.
Στο βάθος μπροστά του είδε έναν άντρα. Ο Αλεξάντρ σταμάτησε. Ο άντρας στράφηκε και τον κοίταξε. Μια ηλεκτρισμένη παύση μαρτυρούσε πως και οι δύο βρίσκονταν εκεί για τον ίδιο λόγο. Ο Αλεξάντρ προχώρησε ενώ ο άντρας έμεινε ακίνητος στη θέση του περιμένοντας ο άλλος να πάει κοντά του. Μόλις βρέθηκαν δίπλα δίπλα, κοίταξαν κι οι δυο τους ολόγυρα θέλοντας να βεβαιωθούν πως ήταν μόνοι και ύστερα κοιτάχτηκαν. Ο άντρας ήταν νεότερος από τον Αλεξάντρ, το πολύ δεκαεννιά είκοσι χρονών. Έδειχνε αβέβαιος και ο Αλεξάντρ σκέφτηκε πως αυτή πρέπει να ήταν η πρώτη του φορά. Τη σιωπή έσπασε ο Αλεξάντρ.
- Ξέρω ένα μέρος όπου μπορούμε να πάμε.
Ο νεαρός ξανακοίταξε γύρω του κι ύστερα έγνεψε καταφατικά χωρίς να πει λέξη. Ο Αλεξάντρ συνέχισε:
- Ακολούθησε με, από απόσταση.
Προχώρησαν χωριστά. Ο Αλεξάντρ έφυγε πρώτος, κι όταν ξεμάκρυνε καμιά διακοσαριά βήματα, γύρισε να ελέγξει. Ο άλλος τον ακολουθούσε ακόμα.
(…) Η πόρτα του γραφείου άνοιξε κι άλλο. Ο άντρας μπήκε μέσα, κι οι δυο τους κοιτάχτηκαν καλά για πρώτη φορά. Ο Αλεξάντρ πήγε στην πόρτα και την έκλεισε. Ο ήχος της κλειδαριάς τον διέγειρε. Σήμαινε πως ήταν ασφαλείς. Σχεδόν αγγίζονταν, αλλά και πάλι όχι ακριβώς, κανείς τους δεν ήταν σίγουρος ποιος θα έκανε την πρώτη κίνηση. Ο Αλεξάντρ απολάμβανε τη στιγμή και ήταν αποφασισμένος να περιμένει όσο μπορούσε να αντέξει, ώσπου έσκυψε και τον φίλησε.
Κάποιος χτύπησε με δύναμη την πόρτα. Το πρώτο που σκέφτηκε ο Αλεξάντρ ήταν πως πρέπει να ήταν ο πατέρας του – πρέπει να το είχε καταλάβει, να το ήεξερε όλον αυτό τον καιρό. Τότε όμως συνειδητοποίησε πως ο θόρυβος δεν ερχόταν απέξω. Ήταν αυτός ο άντρας που βροντούσε την πόρτα, φωνάζοντας να τον ακούσουν. Είχε αλλάξει γνώμη; Σε ποιον φώναζε; Ο Αλεξάντρ σάστισε. Έξω από το γραφείο άκουγε φωνές. Ο άντρας δεν ήταν πια μειλίχιος και συνεσταλμένος. Είχε μεταμορφωθεί. Ήταν οργισμένος, αηδιασμένος. Έφτυσε τον Αλεξαντρ στο πρόσωπο.
Tom Rob Smith: παιδί 44 (Πατάκης)
Στο βάθος μπροστά του είδε έναν άντρα. Ο Αλεξάντρ σταμάτησε. Ο άντρας στράφηκε και τον κοίταξε. Μια ηλεκτρισμένη παύση μαρτυρούσε πως και οι δύο βρίσκονταν εκεί για τον ίδιο λόγο. Ο Αλεξάντρ προχώρησε ενώ ο άντρας έμεινε ακίνητος στη θέση του περιμένοντας ο άλλος να πάει κοντά του. Μόλις βρέθηκαν δίπλα δίπλα, κοίταξαν κι οι δυο τους ολόγυρα θέλοντας να βεβαιωθούν πως ήταν μόνοι και ύστερα κοιτάχτηκαν. Ο άντρας ήταν νεότερος από τον Αλεξάντρ, το πολύ δεκαεννιά είκοσι χρονών. Έδειχνε αβέβαιος και ο Αλεξάντρ σκέφτηκε πως αυτή πρέπει να ήταν η πρώτη του φορά. Τη σιωπή έσπασε ο Αλεξάντρ.
- Ξέρω ένα μέρος όπου μπορούμε να πάμε.
Ο νεαρός ξανακοίταξε γύρω του κι ύστερα έγνεψε καταφατικά χωρίς να πει λέξη. Ο Αλεξάντρ συνέχισε:
- Ακολούθησε με, από απόσταση.
Προχώρησαν χωριστά. Ο Αλεξάντρ έφυγε πρώτος, κι όταν ξεμάκρυνε καμιά διακοσαριά βήματα, γύρισε να ελέγξει. Ο άλλος τον ακολουθούσε ακόμα.
(…) Η πόρτα του γραφείου άνοιξε κι άλλο. Ο άντρας μπήκε μέσα, κι οι δυο τους κοιτάχτηκαν καλά για πρώτη φορά. Ο Αλεξάντρ πήγε στην πόρτα και την έκλεισε. Ο ήχος της κλειδαριάς τον διέγειρε. Σήμαινε πως ήταν ασφαλείς. Σχεδόν αγγίζονταν, αλλά και πάλι όχι ακριβώς, κανείς τους δεν ήταν σίγουρος ποιος θα έκανε την πρώτη κίνηση. Ο Αλεξάντρ απολάμβανε τη στιγμή και ήταν αποφασισμένος να περιμένει όσο μπορούσε να αντέξει, ώσπου έσκυψε και τον φίλησε.
Κάποιος χτύπησε με δύναμη την πόρτα. Το πρώτο που σκέφτηκε ο Αλεξάντρ ήταν πως πρέπει να ήταν ο πατέρας του – πρέπει να το είχε καταλάβει, να το ήεξερε όλον αυτό τον καιρό. Τότε όμως συνειδητοποίησε πως ο θόρυβος δεν ερχόταν απέξω. Ήταν αυτός ο άντρας που βροντούσε την πόρτα, φωνάζοντας να τον ακούσουν. Είχε αλλάξει γνώμη; Σε ποιον φώναζε; Ο Αλεξάντρ σάστισε. Έξω από το γραφείο άκουγε φωνές. Ο άντρας δεν ήταν πια μειλίχιος και συνεσταλμένος. Είχε μεταμορφωθεί. Ήταν οργισμένος, αηδιασμένος. Έφτυσε τον Αλεξαντρ στο πρόσωπο.
Tom Rob Smith: παιδί 44 (Πατάκης)

