Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

No 747

Γιάννης Τσαρούχης

Αγαπώ την Κάλας και τη Σωτηρία Μπέλλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι’ αυτό να καταλάβουν τι μου συμβαίνει. Εγώ πάντως κοπίασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη και μια ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος ν’ αγαπήσω απόλυτα. Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι προηγούμενες επιτυχίες. Είναι φυσικό να θέλω να κάνω ελληνικό ό,τι μ’ αρέσει στην Αναγέννηση. Αλλά ποτέ δεν θέλησα να γίνω Ιταλός.
(…) Η μοντέρνα τέχνη και οι ελευθερίες της μ’ ενδιαφέρουν ως πιθανότητες τελειοποιήσεως της πειστικής αναπαραστάσεως και όχι ως φυγές απ’ αυτήν. Τι είναι πραγματικότητα; Δεν ξέρω, αλλά είναι κάτι σχετικό με την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί θεωρήματα.

Γιάννης Τσαρούχης: Ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση (Άγρα)

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2011

No 746

Amedeo Modigliani

Στον Jean Cocteau

Για να με σκεπάσω γούνα και μουαρέ
Δίχως από τα πλατιά τα μάτια του να χυθεί το μαύρο μελάνι
Όπως μια σύλφη στο ταβάνι, σαν χιονοπέδιλο πάνω στο χιόνι
Ο Jean πήδηξε πάνω στο τραπέζι δίπλα στον Nijinsky.
Ήτανε σε μια αίθουσα πορφυρόχρωμη του Larue
Που ο χρυσός της, γούστου αμφίβολου, δεν καλύφθηκε ποτέ.
Η γενειάδα ενός γιατρού κολακεύουσε και πυκνή
Δήλωνε: «Ίσως η παρουσία μου μη προσήκουσα να είναι
Όμως εάν έστω κι ένας μείνει εγώ θα είμαι κείνος κει».
Και η καρδιά μου υπέκυπτε στα χτυπήματα της Indiana.

Μαρσέλ Προυστ: Ποιήματα (Ηριδανός)
Μετάφραση: Ελένη Κόλλια
.
Vaslow Nijinsky (1890-1950). Ρώσος χορευτής και χορογράφος.
Larue. Διάσημο γαλλικό εστιατόριο.
Indiana. Δημοφιλές τραγούδι της εποχής.

Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

No 745

Diego Velázquez (Ισπανία)

Μια βραδιά πήραν τον δρόμο για την κακόφημη συνοικία, μα βρήκαν την πόρτα του αγαπημένου τους σπιτιού κλειδωμένη. Αρνήθηκαν να παραδεχτούν την ήττα τους και συνέχισαν να περιφέρονται στα άδεια σοκάκια σαν χαμένες ψυχές, ψάχνοντας μάταια, ώσπου ο Μάρκος Τιμολέων θυμήθηκε πως ήταν πρώτη Απριλίου, γιορτή της Αγίας Μαρίας της Αιγύπτιας, προστάτιδας των μετανοημένων πορνών: όλα τα μπορντέλα ήταν κλειστά εκείνη τη μέρα. Κατέληξαν εξαντλημένοι και μεθυσμένοι στο δωμάτιο του υπάλληλου μετά από ώρες, όπου έπεσαν στο κρεβάτι και συνέχισαν να πίνουν για να ξεχάσουν την απογοήτευσή τους.
«Πήδα τις πουτάνες», είπε ο Μάρκος Τιμολέων.
«Αυτό ακριβώς», είπε ο φίλος του.
Άρχισε να ξεντύνεται. Ο Μάρκος τον κοίταζε μέσα από τη ζάλη του ποτού.
«Τι προτείνεις;»
«Να κάνουμε οικονομία», απάντησε ο άλλος.
Έτσι είπαν στο βιογράφο του πως έγινε. Εκείνος που το είπε είχε γνωρίσει και τον Μάρκο και το φίλο του και ορκιζόταν πως ήταν αλήθεια. Είπε επίσης πως ο φίλος του Μάρκου είχε χορογραφήσει όλο το επεισόδιο πολύ προσεχτικά, έχοντας διαισθανθεί από καιρό πως ό,τι χρειαζόταν ήταν μια σπίθα: όχι ξελόγιασμα αλλά λύτρωση, η κατάληξη μιας τρυφερότητας που είχε μεγαλώσει με τους μήνες χωρίς πρόθεση και χωρίς υποψία για το πού θα οδηγούσε. Ο Μάρκος Τιμολέων θα πρέπει να είχε ανησυχήσει για τη χριστιανική αμαρτία που διέπραττε, το ρίσκο που έπαιρνε σε μια πόλη που όλοι ήξεραν όλους και η ομοφυλοφιλία ήταν αδίκημα, αλλά μεγαλύτερο ήταν το βάρος της ντροπής, το οποίο αλάφρωνε με μεγάλες ποσότητες ποτού – ή έτσι ήθελε να κάνει το φίλο του να νομίζει: ένα βράδυ ο αγαπημένος του ανακάθισε στο κρεβάτι , άπλωσε το χέρι να πιάσει το μπουκάλι με το ρακί που Μάρκος Τιμολέων έπινε και ήπιε κι αυτός μια γουλιά από το διάφανο αλκοολικό ποτό, χωρίς να ξέρει πως θα ξεσκέπαζε την απάτη: «Μα αυτό είναι νερό με γλυκάνισο», είπε.
Στην μετέπειτα ζωή του, ο Μάρκος Τιμολέων θα αρνιόταν την ερωτική σχέση, επιλέγοντας να κρυφτεί πίσω από μια παραφουσκωμένη αίσθηση ανδρισμού που έδινε έμφαση στη σωματική δύναμη, στη σεξουαλική ικανότητα, στην επιβολή στις γυναίκες και στην επιθετικότητα: ένας αρρενωπός άνδρας.

Πάνος Καρνέζης: Το πάρτυ γενεθλίων (Μακόντο)

Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2011

No 744


Είχε απορροφηθεί και πάλι με τα βυζιά της. Τώρα έπαιζε με τις ρώγες της.
«Υπέροχα δεν είναι;»
«Πολύ»
«Τα λατρεύω… Όλη μέρα τα κοιτάω και δεν τα χορταίνω».
«Θα τα συνηθίσεις».
«Και βέβαια θα τα συνηθίσω. Δεν θα χαζεύω μια ζωή το στήθος μου. Γι’ αυτό συνέχεια το πασπατεύω, για να το βαρεθώ γρήγορα».
«Καλά. Ποιος πήγε εκείνη τη βραδιά μπορείς να θυμηθείς;» ρώτησα για να την επαναφέρω στην τάξη.
«Νομίζω πως ο Γιλντίζ πήγε με την Μπέμπα τη Βουσλάτ. Σου είπα, γουστάρει τα φιντανάκια».
«Ξέρεις τι έκαναν;»
«Καλέ, που θες να ξέρω; Μόλις τελείωσε η δουλειά μου, έφυγα. Δε μου αρέσει να το ξενυχτώ. Τα κορίτσια όμως εκεί ήταν… Η αλήθεια είναι πως δεν τα είδα, αλλά μάλλον εκεί θα πρέπει να ήταν».
«Αργότερα δεν τα είπατε;»
«Καλέ, τι να πω με δαύτες; Ίσα κι όμοια είμαστε;»
Είχε σηκωθεί στο πόδι, πατίκωσε με τα χέρια το σφριγηλό της στήθος από τα πλάγια και το άφησε απότομα, κάνοντάς το να τρεμουλιάσει.
«Η αγριονταρντάνα η Ντεμέτ ούτε χαλάουα δεν κάνει και η Βουσλάτ είναι ένα κακομαθημένο μικρό! Ενώ εγώ έχω αυτά εδώ!»
Άρα, κατά τα λεγόμενά της, υπήρχε μια νέα κατηγορία τραβεστί, όπου αυτές που έχουν βυζιά είναι ανώτερες αυτών που δεν έχουν. Με λίγα λόγια, εμείς που δεν έχουμε είμαστε για φτύσιμο.
«Κι εγώ δεν έχω…» είπα.
«Ναι, αντρούλη μου, αλλά εσύ θεωρείσαι αφεντικό».

Μεχμέτ Μουράτ Σομέρ: Δολοφονίες προφητών (Πατάκης)


Τετάρτη, Μαρτίου 16, 2011

No 743


Ο Κόντε παρατήρησε το εξώφυλλο του βιβλίου: από μια χρυσαλλίδα ξεπεταγόταν μια πεταλούδα με ανθρώπινο πρόσωπο, διαιρεμένο με τρόπο γκροτέσκο: μάτια γυναίκας και στόμα άνδρα, μαλλί γυναικείο και πιγούνι ανδρικό. Ο τίτλος ήταν Το πρόσωπο και η μάσκα και, με τρόπο καθόλου κρυπτικό, ήταν αφιερωμένο «Στο τελευταίο εν ενεργεία μέλος της κουβανικής τάξης των ευγενών». Αισθάνθηκε την επιθυμία να πάει σπίτι του και να αρχίσει να διαβάζει εκείνο το βιβλίο που ίσως του έδινε κάποια κλειδιά για τα όσα είχαν συμβεί ή, τουλάχιστον, τον μάθαινε κάτι σχετικά με τον σκοτεινό κόσμο της ομοφυλοφιλίας. Στη διάλεξή του περί τραβεστισμού, ο Μαρκές είχε αναφέρει τρεις πιθανές συμπεριφορές όσων μεταμφιέζονται: τη μεταμόρφωση ως υπέρβαση του μοντέλου, το καμουφλάζ ως μορφή εξαφάνισης και τη μεταμφίεση ως μέσο εκφοβισμού. Ποια απ’ όλες να είχε σπρώξει άραγε τον Αλέξις Αραγιάν να ντυθεί Ελέκτρα Γκαριγκό ακριβώς το βράδυ της εορτής της Μεταμόρφωσης; Τελικά αυτή η ιστορία άρχιζε να του αρέσει, αν όμως ήθελε να καταλάβει κάτι, έπρεπε να μάθει λίγα πράγματα παραπάνω. Ένα τουλάχιστον ήταν σίγουρο: ο Αλμπέρτο Μαρκές δεν μπορούσε να είναι ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας του Αλέξις Αραγιάν. Με εκείνα τα μπράτσα θα είχε χρειαστεί δυο ώρες για να πνίξει τον νεαρό, ο οποίος θα έπρεπε ταυτόχρονα να κλείνει τη μύτη του με τα δάχτυλά του. Εξίσου σίγουρο ήταν όμως ότι ο Αλμπέρτο Μάρκες είχε πολλά να πει για εκείνον το θάνατο τον ντυμένο στα κόκκινα.

Λεονάρδο Παδούρα: Μάσκες (Καστανιώτης)

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2011

No 742

Ilya Schor

Πριν από τρεις μήνες, ο Νταγκλίς είχε πάει με την Έμμα στην τελετή της υπογραφής του συμφώνου συμβίωσης της Κλάρα και της Άννυ. Ήταν μια ωραία ήσυχή τελετή στην οποία καλεσμένοι ήταν μόνο οι γονείς της Κλάρα, ο χήρος πατέρας της Άννυ και λίγοι στενοί φίλοι. Ύστερα έφαγαν στο σπίτι το μεσημεριανό γεύμα που είχε μαγειρέψει η Άννυ. Όταν τέλειωσε το κυρίως πιάτο, η Κλάρα και ο Νταγκλίς πήραν τα πιάτα στην κουζίνα για να φέρουν το γλυκό. Τότε ήταν που γύρισε προς το μέρος του και με τρόπο αποφασιστικό που έδειχνε πως περίμενε αυτή την ευκαιρία του είπε:
‘Μπορεί να φαίνεται παράξενο να θέλουμε εμείς να επισημοποιούμε το δεσμό μας, όταν εσείς, οι ετεροφυλόφιλοι παίρνετε σωρηδόν τα διαζύγια, ή προτιμάτε να συζείτε χωρίς τα καλά του γάμου. Εμείς, και χωρίς αυτά, ευτυχισμένες είμαστε. Όμως θέλαμε και νομικά να αναγνωριστούμε ως οι πλησιέστεροι συγγενείς. Αν τύχει να χρειαστεί να πάει η Άννυ στο νοσοκομείο, θέλω να μπορώ να είμαι δίπλα της. Υπάρχουν επίσης τα περιουσιακά. Αν πεθάνω πρώτη εγώ, η περιουσία πηγαίνει αφορολόγητη στην Άννυ. Βέβαια θα ξοδέψει τα πιο πολλά στους ξυπόλυτους, αλλά αυτό είναι δικό της θέμα. Δεν θα πάνε χαμένα. Η Άννυ είναι πολύ συνετή. Ο κόσμος νομίζει πως ο δεσμός μας κρατάει επειδή εγώ είμαι η πιο δυνατή και η Άννυ κρέμεται από μένα. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίθετο, και εσύ είσαι από τους λίγους που το είδαν αμέσως αυτό. Σ’ ευχαριστώ που ήσουν σήμερα μαζί μας».

Π. Ντ. Τζέιμς: Θάνατος σε ιδιωτική κλινική (Καστανιώτης)

Τετάρτη, Μαρτίου 02, 2011

No 741


Γουάιλντ, Όσκαρ (1854-1900)
Μετά από δύο χρόνια στη φυλακή του Ρέντινγκ, σωματικά καταπονημένος, έμεινε πρώτα σ’ ένα χωριό της Νορμανδίας κι έπειτα στο Παρίσι. Εκεί, αυτός που κάποτε ήταν το πρότυπο του δανδή και του εστέτ, τριγυρνούσε στα καφέ παραμελημένος και ξεπεσμένος. Στον εκτελεστή της λογοτεχνικής του διαθήκης, Ρομπερ Ρος, είχε πει:
Η καθολική Εκκλησία είναι η μόνη που σου δίνει τη δυνατότητα να πεθάνεις αξιοπρεπώς.
Στα τελευταία του, στις 30 Νοεμβρίου 1900, ο Όσκαρ Γουάιλντ έμενε στο άθλιο ξενοδοχείο «Αλσατία». Εκεί κλήθηκαν να τον δουν δύο γιατροί, που διαπίστωσαν την κατάστασή του κι ο ένας ψιθύρισε στον άλλο: «Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να πληρωθούμε». Ο Γουάιλντ που τον άκουσε απάντησε σιγανά:
Υποθέτω πως ο θάνατός μου θα στοιχήσει ακριβότερα απ’ όσο αντέχει η τσέπη μου.
Γύρισε έπειτα στο πλάι, προς το μέρος του τοίχου. Τα τελευταία του λόγια ήταν:
Αυτή ταπετσαρία με πεθαίνει!
Λέγεται ότι μόνο εφτά άτομα ακολούθησαν την κηδεία του. Ο Αντρέ Ζιντ είχε ακούσει πως υπήρχε μόνο ένα στεφάνι. Το είχε στείλει ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, κι έγραφε:
A mon lacateur. Στον νοικάρη μου.

Σωκράτης Δ. Νικολάου: Αυτή η ταπετσαρία με πεθαίνει! Τελευταία λόγια μεγάλων ανδρών (και γυναικών) [Γνώση]

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 23, 2011

No 740


Αχ, ένα αγόρι με απαλή σάρκα αγαπώ, που σ’ όλους του
φίλους το διέδωσε, κρυφά μου. Μα έστω, φάνηκα,
δίχως να κρύψω στανικώς το πώς με βασανίζει,
πως δεν με δάμασε αγοριού τυχαίου εμένα ο έρωτας.
Όμορφη η αγάπη ενός τεκνού! Δες και τον Γανυμήδη
που ο γιός του Κρόνου, ο βασιλιάς των αθανάτων, πόθησε’
στον Όλυμπον έτσι αρπαχτόν τον έφερε και τού ‘βαλε
φύλακα θείον της νιότης του της λατρεμένης που άνθιζε.
Μην απορείς λοιπόν και συ, ω Σιμονίδη, που ο έρωτας
ενός ωραίου αγοριού μ’ έχει κι εμέ δαμάσει.

Θέογνις [Ερωτικά (Παιδεραστικά)]

Αρχαίοι λυρικοί –Γ'. Ελεγειακοί (Άγρα)
Μετάφραση-Σχόλια: Γιάννης Δάλλας

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 16, 2011

No 739

Henri de Toulouse Lautrec (Γαλλία)

«Βεβαίως!» απάντησε θριαμβευτικά ο Όσκαρ. «Βεβαιότατα! Αυτό ακριβώς είπε – και ήταν σωστό! Ο Ντρέιτον Σεντ Λέοναρντ ήταν “θείος” του!»
«Τι;» απόρησα εγώ.
«Αυτός ο ευφημισμός είναι παλιός» είπε ο Όσκαρ χαμογελώντας. «Εμείς είμαστε εξοικειωμένοι με αυτόν, έτσι δεν είναι, κυρία ο' Κιφ;» Κ καλή γυναίκα μετακινήθηκε δεξιά αριστερά με συγκρατημένη ικανοποίηση, αφού εμπλεκόταν με αυτόν τον τρόπ στην αφήγηση του Όσκαρ. «Μια νεαρή κυρία μ’ έναν ώριμο θαυμαστή. Συχνά θα χαρακτηρίσει τον μεγαλύτερο σε ηλικία άνδρα ως “θείο” της. Το ίδιο συβέβη με τον νεαρό Μπίλι Γουντ και τον κύριο Ντρέιτον Σεντ Λέοναρντ. Και εάν, όπως σχεδίαζαν, είχαν φύγει για τη Γαλλία – όπως είχε πει ο Μπίλι στη μητέρα του ότι πιθανόν να έκαναν - δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα ταξίδευαν σαν “θείος” και “ανηψιός”. Είναι πιο διακριτικό. Ακόμα και στην ηπειρωτική Ευρώπη, απ’ ότι αντιλαμβάνομαι, διάφορες σπιτονοικοκυρές και ξενοδόχοι προτιμούν αυτή την τακτική. Ο Ντρέιτον Σεντ Λέοναρντ ήταν ο “θείος” του Μπίλι Γουντ…»

Τζάιλς Μπράντεθ: Ο Όσκαρ Ουάιλντ & οι δολοφόνοι στο μισοσκόταδο (Κέδρος)

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 09, 2011

Νο 738

Παναγιώτης Γράββαλος

Μέσα σ’ αυτή την πόλη δεν μπορείς να πάψεις να συλλογίζεσαι τον Καβάφη, σε κάθε γωνιά, και κάνοντας τις τέσσερα-πέντε ποιήματα κάθε χρόνο. Πρέπει να παέι κανείς στην Αλεξάνδρεια για να καταλάβει πώς δούλεψε ο Καβάφης. Πουθενά αλλού δε θα του ήταν δυνατό να γράψει: «είμεθα ένα κράμα εδώ…» ή «εν μέρει…» -πουθενά έξω από τους δρόμους με την εξωφρενική ποικιλία πρωτάκουστων ονομάτων. Κι ακόμη είναι ζήτημα αν θα μπορούσε να βρει αλλού μια τέτοιαν αίσθηση της λιμνάζουσας διάλυσης, της ματαιότητας της ανθρώπινης προσπάθειας και του αισθησιακού μηδενισμού που τόσο καλά έδωσε στην ποίησή του –κι αυτής της χάρης τέλος πάντων.

Γιώργος Σεφέρης: Μέρες Δ’

Η πιο εξαιρετική πνευματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης.
Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του. Ανάμεσά μας είναι ένα μικρό τραπεζάκι, γιομάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα κι ουίσκι –και πίνουμε.
Μιλούμε για πλήθος πρόσωπα κι ιδέες, γελούμε, σωπαίνουμε, και πάλι αρχίζει, με κάποια προσπάθεια, η κουβέντα. Εγώ πολεμώ να κρύψω στο γέλιο τη συγκίνηση και τη χαρά μου. Να ένας άνθρωπος μπροστά μου, άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνεια και σιωπή, αρχηγός ερημίτης, κι υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούρειας ασκητικής.

Νίκος Καζατζάκης: Ταξιδεύοντας, Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος-ο Μοριάς

- Το ξέρεις ότι ο Καβάφης έμενε πάνω από ένα μπορντέλο στην οδό Λέπσιους, δυο βήματα από δω; Ήταν μισογύνης και δεν απηύθυνε ποτέ το λόγο στις γυναίκες. Μολαταύτα, ως εξαιρετικά ευγενής άνθρωπος περνώντας μπρος από τις πουτάνες έλεγε πάντα καλημέρα ή καλησπέρα, ούτε κουβέντα όμως παραπάνω, κι εκείνες τον αντιχαιρέτιζαν καλημέρα ή καλησπέρα. Ως τη μέρα που η ματρόνα αγανακτισμένη του φώναξε: «Καλημέρα-καλησπέρα, αδερφάρα του κερατά!».

Ντανιέλ Ροντώ: Αλεξάνδρεια. Η πρωτεύουσα της μνήμης

στο Φαίδων Ταμβακάκης (επιμ.): Αλεξάνδρεια (Μεταίχμιο)

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 02, 2011

No 737


Ακόμα και μέσα στη μάλλον στενή δυτική αντίληψη για το σεξ, από τον Πλάτωνα έως τη Shere Hite είναι ξεκάθαρο πως κανένας ποτέ δεν μονοπωλούσε την αλήθεια για το σώμα μας. Ούτε υπάρχει ένας κυρίαρχος ορισμός τού τι απαρτίζει τη σεξουαλική συμπεριφορά στους ανθρώπους, στους πιθήκους ή στα ανώτερα θηλαστικά (αν και φαίνεται ότι είναι μια σύνθεση από [πράγματα που μαθαίνονται, πράγματα που κληρονομούνται και πράγματα εντελώς τυχαία)
Είναι εύκολο να είμαστε επικριτικοί όσον αφορά τα σεξουαλικά ήθη άλλων κοινωνιών. Οι Ισπανοί του 16ου αιώνα εξοργίστηκαν με την ομοφυλοφιλία και την παρενδυσία των ιθαγενών λαών τους οποίους κατέκτησαν στην Αμερική. Γι' αυτό κατέστρεφαν συστηματικά τα αγάλματα, τα κοσμήματα και τα μνημεία που απεικόνιζαν και εξυμνούσαν τέτοιες πρακτικές(...) Ακόμη και σήμερα ορισμένοι έφοροι μουσείων κρατούν κλειδωμένο αρχαιολογικό υλικό που το θεωρούν "άσεμνο" ή ανάρμοστο προς έκθεση.
Ωστόσο, εκκινώντας από μια χρονική αφετηρία περίπου 5.000 χρόνια πριν από την εποχή μας, είμαστε σε θέση πια να τεκμηριώσουμε μια ευρύτατη ποικιλία ανθρώπινης σεξουαλικότητας στην περιοχή της Ευρασίας: κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, πορνεία (εμφατικά όχι το αρχαιότερο επάγγελμα), παρενδυσία (ανδρική ή γυναικεία), τρανσεξουαλικότητα, ορμονοθεραπεία, σαδομαζοχισμός, αντισύλληψη, ιδέες περί φυλετικής καθαρότητας, σεξ ως αναψυχή αλλά και ως υπερβατική εμπειρία.

Taylor Timothy: Η προϊστορία του σεξ. 4.000.000 χρόνια ανθρώπινης σεξουαλικότητας (Αιώρα)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 26, 2011

No 736



Αμέσως μετά το θάνατο του Ρούντολφ Νουρέγεφ, ο γιατρός και φίλος του Michel Canesi ανήγγειλε ότι ο Νουρέγεφ πέθανε από καρδιακές επιπλοκές που ακολούθησαν μια μακρόχρονη αρρώστια και αρνήθηκε να δώσει άλλες λεπτομέρειες. «Ακολουθώντας τις επιθυμίες του κ. Νουρέγεφ, δεν μπορώ να πω περισσότερα». Όμως πολλοί από τον περίγυρό του έλεγαν ανοιχτά πως είχε AIDS. Κάποιοι άνθρωποι που είχαν χτυπηθεί από την ασθένεια αντέδρασαν με θυμό. Ο συγγραφέας Paul Monette δήλωσε: «Τον θεωρώ άναδρο, δεν με νοιάζει πόσο σπουδαίος χορευτής ήταν».
Τότε, στις 15 Ιανουαρίου, ο Κανεζί έδωσε μια αποκλειστική συνέντευξη στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες του Ρούντολφ Νουρέγεφ. Σ’ αυτήν ο Κανεζί επιβεβαίωνε ότι ο Ρούντολφ είχε πράγματι AIDS, και έδωσε την εξής εξήγηση για το γεγονός ότι πήρε την απόφαση να μιλήσει:
«Ξεκαθαρίζω τα πράγματα τώρα, γιατί πιστεύω πως καμιά αρρώστια δεν είναι ντροπιαστική. Σκέφτομαι όλους τους ανώνυμους ασθενείς που υποφέρουν από εξοστρακισμό. Ο Ρούντολφ έζησε 13-14 χρόνια με τον ιό, χάρη στη δύναμη του, την αγωνιστικότητά του. Οι άνθρωποι πρέπει να το μάθουν αυτό. Ήταν πολύ διάσημος για να κρύψουμε την αλήθεια».
Ο λόγος για τον οποίο ο Νουρέγεφ δεν ήθελε κανείς να μάθει πως είχε διαγνωσθεί φορέας του AIDS ήταν απλός: κάποιες χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, αρνούνταν βίζα εισόδου στους φορείς του ιού.

Ροζίτα Σώκου: Νουρέγεφ. Όπως τον γνώρισα (Κάκτος)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 19, 2011

Νο 735

Yulonda Rios

Δεν είμαι, είπαμε, των δεσμών αλλά τέτοιο καρασεβντά σαν αυτόν του Αρίστου δεν είχα ξαναζήσει. Απ’ αυτά τα παιδιά, τα σακάτικα, που τα πετάει η ζωή στην άκρη σαν τα σπουργίτια στην ανεμοδούρα και δεν έχουν ποτέ στον ήλιο μοίρα, ε, απ’ αυτά τα παιδιά μπορεί κάτι να πάρεις. Όχι απ’ τα χορτασμένα, τα σαλονίσια, τα φλωρίστικα! Πώς χάθηκε; Πώς να ζήσω πια χωρίς τα φλογισμένα μάτια του; Ο χωρισμός, καλέ, είναι μισός θάνατος. Δεν είμαι της κλαψομουνιάσεως αλλά βαλάντωσα στο λάκριμο, η καψερή. Πού χάθηκε; Άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
Πέντε-έξι χρόνια αργότερα, όταν πια το αίσθημά μου είχε σβήσει, τότε ξανάμαθα γι’ αυτόν. Για την τύχη του την κουλή. Από πού; Απ’ τις εφημερίδες. Τον παρουσιάζανε σαν τέρας της φύσεως. Ότι έκλεψε, βίασε και έσφαξε. Α, μπα, μπα, μπουτ σαντά. Άλλος φταίει, κι άλλος πληρώνει. Τσακίστηκα. Δεν πίστεψα τίποτα. Τον είχα ζήσει τον άνθρωπο. Ένα τρακαρισμένο παιδί ήταν, ένα φοβισμένο ζωάκι. Τον αγαπούσα, τον αγαπούσα βαθιά. Τι καλά να ξανασμίγαμε! Να τον αποφυλάκιζαν και να τα βρίσκαμε πάλι. Τι λατσά που θα περνούσαμε! Μα ήταν πια πολύ αργά. Και για μένα και γι’ αυτόν. Και προπαντός γι’ αυτόν, που η μοίρα του τον έστειλε ίσια στην κόλαση.

Θωμάς Κοροβίνης: Ο γύρος του θανάτου (Άγρα)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 14, 2011

No 734

Sergei Vasilevitch Ivanov (Ρωσία)

Ο Τζίλμπερτ Άντριαν είναι μια από τις πιο φανταστικές μορφές του Χόλυγουντ. Εικοσιτεσσάρων ετών, έχει ήδη μια μεγάλη θέση, είναι αναγνωρισμένος ως το Νούμερο 1 για όλα τα σχέδια κουστουμιών στο στούντιο του Σεσίλ ντε Μιλ. Η αίσθηση του για το διακοσμητικό στοιχείο, που εν πρώτοις φαίνεται να τον χαρακτηρίζει είναι μόνο μια πλευρά από το πλατύ και σημαντικό ταλέντο του. Το μυστικό όμως που κάνει τις δουλειές του συναρπαστικές είναι η ιδιοφυής γνώση του για το ανθρώπινο σώμα. Διαθέτει μια ασύγκριτη ερωτική ευαισθησία. Η σάρκα την οποία ζωγραφίζει, ζει.
Το καλλιτεχνικό του ένστικτο ερεθίζεται από τον εκφυλισμό, την κατάπτωση, το υπερεκλεπτυσμένο πάθος. Αυτό δεν θεωρείται μοντέρνο σε μια εποχή όπου το υγιές θεωρείται ύψιστη αξία, δεν είναι «μέσα στο ρεύμα» -και στην Αμερική είναι διπλά παράξενο.
Ο Αντριαν είναι το καλύτερο παράδειγμα για το ότι μπορεί κανείς σήμερα να λατρεύει τα Άνθη του Κακού, να είναι μαθητής του Μπήρντσλεϋ, μόνο χάρη στο ταλέντο. Σχεδιάζει μορφές χορευτών, παλλόμενες, ευλύγιστες, σχδόν απροσδιόριστου φύλου, με ερμαφρόδιτα χαριτωμένα κορμιά, με πρόσωπα όπου κυριαρχούν τα στενόμακρα μάτια πλαισιωμένα με σαγηνευτικούς ίσκιους. (…) Το σχεδιαστικό χάρισμα του Άντριαν αν δεν πάει κάτι στραβά, σύντομα θα προκαλέσει αίσθηση και στην Ευρώπη. Ο ίδιος ο Αντριαν είναι σαν τα μοντέλα που προτιμάει: υπερβολικά λεπτός, αλλόκοτα χαριτωμένος με μια ιδιοφυή παιδικότητα. Στο εκκεντρικό του διαμέρισμα έχουμε περάσει τις πιο μαγικές βραδιές στο φως των κεριών με γλυκό κόκκινο κρασί.
(…) Αργότερα το βράδυ της Πρωτοχρονιάς ο Αντριαν χόρεψε. Πρώτα αιγυπτιακά και τελετουργικά, στο τέλος όμως μόνο με ένα μποά από φτερά γύρω από τους γοφούς.

Έρρικα και Κλάους Μανν: Ο κόσμος γύρω-γύρω (Ολκός)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 12, 2011

No 733


Η καρδιά του Λουδοβίκου ήταν συγκλονισμένη όπως τότε, όταν ο έφηβος αντίκρισε για πρώτη φορά την επιβλητική μορφή του Βάγκνερ και ένιωσε τη μαγική δύναμη του βλέμματος του. «Ναι, τον είχα αγαπήσει», σκέφθηκε μέσα στην παραζάλη του. «Όπως αγαπά τον δάσκαλό του ένας μαθητής – έτσι τον είχα αγαπήσει». Και συνέχισε χωρίς συστολές: «Αγάπησα τον Βάγκνερ όπως μια γυναίκα αγαπάει έναν άντρα».
Ένιωσε τη φλογερή επιθυμία να γονατίσει πάνω στο πάτωμα, σ’ εκείνο το σημείο όπου είχε σταθεί για πρώτη φορά ο δάσκαλος. Όμως κατάφερε να συγκρατηθεί. Γύρισε προς τον νοσοκόμο που στεκόταν σε στάση αναμονής δίπλα στην πόρτα, και του είπε με μαλακιά, σχεδόν τρυφερή φωνή:
«Το δωμάτιο αυτό το αγαπώ περισσότερο απ’ όλα στο ανάκτορο του Μπεργκ».

Kaus Mann: Λούντβιχ. Σιδερόφραχτο παράθυρο (Άγρα)

Πέμπτη, Ιανουαρίου 06, 2011

No 732


Το μαρτύριο του Αγίου Σεβαστιανού πρωτοεμφανίζεται στην Ορθόδοξη Ανατολική εικονογραφία τον 15ο αιώνα, δηλαδή πέντε αιώνες μετά το σχίσμα, και δέκα τρεις περίπου αιώνες μετά την πρώτη του εικονογραφική εμφάνιση στη γενέτειρά του Ιταλία.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι βρίσκουμε τον Άγιο Σεβαστιανό για πρώτη φορά στο β’ μισό του 15ου αιώνα σε φορητή εικόνα του Κρητικού Ανδρέα Ρίτζου, που είναι τώρα στο Τόκιο της Ιαπωνίας, αλλά με τη μορφή που του είχε προσδώσει η δυτική τέχνη στις αρχές του 15ου αιώνα.
Ο Σεβαστιανός εικονίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1543, σε τοιχογραφία της Μονής Ντίλιου στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων και το 1548 στις μονές Βαρλαάμ και Ρουσάνου των Μετεώρων. Και τα τρία αυτά έργα ανήκουν στην ζωγραφική νοοτροπία της ΒΔ Ελλάδας, με επικεφαλής τον Θηβαίο Φράγκο Κατελάνο, η οποία συνηθίζει να δανείζεται τύπους θεμάτων από τους Κρητικούς.
Στη συνέχεια τον συναντούμε στο Άγιον Όρος όπου οι περισσότερες τοιχογραφίες του 16ου αι. είναι έργα του γόνιμου καλλιτεχνικού φαινομένου της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, του γνωστού ως «Κρητική σχολή», που ήκμασε από τον 15ο μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα, και συγκεκριμένα στις μονές Σταυρονικήτα και Διονυσίου.

Γιάννης Σουλιώτης: Ο Άγιος Σεβαστιανός γυμνός σ’ Ανατολή και Δύση (Οδός Πανός)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 05, 2011

No 731


[...] Το παρόν λοιπόν βιβλίο έχει συγκεντρώσει ένα πολύτιμο οπτικό συναξάρι στρατιωτικών αγίων επιμένοντας, πολύ ορθά, στον πρωταγωντσικό τους ρόλο ως προς την επικράτηση της νέας, μαχόμενης διαρκώς, θρησκείας. Οι στρατιωτικοί Άγιοι είναι δύο ειδών: Αυτοί που αποδίδονται πεζοί και οι έφιπποι. Αμφότερες οι περιπτώσεις εκπορεύονται από την πλούσια εικονογραφία της ρωμαϊκής τέχνης. Οι κολοσσοί, οι ανδριάντες των αυτοκρατόρων, τα υπατικά δίπτυχα με τις στυλιζαρισμένες αφηγήσεις τους, τα έφιππα αγάλματα όπως λ.χ. ο "Μάρκος Αυρήλιος" στο Καπιτώλιο, οι προτομές, οι νωπογραφίες ή τα ψηφιδωτά -όχι πολλά ομολογουμένως- με πολεμικές σκηνές αποτελούν τις πρώτες πηγές έμπνευσης, την πεπατημένη από την οποία θα εκκινήσουν οι Χριστιανοί δημιουργοί για να απογειωθούν. Επειδή βεβαίως όταν ωριμάζουν οι αγιογραφικοί τύποι μετά την Εικονομαχία, δεν έχουν καμία ή έχουν ελάχιστη σχέση με τα αρχικά πρότυπα τους. Εφόσον τώρα οι εξεικονιζόμενοι παρουσιάζονται ως θριαμβευτές της άνωθεν Ιερουσαλήμ, πλασμένοι από φως και ταγμένοι στην υπηρεσία του αρρήτου φωτός. Ιδού η μεγάλη σύμβαση της βυζαντινής έκφρασης: Μέσα από μιαν αυστηρή, εικαστική διαδικασία κι έναν μορφοπλαστικό κώδικα που επιτρέπει ελάχιστες αποκλίσεις αποδίδεται όχι ένα φυσικό γεγονός ή ένα επίγειο ον αλλά τα πλάσματα εκείνα που χάριτι θεία μετεωρίζονται ανάμεσα ουρανού και γης και αποτελούν αισθητοποιήσεις μάλλον πνευματικών υποστάσεων παρά ανακλάσεις της όποιας πραγματικότητας. [...]
(από τον πρόλογο του Μάνου Στεφανίδη)

Γιάννης Σουλιώτης: Οι άγιοι στρατιώτες. Εικόνες και βίοι (Φυτράκης)

Σάββατο, Δεκεμβρίου 25, 2010

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γιάννης Τσαρούχης

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 22, 2010

No 730

Ross Watson (Αυστραλία)

Είχαν ανακαινίσει τ’ αποδυτήρια των αντρών την άνοιξη και στη θέση των ανοιχτών ντους υπήρχαν τώρα έξι καμπίνες. Ο Έκτορας πλενόταν στη μια, η πόρτα της καμπίνας του αφημένη ορθάνοιχτη. Ο Ρίτσι έμεινε να κοιτάζει τον τριχωτό κώλο του άντρα, το ψηλό, καλογραμμένο κορμί του. Ο Έκτορας φαινόταν έτοιμος να γυρίσει προς το μέρος του από στιγμή προς στιγμή, κι ο Ρίτσι τρύπωσε γρήγορα στη διπλανή καμπίνα. Άνοιξε αστραπιαία το νερό και τα’ άφησε να πέσει με δύναμη πάνω του, εντελώς παγωμένο, αλλά δεν τον ένοιαζε. Άκουσε τον άντρα δίπλα του να κλείνει τη βρύση του ντους. Ο Ρίτσι στάθηκε κάτω απ’ το νερό. Έβγαλε το μαγιό του. Αποφάσισε να μετρήσει ως το δεκαπέντε. Το δεκαπέντε ήταν τυχερός αριθμός.
Δεκαπέντε. Έκλεισε το νερό του ντους και πήγε στ’ αποδυτήρια.
Ο Έκτορας στεκόταν απέναντί του, γυμνός, μια υγρή λευκή πετσέτα κρεμασμένη στον ώμο του. Ο Ρίτσι, μην τολμώντας να πάρει ανάσα, κοίταξε τον άντρα, ύστερα του χάρισε ένα ντροπαλό, φοβισμένο χαμόγελο. Ο Έκτορας του ανταπέδωσε αμήχανα το χαμόγελο. «Γεια σου».
Ο Ρίτσι κούνησε απλώς το κεφάλι του, μη τολμώντας να πει λέξη. ΘΑ στρίγκλιζε, θ’ ακουγόταν σαν κοριτσάκι, το ‘ξερε. Θα ‘πρεπε να ρωτήσει για την Αίσα, για τα παιδιά –πώς διάολο τα ‘λεγαν; Ο Έκτορας συνέχιζε να σκουπίζεται. Ο Ρίτσι τον έτρωγε με τα μάτια, ξέροντας ότι μάλλον δεν θα ξαναείχε τέτοια ευκαιρία. Κοίταξε το λαιμό του άντρα, το στήθος του, την κοιλιά του, τα μπούτια του, τον πούτσο του, τ’ αρχίδια του, τα γόνατά του, τους αγκώνες, τα δάχτυλα, τα χέρια. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να ξεχάσει την παραμικρή λεπτομέρεια. Τις πυκνές, σκούρες, κατσαρές τρίχες γύρω από τος ρώγες του, την αχνή ροζ ουλή στ’ αριστερό του μπράτσο, το ότι το δεξιό του αρχίδι φαινόταν πιο στρογγυλό, πιο μεγάλο απ’ το άλλο. Ο Έκτορας σήκωσε το πετσάκι του πέους του και σκουπίστηκε. Ο πούτσος του Ρίτσι ξαφνικά σηκώθηκε –δεν μπορούσε να τον ελέγξει. Τινάχτηκε μπροστά, κουνιόταν πάνω κάτω, τεράστιος , άσχημος. Καθώς ο Έκτορας σκούπιζε τους ώμους του, έριξε μια ματιά στον Ρίτσι, ύστερα τράβηξε αμέσως το βλέμμα του, σοκαρισμένος, ενοχλημένος, όχι όμως προτού προλάβει ο Ρίτσι να διακρίνει στα μάτια του μεγαλύτερου άντρα κάτι ανάμεσα σε λύπη και αηδία.

Χρήστος Τσιόλκας: Το χαστούκι (Ωκεανίδα)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 15, 2010

No 729

Fero (Τουρκία)

Έτσι, το βραδάκι, ενώ οι δυο φίλοι ντύνονταν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου κάνοντας εξάσκηση στα τουρκικα τους από την τηλεόραση, χτυπάει η πόρτα και εμφανίζεται ο Τζεμάλ. Είχε έρθει να πάρει το δώρο του και να τους συνοδέψει έξω. Ο Χρήστος μόλις είχε βγει από το μπάνιο και ήταν η σειρά του Διονύση να αποκαθαρθεί. Μπαίνοντας στο μικρό λουτρό, ο Διονύσης αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να καθυστερήσει, καθώς –παρά την κλειστή πόρτα- ακούγονταν ποδοβολητά στο δωμάτιο. Ο Διονύσης τράβηξε τη νάιλον κουρτίνα και περίμενε στωικά. Τρεις φορές τρίφτηκε αίροντας τις αμαρτίες των άλλων.
Κι ενώ δεν ακουγόταν τίποτε πια απ’ έξω, ανοίγει η πόρτα του μπάνιου και αισθάνεται δίπλα στη νάιλον κουρτίνα τη χρυσή βροχή του παλαιστή. Κράτησε την ανάσα του περιμένοντας να τελειώσει και ξαφνικά ο Τζεμάλ τραβάει την κουρτίνα και να τος ολόγυμνος, ολόγιομος.
«Τι κρύβεσαι στο μπάνιο;»
Είχε χαλαρώσει, αλλά ακόμα κι έτσι ήταν θεαματικός. Γελούσε και αποχώρησε θριαμβευτικά.
Με κομμένη την ανάσα, ο Διονύσης ρώτησε «Μπορώ να βγω;»

Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Ο παλαιστής και ο δερβίσης (Πατάκης)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 08, 2010

No 728

Θάλεια Φλωρά-Καραβία

Ο Καβάφης ήρθε ξαφνικά σαν πυρετός και ξεσήκωσε την τάξη. Πέσαμε μονομιάς όλοι άρρωστοι. Ως και οι πιο ανίδεοι από ποίηση –κουμπούρες και καζουροποιοί- ένιωσαν ενδιαφέρον μαζί κι ενόχληση. Ήταν σαν να είχαμε φέρει μέσα στην τάξη κάτι το απαγορευμένο. (…)
Ο Καβάφης ξέσπασε σαν μια επιδημία που υπόβοσκε, μια ασθένεια απ’ την οποία λίγο πολύ όλοι είχαμε προσβληθεί και που θέλαμε, αψήφιστα, να τη μεταδώσουμε και σε άλλους. Σκύβαμε πάνω στο βιβλίο του αφιονισμένοι. «Τα χρόνια της νεότητός του, ο ηδονικός του βίος» κι είχαμε μια τάση να σοκαριστούμε και να ταυτιστούμε συνάμα.
«Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες…», τη στιγμή που, όντως, μερικοί από μας είχαμε αρχίσει να ‘χουμε μεταμέλειες για κάποιες ατασθαλίες μας ερωτικές. Βρισκόμασταν στην εποχή που «η κοινωνία… σεμνότυφη πολύ, συσχέτιζε κουτά». «Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε».
Βέβαια ο φιλόλογος μας φρόντιζε να μας κάνει μόνο τα ιστορικά και τα παραινετικά ποιήματα του, παραμερίζοντας επιδέξια κάθε άλλο κείμενο του προκλητικό.

Μένης Κουμανταρέας: Ξεχασμένη φρουρά (Καστανιώτης)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 01, 2010

No 727

Simeon Solomon (Ην. Βασίλειο)

Η παιδεραστία αποτελεί ένα φυσιολογικό στάδιο στην εξέλιξη και την ωρίμανση των εφήβων. Πρόκειται για μια εφήμερη συνήθως σχέση με εκπαιδευτικό και όχι συστηματικά σαρκικό χαρακτήρα, με σκοπό την ανάπτυξη των ηθικών αρετών του νέου, η οποία κατέληγε με την πάροδο της ηλικίας σε μια σταθερή, ισόβια φιλία. Οι ενήλικες εραστές επιδίδονταν στη συστηματική έρευνα προκειμένου να ανακαλύψουν το αντικείμενο του πόθου τους στα γυμναστήρια και τις παλαίστρες, όπου αθλούνται γυμνοί νέοι και εκτός από τα θαυμαστικά σχόλια των υποψηφίων εραστών δέχονται και τα πλουσιοπάροχα δώρα τους. Χαρακτηριστικός είναι ο πρόλογος από τους Διαλόγους του Πλάτωνα που μας περιγράφει την ισχυρή αίσθηση που προκάλεσε στο Σωκράτη η εμφάνιση ενός ινδάλματος, του ωραιότερου νέου της εποχής, του Χαρμίδη. Οι λεπτομέρειες των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην παλαίστρα του Ταυρέα, όπως μας τις μεταφέρει ο Πλάτων, οδήγησαν τον Σωκράτη να ερωτευθεί τόσο παράφορα τον Χαρμίδη, ώστε να χάσει την ψυχραιμία του και την αυτοπεποίθησή του. Τέτοιοι σπουδαίοι και διάσημοι άνδρες μαγεύουν τα νεαρά αγόρια, μέχρις ότου τα κατακτήσουν και γίνουν ερωτικό ζευγάρι.
Τα παιδεραστικά, ερωτικά ζευγάρια δεν έχουν κανένα πρόβλημα να εμφανιστούν δημόσια και η παρουσία τους σε συμπόσια και οποιες άλλες εκδηλώσεις δεν σοκάρει καθόλου τους Αθηναίους πολίτες.

Σπύρος Κ. Ζερβός: Ροζ σκάνδαλα στην αρχαιότητα (Ταξιδευτής)

Πέμπτη, Νοεμβρίου 25, 2010

No 726



Η ομοφυλοφιλία εμφανίζεται στα ελληνικά μυθιστορήματα – και γίνεται κεντρικό θέμα στον Ρωμαίο Πετρώνιο. Ο Χαρίτων είναι ο πιο διακριτικός: ο ήρωάς του, ο Χαιρέας, συνοδεύεται πάντοτε από τον πιστό του φίλο, τον Πολύχαρμο. Ο συγγραφέας υπαινίσσεται την πραγματική διάσταση της φιλίας τους, παραπέμποντας απλώς στη φιλία του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο στην Ιλιάδα: ο υπαινιγμός αυτός πρέπει να ήταν αρκετός για τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη. Στο τέλος του μυθιστορήματος, ο Χαιρέας δίνει την αδελφή του στον Πολύχαρμο’ η πλούσια προίκα που συνοδεύει τη νύφη είναι σαφώς η ανταμοιβή για την αφοσίωση του Πολύχαρμου’ πουθενά δεν γίνεται λόγος για ρομαντικό έρωτα.
Ο Ξενοφών είναι αμεσότερος. Ένας βασικός ήρωας του μυθιστορήματος του είναι ο ληστής Ιππόθοος, που τον συναντούμε άλλοτε με την Άνθεια και άλλοτε με τον Αβρακόμη –αν και είναι σαφές ποιον από τους δυο προτιμά. Οι διαθέσεις του απέναντι στην Άνθεια είναι ενδεικτικές: σε κάποιο σημείο είναι έτοιμος να τη θυσιάσει στον θεό του πολέμου, τον Άρη, και σε κάποιο άλλο τη ρίχνει σε μια τάφρο με πεινασμένα σκυλιά’ όταν, στο τέλος, συμβάλλει στην ένωση των ερωτευμένων, το κάνει μόνο από φιλία για τον Αβροκόμη. Στο μεταξύ, έχει υιοθετήσει ένα ωραίο αγόρι- ενώ πιο πριν είχε μιλήσει στον Αβροκόμη για τον μεγάλο νεανικό του έρωτα, τον ωραίο Υπεράνθη, που τον έχασε σ΄ ένα ναυάγιο ανοιχτά της Λέσβου, κι από τον καημό του έγινε ληστής!
Ο Αχιλλέας Τάτιος, φιλοπερίεργος και φιλομαθής πάντοτε, εξετάζει το θέμα και θεωρητικά. Στο ταξίδι από τη Βηρυτό στην Αλεξάνδρεια, όσο η Λευκίππη κοιμάται «εν μυχω της νηός», οι άντρες συζητούν για το ιδεώδες αντικείμενο του ερωτικού πόθου και διαφωνούν: άλλοι προτιμούν τις γυναίκες και άλλοι τα αγόρια’ οι παιδεραστές έχουν την τελευταία λέξη, όμως ο συγγραφέας δεν αφήνει την παραμικρή υποψία να σκιάσει τον ήρωά του, που είναι απόλυτα αφοσιωμένος στη Λευκίππη.

Tomas Hägg: Το αρχαίο μυθιστόρημα (ΜΙΕΤ)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 24, 2010

No 725



«(…) Αλήθεια δεν ξέρω για ποιο λόγο στις μέρες μας συνηθίζεται ο έρωτας μεταξύ αρσενικών».
«Γιατί, πολύ καλύτερος δεν είναι;» απάντησε ο Μενέλαος. «Τ’ αγόρια είναι πιο απλοϊκά απ‘ ό,τι οι γυναίκες κι η ομορφιά τους πιο ερεθιστική για ηδονή. (…) Στις γυναίκες όλα είναι ψεύτικα, και τα λόγια κι η εμφάνιση. Αν φαίνονται όμορφες, αυτό είναι περίτεχνο κατόρθωμα των φτιασιδιών. Η ομορφιά τους δεν είναι άλλο παρά αρώματα, βαφές μαλλιών και καλλυντικά. Αν όμως τις απογυμνώσεις από όλες αυτές τις απάτες, τότε μοιάζουν με την ξεπουπουλιασμένη καλιακούδα του παραμυθιού. Η αγορίστικη ομορφιά δεν ποτίζεται με μυρωδιές αρωμάτων, ούτε μ’ απατηλές και ξένες οσμές' απ’ όλα τα μύρα των γυναικών ο ιδρώτας των αγοριών μυρίζει πιο ωραία. Μπορείς μάλιστα, πριν από τα ερωτικά αγκαλιάσματα, να πέσεις μαζί τους στην παλαίστρα και ν’ αρχίσεις φανερά τις περιπτύξεις, γιατί αυτά τ’ αγκαλιάσματα δεν είναι ντροπή. Δεν έχουν σάρκες χαλαρές για να κάνουν χαλαρά και τα ερωτικά αγκαλιάσματα, τα κορμιά αντιχτυπούν το ένα στ’ άλλο και συναγωνίζονται σε ηδονή. Τα φιλιά τους δεν έχουν γυναικεία σοφία, ούτε επινοούν με τα χείλη τους απάτες κολασμένες. Φιλούν όπως ξέρουν, και τα φιλιά τους δεν είναι αποτέλεσμα της τέχνης αλλά της φύσης. Να ποια είναι η εικόνα του αγορίστικου φιλιού: αν έπηζε το νέκταρ και γινόταν δυο χείλη, τότε μόνο θα έπαιρνες παρόμοια φιλιά. Φιλάς και δεν χορταίνεις, κι όσο τα δοκιμάζεις τόσο πιο πολύ διψάς για φιλιά' το στόμα σου δεν μπορείς να τ’ αποτραβήξεις προτού η ηδονή σε κάνει να ξεφύγεις από τα φιλήματα».

Αχιλλεύς Τάτιος: Τα περί Λευκίππην και Κλειτοφώντα (Κάκτος)

Πέμπτη, Νοεμβρίου 18, 2010

No 724



Έτσι ο Ιππόθοος άρχισε να του αφηγείται από την αρχή (καθώς συνέβαινε να είναι μόνοι οι δυο τους) τις περιπέτειες του.
«Εγώ», είπε, «κατάγομαι από την Πέρινθο (η πόλη αυτή βρίσκεται κοντά στη Θράκη), και η οικογένειά μου ήταν από τις ισχυρότερες εκεί’ σίγουρα θα έχεις ακούσει για την Πέρινθο, πόσο ξακουστή είναι και πόσο ευημερούν οι άνθρωπου σ’ αυτήν. Εκεί ότανήμουν νέος, ερωτεύτηκα ένα ωραίο αγόρι της περιοχής, που το έλεγαν Υπεράνθη. Το πάθος μου γι’ αυτόν γεννήθηκε όταν τον είδα στο γυμναστήριο να ασκείται στην πάλη, και δεν μπορούσα πια να αντέξω. Μια μέρα λοιπόν που τελείτο μια τοπική γιορτή με θρησκευτική ολονυχτία, πλησιάζω τον Υπεράνθη και τον ικετεύω να με λυπηθεί’ το αγόρι, όταν με άκουσε, συγκινήθηκε από το πάθος μου και μου υποσχέθηκε τα πάντα. Έτσι άρχισε το πρώτο στάδιο ου έρωτά μας, με φιλιά, αγγίγματα και πολλά δικά μου δάκρυα’ τέλος κατορθώσαμε σε μια κατάλληλη στιγμή να βρεθούμε μόνοι μαζί, και κανείς δεν μας υποπτευόταν, επειδή ήμασταν συνομήλικοι. Η σχέση μας κράτησε για μεγάλο διάστημα και αγαπιόμασταν πολύ, μέχρι που κάποιος θεός ζήλεψε την ευτυχία μας. Μια μέρα ήλθε από το Βυζάντιο (το Βυζάντιο βρίσκεται κοντά στην Πέρινθο) ένας άντρας από τους επιφανέστερους στην πόλη του, που καυχιόταν για τα πλούτη και την περιουσία του’ το όνομά του ήταν Αριστόμαχος. Με το που πάτησε λοιπόν αυτός το πόδι του στην Πέρινθο, λες και τον είχε στείλει κάποιος θεός για να με καταστρέψει, βλέπει στο πλευρό μου τον Υπεράνθη και αμέσως τον ερωτεύεται’ τον θάμπωσε η ομορφιά του αγοριού, που δεν μπορούσε να αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Από την στιγμή που τον ερωτεύτηκε, δεν μπορούσε να ελέγξει το πάθος του’ […]

Ξενοφών Εφέσιος: Εφεσιακά (Κάκτος)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 17, 2010

No 723


Αξίζει όμως να μνημονεύσουμε κι άλλο επεισόδιο, διόλου ευκαταφρόνητο, που φανερώνει τη δύναμη της φιλίας: ο Πολύχαρμος, ο φίλος του Χαιρέα, στην αρχή όχι μόνο δε φάνηκε στη συγκέντρωση, αλλά δήλωσε και στους γονείς του:
«Αγαπώ τον Χαιρέα, και βέβαια τον αγαπάω, όχι όμως στο σημείο να ριψοκινδυνεύσω τη ζωή μου μαζί του. Γι’ αυτό λοιπόν, μέχρι ν’ αποπλεύσει, εγώ θα σταθώ παράμερα».
Τη στιγμή όμως που το πλοίο άφηνε τη στεριά, τους αποχαιρέτησε από την πρύμνη’ ήταν αργά πια για να τον συγκρατήσουν.

Χαρίτωνος Αφροδισιέως: Χαιρέας και Καλλιρόη (Το Ροδακιό)

Παρασκευή, Νοεμβρίου 12, 2010

No 722

Giovanni Bazzi, Il Sodoma (Ιταλία)

Μολονότι ο Αλέξανδρος έτρεφε μεγάλη αγάπη για όλους τους συντρόφους του, περισσότερο ξεχώριζε τον Ηφαιστίωνα, που και κείνος με τη σειρά του ανταπόδινε τα τρυφερά αισθήματα του συντρόφου του. Κάποια μέρα ο Αλέξανδρος απαγγέλλοντας μπροστά στους φίλους του την εικοστή δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας δάκρυσε, και με θλίψη είπε:
«Πόσο υα ‘θελα να ήμουν κι εγώ Αχιλλέας, αλλά νε έχω και έναν τέτοια φίλο, όπως ήταν ο Πάτροκλος».
Ο Ηφαιστίωνας του είπε τότε:
«Αν εσύ, Αλέξανδρε, επιθυμείς να αντικαταστήσεις τον Αχιλλέα, κι εγώ επιθυμώ ν’ αντικαταστήσω τον Πάτροκλο».
Από την απάντηση αυτή, ο Αλέξανδρος ευχαριστήθηκε πάρα πολύ κι αγκαλιάζοντας τον Ηφαιστίωνα του είπε:
«Από τώρα και στο εξής, ο Αλέξανδρος είναι Ηφαιστίωνας και ο Ηφαιστίωνας, Αλέξανδρος».
Από τότε ο Φιλώτας έβλεπε με άσχημο μάτι το καινούργιο ζευγάρι της αληθινής και παραδειγματικής αυτής φιλίας.

Κόιντος Κούρτιος Ρούφος: Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 10, 2010

No 721

Etienne (Dom Orejudos) [ΗΠΑ]

Ο Αλκιβιάδης, φυσικά, δεν υπήρξε ποτέ γέρος: πέθανε περίπου πενήντα χρόνων. Την εποχή του Συμποσίου δεν ήταν πια ένας νέος άνδρας. Πρέπει να γεννήθηκε μεταξύ του 492 και του 450. Όταν άρχισε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, μόλις είχε απαλλαγεί από την κηδεμονία του Περικλή. Από τότε είχε το δικό του σπίτι, τους δούλους του. Σε λίγο θα μπορεί να αναλάβει πολιτικές ευθύνες. Ο χαρακτήρας όμως του ανθρώπου παρέμεινε, ως προς αυτό το σημείο, ίδιος με ενός εφήβου, λαμπερού, αναιδέστατου, κάπως ανεύθυνου, και έτσι θα τον φανταζόμαστε πάντοτε. Στο συμπόσιο, η σκηνή υποτίθεται ότι συμβαίνει το 416: ο Αλκιβιάδης είναι λοιπόν τριάντα πέντε χρόνων: του φέρονται όμως όπως σε «ερωμένο», τον οποίον οι άνδρες ενοχλούν με τις προτάσεις τους, και σαν χαϊδεμένο παιδί που μπορεί να λέει οτιδήποτε και του συγχωρούνται τα πάντα. Η εικόνα αυτού του έφηβου έχει, κατά κάποιον τρόπο, επιβληθεί, χαραχτεί στις εντυπώσεις μας και έχει για πάντα επιβληθεί.

Jaquline de Romilly : Αλκιβιάδης (το άστυ)

Παρασκευή, Νοεμβρίου 05, 2010

No 720


Απέπλευσαν τον Ιούλιο (για το Μεσολόγγι). Μαζί του ήταν: ο πιστός υπηρέτης Φλέτσερ, που συνόδευε πάντα από παιδί τον Μπάυρον’ ο θαλαμηπόλος του Λέγκα Ζαμπέλλι, που ήδη από τη Ραβένα είχε προστεθεί στο προσωπικό του, καθώς κι ένας νεαρός γιατρός, ο Φραντσέσκο Μπρούνο. Επίσης –παράξενη αναπαράσταση των νεανικών του χρόνων- πήρε μαζί του έναν σκύλο που του ‘χαν χαρίσει, τον Λέοντα, ράτσας Νέας Γης και αργότερα πρόσθεσε στην ομάδα κι έναν νεαρό Έλληνα, τον Λουκά, ως ακόλουθό του. Ο Μπάυρον συνδέθηκε μ’ αυτό το αγόρι τόσο στενά όσο και με τον Ρόμπερ Ράστιν. Στα τελευταία ποιήματα της ζωής του εξέφρασε τον πόνο του για την αδιαφορία που του έδειχνε αυτό το αγόρι:

…ο έρωτας δεν εξαρτάται από τη θέλησή μου.
Δεν φταις εσύ γι’ αυτό – αν κι ειν’ της μοίρας μου γραφτό
με πάθος, ανάρμοστα και μάταια, εσένα πάντα ν’ αγαπώ.

Πέρα απ’ αυτούς τους στίχους, ο Μπάυρον δεν ξανάγραψε άλλα ποιήματα. Τώρα πια είχε έρθει η ώρα της δράσης, κάτι που πάντα επιθυμούσε.

Catherine Peters: Byron. Ποιητής, εραστής ή επαναστάτης; (Νεφέλη)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 03, 2010

No 719

Edward Hopper (ΗΠΑ)

Δεν βρήκα φωτογραφία που να δείχνει την Πάολα Σανζύστ ντι Τεουλάντα, χέρι χέρι με τη Φρανσουάζ Σαγκάν. Σε μια φωτογραφία που τραβήχτηκε στη Ντωβίλ, στην έξοδο του ξενοδοχείου Paris, η καθεμιά δίνει το χέρι της σε έναν άνδρα: η Φρανσουάζ στον Ζαν Σάκο και η Πάολα στον Ζαν-Πωλ Φωρ. Θολώνουν τα νερά. Ακόμα και αν στη Φρανσουάζ αρέσουν οι γυναίκες, κρύβει τις σχέσεις της που παραμένουν παράνομες. Δεν υπάρχουν ερωτικές εικόνες της Σαγκάν με εκείνες που αγάπησε ή που τη γοήτευσαν, την Πάολα, Τη Ζυλιέτ Γκρεκό, τη Πέγκυ Ρος ή την Άβα Γκάρντνερ. Στο θέατρο ή στο καζίνο, κάνει την είσοδό της στηριγμένη στο μπράτσο ενός άνδρα, προκειμένου να αποφύγει να φωτογραφηθεί με κάποιαν επιστήθια φίλη.
Η επίσημη ερωτική ζωή της Φρανσουάζ Σαγκάν συμμορφώνεται με τους όρους της σύμβασης που υπαγορεύονται από τον μύθο της.

Μαρί-Ντομινίκ Λελιέβρ: Σαγκάν, μια ζωή στο κόκκινο (Μεταίχμιο).