Αλέξανδος Αλεξανδράκης«Θα ‘πρεπε να ξυρίζεσαι δύο φορές την ημέρα…»
Αλέξανδος Αλεξανδράκης
Παιδιά που είχατε τη χάρη και προγόνους λαμπρούς, μη στερήσετε την ομορφιά σας από τους γενναίους και ο Έρωτας που παραλύει τα μέλη ακμάζει στην πόλη της Χαλκίδας.Hans Licht: Η ερωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνων (Κάκτος)
Κάποιος φίλος μου πληροφόρησε τον κο Ντολμανσέ για το υπέροχο μέλος με το οποίο, καθώς ξέρεις, είμαι εφοδιασμένος. Ο Ντολμανσέ τον έβαλε να καλέσει και τους δυο μας σε γεύμα. Μια που, ήμουν υποχρεωμένος να επιδείξω την εξάρτησή μου: στην αρχή μοναδικό μου κίνητρο φάνηκε να είναι η περιέργεια’ κι ωστόσο μου έστρεψε έναν υπέροχο πισινό, με παρακάλεσε να τον χαρώ, κι αποδείχτηκε ότι η επιθυμία και μόνο ήταν η αιτία αυτής της εξέτασης. Προειδοποίησα τον Ντολμανσέ για όλες τις δυσκολίες του εγχειρήματος’ τίποτε δεν τον απότρεψε. «Έχω δοκιμάσει κριό», είπε, «και δεν θα έχετε καν τη δόξα να είστε ο πιο φοβερός από τους άντρες που διέτρησαν τα οπίσθια που σαν προσφέρω!» Ο μαρκήσιος ήταν πρόθυμος βοηθός : χάιδευε, ψαχούλευε, φιλούσε όσα φέρναμε οι δυο μας στο φως. Παίρνω θέση… προτείνω λιπαντικά: «Προσέξτε!» λέει ο μαρκήσιος, «θα στερήσετε τον Ντολμανσέ τις μισές από τις αισθήσεις που περιμένει από σας’ θέλει να τον κόψετε στα δυο… θέλει να τον ξεσκίσετε». «Πολύ καλά», λέω και χώνομαι ακάθεκτος στο λάκκο, , «θα ικανοποιηθεί». Ίσως νομίσεις αγαπητή μου αδελφή, ότι κουράστηκα πολύ… καθόλου. Παρά τις επιφυλάξεις μου το τεράστιο πουλί μου εξαφανίστηκε, έφθασε στα σωθικά του κι ο κωλομπαράς δεν έδειξε να νιώθει τίποτα. Τον δούλεψα καλά’ η άκρα έκστασή του, τα σφιξίματα και τα τρέμουλα, οι θαυμαστές κραυγές του, μ’ έκαναν κι εμένα γρήγορα ευτυχισμένο και τον πλημμύρισα. Πριν αποσυρθώ σχεδόν, ο Ντολμανσέ, με ανάστατα μαλλιά και πρόσωπο κατακόκκινο σαν βάκχης: «Δες σε τι κατάσταση μ’ έβαλες, αγαπητέ μου φιλέ», λέει και μου παρουσιάζεται ένα ρέμπελο ντούρο πουλί, θεόμακρο και τουλάχιστο δεκαπέντε πόντους χοντρό, «δέξου, αγάπη μου, σ’ εξορκίζω, από εραστής μου να με υπηρετήσεις τώρα σαν γυναίκα, για να μπορώ να πω στην αγκαλιά ου απόλαυσα όλες τις χάρες του βίτσιου πάνω απ’ όλα». Δίχως περισσότερη δυσκολία απ’ ό,τι πριν, ετοιμάστηκα’ ο μαρκήσιος, κατεβάζοντας τα παντελόνια του μπροστά στα μάτια μου, με ικέτεψε να είμαι για λίγο ακόμα άντρας μαζί του ενώ θα ‘μουνα γυναίκα για το φίλο του’ τον δούλεψα όπως και τον Νολμανσέ, που μου ξεπλήρωνε στο εκατονταπλάσιο όλες τις χωσιές που έκανα στον τρίτο μας’ σύντομα ανάδωσε στα βάθη του πισινού μου το θείο αυτό πιοτό με το οποίο, την ίδια σχεδόν στιγμή, ράντισα τα οπίσθια του Β…
Μαρκήσιος ντε Σαντ: Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ (Εξάντας)