Παρασκευή, Μαρτίου 13, 2009

No 601

Image Hosted by ImageShack.us
Ο δεσμός με τον Μάρκερ είχε τελειώσει, ή είχε εγκαταλειφθεί, και η Πόλη του Μεξικού έφερνε στο μυαλό πολύ κακές αναμνήσεις αλλά και το ενδεχόμενο της φυλάκισης. Ο Μπιλ πήρε την απόφαση να φύγει για την Ταγγέρη, όπου είχε ακούσει πως η ζωή ήταν φθηνή και τα αγόρια άφθονα. Καθ’ οδόν προς τα εκεί, κανόνισε να βρεθεί και να μείνει για κάνα μήνα με τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ στη Νέα Υόρκη
(…)
Συναισθηματική σχέση ανάμεσά τους δεν είχε υπάρξει στο διάστημα 1945-46 που έμεναν μαζί, μολονότι ως φίλος ο Άλλεν έτρεφε απίστευτο σεβασμό για τον Μπιλ και ήταν έτοιμος να κάνει οτιδήποτε του ζητούσε. «Τον έβλεπα σαν δάσκαλο μου, οπότε θά ‘κανα ό,τι μπορούσα για να τον διασκεδάσω», είχε πει. Ο Άλλεν καταλάβαινε πως, από τότε που είχε πεθάνει η Τζόαν, ο Μπιλ δεν είχε κανέναν κοντά του για να μιλήσει και κανέναν για να τον αγαπήσει. Ο Γκινσμπεργκ θυμόταν: «Ο Μπάροουζ με ερωτεύτηκε και κοιμόμασταν μαζί και διέκρινα ένα μαλακό κέντρο όπου ένιωθε απομονωμένος, ολομόναχος στον κόσμο και χρειαζόταν… ένα αίσθημα στοργής, και μιας και πράγματι τον αγαπούσα κι έτρεφα όλον εκείνον τον σεβασμό και τη στοργή απέναντί του, εκείνος ανταποκρίθηκε. Ένιωσα κάπως προνομοιούχος».
.
Μπάρρυ Μάιλς: Ουίλιαμ Μπάροουζ. El hombre invisible (Απόπειρα)

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ο μοναδικός εν ζωή Αμερικανός πεζογράφος για τον οποίο θα μπορούσε να ειπωθεί πως διακατέχεται από το πνεύμα τής μεγαλοφυΐας. — Νόρμαν Μέιλερ

Ο σημαντικότερος συγγραφέας που εμφανίστηκε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. — Τζ. Γκ. Μπάλλαρντ

Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ θα παραμένει μια τεράστια και αναπόφευκτη παρουσία στο χώρο της αβανγκάρντ.

Συνεχιστής ιστορικών πρωτοποριών, αέναος πειραματιστής με κάθε μέσο που είχε στη διάθεσή του (γραφομηχανή, χαρτί και μολύβι, ψαλίδια και κόλλες, μαγνητόφωνο, φωτογραφία, κινηματογράφος, ζωγραφική), ωθώντας συνεχώς τις ιδέες του στα άκρα, οικοδόμησε τη δική του μυθολογία και λειτούργησε σαν καταλύτης, επιτρέποντας στα πράγματα να συμβαίνουν, εμπνέοντας τη δημιουργία και την απελευθέρωση στους ανθρώπους.

Ο ίδιος καταδύθηκε σε τρομακτικά βάθη απόγνωσης, με μόνο στήριγμα το γράψιμο, που δεν αποτελούσε προγραμματικό σχέδιο, αλλά ουσιαστικό κομμάτι της ύπαρξής του, ο Ουίλιαμ Μπάροουζ έπρεπε να γράφει.

Υπήρξε ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς καλλιτέχνες της εποχής μας, ασεβής εραστής της απόλυτης ελευθερίας και προκλητικός πολέμιος όλων των συστημάτων.

Με το μαύρο χιούμορ του, τις φουτουριστικές προφητείες του και την αναρχική του στάση ενάντια στο κατεστημένο, όλο του το έργο, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, συνθέτει ένα εφιαλτικό κάτοπτρο των δεινών που βιώνει η ανθρωπότητα, αποτελώντας μια άσπλαχνη διακωμώδηση της χυδαιότητας του συστήματος, μια αμείλικτη καταγγελία, και συγχρόνως μια ηθική προσταγή, ένα όραμα.

Ο άνθρωπος που αντίκρισε την άβυσσο και γύρισε για να μας την περιγράψει: Ουίλιαμ Μπάροουζ, el hombre invisible.

Ο Μπάρρυ Μάιλς, φίλος με τον Ουίλιαμ Μπάροουζ από το 1964, παρακολουθεί τη ζωή τού μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα, στις περιπλανήσεις και τις αυτοεξορίες του στη Λατινική Αμερική, την Ταγγέρη, το Παρίσι, το Λονδίνο και την επίδραση που άσκησαν στη σύγχρονη κουλτούρα η ζωή του και το έργο του.
Ο Μπάρρυ Μάιλς έχει γράψει τα βιβλία: Allen Ginsberg: A Biography, Jack Kerouac: King of the Beats, Beat Hotel, A Catalogue of the William S. Burroughs Archive, William Burroughs: A Bibliography 1953–73, και επιμελήθηκε την έκδοση Allen Ginsberg, Howl: Original Draft Facsimile, Transcript and Variant Versions κ.ά.

Ανώνυμος είπε...

Ο αιρετικός του Γκρίνουιτς Βίλατζ

Ποιος ήταν ο συγγραφέας που έκανε το περιθώριο τρόπο ζωής και δημιουργικό εργαστήριο

Γράφει η Λώρη Κέζα | Το Βήμα,

Όταν έκλεισε τα 70 ο Μπάροουζ, έγινε ένα μεγάλο πάρτι. Το διοργάνωσαν οι φίλοι του, οι οποίοι θεώρησαν καλό να καλέσουν πολλές διασημότητες. Ανάμεσά τους ο Στινγκ με τον Αντι Σάμερς των Ρolice, που εκείνη την εποχή μεσουρανούσαν. Φωτογραφήθηκαν με τον εορτάζοντα, ο οποίος δεν τους γνώρισε και ρώτησε διακριτικά περί ποίων πρόκειται. Οταν άκουσε το όνομα του γκρουπ, άρχισε να προειδοποιεί τους καλεσμένους που πιθανώς είχαν μαζί τους κάποιο ναρκωτικό: «Δεν ξέρω αν κουβαλάτε τίποτα αλλά κάποιος μου είπε πως εκείνοι οι δυο τύποι είναι μπάτσοι». Πόσο έξω από τα πράγματα, πόσο έξω από την πραγματικότητα μπορεί να ήταν κάποιος που το 1984 αγνοούσε τους δημιουργούς τού «Εvery breath you take»; Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ ήταν μια προσωπικότητα που όλοι ήθελαν να γνωρίσουν αλλά ο ίδιος ήταν ευτυχισμένος στον μικρόκοσμό του: λίγη πρέζα, ένα λιτό δωμάτιο ξενοδοχείου, κάποιο αγόρι και οι επιστήθιοι φίλοι. Η βιογραφία του Μπάρρυ Μάιλς δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Ο συγγραφέας του Junky ήταν σύμβολο, ήταν στο επίκεντρο ερήμην του.

Οι βιογραφίες είναι συχνά ενοχλητικές, κυρίως όταν επιχειρούν να εξηγήσουν, να δικαιολογήσουν, να εξιδανικεύσουν ή να αποδομήσουν. Ο Μπάρρυ Μάιλς καταθέτει πληροφορίες εν είδει ρεπορτάζ. Η αφήγηση στηρίζεται κυρίως στην εξιστόρηση περιστατικών που άκουσε από κοινές παρέες ή έζησε ο ίδιος. Ο Μάιλς ήταν τη δεκαετία του ΄60 συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου-γκαλερί Ιndica στο Μέιφερ του Λονδίνου και γνώριζε τους πάντες. Για κάποιους από αυτούς έχει ήδη εκδώσει μονογραφίες, όπως για τον Πολ Μακ Κάρτνεϊ, τον Φρανκ Ζάπα και τον Αλεν Γκίνσμπεργκ. Δεν είναι όμως ένα βιβλίο της κατηγορίας «Μαρτυρίες» καθώς βασίζεται εν πολλοίς σε 36 μελέτες που κυκλοφόρησαν από το 1969 ως το 2002. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο πλήρες, σε χρονική ευθεία από τα παιδικά χρόνια ως το τέλος, καλογραμμένο και ισορροπημένο. Παρ΄ ότι παρατίθενται πληροφορίες επί των προσωπικών, είναι τόσες όσες χρειάζονται για να κατανοήσει κάποιος καλύτερα τον ρόλο του Ουίλιαμ Μπάροουζ στην εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού.

Νεκρική χλωμάδα
Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ ανήκε σε μια προτεσταντική αριστοκρατία που, χωρίς να έχει κάποια αμύθητη περιουσία, τον ευλόγησε με ένα μηνιαίο καταπίστευμα: όχι πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό, 200 δολάρια τον μήνα. Ενα ποσό που στη Νέα Υόρκη ήταν απλά συμπαθητικό αλλά στο Μεξικό ή στην Ταγγέρη έδινε περιθώριο για πολλές επιλογές. Ετσι μετά τις σπουδές στο Χάρβαρντ υπήρχε δυνατότητα για πειραματισμούς με απαγορευμένες ουσίες, αραλίκι και εναλλαγές συντρόφων. Στη Νέα Υόρκη, όπου εγκαταστάθηκε, γνώρισε τον κύκλο των ανθρώπων που θα τον συντρόφευαν για μια ζωή: «Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1943 ο Λούσιεν κατέφθασε στο διαμέρισμα του Μπιλ παρέα με έναν συμφοιτητή του από το Κολούμπια, έναν αδύνατο δεκαεπτάχρονο διοπτροφόρο με χοντρούς σκελετούς και καλοχτενισμένο μαλλί. Ηταν ο Αλεν Γκίνσμπεργκ, στην παρθενική του επίσκεψη στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Ο Γκίνσμπεργκ με τον Μπάροουζ είχαν ελάχιστα κοινά την εποχή εκείνη. Ο Μπάροουζ ήταν δώδεκα χρόνια μεγαλύτερος, γέρος στα μάτια του νεαρού φοιτητή. “Για μένα όποιος ήταν πάνω από 21 ήταν υπερήλικος” είχε πει ο Γκίνσμπεργκ και ο Μπάροουζ έδειχνε ήδη να διαθέτει τη νεκρική χλωμάδα στην υπέργηρη παρέα του». Μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στη σχέση των δύο ανδρών. Σε έναν άξονα παρουσιάζεται η ερωτική φιλία τους με συγκεκριμένες αναφορές για το πότε ήταν ζευγάρι, πότε είχαν ψυχρές σχέσεις ή είχαν τσακωθεί. Στον δεύτερο άξονα παρουσιάζεται ο ενθαρρυντικός ρόλος του Γκίνσμπεργκ. Καθίσταται σαφές ότι, αν δεν είχε πιέσει τον Μπάροουζ, δεν θα είχε στρωθεί στο γράψιμο. Είχε ρόλο ατζέντη, αφού πήγαινε τα χειρόγραφα στους εκδότες, περιμάζευε τις σημειώσεις και έκανε υποδείξεις για το τελικό κείμενο. Ηταν όμως κάτι παραπάνω από ατζέντης αφού επί πολλά χρόνια προσπαθούσε να πείσει τον φίλο του να γράψει, μιλούσε για ένα ταλέντο χωρίς να υπάρχει τεκμήριο, από κάποιες σκόρπιες σελίδες και ακόμη πιο σκόρπιες ιδέες.

Ανώνυμος είπε...

(συνέχεια)

Στη βιογραφία περιγράφεται επακριβώς η δυσκολία στη συγκέντρωση που είχε ο Ουίλιαμ Μπάροουζ. Ετσι μαθαίνουμε για όλες τις εκδοχές που είχαν το Junky και το Γυμνό γεύμα. Αυτό ακούγεται πολύ βαρετό- ποιος ενδιαφέρεται για τις διαφορές ανάμεσα στην πρώτη και στην τρίτη γραφή ενός βιβλίου ή από τη γαλλική στην αμερικανική έκδοση; Και όμως ο Μάιλς καταφέρνει να περάσει όλες τις πληροφορίες με ελκυστικό τρόπο και, αν χάνεται κάπου το νήμα της αφήγησης, αυτό δεν επηρεάζει σε τίποτε την κατανόηση της ιστορίας.

Ο γυμνός πόθος
Ας δούμε, για παράδειγμα, πώς γινόταν η επιλογή ενός τίτλου: «Η ονομασία Τhe naked lunch προήλθε από τον Κέρουακ, όταν μια μέρα ο Γκίνσμπεργκ διάβαζε μεγαλόφωνα κάποιο κεφάλαιο από το Αnd the hippos were boiled in their tanks. O Αλεν διάβασε λάθος τα άτσαλα γράμματα του Μπιλ και αντί για naked lust [γυμνός πόθος] διάβασε naked lunch [γυμνό γεύμα] που αμέσως ο Κέρουακ το είδε ως κατάλληλο τίτλο για βιβλίο. Και αφού βρέθηκε τίτλος, υπήρχε λόγος να αρχίσει ο Μπάροουζ να γράφει ένα βιβλίο σε δόσεις: ένα εγχείρημα που διήρκεσε 15 χρόνια».

Υπάρχει μια δόση θαυμασμού από την πλευρά του Μπάρρυ Μάιλς και κάποια θέματα αντιμετωπίζονται μάλλον με υπερβάλλοντα θαυμασμό. Υπάρχει π.χ. ολόκληρο κεφάλαιο για τη δήθεν πρωτοπόρο τεχνική cut-up, την οποία, όπως διαβάζουμε, επινόησε ο Μπάροουζ όταν σε ένα εργαστήρι ζωγραφικής είδε ότι από λωρίδες κομμένης εφημερίδας που ενώνονται μπορεί να προκύψει νέο κείμενο. Ο βιογράφος παραβλέπει ότι 40 χρόνια πριν από τον Μπάροουζ έτσι δημιουργούσαν κείμενα οι ντανταϊστές- ήταν το παιχνίδι που ονομάστηκε «εξαίσιο πτώμα», από την πρώτη φράση που προέκυψε.

Ο Μπάρρυ Μάιλς κρατά ασφαλείς αποστάσεις και από τα προσωπικά του Μπάροουζ. Μαθαίνουμε ότι είχε κάνει δύο γάμους, τον πρώτο μάλιστα στην Αθήνα, στις 2 Αυγούστου 1937, με μια Γερμανοεβραία που ήθελε να πάρει τη βίζα: «Από την αρχή είχε ξεκαθαριστεί το θέμα πως επρόκειτο για γάμο απλής εξυπηρέτησης». Με την Τζόαν Βόλμερ τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Είναι γνωστό σε όλους το ατυχές τέλος της, ο θάνατος από μεθυσμένο πυροβολισμό. Ο Μπάροουζ της είπε να παίξουν τον Γουλιέλμο Τέλλο, εκείνη ακούμπησε ένα βάζο στο κεφάλι αλλά η βολή ήταν άστοχη. Η δολοφονία έγινε λογοτεχνικό υλικό αλλά κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι ο Μπάροουζ δεν υπολόγιζε τη γυναίκα του. Απλώς είχαν τους δικούς τους κώδικες. Εγραφε π.χ. στον Γκίνσμπεργκ: «Ποτέ δεν υποκρίθηκα πως έχω μόνιμο ετεροφυλικό προσανατολισμό. Για ποιο ψεύδος μιλάς; Οπως σου είπα, ποτέ δεν υποσχέθηκα ή έστω υπαινίχθηκα το οτιδήποτε. Δεν φέρω ευθύνη για την ερωτική ζωή της Τζόαν, ουδέποτε έφερα ούτε προσποιήθηκα κάτι τέτοιο. Κι ούτε βρισκόμαστε σε κάποιου είδους μπέρδεμα».

Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ έζησε από δική του επιλογή στο περιθώριο της «επίσημης» λογοτεχνικής κίνησης, εν τούτοις επηρέασε όσο κανείς άλλος μια εναλλακτική κουλτούρα που εκφράστηκε μέσα από τη ροκ μουσική. Η Πάτι Σμιθ, ο Ντέιβιντ Μπάουι, οι Μaterial υποκλίνονται στο ταλέντο του, ενώ αναρίθμητα είναι τα συγκροτήματα που βαφτίστηκαν από κάποια φράση του. Αυτό που αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο είναι ότι ο εκφραστής του μπίτνικ ήταν μακριά από όλα αυτά. Επηρέασε τον κόσμο αλλά ο περίγυρος δεν τον άγγιξε. Αν μένει κάτι από την ανάγνωση του τόμου είναι η πεποίθηση ότι αυτό το χαμένο πρεζάκι που πλήρωνε για συντροφιά υπήρξε μοχλός για την εκκίνηση κινημάτων χειραφέτησης. Εστειλε σαφές μήνυμα ότι καθένας μπορεί να κάνει στο σώμα του αυτό που ο ίδιος επιθυμεί: να το τρυπάει, να το ξοδεύει, να το απολαμβάνει κατά βούληση.

Ανώνυμος είπε...

7.12.08
Ένας εμβληματικός ποιητής

Η ζωή του Ουίλιαμ Μπάροουζ ήταν το σπουδαιότερο βιβλίο του

Γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς | Καθημερινή,

Στη Νέα Υόρκη, 1939, ο Ουίλιαμ Μπάροουζ έκοψε το μικρό δάχτυλο του αριστερού του χεριού, το έδειξε στον ψυχαναλυτή του κι εκείνος τον έστειλε δίχως δεύτερη κουβέντα στο ψυχιατρείο Μπέλβιου. Εκεί ο Μπάροουζ λέει στον ψυχίατρό του πως αυτή η πράξη εντασσόταν στο πλαίσιο της τελετής μύησής του στην φυλή των ινδιάνων Κρόου. Αυτή ήταν η έναρξη της συγγραφικής του καριέρας.

Η επικύρωση της συγγραφικής ιδιότητας δεν προέκυψε, όπως συνηθιζόταν και συνηθίζεται, από την υψηλή επίδοση σε κάποια λευκή σελίδα, μα από την ακούσια δολοφονία της γυναίκας Τζόαν, τον Σεπτέμβριο του 1951. Ο ίδιος είχε δηλώσει πως δίχως τον θάνατο της γυναίκας του δεν θα κατάφερνε ποτέ να γίνει συγγραφέας.

Καθοδηγητής των Μπιτ

Γνωστός σε παγκόσμια κλίμακα, ο Μπάροουζ έπαιξε τον ρόλο του καθοδηγητή στη γενιά των Μπιτ όταν αυτή βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα, αποτέλεσε καθοριστικό μέντορα του Allen Ginsberg, του Lucien Carr και ολίγον του Jack Kerouac. Δημιούργησε μία, εντελώς αποσπασμένη από τους Μπιτ, ανεξάρτητη γραφή, η οποία μπόρεσε να βρει τον δρόμο της μέσα από τις νουθεσίες του εκπληκτικού (και εντελώς παραγκωνισμένου από την κριτική) Brion Gysin, από τον οποίο υιοθέτησε τη μέθοδο του cut–up και πολλές από τις ιδέες που στη συνέχεια χαρακτήρισαν σχεδόν όλα του τα βιβλία. Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, λοιπόν, νουθέτησε αλλά και νουθετήθηκε.

Ο Μπάρι Μάιλς, ένας από τους πλέον διακεκριμένους βιογράφους, όντας μάλιστα γνώριμος και λάτρης του συγγραφέα, δεν θα μπορούσε να αποφύγει τον πειρασμό να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτόν.

Ο Μπάροουζ έγινε πράγματι μια εμβληματική φιγούρα των αμερικανικών γραμμάτων. Ο ίδιος ήταν ένα happening. Στην πραγματικότητα μάλιστα η βιογραφία του ίσως αποδειχθεί πιο ισχυρή από τα βιβλία του. Ο Μπάροουζ λειτούργησε περισσότερο σαν μία ιδιαίτερα δυναμική και επιδραστική cult φιγούρα παρά σαν λογοτέχνης. Τα βιβλία του πούλησαν και εξακολουθούν να πωλούν εκατομμύρια αντίτυπα σε όλον τον κόσμο, κι αυτό ήταν αποτέλεσμα της προώθησης του ιδίου ως ενός νέου είδους αντιρρησία, σαν μια αλλόκοτη πτυχή του underground, συμπιεσμένη και αποκεκαλυμμένη στις ζοφερές πτυχές ενός μέλλοντος που έχει ήδη ξεκινήσει σαν εφιάλτης εδώ και λίγες δεκαετίες.

Ο Νόρμαν Μέιλερ δήλωσε γι’ αυτόν πως ήταν μέγιστη λογοτεχνική διάνοια, αυτήν την άποψη την ασπάστηκαν αρκετοί. Αλλοι πάλι τον τοποθέτησαν μέσα στην ευρύτερη ροή των συγγραφέων της αμερικανικής πρωτοπορίας, και αυτή ίσως να ήταν η πιο συνετή επιλογή.

Ανώνυμος είπε...

(συνέχεια)

Ο ιός της γλώσσας

Το πρόταγμα του Μπάροουζ για μία ολική άρνηση κοινωνικού και πνευματικού ελέγχου, η αντίληψη πως η γλώσσα είναι ένας ιός από το σύμπαν, ικανός να μεταστρέψει ολικά την ανθρώπινη συνείδηση, ήταν ιδέες που βρήκαν τεράστια απήχηση, τόσο σε ανήσυχους αναγνώστες όσο και σε νεότερους καλλιτέχνες. Παρ’ όλα αυτά οι ιδέες αυτές δεν εξελίχθηκαν ουσιαστικά από τον ίδιο και παρέμειναν σε μια πρώτη γενική συγκρότηση η οποία εμφανίστηκε αριστοτεχνικά στο κορυφαίο του βιβλίο Γυμνό γεύμα (ελληνική έκδοση Απόπειρα, 2003).

Η βιογραφία του Μπάρι Μάιλς, εκτός από την εξαιρετική γραφή και την αντικειμενική της εξιστόρηση, παρουσιάζει όλες τις πτυχές της περίπτωσης Μπάροουζ, και φροντίζει να κατατοπίζει τον αναγνώστη για το περιβάλλον και τις καλλιτεχνικές συνθήκες που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση μιας τόσο ιδιάζουσας και τολμηρής φυσιογνωμίας. Επίσης, με αυτό το βιβλίο αποσαφηνίζεται με τον καλύτερο τρόπο η μοναδικότητα και η αυτονομία του Μπάροουζ ως συγγραφέα, καθώς και η απουσία συγκλίσεων με τη γενιά των Μπιτ και το έργο τους – στους οποίους θα μπορούσε κανείς να τον εντάξει μόνο μέχρι την περίοδο που εκδόθηκε το Γυμνό γεύμα (το 1959).

Στη μετέπειτα πορεία του ο Μπάροουζ ανέπτυξε μια εντελώς διαφορετική άποψη, η οποία βασίστηκε σε μια, ώς έναν βαθμό, προφητική γραφή που αφορούσε στον μελλοντικό ζόφο, τον οποίο προλόγισε με επιτυχία. Αυτό το μέλλον έφτασε τόσο γρήγορα που ξεπέρασε ακόμη και τον ίδιο τον συγγραφέα. Το ζητούμενο βέβαια, στην τέχνη, στη λογοτεχνία, είναι ο δημιουργός να μην υπερκεραστεί από τα ερχόμενα. Αλλά αυτό είναι κάτι που κρίνεται πάντοτε από τις δυσκολίες που γεννούν οι επόμενες εποχές.

Πρώτη απ’ όλες εμφανίστηκε η επικρότηση μιας μεγάλης μερίδας της αριστερόστροφης κριτικής, η οποία τον ενέταξε πολύ βιαστικά στις λεγόμενες προοδευτικές λογοτεχνικές δυνάμεις. Φυσικά έπεσε έξω, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που απέτυχε να τον προσεγγίσει δημιουργικά μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας, η οποία τον βράβευσε τελικά το 1982 με το αμερικανικό Βραβείο Τεχνών και Γραμμάτων.

Εκείνο που ουσιαστικά παραμένει, πέρα από τις συγκλονιστικές του λογοτεχνικές εξάρσεις, είναι η ίδια η ζωή του Ουίλιαμ Μπάροουζ που είναι το καλύτερο και πιο επεξεργασμένο βιβλίο που έγραψε ποτέ.

Ανώνυμος είπε...

Ο χαρτογράφος της συνείδησης
Γράφει ο Πέτρος Τατσόπουλος | Τα Νέα


«ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΟΟΥΖ: ΗΡΩΕΣ ΚΑΙ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΠΛΟΚΗΣ ΠΗΔΑΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΑΛΛΟ, ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΜΙΑ ΜΑΚΡΟΣΚΕΛΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΩΣ “ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ”». ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Ο ΜΠΑΡΙ ΜΑΪΛΣ, ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΘΡΥΛΙΚΟΥ ΠΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ.

Το Ουρλιαχτό του Άλεν Γκίνσμπεργκ κυκλοφόρησε το 1956. Το Στο δρόμο του Τζακ Κέρουακ το 1957. Το Γυμνό γεύμα του Ουίλιαμ (Μπιλ) Μπάροουζ το 1959. Εάν συνυπολογίσουμε ότι και οι τρεις τους, για κάποιο διάστημα, συγκατοικούσαν στη Νέα Υόρκη και αργότερα στη Διεθνή Ζώνη της ημιαυτόνομης τότε Ταγγέρης, στα βόρεια παράλια του Μαρόκου- ο Άλεν και ο Ουίλιαμ, μάλιστα, υπήρξαν εραστές- κατανοούμε ότι η ξακουστή «Γενιά των Μπιτ», στα γεννοφάσκια της τουλάχιστον, ήταν μια μάλλον οικογενειακή υπόθεση. Πρώτος έδρεψε τη δημόσια αναγνώριση ο Κέρουακ- και αναχώρησε πρώτος από τον πλανήτη, μόλις το 1969, στα σαράντα επτά του χρόνια. Τελευταίος αναγνωρίστηκε ο Μπάροουζ, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν πατούσε πια στα εξήντα πέντε. Θα ζήσει άλλα δεκαεπτά και θα πεθάνει το 1997, την ίδια χρονιά με τον κατά έντεκα χρόνια μικρότερό του Γκίνσμπεργκ.

Ο Μπάροουζ επέστρεψε στην πατρίδα του, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1974, ύστερα από 25 χρόνια αυτοεξορίας- με βραχύβια διαλείμματα- στην Ταγγέρη, το Παρίσι και το Λονδίνο και αναδύθηκε ως «εξέχουσα φιγούρα των μέσων ενημέρωσης», μια σελέμπριτι με το στανιό, δηλονότι ο ίδιος δυστροπούσε μέσα στο στερεότυπο κουτάκι όπου σκόπευαν να τον μαντρώσουν. «Συχνά έχουν στο μυαλό τους», έλεγε στον ποιητή Τζέραρντ Μαλάνγκα, «μια εικόνα, μια ιδέα, που την έχουν προβάλει πάνω μου και που πιθανώς να μην έχει τίποτα να κάνει μ΄ εμένα, τίποτα απολύτως. [...] Νομίζω ότι κάθε συγγραφέας τυποποιείται ως έναν βαθμό, όπως είναι φυσικό, από τα θέματα που επιλέγει. Όπως ο Ζενέ τυποποιήθηκε ως ο αξιοπρεπής κατάδικος. Το ίδιο, φυσικά, κι ο Γκράχαμ Γκριν, ο πιωμένος παπάς. Όσο για μένα... ε, βέβαια, δεν είμαι πια ναρκομανής». Ξανακύλησε
Μπορεί να μην ήταν το 1974-ύστερα από επάλληλες κι επίμονες απόπειρες αποτοξίνωσηςαλλά την επόμενη δεκαετία πάλι θα «ξανακυλούσε» (με μεθαδόνη, μαριχουάνα κι αλκοόλ την έβγαλε ώς το τέλος) και, εν πάση περιπτώσει, η ούγια του υμνωδού της πρέζας δεν έσβησε ποτέ από το δημόσιο προφίλ του. Αυτή η ούγια άλλωστε έφερνε κοντά του και όλους τους εναλλακτικούς- τότε- «αστέρες της ροκ», ανθρώπους που ο Μπάροουζ, όχι μόνο δεν επιδίωκε να συναναστραφεί, αλλά ούτε γνώριζε καν. Χαρακτηριστική της σύγχυσης είναι η σκηνή που περιγράφει ο Μάιλς: «Στο πάρτι για τα εβδομήντα του χρόνια [...] αντάλλαξε μια- δυο κουβέντες με τον Στινγκ και τον Άντι Σάμερς των Ρolice, ένα από τα μεγαλύτερα γκρουπ του κόσμου την εποχή εκείνη, και πόζαρε μαζί τους σε μια φωτογραφία για τη Νew Υork Ρost. Λίγο αργότερα ο Μπιλ προειδοποιούσε κάποιους από τους καλεσμένους του, που ενδεχομένως να είχαν πάνω τους κάποια απαγορευμένη ουσία, “δεν ξέρω αν κουβαλάτε τίποτα, αλλά κάποιος μου ΄πε πως εκείνοι οι δυο τύποι είναι μπάτσοι”».

Ανώνυμος είπε...

(συνέχεια)

Αν δεν ήταν αυτός που νόμιζαν οι άλλοι, ποιος ήταν πράγματι; Βίος και πολιτεία. Γεννημένος το 1915 στο «μεσοδυτικό» Σεντ Λούις- με ισχυρή την επιρροή από τον ρατσιστικό Νότο και σε ημερήσια διάταξη τους δημόσιους απαγχονισμούς-, γόνος εύπορης οικογένειας με υψηλό δείκτη ευφυΐας (ο παππούς του ήταν ο εφευρέτης της αθροιστικής μηχανής), ο Ουίλιαμ Μπάροουζ προχώρησε νωρίς νωρίς πολύ πιο πέρα από τη συνήθη ταξική αποκήρυξη. Πρωτοδοκίμασε ναρκωτικές ουσίες στα δεκαέξι του κι έκτοτε, όχι μονάχα δεν τις καταδίκασε ποτέ, αλλά αντιθέτως κεραυνοβολούσε τακτικότατα την κυβερνητική αντιναρκωτική υστερία που, κατά τον Μπάροουζ, ήταν υποβολιμαία και υποκριτική, ενταγμένη στην ευρύτερη συνωμοσία «επιβολής ελέγχου» του συστήματος: «Το ιατρικό επάγγελμα έχει επενδυτικό ενδιαφέρον για τις ασθένειες. [...] Το κτηματομεσιτικό και οικοδομικό λόμπι έχει επενδυτικό ενδιαφέρον για την έλλειψη κατοικιών. [...] Η αστυνομία έχει επενδυτικό ενδιαφέρον για την εγκληματικότητα. Η Δίωξη Ναρκωτικών έχει επενδυτικό ενδιαφέρον για τον εθισμό. Οι πολιτικοί έχουν επενδυτικό ενδιαφέρον για τα έθνη. Οι αξιωματικοί του στρατού έχουν επενδυτικό ενδιαφέρον για τον πόλεμο». Η εμμονή του Μπάροουζ με τον «έλεγχο» (κύριος αγωγός του οποίου ήταν ο ιός της γλώσσας, εξ ου και πρότεινε ως πιο αποτελεσματική αντίσταση τη σιωπή) διολίσθαινε τακτικά σε παράνοια που δεν έκανε διάκριση μεταξύ εχθρών και φίλων. «Ήταν λιγάκι δύσκολο», έλεγε ο Γκίνσμπεργκ, «να βλέπω τον παλιό μου φίλο Μπιλ να με κοιτάζει λες και ήμουνα κάποιο ρομπότ που το ΄χαν στείλει να τον παρακολουθήσει».

Δεν θα είχα γίνει συγγραφέας
χωρίς τον θάνατο της Τζόαν

Στη μακρά αν και άναρχη ενασχόλησή του με τη συγγραφή, ο Μπάροουζ χώρεσε σχεδόν τα πάντα: τη Σαϊεντολογία (τον ενδιέφεραν οι μέθοδοί της για έλεγχο και κάθαρση του νου, αλλά τον άφηνε παγερά αδιάφορο η θρησκευτική της πλευρά), τις δοξασίες του ψυχιάτρου (και κατόπιν ψυχοπαθούς) Βίλχελμ Ράιχ, τους ιπτάμενους δίσκους, την ιολογική θεωρία, τα cut-up (μια τεχνική αφηγηματικού κολάζ), τους σαμάνους, τους κώδικες των Μάγια, τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, την τράπεζα εικόνων του ΤΙΜΕ/LΙFΕ κ.ο.κ. «Καθώς πρόκειται για χάρτη της δικής του διεργασίας σκέψης», σημειώνει ο Μάιλς, «η πράξη η ίδια της περιγραφής του αποτελεί καθαρή εξομολόγηση». Όταν όψιμα ασχολήθηκε με τη ζωγραφική- με ανέλπιστα σπουδαίο εμπορικό αντίκρυσμα- επέδειξε ανάλογο πειραματικό ζήλο, με αποκορύφωμα την «πυροβολική τέχνη» (πυροβολούσε σπρέι μπογιάς και αποτύπωνε στον καμβά την απρόβλεπτη εκτίναξή της).

Όπως τα περισσότερα από τα τέκνα της «βαθιάς» Αμερικής, ο Μπάροουζ ήταν εξοικειωμένος με τα όπλα από την τρυφερή του ηλικία. Τον Σεπτέμβριο του 1951 πυροβόλησε και σκότωσε κατά λάθος στην Πόλη του Μεξικού την Τζόαν Βόλμερ, τη σύζυγο και μητέρα του μοναχογιού του, επίσης τοξικομανή - την «πρώτη του και μοναδική σοβαρή σχέση με γυναίκα».

Παρ΄ ότι στο «ανεκτικό» Μεξικό εκείνων των ημερών κάθησε ελάχιστα στη φυλακή, η τραγωδία τον σημάδεψε ανεξίτηλα. «Ωθούμαι να καταλήξω στο φριχτό συμπέρασμα», έγραψε τριάντα χρόνια αργότερα, «πως ουδέποτε θα είχα γίνει συγγραφέας χωρίς τον θάνατο της Τζόαν...». Ο κατοπινός Μπάροουζ οραματίστηκε έναν κόσμο χωρίς γυναίκες και χωρίς αγάπη- «νομίζω ότι η αγάπη είναι ιός, νομίζω ότι η αγάπη είναι ένα κόλπο που έχει σκαρώσει το γυναικείο φύλο»- αλλά, δύο μόλις ημέρες πριν πεθάνει, έγραψε στο ημερολόγιό του: «Αγάπη; Τι είναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο που υπάρχει». Να ισοδυναμούσε αυτή η παραδοχή και με αναίρεση όλου του έργου του ή με αποκάλυψη του (καλά μεταμφιεσμένου) μοναδικού του νοήματος;