Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2009

No 636

Image Hosted by ImageShack.us
«Ο Σέργιος ήταν το στερνοπαίδι του δικαστή Θεοστήρικτου και της Πουλχερίας. Τον αγαπούσαν όλοι στο σπιτικό του γιατί ήταν ένα καλό και υπάκουο αγόρι. Έπαιζε ήσυχα με τα άλλα παιδιά και ήταν πάντα επιμελής στα μαθήματά του. Ο πατέρας του τον προόριζε να γίνει ανώτερος αξιωματούχος στο λογοθέσιο του γενικού. Ο Σέργιος το ήθελε πολύ αυτό, γιατί είχε μεγάλη έφεση στην αριθμητική. Φανταζόταν πως θα μπορούσε να βρει καινούριους τρόπους για την καταμέτρηση της γης και τον ακριβέστερο υπολογισμό της επιβολής φόρων. Λίγο πριν ο Σέργιος να πατήσει τα δεκαπέντε, η μητέρα του άρχισε να ψάχνει για μια καλή νύφη και ο πατέρας του τον έστειλε να μελετήσει τις μαθηματικές επιστήμες με τον Στέφανο τον Φιλόσοφο, τον καλύτερο δάσκαλο που υπήρχε τότε στη βασιλεύουσα. Δεν ήταν πολύς καιρός που ο Στέφανος είχε έρθει στην Πόλη. Καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και είχε σπουδάσει στη Βασόρα με τον περίφημο Περσοεβραίο αστρονόμο Γιαζντάν Χβαστ.
Σχεδόν έναν χρόνο σπούδαζε ο Σέργιος με τον δάσκαλο του. Είχε κάνει μεγάλη πρόοδο στη γεωμετρία. Έτσι, ο Στέφανος αποφάσισε να τον εισάγει στην αστρονομία. Καθώς, μάλιστα, εκείνον τον καιρό ολοκλήρωνε τη συγγραφή μιας μεγάλης πραγματείας για την αστρονομία, έβαζε πού και πού τον Σέργιο να δοκιμάζει τις ικανότητές του στους καινούριους αστρονομικούς υπολογισμούς που ο Στέφανος σκόπευε να προτείνει. Ο Θεοστήρικτος ήταν πολύ ευχαριστημένος από την πρόοδο του γυιού του και, χωρίς δεύτερη σκέψη, συμφώνησε να πάει ο Σέργιος και τον επόμενο χρόνο στον Στέφανο, για να ολοκληρώσει και τις αστρονομικές σπουδές του.
Η οικογένεια γύρισε στα τέλη Αυγούστου από τη Σηλυμβρία. Η Πουλχερία είχε βρει δύο καλές νύφες κι ετοιμαζόταν να τις παρουσιάσει του γυιού της, καθώς σε δυό μήνες γινόταν δεκάξι. Ανήμερα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, ο Σέργιος επέστρεψε στο σχολείο του δασκάλου του. Εννιά μέρες αργότερα, ο Θεοστήρικτος επισκέφτηκε απροειδοποίητα τον Στέφανο. Ήταν απόγευμα και οι άλλοι τέσσερις μαθητές είχαν φύγει. Ο Θεοστήρικτος προσπέρασε τη μικρή αίθουσα διδασκαλίας και μπήκε στο δώμα του Στέφανου. Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος μ’ ένα θέαμα που δεν το είχε ξαναδεί στη ζωή του. Σκυμμένος πάνω από ένα κάθισμα και με τον χιτώνα του ανσηκωμένο, ο δάσκαλος είχε αφήσει τον μισόγυμνο μαθητή του να διεισδύσει μεέσα του. Συνουσιάζονταν μ’ ένα πάθος που μαρτυρούσε κατάφωρα στα μάτια του δικαστή ότι αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που οι δυό τους επιδίδονταν στην ασέλγεια των Σοδόμων.
Ο Θεοστήρικτος δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Περίμενε αμίλητος ώσπου να ντυθούν και να σταθούν ντροπιασμένοι μπροστά του. Τους είπε ότι είχαν διαπράξει το βδελυρό έγκλημα της αρσενοκοιτίας και ότι ο νόμος επιβάλλει τη θανατική ποινή και για τον πράττοντα και για τον πάσχοντα. Τους είπε να μην τολμήσουν να φύγουν από το σχολείο. Θα ερχόταν εκείνος την επόμενη μέρα να τους ανακοινώσει την απόφασή του για την τύχη τους. Ο Στέφανος κι ο Σέργιος έμειναν κλεισμένοι στο δώμα, θρηνώντας και περιμένοντας την τιμωρία τους. Ο Θεοστήρικτος εμφανίστηκε το απόγευμα της επομένης. Έδωσε ένα πουγκί στον δάσκαλο κι ένα άλλο στον μαθητή. Είπε του μαθητή ότι το αργότερο σε δυο μέρες έπρεπε να εγκαταλείψει τη βασιλεύουσα και να μην ξαναγυρίσει ποτέ πια στο σπίτι του. Του είπε ακόμη ότι εκείνος δεν επρόκειτο να αναφέρει τίποτε απ’ όσα είδε σε κανέναν, γιατί ο γυιός του ο Σέργιος είχε κιόλας πεθάνει. Στον δάσκαλο έδωσε διορία μια εβδομάδα να τα μαζέψει και να φύγει για πάντα από την Πόλη, αλλιώς θα φρόντιζε να το σφάξουν οι άνθρωποί του σαν σκυλί. Ο δικαστής δεν δέχτηκε ν’ ακούσει ούτε μια λέξη, γύρισε την πλάτη του κι έφυγε.
Αφού έκλαψαν οι δυό τους για πολλή ώρα, ο Στέφανος έγραψε ένα γράμμα στον παλιό του δάσκαλο στη Βασόρα, παρακαλώντας τον να κρατήσει τον Σέργιο κοντά του. Έντυσε τον νεαρό σαν καλόγερο, του κούρεψε τα μαλλιά και τον βοήθησε να βρει ένα πλοίο για την Κύπρο. Ο Σέργιος, χαμένος σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, μπήκε στο πλοίο κι άφησε τη βασιλεύουσα πίσω του. Αποβιβάστηκε άρρωστος στην Κύπρο και κόντεψε να πεθάνει μέσα στο κάστρο της Πάφου. Όμως έζησε, πέρασε απέναντι στη Συρία και, τελικά, έφτασε στη Βασόρα. Η περιπλάνησή του είχε κρατήσει πάνω από χρόνο. Ο Γιαζντάν Χβαστ, γέροντας πια εβδομηνταενός χρονών, διάβασε το γράμμα του Στέφανου και δέχτηκε τον εξαθλιωμένο νέο με καλωσύνη. Έτσι, ο δεκαεπτάχρονος άλλαξε το όνομά του και, σαν Συμεών Βασορίτης, ξεκίνησε μια καινούργια ζωή στις όχθες του Ευφράτη. Πολλά χρόνια αργότερα έγινε διερμηνέας στην αυλή του αλ-Μαμούν, προσωπικός αστρονόμος του βεζίρη αζ-Ζαγιάτ και αγαπημένος βοηθός του Σαχλ Ιμπν Μπισρ. Ο Συμεών ήταν ο πιο περιζήτητος αστρολόγος στη Βαγδάτη επειδή ήξερε να συνθέτει πολύπλοκα και πάντοτε ακριβή ωροσκόπια».
(…)
«Σας σκανδάλισε τόσο πολύ η αμαρτωλή ιστορία του Σέργιου, που χάσατε τη φωνή σας;» ρώτησε ο ασκητής.
«Είναι μια πολύ θλιβερή ιστορία» είπε ο γέροντας. Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο. «Πώς μπόρεσε ο δάσκαλος να αποπλανήσει έτσι τον μαθητή του;».
«Ο Στέφανος δεν αποπλάνησε ένα δεκάχρονο αγόρι, Νικόλαε. Ήμουν δεκαπέντε χρονών παλικάρι, έτοιμος για γάμο και γεμάτος από την ορμή της νεανικής σάρκας. Καμιά ντροπή δεν ένιωσα όταν ο Στέφανος μου άγγιξε για πρώτη φορά τον αυχένα και μου ‘δειξε τι σημαίνει πόθος. Όλα μου είχαν φανεί τότε απλά και εύκολα, όπως η αριθμητική. Μόνο όταν εμφανίστηκε ο Θεοστήρικτος γκρεμίστηκαν τα πάντα. Με το άνοιγμα της πόρτας εισέβαλε στο δώμα ο ρυπαρός κόσμος του αίσχους και της αμαρτίας».

Παναγιώτης Αγαπητός: Μέδουσα από σμάλτο. Μια βυζαντινή ιστορία μυστηρίου (Άγρα)

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Για τους περισσότερους, το Βυζάντιο είναι μια ατελείωτη σειρά ονομάτων και συρράξεων, μια ένδοξη αλλά νεφελώδης εποχή ή, συνήθως, το σεβάσμιο παρελθόν της νεοελληνικής ορθοδοξίας και της εκκλησίας της. Για έναν επαγγελματία βυζαντινολόγο σαν κι εμένα το Βυζάντιο είναι κάτι πολύ διαφορετικό και πάντως πολύ πιο ευρύ και ποικίλο.

Όταν πριν δεκαοχτώ χρόνια διάβασα ένα από τα «κινέζικα» ιστορικά αστυνομικά μυθιστορήματα του Ρόμπερτ βαν Γκούλικ, αποφάσισα να γράψω κάτι αντίστοιχο για το Βυζάντιο. Πέρασε πολύς καιρός από τότε και, όσο έγραφα την πρώτη περιπέτεια του πρωτοσπαθάριου Λέοντα (Το εβένινο λαούτο, Άγρα 2003), κάνοντας διακοπές στην αυγουστιάτικη Σύμη, ένιωσα πως χρειαζόμουν περισσότερη άνεση για να παρουσιάσω την εποχή στο τέλος της Εικονομαχίας (830-840 μ.Χ.), αλλά και το χαρακτήρα του «ντετέκτιβ» μου. Έτσι σκάρωσα άλλες τέσσερις περιπέτειες, επιλέγοντας το χρόνο, τον τόπο και το βασικό έγκλημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ότι μπορώ, σαν πάνω σε μια θεατρική σκηνή, να φωτίζω ή να σκοτεινιάζω πρόσωπα και καταστάσεις που συνδέουν υπόγεια τις πέντε «βυζαντινές ιστορίες μυστηρίου».

Ένα σημαντικό συστατικό της πλοκής των βιβλίων είναι η αλλαγή χώρου. Καθεμιά από τις ιστορίες διαδραματίζεται αλλού και σε μέρη μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Αλλάζοντας κάθε φορά χώρο και εποχή, οι αναγνώστες μπορούν να γνωρίσουν διαφορετικές πολιτικο-κοινωνικές καταστάσεις και τρόπους διαβίωσης σε μια χώρα όπου οι επιδρομές των Αράβων και των Βουλγάρων είναι σκληρή καθημερινότητα.

Την ιδέα για μια «νησιώτικη» πλοκή μού την έδωσε η Σύμη με τη μικρή της Χώρα και τα υπολείμματα ενός βυζαντινού κάστρου. Αλλά, τελικά, τοποθέτησα την ιστορία στη Σκύρο. Οι λόγοι είναι πολλοί. Η Σκύρος είναι ένα ιδιαίτερα απομονωμένο νησί με αυτόνομη αγροτική και κτηνοτροφική οικονομία. Έχει εμφανή τα υπολείμματα του αρχαιοελληνικού και ρωμαϊκού ειδωλολατρικού κόσμου, έχει μια έντονη βυζαντινή οικιστική παρουσία και μια αρχέγονη λαϊκή παράδοση. Επίσης, στα χρόνια του Λέοντα ήταν τόπος πολιτικής εξορίας. Αυτό το πλαίσιο μου έδωσε τη δυνατότητα να φτιάξω μια ιστορία που παίζει με τη στερεότυπη πλοκή των παλιών αγγλικών μυθιστορημάτων (απομονωμένο μέρος, ένας φόνος, πολλοί ύποπτοι κι ένας πολύπλοκος γρίφος). Οι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία στη Μέδουσα από σμάλτο να παρακολουθήσουν με ποιον τρόπο αυτή η πλοκή ανατρέπεται και μετατρέπεται σε κάτι βίαιο, παραβατικό και απειλητικό, στο βαθμό που επηρεάζει βαθιά τον ψυχικό κόσμο του Λέοντα και τις σχέσεις του με τους ανθρώπους που συναντά στο νησί.

Ωστόσο, πέρα από το κεντρικό έγκλημα και τις βαθιές του ρίζες στην κλειστή κοινωνία του νησιού, η Μέδουσα ασχολείται με δυο ακόμη ζητήματα. Το πρώτο είναι η θέση των εικαστικών τεχνών την εποχή της Εικονομαχίας, όταν, δηλαδή, η βυζαντινή κοινωνία βρισκόταν σε μια διαμάχη για το αν είναι δυνατό να απεικονιστούν τα ιερά πρόσωπα και αν η όποια απεικόνιση είναι αληθινή ή ψεύτικη. Ο Λέων συναντά στη Σκύρο δυο πρόσωπα που, έχοντας απορρίψει τις κοινωνικές συμβάσεις, προσπαθούν να βρουν απάντηση σ' αυτά τα ερωτήματα.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την αστρονομία και την πρόβλεψη του μέλλοντος, θέμα που επίσης απασχολούσε έντονα τη βυζαντινή κοινωνία του ένατου αιώνα. Ο Λέων συναντά στο νησί ένα τρίτο πρόσωπο που έρχεται από τη Βαγδάτη και ασχολείται με τη μελέτη των ουράνιων σωμάτων και την αστρολογία. Το πρόσωπο αυτό αναγκάζει τον Λέοντα να ασχοληθεί για άλλη μια φορά με τους Άραβες και τον πολιτισμό τους. Ο ίδιος ο Λέων παίζει μουσική σε ένα λαούτο. Μέσα από τη μουσική καταφέρνει να καταλάβει όχι μόνο τις σκέψεις αυτών των τριών «παραβατικών» προσώπων, αλλά και να αφεθεί να βιώσει τον ερωτικό πόθο, ανοίγοντας την καρδιά του στην οδύνη. Αυτό το άνοιγμα είναι που τον βοηθά να αντιληφθεί όλες τις παραμέτρους του φρικτού εγκλήματος που διαπράχθηκε στη Σκύρο ένα Νοέμβριο του 835.