Τρίτη, Μαΐου 02, 2006

No 302

Γύρω στα ’82 έκανε την εμφάνισή της μια πανύψηλη καλλίγραμμη τραβεστί, η Ζιγκοάλα. Η μοναδική τραβεστί που γνώρισα κάπως εκ του πλησίον και η μόνη που ξέρω σ’ αυτό τον κόσμο με λεπτή, βελουδένια φωνή σαν δεκάχρονης παρθένας. Η λαλίτσα της, ακονισμένη στη λίμα, ήταν μια αισιόδοξη και σαρκαστική παραφωνία μέσα στον αχταρμά των ποικίλων βραχνομάγκικων, μαστουρωμένων και μεγάφωνων μπάσων των υπολοίπων του σιναφιού. Η Ζιγκοάλα ήταν καλοδιαβασμένη, για τους ανθρώπους του κύκλου της ένα φαινόμενο. Καθημερινώς μπαινόβγαινε σε βιβλιοπωλεία και δισκάδικα για να ενημερώνεται. Έγραφε στιχάκια, φιλοδοξούσε να ακουστεί το όνομα της στον κόσμο του πνεύματος.
«Κάποια μέρα θα γίνω μεγάλη», κοκορευόταν (…) «Θέλω ή να με τραγουδήσει η Αλεξίου ή να γίνω Παλαμάς»

Θωμάς Κοροβίνης: Κανάλ ντ’ Αμούρ. Αφήγημα για το ερωτικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης του ’80 (Άγρα)

5 σχόλια:

κ.σ. είπε...

Από Το ΒΗΜΑ, 01/12/1996

Έρωτος αποτέλεσμα

Στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα, όπου το βιβλίο έχει καταντήσει πρωτίστως εμπορικό είδος και η διακίνηση των ιδεών γίνεται από άλλα κανάλια και όπου ο αναγνώστης βαθμηδόν αναισθητοποιείται από την πληθώρα των προσφερομένων τίτλων, σπάνιες είναι πια οι περιπτώσεις όπου ένα βιβλίο θα ξεχωρίσει για κάποιο λόγο άλλον από την εμπορικότητά του.

…κάποια βιβλία αναδύονται από τον περιρρέοντα χαρτοπολτό και λάμπουν διά της παρουσίας τους, που δίνουν στον αναγνώστη μιαν άγρια χαρά, την ικανοποίηση ότι κρατά στα χέρια του ένα πραγματικό βιβλίο ­ με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το «Κανάλ Ντ' Αμούρ» του θεσσαλονικιού πολυτεχνίτη φιλόλογου Θωμά Κοροβίνη.

Η υπόθεση του βιβλίου είναι απλή: ο αφηγητής έχει εισχωρήσει στο ερωτικό περιθώριο της γενέτειράς του πόλης και μια μέρα (ή μάλλον νύχτα) ανακαλύπτει ότι το κέντρο της πόλης έχει εισβάλει στο περιθώριο αυτό και το εκτοπίζει («Το μέρος άλλαξε, φίλε. Τώρα εδώ συχνάζουν σικάτοι»). Ετσι ο αφηγητής κάθεται και περιγράφει καταλεπτώς τα ήθη και τα έθιμα του κόσμου αυτού που εγνώρισε, τους κώδικές του, τα μνημεία και τους πρωταγωνιστές του, και παραθέτει τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να γίνεται απολύτως σαφής και πιστευτός.

…ο κ. Κοροβίνης διανθίζει το κείμενό του με μαρτυρίες, περιστατικά και διαλόγους (όπως το κωμικοτραγικό «εμείς προφυλακτικά δεν βάζουμε [...] οι αρρώστιες είναι για τους πλούσιους»), που αποδίδουν γλαφυρά την εικόνα που θέλει να δώσει. Το βιβλίο κοσμείται και με 44 έγχρωμες φωτογραφίες από τους χώρους που περιγράφονται στο κείμενο, για να ξέρουμε για τι ακριβώς μιλάμε.

Μ. Σαββίδης

κ.σ. είπε...

Θωμάς Κοροβίνης, ο αχθοφόρος του σεβντά
του Γ. Χατζή

...κάθε τόσο θα τον βρεις σε μια από τις μουσικές σκηνές της Θεσσαλονίκης να μας θυμίζει με το τραγούδι του τα παλιά εκείνα του Μάρκου, του Στέλιου και τα δικά του από τα "Χριστιανόπουλος-Ζήκας-Κοροβίνης στην όμορφη νύχτα"

Εκπαιδευτικός μ' όλη τη σημασία της λέξης, ερευνητής, λαογράφος, μεταφραστής, λογοτέχνης, τραγουδοποιός και τραγουδιστής, αχθοφόρος του σεβντά, λαμπάδα αναμμένη που λιώνει και καίγεται για να ξανααναστηθεί, μα πάνω από όλα μέσα "στο αίμα και στο λογισμό αδελφοποιτός και καρντάσης" πολλών ανθρώπων.

Θωμάς Κοροβίνης και μια "εκ βαθέων" εξομολόγηση, παράπονο, πόνος και αγωνία.

«Ζούμε σ' ένα περιβάλλον εχθρικό, που μισεί το χρώμα της φωτιάς, όταν εγώ σου δίνω τη φωτιά μου και εσύ μου ρίχνεις νερό, γίνομαι αντιρρησίας. Θέλω να ζήσω, να δημιουργήσω»

«Σύμφωνα με τη δική μου αντίληψη και πρακτική γνώση, τα πολιτιστικά πράγματα, κοντά σε τόσα άλλα, οδηγούνται στον καταποντισμό από τα γνωστά κέντρα αποφάσεων. Η ποιότητα φθίνει και πριμοδοτούνται η ελαφρότητα και οι παραφυάδες της. Έχουμε το κράτος, τα διεθνή κέντρα, αυτό που λέμε παγκοσμιοποίηση, να ενδιαφέρονται για την ύπνωση. Εχουμε την άλωση και την εμπορευματοποίηση της τέχνης και της δημιουργίας. Επιχειρούν ό,τι τους συμφέρει.»

«Είτε πρόκειται για το ποίημά μου για τον Γιώργο Κούδα ή για τα κείμενά μου για τη μεγάλη Πόλυ Πάνου ή για τον Γκιλμάζ Γκιουνέι που τόσο αγάπησα, πρόκειται για κατάθεση ψυχής, μιαν έλξη, ένα πάθος για πρόσωπα και πράγματα που ταιριάζουν ιδεολογικά και ιδιοσυγκρασιακά μαζί μου.»

(από το site kkeml.gr - 18/6/05)

κ.σ. είπε...

Aπό το Μακεδονικό Πρακτορείο Τύπου

Ο Θωμάς Κοροβίνης γεννήθηκε το 1953 στη Θεσσαλονίκη. Είναι φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1987 μέχρι το 1995 υπηρέτησε στο Ζάππειο και το κεντρικό Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινούπολης. Το 1995 βραβεύτηκε με το Α΄ βραβείο λαογνωσίας Αμπντί Ιπεκτσί. Είναι συλλέκτης ελληνικών και τουρκικών δίσκων γραμμοφώνου και μελετητής του λαϊκού τραγουδιού. Είναι συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών. Έργα του: Τουρκικές παροιμίες (Διαγώνιος 1987 - Άγρα 1988), Γιουνούς Εμρέ -Καρατζαογλάν (μετάφραση και απαγγελία, κασέτα αρ.4, Διαγώνιος 1987), Οι ασίκηδες (Εισαγωγή και ανθολογία της τουρκικής λαϊκής ποίησης από το 13ο αιώνα μέχρι σήμερα, Εξάντας 1992),* Μπακή Νεντίμ (μετάφραση και απαγγελία, κασέτα αρ.9 Διαγώνιος 1994), Ο Τσακιτζής του Γιασάρ Κεμάλ (εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Άγρα 1994), Κανάλ Ντ' Αμούρ (αφήγημα για το ερωτικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης του 80, Άγρα 1996), Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου (Ελευθεροτυπία 1997), Φαχισέ Τσίκα (αφήγημα, Άγρα 1998), Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές παροιμίες (Άγρα 1998), Το Χτικιό της Άνω Τούμπας (ΙΑΝΟΣ 2003) και Τρία Ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα (ΙΑΝΟΣ 2004). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Διαγώνιος, Εντευκτήριο, Ντέφι, Οδός Πανός, Τραμ, Παρατηρητής, Δίφωνο, Εν χορδαίς, Γιατί, με το μουσικοκαλλιτεχνικό συγκρότημα «Βόσπορος» και το Κ.Θ.Β.Ε.

Θεσσαλονίκη, 16 Απριλίου 2005

~~~~~~~~~~~~
* αναφ: καταχώρηση Νο. 278

Ανώνυμος είπε...

"Κανάλ ντ' Αμούρ" είναι ο τίτλος μιας σειράς κειμένων που ο Θωμάς Κοροβίνης δημοσίευσε στην οδό Πανός, πριν την έκδοση του βιβλίου. Από το τεύχος 54 - Μάρτ.1991, είναι το απόσπασμα που ακολουθεί:

Οι κακές γλώσσες έλεγαν πως ακριβώς απέναντι απ' το «Σεχραζάτ» κατοικούσε παραδόξως κάποιος κύριος εισαγγελέας, πρωτοδίκης ή κάτι παρόμοιο. Με το πες πες αποκαλύφτηκε ότι αυτός ήταν που ξεσήκωνε κάθε τρις και μία τα μπατσάκια για «επιχειρήσεις αρετή». Η αλήθεια είναι πως ο κόσμος της περιοχής τελευταία είχε αγριέψει πολύ και κάθε τόσο διάβαζες σε μονόστηλα της τοπικής απογευματινής εφημερίδας πως π.χ. «oί κάτοικοι της οδού Προμηθέως διαμαρτύρονται διότι διάφοροι υποκοσμικοί, παράνομοι και ανώμαλοι τύποι περιφέρονται νυχθημερόν κάτω απ' τα σπίτια μας με κίνδυνο να αποπλανήσουν τα παιδιά μας κ.λπ.». Κάποιος μάλιστα είχε δηλώσει πως εξαγριωμένοι τραβεστί τους ενοχλούν ακόμη και καταμεσήμερο, τους βρίζουν, τους ειρωνεύονται και τους κυνηγούν. Πολλές φορές οι περίοικοι έσβηναν τα φωτα του σπιτιού τους και περιποιούνταν ακόμη και άσχετους περαστικούς η νυχτερινούς πελάτες των παρακείμενων μπουρδέλων με βαρβάτες γλάστρες ή πλούσια βρωμόνερα. Ήταν η εποχή των εκκαθαρίσεων και των αποπλύσεων. Με την ευκαιρία η δημοτική αρxή της πόλης το πήρε πολύ στα ζεστά να απολυμάνει το Βαρδάρι απ' τον βόρβορο και την παραδοσιακή του σαπίλα και να ξεκαθαρίσει το μίζερο πάρκο της κεντρικής παραλίας, το πάρκο της αρκούδας, απ' τα ποικίλα περιθωριακά στοιχεία. Μάλιστα το πέρασαν και στο πρόγραμμά τους σαν προεκλογική ατάκα: Εμείς αγαπητοί συμπολίτες, ξεβρωμίσαμε τα πάρκα από τα λογής αποβράσματα και φυτέψαμε λουλούδια και φτιάξαμε παιδικές χαρές. Λες και το περιθώριο έχει την ανάγκη τους και δε θα βρει άλλα στέκια να κρύψει την τρέλλα του και να χορτάσει τις λαχτάρες του. Και λες και τους έφταιγαν τα καημένα τα φιλόξενα παγκάκια που τα ξεπάτωσαν. Πάντως τα παληκαράκια του τμήματος Ηθών μόλις έπαιρναν πράσινο φως, οργίαζαν. Έστηναν μπλόκα σ' όλους τους αμαρτωλούς μαχαλάδες από λαδάδικα μέχρι περιβαρδάρια και δεν χαρίζονταν ούτε σε κουτσή κουρούνα. Μόνον η Πούμα τους έκανε καλά. Γενναία και βαρβάτη έβαζε από νωρίς το σορτσάκι της και σέρνοντας τις τεράστιες πλαστικές σαγιονάρες της στα καλντερίμια του Κανάλ ντ' Αμούρ, με βήμα συρτό, αφηρημένο περιδιάβαζε τα στέκια απτόητη. Είχε πάρει στα σοβαρά τον εαυτό της σαν φωτισμένο ιεραπόστολο του έρωτα. Δεν καταλάβαινε κανέναν και τίποτα. Τις νύχτες του καλοκαιριού χτυπούσε κάρτα στις όχτώ με το σουρούπωμα και σχολούσε στις έξι με τ' άστρο της αυγής. Όταν την σταματουσαν οι μπάτσοι για έλεγxο «πού πάτε κύριε, ταυτότητα», «πουθενά δεν πάω, εδώ είναι το μέρος μου. Εσείς πού πατε για; Δε σταύρωσα τίποτα. Δε σταύρωσα τίποτα απόψε. Μήπως έχετε καμιάν ιδέα;», τους απαντούσε και συνέχιζε ακάθεκτη την περιπολία της σφυρίζοντας, ή σιγοτραγουδώντας το αγαπημένο της κομμάτι:

Ερωτιάρα μου καρδιά,
Θα σε ρίξω στη φωτιά,
Για να μην νά μήν ξαναγαπήσεις,
ήσυχη νά μέ αφήσεις.

K.σ-Μ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.