - για το ότι ο Αντόνιους, ο Φέρνες και ο Αναστασιάδης βρέθηκαν μαζί με τον Φόρστερ και τον Καβάφη ένα μαρτιάτικο βράδυ του 1916 στη Λέσχη Μεχμέτ Αλή. Ο Καβάφης είναι τότε 53 ετών, εργάζεται στην Εταιρεία Αρδεύσεων και επιβάλλεται τόσο με το εξαιρετικά φροντισμένο παρουσιαστικό του όσο και με τη διανοητική και καλλιτεχνική του προσωπικότητα, χωρίς να μπορεί να ξεχάσει, όπως κάπως στυφά παρατηρεί ο Χάαγκ, ότι είναι γόνος πλούσιας οικογένειας.

Εξι μήνες αργότερα, ο Φόρστερ θα περιγράψει τον Καβάφη ως το «κορυφαίο μέλος της παρέας» με την οποία γνωρίστηκε στη Λέσχη Μεχμέτ Αλή, ενώ σύντομα θα αρχίσει να επισκέπτεται τον ποιητή στο διαμέρισμά του της οδού Λέψιους. Είναι το ξεκίνημα μιας φιλίας στην οποία θα πάρει με φανερή προθυμία μέρος ο «στοχαστικά ευαίσθητος και γνήσια φιλελεύθερος συνομιλητής του Αλεξανδρινού», όπως έχει περιγράψει τον Φόρστερ ο Γ. Π. Σαββίδης. Τι ακριβώς, όμως, θα προκύψει για τον Καβάφη και την ποίησή του από αυτόν τον τόσο φιλικό, αλλά ουδέποτε ερωτικό (ο ίδιος και ο Φόρστερ υπήρξαν συνειδητοί ομοφυλόφιλοι) δεσμό;

Μόλις μία τριετία μετά την πρώτη τους συνεύρεση, ο Φόρστερ δημοσιεύει στο λονδρέζικο περιοδικό «Athenaeum» το διάσημο σήμερα κείμενό του «Η ποίηση του Κ. Π. Καβάφη» (ο αναγνώστης μπορεί να βρει εύκολα τη μετάφρασή του από τον Γ. Π. Σαββίδη στον τόμο «Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη. Επιλογή κριτικών κειμένων», που κυκλοφόρησε το 1994, με επιμέλεια του Μιχάλη Πιερή, από τις «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης»). Βρισκόμαστε στα 1919 και ο Φόρστερ συστήνει τον ποιητή του στο αγγλοσαξονικό κοινό με μια περιγραφή η οποία θα κάνει έκτοτε πολλές φορές τον γύρο του κόσμου: «Εχει τη δύναμη -και φυσικά τους περιορισμούς- του ανθρώπου που ζει κλεισμένος στον εαυτό του και που, μολονότι δεν φοβάται τον κόσμο, στέκει πάντα σε ελαφρά απόκλιση προς το σύμπαν». Αυτό, βεβαίως, είναι περισσότερο ένα επικοινωνιακό τρικ και λιγότερο μια κριτική και ερμηνευτική θέση.

Υποκειμενικότητα και Ιστορία

Ο Φόρστερ, παρ' όλα αυτά, δεν αρκείται στην αβρότητα της κοσμικής του σύστασης. Μπαίνει βαθιά στο έργο του Καβάφη και αναδεικνύει, παρά τη συντομία του άρθρου του, την πιο βασική του συνιστώσα. Το καβαφικό έργο, σημειώνει προσφυώς ο Φόρστερ, πηγάζει από την πρακτική ζωή και την εμπειρία, αλλά δεν επαναλαμβάνει ούτε αντιγράφει την πραγματικότητα: δημιουργεί, αντιθέτως, έναν βαθύ και ασίγαστο εσωτερικό κόσμο, ο οποίος μας βάζει υποβλητικά στη γεωγραφία του και δονεί κατά τον πλέον ευαίσθητο τρόπο τις συγκινησιακές χορδές μας. Ομως, η καβαφική ποίηση δεν περιορίζεται στην υποκειμενικότητά της - διαθέτει και μιαν αντικειμενικότερη διάσταση, που δεν είναι άλλη από την ώσμωση και την ακαταπόνητη τριβή της με την Ιστορία.

Οσο για την τεχνική επί τη βάσει της οποίας συνθέτει ο Αλεξανδρινός τα ποιήματά του, ο Φόρστερ θα σπεύσει να της αναγνωρίσει έναν στιβαρό ριζοσπαστισμό. Η μορφή και η γλώσσα της καβαφικής ποίησης απομακρύνονται, κατά τον Φόρστερ, από την καταθλιπτική τυραννία του κλασικισμού και κατευθύνονται προς τις λεπταίσθητες (και σαφώς αντιηρωικές και αντιδραματικές) κατακτήσεις της ελληνιστικής λογοτεχνίας. Ο Καλλίμαχος και οι συν αυτώ καθοδηγούν τον Καβάφη στην έκφρασή του και τον βοηθούν να πετύχει στο ακέραιο τους σκοπούς του. Αναθρεμμένος με την αρχαιοελληνική παιδεία, ο Φόρστερ ξέρει πως ανάλογη παιδεία φέρουν και όσοι τον διαβάζουν στο «Athenaeum» - και βιάζεται να την επικαλεστεί και να τη χρησιμοποιήσει, όχι μόνο για να προσελκύσει την προσοχή τους, αλλά και για να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Δεν σκοπεύει, εντούτοις, να κοροϊδέψει κανέναν ως προς το περιεχόμενο και το στιλ της ποίησης την οποία προτείνει. Ο Καβάφης, γράφει, «κινείται πολύ αργά και συγχρόνως πολύ υψηλά». Ως εκ τούτου είναι ένας καλλιτέχνης ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για την εύκολη ομορφιά - ένας καλλιτέχνης, με άλλα λόγια, ο οποίος δεν θα γίνει ποτέ δημοφιλής.

Δεν θα γίνει ποτέ δημοφιλής: είναι, προφανώς, το μόνο στοιχείο στο οποίο αστόχησε ο Φόρστερ στην κριτική του για τον Καβάφη. Ο Καβάφης βρέθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα στην πρώτη γραμμή της διεθνούς ζήτησης και δεν πορεύεται διόλου διαφορετικά και κατά την πρώτη δεκαετία του καινούριου αιώνα. Χάρη, ασφαλώς, στη διορατικότητα και την ανταπόκριση και του Φόρστερ, που του προσέφερε γενναιόδωρα τη δίοδο προς την Ευρώπη και τον κόσμο.

Κ.σ-Μ. είπε...

Aλεξάνδρεια, Καβάφης και Φόρστερ

από το cavafis.compupress.gr:

«Η Ποίηση του Κ.Π. Καβάφη»

«Η Αλεξάνδρεια των ημερών μας είναι κάθε άλλο παρά πολιτεία του πνεύματος.
Θεμελιωμένη πάνω στο βαμβάκι - και στον συναγωνισμό του εμπορίου κρεμμυδιών και αυγών - κακοκτισμένη, κακοσχεδιαμένη, βρωμερή: Πολλά είναι τα τρωτά της και τα περισσότερα από αυτά τα παραδέχονται οι ίδιοι οι Αλεξανδρινοί. Ωστόσο, σε μερικούς από αυτούς, καθώς περπατούν στους δρόμους της, μπορεί να συμβεί κάτι το εξαίσιο - ξαφνικά μπροστά ν' ακούσουν μια φωνή να προφέρει δυνατά μα στοχαστικά τ' όνομά τους, μια φωνή που δεν μοιάζει τόσο να περιμένει απόκριση, όσο να τιμά την προσωπικότητα του διαβάτη... Γυρίζουν και βλέπουν έναν Ελληνα κύριο με ψαθάκι, που στέκει απολύτως ακίνητος σε ελαφρήν απόκλιση προς το σύμπαν. Καμιά φορά τα χέρια του είναι απλωμένα. «Α, ο Καβάφης!...». Ναι, είναι ο κ. Καβάφης που πηγαίνει είτε από το σπίτι του στο γραφείο, είτε από το γραφείο του στο σπίτι. Αν συμβαίνει το πρώτο εξαφανίζεται ευθύς, σχεδιάζοντας μιαν ελαφρή χειρονομία απελπισίας. Αλλιώς μπορεί να πεισθεί ν' αρχίσει μια φράση - μια απέραντη, περίπλοκη αλλά και αρμονική φράση, γεμάτη παρενθέσεις που ποτέ δεν μπερδεύονται και επιφυλάξεις που πράγματι επιφυλάττουν. Μια φράση που προχωρεί με λογική προς το προβλεπόμενο τέλος της, ένα τέλος όμως που είναι πάντα πιο ζωντανό και συναρπαστικό απ' ό,τι είχες προβλέψει. Κάποτε η φράση τελειώνει στη μέση του δρόμου, κάποτε πάλι πνίγεται μέσα στην κίνηση και τη φασαρία των περαστικών και κάποτε συνεχίζεται ως και μέσα στο σπίτι του. Αφορά η φράση αυτή τις πονηρίες του Αυτοκράτορος Αλεξίου Κομνηνού το 1906 ή την τιμή και τις δυνατότητες του ελαιοκάμπου ή την τύχη των κοινών φίλων ή τα μυθιστορήματα του Τζώρτζ Ελιοτ ή και τα Μικρασιατικά ιδιώματα. Διατυπωμένη με ίσην άνεση στα ελληνικά, στα αγγλικά ή στα γαλλικά, παρ' όλο της τον πνευματικό πλούτο και την ανθρωπιά της, παρά την ώριμη επιείκια των κρίσεών της, την νιώθεις ωστόσο να στέκει κι αυτή σε κάποιαν ελαφρήν απόκλιση από το σύμπαν - είναι η φράση ενός ποιητού.

...Τα περισσότερα ποιήματα του Καβάφη είναι σύντομα και ανομοιοκατάληκτα... Μας αποκαλύπτουν έναν όμορφο και περίεργο κόσμο, που πηγάζει από τον κόσμο της εμπειρίας, είναι όμως διαφορετικός από αυτήν. Γιατί όπως συχνά τονίζει ο ίδιος ο Καβάφης, ο ποιητής έχει ακόμα λιγότερο από ό,τι οι περισσότεροι άνθρωποι την ικανότητα να βλέπει «κατ' ευθείαν γραμμήν»:

«Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ την φύσιν λίγο.
Θάλασσα του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη• όλα
ωραία και μεγάλα, φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ' αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα•)
κι όχι κ' εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής».


Είναι ο κόσμος ο εσωτερικός. Κι αφού ο ποιητής δεν μπορεί να ελπίσει πως θα ξεφύγει από τον κόσμο αυτόν, οφείλει με κάθε τρόπο να τον τακτοποιήσει και να τον κυβερνήσει γνωστικά. «Βασίλειό μου είναι ο νους μου» ετραγουδούσεν ο Ελισαβετιανός ποητής και το ίδιο ισχύει και για τον Καβάφη - μόνο που το δικό του το βασίλειο είναι αληθινό, όχι συμβατικό, βασίλειο στο οποίο και ανταρσίες γίνονται και πόλεμοι. Στο ποίημα «Η Πόλις» εκφράζει την τραγωδία εκείνου που δεν εφάνηκε καλός κυβερνήτης και που ελπίζει ν' αφήσει το χάος πίσω του και να κτίσει «μια πόλη άλλη... καλλίτερη από αυτή». Μάταια όμως!

«Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς•
και μέσ' τα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις...
.........................................
Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη τη μικρή, σ' όλη την γη την χάλασες».


Και στην «Ιθάκη» μας φανερώνει μιαν άλλην υψηλότερη τραγωδία - του ανθρώπου που ζητάει τα μεγάλα και τα υψηλά και που στο τέλος ανακαλύπτει πως το τέρμα δεν άξιζε τον κόπο. Σ' έναν τέτοιον άνθρωπο δεν ταιριάζει να θρηνεί. Δεν απέτυχε αλήθεια.

«Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξίδι,
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Αλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες, οι Ιθάκες τι σημαίνουν».


Τα ανωτέρω αποσπάσματα είναι παραδείγματα ενός μόνον τρόπου της Καβαφικής ποιήσεως - του εντόνως υποκειμενικού. Τοπία, πολιτείες και θρύλοι αναδύονται μέσα από την κολυμβήθρα του νου του. Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος στην ποίησή του - ο Καβάφης στέκει σε κάποια απόσταση από το αντικείμενό του και σμιλεύει τη μορφή του με την αντικειμενικότητα ενός γλυπτού. Ερχεται τώρα στο προσκήνιο ο ιστορικός Καβάφης - και είναι αξιοσημείωτο το πόσο διαφέρει η ιστορία του από τη δική μας. Ως και η Ελλάδα προς την οποίαν ατενίζει είναι διαφορετική. Γι' αυτόν αι Αθήναι και η Σπάρτη που τόση σχολικήν αίγλη έχουν για μας, δεν είναι παρά δύο φιλόνεικες υποτελείς μικροπολιτείες, εφήμερες μπρος στα ελληνιστικά βασίλεια που δημιουργήθηκαν αργότερα, και που κι αυτά εφήμερα φαντάζουν μπροστά στην κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο ποιητής αντιδρά εναντίον της τυραννίας του Κλασσικισμού - του Περικλέους και της Ασπασίας, του Θεμιστοκλέους και των άλλων παρομοίων ειδώλων. Η Αλεξάνδρεια που τον εγέννησε ιδρύθηκε ακριβώς την εποχή της αποσυνθέσεως της Ελλάδος του Κλασσικού Γυμνασίου.
Βασιλείς, Αυτοκράτορες και Πατριάρχαι, επερπατούσαν στον δρόμο που πηγαίνει από το σπίτι του στο γραφείο. Ο λογοτεχνικός του πρόγονος - εάν έχει - είναι ο Καλλίμαχος, και τα ποιήματά του φέρουν τίτλους όπως «Η Δυσαρέσκεια του Σελευκίδου», «Εν τω μηνί Αθύρ», «Μανουήλ Κομνηνός» και στολίζονται με φράσεις του Φιλοστράτου ή του Λουκιανού.

Ξεχωρίζω δύο από τα ποιήματα αυτά ως ικανά δείγματα της μεθόδου του. Στο πρώτο ο Καβάφης υιοθετεί το ακριβολόγο, το σχεδόν υπερβολικά λεπτομερές περιγραφικό ύφος των παλαιών χρονικών για να δημιουργήσει την εντύπωση που θέλει. Το ποίημα επιγράφεται «Αλεξανδρινοί Βασιλείς» και αναφέρεται σ' ένα περιστατικό της βασιλείας της Κλεοπάτρας και του Αντωνίου... Ακόμη και μεταφρασμένο ένα ποίημα σαν και τούτο έχει ύφος «αριστοκρατικό». Είναι έργο ενός καλλιτέχνου που δεν ενδιαφέρεται για την εύκολη ομορφιά. Στο δεύτερο παράδειγμά μου, μολονότι το θέμα του είναι συγκινητικό, ο Καβάφης διατηρεί την ίδια αντικειμενική στάση. Το ποίημα είναι σπασμένο σε ημιστίχια - ο ποιητής συλλαβίζει το επιτύμβιο ενός νέου που πέθανε «εν τω μηνί Αθύρ» (τον Νοέμβριο των αρχαίων Αιγυπτίων), θέλοντας να εκφράσει την αφάνεια και τον σπαραγμό, που κάποτε προβάλλουν μαζί μέσα από το παρελθόν, ενωμένες σε ένα και το αυτό φάντασμα...

Ενας τέτοιος ποιητής ποτέ δεν μπορεί να είναι δημοφιλής. Πετάει πολύ αργά και συγχρόνως πολύ υψηλά. Είτε υποκειμενικός είτε αντικειμενικός στον τρόπο του, απέχει εξ ίσου από τον στίβο της «επικαιρότητος» - ποτέ του δεν θα συνθέσει ένα Βασιλικόν ή ένα Βενιζελικόν ύμνο. Εχει την δύναμη - και φυσικά τους περιορισμούς - του ανθρώπου που ζει κλεισμένος στον εαυτό του και που, μολονότι δεν φοβάται τον κόσμο, στέκει πάντα σε ελαφρή απόκλιση προς το σύμπαν: και έτυχε, πάνω στη συζήτηση, να τον ακούσω να λέει λίγα λόγια γι' αυτό το ζήτημα. Τι είναι καλύτερο - η πολιτεία ή η μοναξιά; Ο Καβάφης που δοκίμασε και τα δυο, δεν μπορεί ν' απαντήσει. Αλλά τουλάχιστον είναι βέβαιος για ένα πράγμα - η ζωή προϋποθέτει θάρρος, διαφορετικά παύει να είναι ζωή.»

E.M. Forster – 1919
μετάφραση Γ.Π. Σαββίδης