Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2009

No 636

Image Hosted by ImageShack.us
«Ο Σέργιος ήταν το στερνοπαίδι του δικαστή Θεοστήρικτου και της Πουλχερίας. Τον αγαπούσαν όλοι στο σπιτικό του γιατί ήταν ένα καλό και υπάκουο αγόρι. Έπαιζε ήσυχα με τα άλλα παιδιά και ήταν πάντα επιμελής στα μαθήματά του. Ο πατέρας του τον προόριζε να γίνει ανώτερος αξιωματούχος στο λογοθέσιο του γενικού. Ο Σέργιος το ήθελε πολύ αυτό, γιατί είχε μεγάλη έφεση στην αριθμητική. Φανταζόταν πως θα μπορούσε να βρει καινούριους τρόπους για την καταμέτρηση της γης και τον ακριβέστερο υπολογισμό της επιβολής φόρων. Λίγο πριν ο Σέργιος να πατήσει τα δεκαπέντε, η μητέρα του άρχισε να ψάχνει για μια καλή νύφη και ο πατέρας του τον έστειλε να μελετήσει τις μαθηματικές επιστήμες με τον Στέφανο τον Φιλόσοφο, τον καλύτερο δάσκαλο που υπήρχε τότε στη βασιλεύουσα. Δεν ήταν πολύς καιρός που ο Στέφανος είχε έρθει στην Πόλη. Καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και είχε σπουδάσει στη Βασόρα με τον περίφημο Περσοεβραίο αστρονόμο Γιαζντάν Χβαστ.
Σχεδόν έναν χρόνο σπούδαζε ο Σέργιος με τον δάσκαλο του. Είχε κάνει μεγάλη πρόοδο στη γεωμετρία. Έτσι, ο Στέφανος αποφάσισε να τον εισάγει στην αστρονομία. Καθώς, μάλιστα, εκείνον τον καιρό ολοκλήρωνε τη συγγραφή μιας μεγάλης πραγματείας για την αστρονομία, έβαζε πού και πού τον Σέργιο να δοκιμάζει τις ικανότητές του στους καινούριους αστρονομικούς υπολογισμούς που ο Στέφανος σκόπευε να προτείνει. Ο Θεοστήρικτος ήταν πολύ ευχαριστημένος από την πρόοδο του γυιού του και, χωρίς δεύτερη σκέψη, συμφώνησε να πάει ο Σέργιος και τον επόμενο χρόνο στον Στέφανο, για να ολοκληρώσει και τις αστρονομικές σπουδές του.
Η οικογένεια γύρισε στα τέλη Αυγούστου από τη Σηλυμβρία. Η Πουλχερία είχε βρει δύο καλές νύφες κι ετοιμαζόταν να τις παρουσιάσει του γυιού της, καθώς σε δυό μήνες γινόταν δεκάξι. Ανήμερα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, ο Σέργιος επέστρεψε στο σχολείο του δασκάλου του. Εννιά μέρες αργότερα, ο Θεοστήρικτος επισκέφτηκε απροειδοποίητα τον Στέφανο. Ήταν απόγευμα και οι άλλοι τέσσερις μαθητές είχαν φύγει. Ο Θεοστήρικτος προσπέρασε τη μικρή αίθουσα διδασκαλίας και μπήκε στο δώμα του Στέφανου. Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος μ’ ένα θέαμα που δεν το είχε ξαναδεί στη ζωή του. Σκυμμένος πάνω από ένα κάθισμα και με τον χιτώνα του ανσηκωμένο, ο δάσκαλος είχε αφήσει τον μισόγυμνο μαθητή του να διεισδύσει μεέσα του. Συνουσιάζονταν μ’ ένα πάθος που μαρτυρούσε κατάφωρα στα μάτια του δικαστή ότι αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που οι δυό τους επιδίδονταν στην ασέλγεια των Σοδόμων.
Ο Θεοστήρικτος δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Περίμενε αμίλητος ώσπου να ντυθούν και να σταθούν ντροπιασμένοι μπροστά του. Τους είπε ότι είχαν διαπράξει το βδελυρό έγκλημα της αρσενοκοιτίας και ότι ο νόμος επιβάλλει τη θανατική ποινή και για τον πράττοντα και για τον πάσχοντα. Τους είπε να μην τολμήσουν να φύγουν από το σχολείο. Θα ερχόταν εκείνος την επόμενη μέρα να τους ανακοινώσει την απόφασή του για την τύχη τους. Ο Στέφανος κι ο Σέργιος έμειναν κλεισμένοι στο δώμα, θρηνώντας και περιμένοντας την τιμωρία τους. Ο Θεοστήρικτος εμφανίστηκε το απόγευμα της επομένης. Έδωσε ένα πουγκί στον δάσκαλο κι ένα άλλο στον μαθητή. Είπε του μαθητή ότι το αργότερο σε δυο μέρες έπρεπε να εγκαταλείψει τη βασιλεύουσα και να μην ξαναγυρίσει ποτέ πια στο σπίτι του. Του είπε ακόμη ότι εκείνος δεν επρόκειτο να αναφέρει τίποτε απ’ όσα είδε σε κανέναν, γιατί ο γυιός του ο Σέργιος είχε κιόλας πεθάνει. Στον δάσκαλο έδωσε διορία μια εβδομάδα να τα μαζέψει και να φύγει για πάντα από την Πόλη, αλλιώς θα φρόντιζε να το σφάξουν οι άνθρωποί του σαν σκυλί. Ο δικαστής δεν δέχτηκε ν’ ακούσει ούτε μια λέξη, γύρισε την πλάτη του κι έφυγε.
Αφού έκλαψαν οι δυό τους για πολλή ώρα, ο Στέφανος έγραψε ένα γράμμα στον παλιό του δάσκαλο στη Βασόρα, παρακαλώντας τον να κρατήσει τον Σέργιο κοντά του. Έντυσε τον νεαρό σαν καλόγερο, του κούρεψε τα μαλλιά και τον βοήθησε να βρει ένα πλοίο για την Κύπρο. Ο Σέργιος, χαμένος σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, μπήκε στο πλοίο κι άφησε τη βασιλεύουσα πίσω του. Αποβιβάστηκε άρρωστος στην Κύπρο και κόντεψε να πεθάνει μέσα στο κάστρο της Πάφου. Όμως έζησε, πέρασε απέναντι στη Συρία και, τελικά, έφτασε στη Βασόρα. Η περιπλάνησή του είχε κρατήσει πάνω από χρόνο. Ο Γιαζντάν Χβαστ, γέροντας πια εβδομηνταενός χρονών, διάβασε το γράμμα του Στέφανου και δέχτηκε τον εξαθλιωμένο νέο με καλωσύνη. Έτσι, ο δεκαεπτάχρονος άλλαξε το όνομά του και, σαν Συμεών Βασορίτης, ξεκίνησε μια καινούργια ζωή στις όχθες του Ευφράτη. Πολλά χρόνια αργότερα έγινε διερμηνέας στην αυλή του αλ-Μαμούν, προσωπικός αστρονόμος του βεζίρη αζ-Ζαγιάτ και αγαπημένος βοηθός του Σαχλ Ιμπν Μπισρ. Ο Συμεών ήταν ο πιο περιζήτητος αστρολόγος στη Βαγδάτη επειδή ήξερε να συνθέτει πολύπλοκα και πάντοτε ακριβή ωροσκόπια».
(…)
«Σας σκανδάλισε τόσο πολύ η αμαρτωλή ιστορία του Σέργιου, που χάσατε τη φωνή σας;» ρώτησε ο ασκητής.
«Είναι μια πολύ θλιβερή ιστορία» είπε ο γέροντας. Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο. «Πώς μπόρεσε ο δάσκαλος να αποπλανήσει έτσι τον μαθητή του;».
«Ο Στέφανος δεν αποπλάνησε ένα δεκάχρονο αγόρι, Νικόλαε. Ήμουν δεκαπέντε χρονών παλικάρι, έτοιμος για γάμο και γεμάτος από την ορμή της νεανικής σάρκας. Καμιά ντροπή δεν ένιωσα όταν ο Στέφανος μου άγγιξε για πρώτη φορά τον αυχένα και μου ‘δειξε τι σημαίνει πόθος. Όλα μου είχαν φανεί τότε απλά και εύκολα, όπως η αριθμητική. Μόνο όταν εμφανίστηκε ο Θεοστήρικτος γκρεμίστηκαν τα πάντα. Με το άνοιγμα της πόρτας εισέβαλε στο δώμα ο ρυπαρός κόσμος του αίσχους και της αμαρτίας».

Παναγιώτης Αγαπητός: Μέδουσα από σμάλτο. Μια βυζαντινή ιστορία μυστηρίου (Άγρα)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

No 635

Image Hosted by ImageShack.usΔιαμαντής Διαμαντόπουλος

Άσε που είχε αρχίσει κι ο Αλέκος να γερνάει, ο θαυμασμός του στη ζωή να συρρικνώνεται: μια πηγαία ευγένεια στη συμπεριφορά κι ένα προσωπικό prestige είχαν αρχίσει να τον κάνουν πια όλο και πιο απρόσιτο στους πιτσιρικάδες. Δεν ήταν άλλωστε του γούστου του να ρίχνεται και να επιμένει. Πολύ περήφανος επίσης για να τρώει χυλόπιτες, κάνοντας ότι –τάχατες- δεν καταλαβαίνει.
Στα κωλάδικα να πάει να κάνει τι; -αφού ούτε έπινε πια ούτε κάπνιζε.
Το νέτα-σκέτα πληρωμένο κρεβάτι με την προσυνεννοημένη την τιμή-ταρίφα, χωρίς ένα κάποιο φλερτ, μες στη ατμόσφαιρα ρομαντισμού μιας αλητείας, χωρίς έστω και την ψευδαίσθηση κάποιου συναισθήματος που σιγόβραζε από κάτω για ένα παιδί που μάζευες σαν κρυποπαγημένο σπουργίτι από ένα σκοτεινιασμένο χειμωνιάτικο δρόμο και το ‘φερνες στο σπίτι σου (όχι μόνο για το κρεβάτι, βρε αδερφέ, αλλά και για ένα πιάτο σούπα –που λέει ο λόγος-, ή για λίγα λόγια επικοινωνίας, πες το και παρηγοριάς), το πληρωμένο το κρεβάτι λοιπόν, όπως και το άγχος να τρέχει να το αναζητά, είχαν αρχίσει για τα καλά να του τη δίνουν. Μεγάλωνε, δεν είχε πλέον τις αυξημένες σεξουαλικές ανάγκες της νιότης του, και τα κωλοξενύχτια και οι δρόμοι του φαίνονταν κόλαση σιγά σιγά. Ε, δεν θα μείνουμε και ως τα γεράματα στα σαβουρογάμικα ήθη τα παλιά, όμως τα κερατένια τα χρόνια και τα άτιμα τα γλέντια πάνε, Αλέκο, δεν γυρίζουνε ξανά, καιρός για περισσότερη ποιότητα ζωής κουβέντιαζε στον εαυτό του.

Τάκης Σπετσιώτης: Γραμματικός σ’ ένα παιδί του δρόμου (Άγρα)

Πέμπτη, Αυγούστου 27, 2009

No 634

Image Hosted by ImageShack.usTeddy of Paris

ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΙΟΥ

Χέρια απλώνονται σιωπηλά να μ’ αγγίξουν
στόματα ανάλαφρα ακουμπούν σαν πεταλούδες τους ώμους μου
ακροδάχτυλα ψηλαφούν τα γεννητικά μου όργανα
η μυρωδιά και το άγγιγμα των εραστών μου
σαν βουητό διαστημικών δορυφόρων
εκτοξευμένων σε αστρικά βάθη
νόβα λευκοί νάνοι ερυθρά αστέρια
γαλαξίες ρέουν στο στήθος μου
λευκοί σαν τα ραδιενεργά μαλλιά του Einstein
το κορμί μου ξυπνά ανασταίνομαι ανατέλλω
αντικρίζοντας σώματα σε αστρικά συμπλέγματα
απέναντι στους τοίχους σε περιστροφικούς ρυθμούς πλανητών
«κάθε μέλος κι ένας απομονωμένος κόσμος»
ξαναβρίσκω την ανάγλυφη υπόστασή μου
μέσα στο σκοτάδι του δωματίου
σώματα εκπέμπουν φως και ζέστη
που μπορεί να διαρκέσει ένα λεπτό ή έτη φωτός.

Harold Norse / ΗΠΑ
Η έλξη των ομωνύμων. Ανθολογία ομο-ερωτικών ποιημάτων (Οδυσσέας)

Τετάρτη, Αυγούστου 26, 2009

No 633

Image Hosted by ImageShack.usNeal Bate

DARK ROOM

Αυτό το χέρι δεν το ορίζω πάλι σαν ξένο
μέσα στο συνωστισμό, τα πόδια να παραλύουν στα τυφλά αγγίγματα,
ο όλεθρος με σαγηνεύει — στα τιποτένια φιλιά.
.
Βασίλης Δημητράκος: Poems – Ποιήματα (δίγλωσσο) [Μπιλιέτο]

Τετάρτη, Αυγούστου 12, 2009

No 632

Image Hosted by ImageShack.usSergio Miranda
.
«Φοβάμαι…»
«Αυτό το εμπεδώσαμε, γλυκιά μου», είπα. «Πες μου παρακάτω. Από τι φοβάσαι;»
Περίμενα να συνεχίσει, αλλά εκείνη εξακολουθούσε να σιωπά. Αυτή τη φορά άρχισα να μετρώ τα αποθέματα λευκού κρασιού: πέντε κιβώτια! Ελαττώθηκαν! Αυξήθηκαν οι καταναλωτές του λευκού οίνου και το στοκ εξανεμίστηκε.
«Έχω στα χέρια μου κάποια ντοκουμέντα».
Εξακολουθούσε να κοιτάζει το πάτωμα και μιλούσε αργά, διαλέγοντας τις λέξεις μία μία.
«Έχει να κάνει με ένα σημαντικό άτομο. Πολύ σημαντικό. Αν ακουστεί το όνομά του, θα χαλάσει ο κόσμος, θα ξεσπάσει μεγάλο σκάνδαλο».
Άρχισε να μου φαίνεται ενδιαφέρουσα η κουβέντα.
«Χρόνια πριν, ήμουν μαζί με κάποιο, ο οποίος τώρα έγινε σπουδαίος και τρανός. Μη φανταστείς για μία και δύο φορές. Σχεδόν συζούσαμε. Κράτησε πολύ η σχέση αυτή κι έχω φωτογραφίες μαζί του σε διάφορα μέρη, όπως και σημειώματα. Όχι απλά σημειώματα… Το ένα από αυτά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και γράμμα. Χειρόγραφο, ενυπόγραφο, στο οποίο δηλώνονται τα πράγματα με το όνομά τους…»
ξαναέπεσε μια μακρόσυρτη σιωπή. Η περιέργειά μου μεγάλωσε, αλλά δεν μπορούσα να στέκομαι άπραγος. Πέρασα στα κόκκινα κρασιά. Ως επί το πλείστον δε φεύγουν πολύ: δύο κιβώτια μόνο. Με εξέπληξαν όμως οι μπύρες: δεκαέξι κιβώτια και τέσσερα βαρέλια!
«Κάποιοι ξέρουν πως αυτά βρίσκονται στα χέρια μου»
Η αλήθεια είναι πως οι περισσότερες από τις κοπέλες είναι φλύαρες. Μπορούν να πουν τα πάντα για τον οποιονδήποτε και στον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον αν πρόκειται για κάποιον διάσημο. Τα ξερνάνε όλα για να παινευτούν- πώς ήταν, πώς το έκαναν… Τέτοια.
Στην πραγματικότητα, λέει, εκείνος ήταν ετεροφυλόφιλος, αλλά θαμπώθηκε από την ομορφιά και την εξυπνάδα της, την ερωτεύτηκε και τα φτιάξανε. Τέτοιου είδους ιστορίες είναι πολύ συνηθισμένες στον κύκλο μας, δεν έχουν όμως πάντοτε σχέση με την πραγματικότητα. Η Μπουσέ βέβαια δεν είναι απ’ αυτές, αλλά τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν ξέρω και πολλά πράγματα γι’ αυτήν. Το πραγματικό της όνομα ήταν Φερτζί και καταγόταν από την Πόλη.

Μεχμέτ Μουράτ Σομέρ: Το φονικό φιλί (Πατάκης)

Πέμπτη, Αυγούστου 06, 2009

No 631

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης
.
(…) Παρατηρούμε ότι καταφεύγει συστηματικά στο παράδειγμα της ζωγραφικής και της γλυπτικής προκειμένου να αποδώσει το έκπαγλο κάλλος της ανδρικής μορφής. Ο «ιδανικός» άνδρας του Εικονοστασίου παραπέμπει άμεσα ή έμμεσα στις μορφές της μυθολογίας του τσαρουχικού έργου (ναύτης, αλληγορικές φιγούρες νέων) (…) Ο Ρίτσος δημιουργεί στον αναγνώστη την ψευδαίσθηση ότι θεάται έναν ζωγραφικό πίνακα. Η επιλεκτική και λεπτομερειακή παρουσίαση ορισμένων ενδυματολογικών στοιχείων (άσπρο εφαρμοστό παντελόνι καμπάνα, κοντό σορτσάκι, ναύτη, αρβύλες με χοντρές χακί κάλτσες), που οπωσδήποτε διασπά την περιγραφή απομακρύνοντάς την από το ρεαλιστικό πρότυπο, παραπέμπει έντονα στα έργα του Τσαρούχη. Ο Βαγγέλης είναι ένας λαϊκός τύπος με αρρενωπή εμφάνιση και έντονα ερωτική υπόσταση.

[…] (γιατί ο Βαγγέλης έκανε τη θητεία του στο ναυτικό κι από κει τον στείλαν στη Μακρόνησο κι ύστερα στον Αϊ- Στρατή με τ’ άσπρο παντελόνι του, εφαρμοστό στους γοφούς, καμπάνα τα μπατζάκια – είχε κι ένα άλλο, άσπρο κι αυτό, σορτσάκι, πολύ κοντό – μια φορά που καθόταν αντίκρυ στο σκαμνί και μασουλούσε ένα ροδάκινο με τα φλούδια, είχε κρεμαστεί το ‘να αχαμνό του έξω στ’ αριστερό μπούτι […] μα τότε φορούσε αρβύλες και χοντρές χακί κάλτσες γυρισμένες σε δυο χοντρά βραχιόλια πάνου απ’ τις αρβύλες[…]) […]
(Με το σκούντημα του αγκώνα, σ.42)

Οι άνδρες του Eικονοστασίου είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, ωστόσο έχουν μια ηρωική και επιβλητική σωματική παρουσία. Με το κάλλος και την αίγλη του σώματός τους εξυψώνονται πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα. Για να αποδώσει την ομορφιά τους ο αφηγητής καταφεύγει συστηματικά στην τέχνη – κυρίως στη ζωγραφική του Τσαρούχη αλλά, σε άλλες περιπτώσεις, και στην αρχαία ελληνική τέχνη και ειδικότερα στην κλασική γλυπτική:

[…] και μου φάνηκε σα να τον έβλεπα ψηλά σ’ ένα αέτωμα, νεαρόν ιππέα, μαρμάρινον η μαρμαρωμένον, αποξενωμένον μες στην αθανασία του.
(Ίσως να ‘ναι κι έτσι, σ. 13)

[…] κείνα τα πυκνά κατάμαυρα δαχτυλιδωτά μαλλιά του, που όταν έκανε τις εκπληχτικές βουτιές του απ’ τον ψηλό βράχο του Αϊ –Στρατή κι ύστερα τινάζονταν σα δέλφινας μισό μέτρο πάνω απ’ το νερό σκορπώντας σμήνος χρυσές σταγόνες απ’ τις μπούκλες του, σωστό σπιθοβόλο φωτοστέφανο, κι έλεγες μην είναι ο Ποσειδώνας ή ο Απόλλωνας ή ο Αχιλλέας […]
(Ίσως να 'ναι κι έτσι, σ. 37)

Στο Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων (αλλά και σε ολόκληρο το έργο του) ο Γιάννης Ρίτσος εξυψώνει τους λαϊκούς, απλούς ανθρώπους και ταυτόχρονα μυθοποιεί τον μικροαστικό λαϊκό χώρο (καφενεία, ταβερνεία, λαϊκά κέντρα, μπουζουξίδικα), ακριβώς όπως και ο Τσαρούχης – ασφαλώς και δεν πρέπει να θεωρήσουμε τυχαίο ότι είναι τόσο συχνές οι εικαστικές αφορμήσεις του Εικονοστασίου από τη ζωγραφική του Τσαρούχη. Οι χτίστες, οι εργάτες, οι άνθρωποι της βιοπάλης αποδίδονται στο τσαρουχικό έργο, πολύ συχνά, με φωτοστέφανα και ζωγραφισμένα πλαίσια εικονισμάτων. Τα φτερά τούς μετατρέπουν σε έρωτες, άγγελους ή σε αλληγορικές μορφές από την αρχαία ελληνική μυθολογία. Στο Εικονοστάσιο του Ρίτσου οι απλοί άνθρωποι με τα σμιλεμένα από τον μόχθο πρόσωπα γίνονται «ανώνυμοι άγιοι» ή «Άγγελοι του Μεταξουργείου», ενώ οι λαϊκοί μάγκες, όπως ο Βαγγέλης, εμφανίζονται φωτοστεφανωμένοι.
Κοινό στοιχείο της αισθητικής του Ρίτσου και του Τσαρούχη (και, βεβαιότατα, της κλασικής τέχνης) είναι ο ανθρωποκεντρικός της χαρακτήρας. Και οι δύο εξυμνούν το κάλλος του ανθρωπίνου σώματος που διατηρεί στο ακέραιο τη ρώμη και το σφρίγος του. Παρατηρούμε ότι στο Εικονοστάσιο ο Ρίτσος συσχετίζει το διακείμενο της τσαρουχικής ζωγραφικής με την απόδοση της ανθρώπινης μορφής. Τα πρόσωπα της ατομικής τους μυθολογίας μετέχουν ταυτόχρονα του υποκειμενικού και του αντικειμενικού, του ρεαλιστικού και του ιδεατού στοιχείου. Οι μορφές στο έργο του Τσαρούχη χαρακτηρίζονται από σφύζοντα ερωτισμό και πνευματική ένταση που επιτυγχάνεται με την έμφαση στον μαγνητισμό του βλέμματος (στοιχείο που παραπέμπει στα πορτραίτα Φαγιούμ). Με τη σοβαρότητά τους και τη μνημειακή παρουσία τους μέσα στον χώρο εμφανίζονται ως ιδανικές ερωτικές παρουσίες. Αλλά αντίστοιχα και ο Ρίτσος καταφεύγει στον Τσαρούχη, από τη στιγμή που η γραφή του στο Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων αποσκοπεί στην εξύμνηση του ανθρωπίνου κάλλους και του έρωτα και, περαιτέρω, στην απόδοση της αρχετυπικής ουσίας του ανθρώπου.

Τζίνα Καλογήρου: Αφηγηματικός λόγος και ύφανση της αφήγησης στο Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων
στο Ο ποιητής και ο Πολίτης Γιάννης Ρίτσος (Μουσείο Μπενάκη -Κέδρος)

Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2009

No 630

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης

κι ο Βαγγέλης έπεσε απ’ το ποδήλατο κ’ έσπασε το πόδι του
κι όταν του τόβαλαν στο γύψο περπατούσε με μια σοβαρή θλίψη που τον έκανε
...πιο όμορφο ακόμη
τόσο που τα παιδιά το Σαββατόβραδο στο σεργιάνι της προκυμαίας
...προσπαθούσαν να κουτσαίνουν ευδιάκριτα
και ξυρίζονταν κάθε μέρα για να μεγαλώσουν πιο γρήγορα τα γένεια τους και να
...κουτσαίνουν λίγο πιο πολύ χωρίς να το δείχνουν

εκείνο τον καιρό ακριβώς αγαπήσαμε τ’ αγάλματα με τα κομμένα πόδια ή χέρια
...ή το κεφάλι ή τις φτερούγες
και συλλογιόμασταν πώς καβαλλάνε τ’ αγάλματα ποδήλατο
κι αν ζεσταίνεται η σέλλα απ’ τα σκέλια τους
κι αν κυματίζουν απ’ το τρέξιμο τα πέτρινα μαλλιά τους
κι αν ξέρουν τι σημαίνει να φοράς τρύπια παπούτσια
κι αν ξέρουν τι σημαίνει ένα κίτρινο πουκάμισο με φιλντισένια κουμπάκια

και πώς θάταν να κάναμε έρωτα μαζί τους κάτου απ’ τις μυγδαλιές στο νησάκι
...Κρανάη
στην ίδια θέση που μπαρκάρησε ο Πάρις με τη δική μας Ελένη
χωρίς να τους πάρουν χαμπάρι οι δύο μυστηριώδεις φαροφύλακες ο Μελέτης κι
...ο Παύλος
γιατί τ’ αγάλματα είναι εκ φύσεως πολύ μουγγά κ’ εχέμυθα και δεν υπάρχει
...φόβος να σε μαρτυρήσουν στο Γυμνασιάρχη
και το απόγευμα έχουν μια βαθιά συντροφική έκφραση που σε κάνει να
...πιστεύεις στη δυνατότητα της ειρηνικής επανάστασης και της αθανασίας

Γιάννης Ρίτσος: Το τερατώδες αριστούργημα (Κέδρος)

Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2009

Νο 629

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης
.
Αν θέλουμε να εκτιμήσουμε την τεράστια προσφορά των Ελλήνων στη ζωγραφική, πρέπει να κατανοήσουμε όχι μόνο πως πρώτοι αυτοί μέσα σ’ όλο τον κόσμο εισήγαγαν την προοπτική στο σχέδιο και στη ζωγραφική, αλλά συγχρόνως πως κατάλαβαν τι μέτρα πρέπει να λαμβάνονται κάθε φορά που η τρίτη διάσταση θα μπορούσε να καταστρέψει τον χαρακτήρα της ζωγραφικής.
Ανάμεσα στην αρχαία ανατολίτικη ζωγραφική και την αναζήτηση της τρισδιάστατης γλυπτικής, που πάθιαζε τους αρχαίους Έλληνες όσο τίποτε άλλο, πρέπει να τοποθετήσουμε τον κόσμο της ελληνικής ζωγραφικής που αρχίζει να δημιουργείται πολύ νωρίς. Ο συνδυασμός αυτών των δύο πραγμάτων, δηλαδή της ανατολίτικης ζωγραφικής (της μόνης αγνής στον κόσμο, που βασίζεται στο ελευθερωμένο και καθαρό χρώμα και σε ό,τι συγκρατεί η φαντασία) και της προβολής σε δύο διαστάσεις του τρισδιάστατου κόσμου με μέτρηση και μαθηματικούς υπολογισμούς, είναι ο μεγάλος άθλος του ανθρώπου και η μεγάλη προσφορά των Ελλήνων στη ζωγραφική.

Γιάννης Τσαρούχης: Έλληνες ζωγράφοι (Καστανιώτης)

Τετάρτη, Ιουλίου 29, 2009

Νο 628

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης
.
Βλέποντας τους πίνακές σας κανείς, αισθάνεται πως δύναμη της έμπνευσής σας είναι παντού ο έρωτας. Όλο σας το έργο αποπνέει έναν διάχυτο ερωτισμό. Θα ήταν θαυμάσιο αν μου λέγατε πώς στα 71 σας χρόνια ερωτεύεστε ακόμη.

Σωστά το είπατε αν λείψει ο έρωτας, λείπει η ίδια η τέχνη. Κάθε ηλικία έχει τον τρόπο του έρωτός της. Ο έρως είναι μια μορφή ευλαβείας απέναντι στα πράγματα. Οι αρχαίοι Έλληνες μας δίδαξαν ότι όταν βάλουμε μεταξύ του αντικειμενικού κόσμου και του εαυτού μας τον έρωτα τα πράγματα αλλάζουν και γίνονται πιο λαμπερά. Όταν λείπει έρωτας απ’ τη μέση, η τέχνη γίνεται εγκεφαλική. Σκέτη υπόθεση εγκεφάλου.

Γιάννης Τσαρούχης: λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες (Καστανιώτης)

Πέμπτη, Ιουλίου 23, 2009

Νο 627

Image Hosted by ImageShack.us
(…) η εντύπωση που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας τις δεκάδες συνεντεύξεις των μουσικών είναι ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός του μαέστρου δεν αποτελούσε μυστικό για τα μέλη της Φιλαρμονικής και ότι συνέβαλε σημαντικά στη σταδιακή υπονόμευση του κύρους του Μητρόπουλου.
Στη Μιννεάπολη δεν φαίνεται να είχαν προκύψει προβλήματα, για τον απλό λόγο ότι, προφανώς, ο μαέστρος απείχε από κάθε ερωτική επαφή τους μήνες που ζούσε εκεί, και ενέδιδε πολύ σπάνια, μόνον κατά τη διάρκεια των περιοδειών σε άλλες πόλεις. Πολλοί γνώριζαν ή απλώς υποψιάζονταν ότι ο Μητρόπουλος ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά, εφ’ όσον δεν υπήρχε κάποια εξωτερική εκδήλωση αυτού του τρόπου ζωής, ούτε σκάνδαλα τα οποία αποκαλύπτονταν ή κουκουλώνονταν, δεν απιτούσε και μεγάλη προσπάθεια να παραστήσει κανείς πως το γεγονός ότι ο μαέστρος ήταν εργένης ήταν απλώς επακόλουθο της ασκητικής αφοσίωσής του στην τέχνη. Δεδομένου του γενικού επιπέδου σεξουαλικής εκζήτησης που επικρατούσε στις μεσοδυτικές πολιτείες κατά τη δεκαετία του 1940 είναι αμφίβολο κατά πόσον το μεγαλύτερο μέρος του ακροατηρίου της Μιννεάπολης αφιέρωσε δεύτερη σκέψη στο θέμα. Στο σκληρό, όμως, και εξεζητημένο περιβάλλον της Νέας Υόρκης αυτή η υπεκφυγή περί αφοσίωσης στην τέχνη δεν πρέπει να έπεισε πολλούς για μεγάλο διάστημα.
Από τη στιγμή που η αντίληψη ότι ο Μητρόπουλος ήταν ομοφυλόφιλος άρχισε να εγκαθίσταται στη συλλογική φαντασία της ορχήστρας, είχε ανοίξει ο δρόμος για τις αναπόφευκτες υπερβολικές πιθανολογίες, τα σκουντήματα στα κρυφά, τα αστεία, τη διασπορά φημών και τη διόγκωσή τους σε γκροτέσκο βαθμό. Ακόμη και οι κριτικοί μπήκαν στον χορό, όχι βέβαια στα άρθρα τους. Ο Winthrop Sargent, ο πανίσχυρος κριτικός του περιοδικού The New Yorker, συνήθιζε να λέει σε όποιον καθόταν να τον ακούσει ότι «ο Μητρόπουλος είχε “πάρει” όλους τους γκρουμ του ξενοδοχείου Great Northern», μια χαλκευμένη διάδοση που, εκτός από κακοήθης, ήταν και πέρα για πέρα αναληθής.
Στο σημείο αυτό διαπιστώνει κανείς μια τρομερή ειρωνεία, μια και το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των σεξουαλικών ορμών του μαέστρου διοχετευόταν την εποχή εκείνη, όπως και ανέκαθεν, στη μουσική δημιουργία. Σ’ αυτές τις υπερβατικές στιγμές αγνής καλλιτεχνικής κοινωνίας με τις ορχήστρες που διηύθυνε έφθανε σε μια σχεδόν μυστικιστική κατάσταση ερωτικής χάρης. Οι στιγμές εκείνες ήταν τόσο γεμάτες από παραγωγική ένταση κι απελευθερωτική ενέργεια, ώστε, κατά μία πολύ πραγματική έννοια, ήταν πνευματικοί οργασμοί.

William R. Trotter: Ο ιεροφάντης της μουσικής. Η ζωή του Δημήτρη Μητρόπουλου (Ποταμός)

Τετάρτη, Ιουλίου 22, 2009

Νο 626

Image Hosted by ImageShack.us
Είναι γεγονός πως αφορμή για τη γένεση του μύθου έδωσε ο ίδιος με τις αφηγήσεις του, που συχνά αναφερόταν στους ιερωμένους-μέλη της οικογένειάς του και στην "επιθυμία" που είχε εκδηλώσει σε νεαρότατη ηλικία να γίνει μοναχός. Εξάλλου, ο τρόπος ζωής του στην Αμερική πρόσφερε γόνιμο έδαφος για την εξάπλωση του μύθου, πολύ περισσότερο που ο μαέστρος δεν τον διέψευδε. Στην αμερικάνικη νοοτροπία άρεσε να βλέπει στο πρόσωπό του τον καλόγηρο της μουσικής. Ήταν της γνώμης, λοιπόν, πως, αφού αναπόφευκτα θα έπλαθαν κάποιο μύθο γύρω από το άτομό του [...], ο μύθος του καλόγηρου της μουσικής ήταν κατάλληλος για την πουριτανική Αμερική. Δεν παντρεύτηκε, δε δημιούργησε ερωτικούς δεσμούς, δεν έκανε στενούς φίλους, δεν έζησε κοινωνικά όπως ένας σταρ. Ο μύθος αυτός του χρησίμευε σαν "κοινωνική ασπίδα", ήταν η "λογική" εξήγηση που ζητούσε η κοινή γνώμη για μια ζωή πραγματικά "μοναστική".
Τα αίτια αυτής της μοναξιάς δε θα έπρεπε να τα αναζητήσει κανείς αποκλειστικά στις εξωτερικές συνθήκες, σε περιστατικά και στη νοοτροπία των ανθρώπων που τον περιβάλλουν. Όλα αυτά έκαναν ασφαλώς πιο οξύ το πρόβλημα, αλλά δεν το δημιούργησαν. Και πριν από τον Πόλεμο, και πριν ακόμα εκπατρισθεί, η φράση "είμαι μόνος" αποτελεί το "λάιτμοτίβ" σε ένα πλήθος γραμμάτων του. Έρχονται στιγμές που ο ίδιος κάνει την διαπίστωση: "Το ένιωσα πάντα αυτό το χάος να με απομονώνει απ' όλον τον κόσμο, έτσι ώστε είμαι και θα μείνω πάντα μόνος, και όταν ακόμα βρίσκομαι κοντά σ' εκείνους που μ' αγαπούν". Είναι άξιο προσοχής πως στα γράμματα που θα ακολουθήσουν [μετά τον Πόλεμο] όλο και πιο σπάνια αναφέρεται στη μοναξιά του, για να καταλήξει πια, στα ώριμα χρόνια, να την αποζητά: "Η συντροφιά του Barber ευχάριστη, μα έχω φθάσει σε σημείο να προτιμώ τη μοναξιά μου".

Απόστολος Κώστιος.: Δημήτρης Μητρόπουλος (ΜΙΕΤ)

Πέμπτη, Ιουλίου 16, 2009

Νο 625

Image Hosted by ImageShack.us
Αλέξης Μινωτής: Ήταν, χώρια από τη μουσική του μεγαλοφυία, κι ένας τέλειος πνευματικός άνθρωπος. Όχι απλώς διαβασμένος ή φιλομαθής, μα είχε μιαν έμφυτη κατάβαθη έγνοια για τα θεμελιώδη κι αιώνια θέματα της υπάρξεως και της μοίρας του ανθρώπου’ κι ακόμα μια, θάλεγα μεταφυσική πίστη στον πνευματικό σχεδόν θρησκευτικό, προορισμό της καλλιτεχνίας. Η θρησκευτικότης του, και η ασκητική ζωή, ήταν απόρροια αυτής της βαθειάς πίστης, για την ουσία του χρόνου που όπως έλεγε έπρεπε ν' αναλωθεί ολόκληρος σ' έργο ψυχικής ελευθερίας και πνευματικής έκφρασης. Ο Άγιός του, ο Φραγκίσκος της Ασσίζης ήταν το δόγμα του. Ο αφιερωμένος βίος στο πνεύμα της θεότητας, στο πνεύμα που ενώνει τη φύση με τον άνθρωπο, σε μια απόλυτη κι' αδιάσπαστη επικοινωνία. Η τέχνη, η μουσική κυρίως, ήταν γι' αυτόν ο απλόχωρος δρόμος αυτής της μυστικής επικοινωνίας.

100 χρόνια Δημήτρης Μητρόπουλος (Eξουσία)

Τετάρτη, Ιουλίου 15, 2009

No 624

Image Hosted by ImageShack.us
«... Φαντάσου λοιπόν την ευχαρίστηση σου να με ιδείς να έρθω για να μείνω στην Αθήνα. Να σου ειπώ την μαύρη αλήθεια, αν αφαιρέσεις το ότι έχω μια καλή ορχήστρα στα χέρια μου, ως ζωή εδώ μου είναι απολύτως αφόρητη, και αν μείνω κάμποσο καιρό έστω και ασχολούμενος θα πάθω από μαρασμό. Παρ' όλο μου τον θαυμασμό που έχω στον τόπο αυτό, δεν μπορώ να πω πως κατόρ¬θωσα να συνδεθώ ψυχικά και αυτό μου κάνει τη ζωή μου αφόρητα μονήρη, τόσο που έρχονται ώρες που τα νεύρα μου σπάζουν και κλαίω σαν παιδί. Διερωτώμαι μόνο αν αξίζει τον κόπο να υποφέρω τόσο στη ζωή μου για να έχω μερικές καλές εκτελέσεις στην ορχήστρα. Έχω ανάγκη να τροφοδοτήσω σαν θνητός και την ψυχή μου, την καρδιά μου, δεν μπορώ να ζω όλο τρώγωντας τις σάρκες μου, τρέφοντας μόνο το μυαλό μου.»
(Μιννεάπολις, 3.6.1940)

Δημήτρης Μητρόπουλος, Η αλληλογραφία του με την Καίτη Κατσογιάννη (Ίκαρος)

Τετάρτη, Ιουλίου 08, 2009

No 623

Image Hosted by ImageShack.us
Καθώς πλησίασα είδα τον Ευμάστα να έρχεται προς το μέρος μου. Τον ρώτησα τι είχε συμβεί.
«Τι άλλο;» είπε και με κοίταξε συνοφρυωμένος. «Αυτός ο Ρωμαίος ξανάρθε». Μου τα διηγήθηκε όλα.
Υπάρχουν όρια που ακόμα και οι πιο ερωτοχτυπημένοι μνηστήρες πρέπει να τα τηρούν. Ένα από αυτά είναι ότι οι νεαροί πρέπει να αφήνονταιστην ησυχία τους όταν απομακρύνουν το λάδι με τη στλεγγίδα και πλένονται. Ο Λούκιος, αψηφώντας αυτό τον κανόνα, ακολούθησε τον Μενέξενο στο λουτρό και άρχισε να τον παρενοχλεί μπροστά σ’ όλους τους άλλους.
Κούνησα το κεφάλι μου δεξιά αριστερά. «Και τι έκανε ο Μενέξενος;»
«Τον αγνόησε φυσικά. Μπορούσε να τα βγάλει πέρα, αλλά εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ο προπονητής της πυγμαχίας και ανακάλυψετον Ρωμαίο να τον παρενοχλεί. Φώναξε τους δούλους να τον πετάξουν έξω. Φαντάζεσαι το θέαμα».
Τον κοίταξα εμβρόντητος. (…)
Όσο για μένα και τον Μενέξενο, σε κάποιον τρίτο μπορεί να φαινόταν πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Αυτή την εντύπωση θέλαμε να δώσουμε κι εμείς. Ξέρω τι θα μου ζητούσε ο πατριός μου έτσι και το μάθαινε. Φρόντιζα λοιπόν να μην το μάθει’ όχι από ντροπή, αλλά για να προστατέψω την ομορφιά μας από τα άξεστα χέρια του.
Το φιλί οποιουδήποτε άντρα μού φαινόταν παράξενο. Κατά τα άλλα, συνειδητοποιώ ότι κι εκείνος ήταν εξίσου δισταχτικός όσο κι εγώ.
Μια μέρα, σηκώνοντας το χέρι και φέρνοντας το κεφάλι μου κοντά στο δικό του ώστε να αγγιζόμαστε, είπε: «Θα έρθει η σωστή ώρα. Θα το καταλάβουμε». Μου εξήγησε ότι ήθελε ο έρωτας μας να είναι έρωτας ψυχής, διότι σε τελική ανάλυση άλλος έρωτας δεν υπάρχει.
Σκέφτηκα τον Λούκιο. Καταλάβαινα.

Πολ Γουότερς: Ήρωες και εραστές (Μεταίχμιο)

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009

No 622

Image Hosted by ImageShack.us
Παρ’ όλο που η ανδρική ομοφυλοφιλία είχε ασκηθεί τρομερά στα Σόδομα και στους Τυρρηναίους’ παρ’ όλα που είχε ασκηθεί επίσης στους Εβραίους, στους Πέρσες, στους Κέλτες’ παρ’ όλο που ίσως δεν ήταν άγνωστη στη Γερμανία’ παρ’ όλο που στη Ρώμη ακούμε να γίνεται λόγος γι’ αυτό το θέμα ήδη από την εποχή της Δημοκρατίας και που έλαβε υπό την Αυτοκρατορία έναν εκκεντρικό χαρακτήρα –πράγμα που φανερώνει ότι η ερωτική έλξη για τ’ αγόρια δεν προκύπτει κατ’ ανάγκη από έναν υπερβολικά εξέχοντα πολιτισμό, εφόσον, άλλωστε, έχουμε ανακαλύψει ότι υφίστατο μεταξύ των αγρίων φυλών της Βόρειας Αμερικής, καθώς και στο Περού- το σύνολο αυτών των γεγονότων δείχνει ότι το περίεργο μείγμα υλισμού και πνευματικότητας, που αποτελεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του λεγόμενου «ελληνικού έρωτα», δεν απαντάται πουθενά αλλού. Στην Ελλάδα, η ερωτική σχέση με αγόρια εκτιμήθηκε όχι μόνο από τους πολίτες αλλά και από το νομοθέτη, ο οποίος την αναγνώρισε επίσημα ως ένα χρήσιμο μέσο εκπαίδευσης’ και οι φιλόσοφοι συζήτησαν όχι μόνο για τον ευγενή και καθαρό έρωτα των αγοριών, αλλά και για τα πιο διεφθαρμένα πάθη.
Είναι αλήθεια ότι η ερωτική ποίηση των Περσών και των Αράβων είναι τόσο επηρεασμένη από την ερωτική έλξη για τ’ αγόρια που δεν περιλαμβάνει τον έρωτα παρά μόνον υπό αυτή τη μορφή και που εκτιμά την αρσενική ομορφιά πολύ περισσότερο από τη θηλυκή. Ωστόσο, παραμένει σίγουρο το γεγονός ότι πουθενά αλλού η τέχνη και η ποίηση δεν τη δόξασαν και δεν την εξιδανίκευσαν τόσο όσο οι Έλληνες που την έκαναν πραγματικό θεσμό.
Οι Έλληνες διέκριναν αυτό το συναίσθημα από όλα τα ανάλογα με αυτό, κυρίως μάλιστα από τη φιλία. Οι φιλόσοφοι όμως θεωρούσαν τη φιλία ερωτική ως έναν τύπο του είδους φιλία, είδος στο οποίο ο Πλάτων απέδιδε τα χαρακτηριστικά τριών ακόμη τύπων, φιλία φυσική, εταιρική και ξενική, ενώ ο Αριστοτέλης και οι Στωικοί αναγνώριζαν δυο ακόμη τύπους φιλίας, φιλία συγγενική και φιλία ξενική.

Moritz – Hermann – Eduard Meier: Ο «Ελληνικός Έρωτας» στην Αρχαιότητα (Περίπλους, 2009)

Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2009

No 621

Image Hosted by ImageShack.us
Ενάντια στο φύλο: το σώμα queer, «αλλόκοτο», ως πρόθεση
Σήμερα, υπάρχουν εκείνοι που επικαλούνται τον άγιο Φουκό διαγράφοντας ακριβώς το τελευταίο μέρος της δουλειάς του και ερμηνεύοντας τις θέσεις του όσον αφορά την από-σεξουαλικοποίηση με όρους queer (Butler, 1990, 1993, 1997’ Lorber, 1994). Η ιδέα είναι ότι μόνο από μια σεξουαλικότητα «ιδιότροπη», «παράξενη», «παράδοξη» και «ξεχωριστή» μπορεί να επέλθει η απελευθέρωση της σεξουαλικότητας. Από αυτή την οπτική γωνία οι λεσβιακές και ομοσεξουαλικές πρακτικές, ο φετισχισμός, οι τραβεστί, η τοποθέτηση και η χρήση τεχνητών οργάνων, ο σαδομαζοχισμός και οι πρακτικές που μετατρέπουν όλο το σώμα σε σεξουαλικό όργανο θα ήταν απελευθερωτικές.
Τα αιτήματα, οι επιθυμίες εκείνων που σήμερα σκέφτονται ότι το γένος και το φύλο μαζί είναι μόνο διαχωρισμοί που επιβλήθηκαν από έναν καταπιεστικό μηχανισμό της κοινωνίας και προσβλέπουν σε μια από-σεξουαλικοποίηση της ταυτότητας μοιάζουν, αφενός, με μια ακραία συζήτηση του αμερικανικού ατομικισμού και, αφετέρου, με τις ρίζες της νεωτερικότητάς μας στην οποία αναφέρεται ο Τζόρτζο Αγκαμπέν (2000) για τον Παύλο από την Ταρσό. Η παγκοσμιότητα είναι η κατάργηση οποιασδήποτε προγενέστερης ταυτότητας που συνδεόταν με την προέλευση, με την κοινότητα καταγωγής, με την απογραφή, με το φύλο. Δε θα υπάρχουν πια άντρες και γυναίκες αλλά μία μόνο νέα ταυτότητα. Στη δύναμη των μετα-σεξουακικών μανιφέστων, όσο βλάσφημα και εκφοβιστικά κι αν είναι, υπάρχει μια ισχυρή δόση χιλιασμού. Λες και η Τζούντιθ Μπάτλερ και οι queer studiew, οι «αλλόκοτες» μελέτες, να ήταν η εμπροσθοφυλακή για το τι έπρεπε να είμαστε όλοι. Ζητούν να αναδομηθεί η κοινωνία με βάση τον εκμηδενισμό των ορισμών του φύλου, μέσα από σεξουαλικές πρακτικές που θα διαγράφουν τη φύση των γεννητικών οργάνων.

Φρανκο Λα Τσέκλα: Απότομοι τρόποι (Κέδρος)

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2009

No 620

Image Hosted by ImageShack.usRoss Watson (Αυστραλία)

ΠΑΤΡΙΚ: Τότε γιατί ήρθες απόψε;
ΕΡΜΗΣ: Για να σε δω… Να βεβαιωθώ πως είσαι καλά…Είμαστε πάντα φίλοι… έτσι δεν είναι;
ΠΑΤΡΙΚ: (Κάνοντας μερικά βήματα μπροστά): Πάντα φίλοι… Εσύ κάποτε έλεγες ότι ζούμε σε ξένη γη… ότι… (Διακόπτει, πολύ συγχυσμένος.)
ΕΡΜΗΣ (Πηγαίνοντας πίσω του): Ότι… τι; Για συνέχισε λοιπόν… Μήπως ότι είχες κάνει σχέδια χωρίς ποτέ να σου περάσει απ’ το μυαλό σου ότι μπορεί και να μην μ’ έβρισκαν σύμφωνο; Ας πούμε ότι εγώ μπορεί και να μην ήθελα δουλειά στα Ηνωμένα Έθνη όπως εσύ… Ούτε και νά ‘παιρνα την αμερικανική υπηκοότητα, για να πηγαίναμε, όταν έπαιρνες την άδεια σου, στο Νιού Χάμσαϊρ, στο κτήμα σου… Α, ναι… κάποτε και στην Ελλάδα… φυσικά μόνι για …διακοπές Και όλα αυτά σα νά ’μαστε μια ζωή εικοσιπέντε χρονώ, όπως τον καιρό του Εμφύλιου που γνωριστήκαμε στην Αθήνα… Εσύ, το τέλειο δείγμα του μονογαμικού αρσενικού, θα δούλευες για πάρτη μας… Κι εγώ… εγώ… Σ’ ένα είδος γάμου τέλος πάντων με κάποιον σαν εσένα… (Παύση) Κάποιον που παίρνει πολύ σοβαρά τα συζυγικά του καθήκοντα κι απαιτεί κι απ’ τη νόμιμη σύζυγο την ίδια σοβαρότητα… Αυτός θα δουλεύει για να ζήσουνε, εκείνη θα ικανοποιεί τις πολύ περιορισμένες ερωτικές επιθυμίες του… Θα επιβλέπει την υπηρέτρια… Θα τον βοηθάει να δέχεται πότε πότε μερικούς συναδέλφους… Ίσως έχεις δίκιο, χρυσέ μου Πάτρικ… Αλλά πώς να σ’ το εξηγήσω… Δεν μ’ ενδιαφέρει πια αυτό το είδος γάμου ανάμεσα σε δυο άντρες, κατάλαβες; Άσε που έχω ξεκόψει προ πολλού κι από τέτοιους, λίγο πολύ κοινωνικά αποδεκτούς δεσμούς…
ΠΑΤΡΙΚ: Κοινωνικά αποδεκτούς δεσμούς; Εμείς, που κάποτε υποτίθεται ότι θα προωθούσαμε το όραμα μιας μελλοντικής άφυλης κοινωνίας; Που δεν ια βασιζόταν στην εξουσία του άντρα… στην εκμετάλλευση του ενός φύλου από το άλλο… Όπου οι άνθρωποι θ’ ανήκαν ταυτοχρόνως σ’ όλα τα φύλα και σ’ όλες τις φυλές, χωρίς νά ‘ναι σχιζοφρενείς αλλ’ απλώς πολυδιάστατοι… Σα να ζούσαν σ’ ένα λωτρεαμονικό σύμπαν… έτσι δεν έλεγες;
ΕΡΜΗΣ: Ναι, αλλά τώρα πια δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτό το παράξενο, ουτοπικό όραμα… Φαντάζεσαι νά ‘ρθει μια μέρα που δεν θα υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στα δυο φύλα; Που όλοι οι άντρες θα ‘ναι λίγο γυναίκες κι όλες οι γυναίκες λίγο άντρες; Τι στο καλό, σαλιγκάρια είμαστε1

Τάκης Σπετσιώτης: Το άλλο κρεβάτι (Άγρα)

Σάββατο, Ιουνίου 13, 2009

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2009

No 619

Image Hosted by ImageShack.usMichèle Marie Bonnarens

Το γεγονός ότι είχε περάσει όλο αυτό το διάστημα σε ένα υποτιθέμενο ταξίδι αναψυχής, την έφερνε τώρα δα αντιμέτωπη με το αληθινό πρόβλημα! Γιατί είχε πει μεν ότι θα ’ρχοταν πίσω το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων φέρνοντας μαζί της και μια έκπληξη, αλλά δεν είχε κάνει σαφές ότι η έκπληξη θα ήταν αυτή η ίδια!
Έφυγε Νίκος Μήτρου και επέστρεψε Οριάνα Ραζή! Αυτό, ούτε και ο πιο ευφάνταστος Αϊ Βασίλης δεν θα μπορούσε να το διανοηθεί ως Χριστουγεννιάτικη έκπληξη!
Είχε πει ότι θα πήγαινε στη Γουατεμάλα για διακοπές γιατί η δουλειά του ως προγραμματιστής τον είχε φορτώσει με πολύ στρες. Και ήταν πέρα για πέρα αλήθεια! Αλλά ήταν η μισή αλήθεια.

Αγγελίνα Ρωμανού: Oriana Express (Πολύχρωμος Πλανήτης)

Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2009

No 618

Image Hosted by ImageShack.us
Ενώ λοιπόν συναθροίζονταν και πολιορκούσαν πολλοί επώνυμοι τον Αλκιβιάδη, οι άλλοι φανερά έμεναν θαμπωμένοι με την ομορφιά της νιότης του και τον καλόπιαναν, ενώ αντίθετα ο έρωτας του προς τον Σωκράτη ήταν μεγάλη απόδειξη της έμφυτης προδιάθεσης του παιδιού προς την αρετή, την οποία, καθώς την έβλεπε (ο Σωκράτης) να λάμπει στο πρόσωπό του, και καθώς φοβόταν τα πλούτη και τις τιμές και το ασκέρι Αθηναίων και ξένων και συμμάχων, που επιχειρούσαν να τον «ρίξουν» με τις κολακείες και τα δώρα τους, «έκρινε ότι» μπορούσε να τον προφυλάξει και να μην αδιαφορήσει (να χαθεί) σαν φυτό που ρίχνει και χάνει τον καρπό του όσο είναι ακόμη στο άνθος του. Γιατί, η τύχη κανέναν δεν τον περιέβαλε εξωτερικά και δεν τον προστάτευσε με τα λεγόμενα (φυσικά) προτερήματα τόσο πολύ, ώστε να γίνει απρόσβλητος από τη φιλοσοφία και ασυγκίνητος από λόγους που έχουν ελευθερία έκφρασης και επίκριση (για τα λάθη). Γιατί ο Αλκιβιάδης, αν και είχε πάρει από νωρίς στραβό δρόμο και παρεμποδιζόταν από τους κόλακες που τον «διπλάρωναν» να ακούσει κάποιον που ήθελε να τον νουθετήσουν και να τον διαπαιδαγωγήσει, όμως λόγω της έμφυτης προδιάθεσης του αποδέχθηκε τον Σωκράτη και συνδέθηκε μαζί του, απομακρύνοντας από κοντά του τους πλούσιους και επώνυμους εραστές. Κι αφού γρήγορα έγινε φίλος του και άκουσε τα μαθήματα ενός εραστή που δεν κυνηγούσε την άνανδρη ηδονή κι ούτε επιδίωκε φιλήματα και θωπείες, αλλά επέπληττε τα ελαττώματα του χαρακτήρα του και χτυπούσε τη ματαιόδοξη και ανόητη αλαζονεία του, «ζάρωσε σαν νικημένος πετεινός διπλώνοντας τα φτερά του» και θεώρησε τον Σωκράτη ότι είναι πραγματικά θεϊκή προσφορά για τη φροντίδα και σωτηρία των νέων, και περιφρονώντας τον εαυτό του, και θαυμάζοντας εκείνος, και αγαπώντας την καλοσύνη του, και σεβόμενος την αρετή, ανεπαίσθητα αποκτούσε ένα είδωλο του έρωτα, όπως γράφει ο Πλάτωνας, αντί του (κοινού) έρωτα, σε βαθμό να απορούν όλοι που τον έβλεπαν να τρώει μαζί με τον Σωκράτη και να πηγαίνει στις παλαίστρες και να μένει στην ίδια σκηνή (στις εκστρατείες), ενώ ήταν για τους άλλους εραστές δύσκολος και δυσπρόσιτος, και μάλιστα σε μερικούς εντελώς προσβλητικός, όπως απέναντι στον Άνυτο, το γιο του Ανθεμίωνα.

Πλούταρχος: Βίοι παράλληλοι. Αλκιβιάδης – Κοριολανός (Ζήτρος)

Τετάρτη, Μαΐου 27, 2009

No 617

Image Hosted by ImageShack.usKen Landon Buck (ΗΠΑ)

Έχω την εντύπωση πως εμείς οι άνθρωποι αποδίδουμε, κατά κανόνα, τις απιστίες που μας κάνουν όσοι αγαπάμε σε παράγοντες εντελώς διαφορετικούς απ’ τους πραγματικούς. Για παράδειγμα όλοι μας αρνιόμαστε πεισματικά να παραδεχτούμε πως μπορεί το πρόσωπο που αγαπάμε να μας απάτησε μόνο και μόνο επειδή μας βρίσκει ανεπαρκείς κι επιμένουμε να πιστεύουμε πως οι απιστίες οφείλονται σε εντελώς τυχαία κι εξωτερικά γεγονότα. Κάτι τέτοιο μας προσφέρει ισχυρό επιχείρημα ικανό να δικαιολογήσει σε μας τους ίδιους τις κάθε λογής προσπάθειες –τίμιες ή άτιμες- που κάνουμε για να αποσπάσουμε το αγαπημένο μας πρόσωπο από τα νύχια του ξελογιαστή του. Βέβαια η λέξη «ξελογιαστής» φοβάμαι πως δεν είναι εντελώς εύστοχη αλλά ας το παραβλέψουμε αφού είναι σίγουρο πως καταλαβαίνετε πολύ καλά τι θέλω να πω. Αν λάβουμε λοιπόν υπόψη μας όλ’ αυτά είμαστε υποχρεωμένοι πια να παραδεχτούμε μιαν αλήθεια τόσο χειροπιαστή όσο και τα ίδια τα πράγματα και ν’ αναγνωρίσουμε πως η απιστία του συγκεκριμένου ατόμου οφείλεται στην εμφάνιση κάποιου προσώπου πολύ πιο γοητευτικού από μας τους ίδιους. Αυτού του είδους βέβαια η συνειδητοποίηση σημαίνει πως έχουμε πάψει πια να ‘μαστε νέοι, πράγμα που δεν πρέπει όμως να τ’ αφήσουμε να μας ασπρίσει πρόωρα τα μαλλιά ή να γράψει κάποιες βαθιές ρυτίδες στα πρόσωπά μας.
Έτσι δεν ένιωσα καθόλου πιο νέος όταν μπήκα στο μπαρ της Φοίβης κι έψαξα παντού ακόμα και μες στις τουαλέτες του μήπως κι ανακαλύψω σε κείνη την όαση του 4ου Ανατολικού Δρόμου, τα ίχνη του Τσάρλυ και του Γραντ Λοθ, που είχαν δηλώσει πως θα ‘ρχονταν για πιπερωμένο κρέας και βότκα.
Αφού ερεύνησα σαν κυνηγόσκυλο κάθε γωνιά, απευθύνθηκα στον μπάρμαν και τον ρώτησα αν είχε δει τον Γραντ Λοθ μαζί μ’ ένα αγόρι με μακριά μαλλιά.
- Πώς τον είπες;
- Λοθ. Γραντ Λοθ.
- Ούτε που το ‘χω ακούσει ποτέ αυτό τ’ όνομα.
Η δήλωση του μπάρμαν πως δεν ήξερε τον Γραντ Λοθ μ’ ανακούφισε κάπως, επειδή ως εκείνη τη στιγμή πίστευα ακράδαντα πως ο συγκεκριμένος ομορφονιός ήταν τακτικός θαμώνας σ’ όλα τα κοσμικά κέντρα όχι μόνο των εκκεντρικών συνοικιών αλλά και του ίδιου του κέντρου της πόλης, όπου και του είχαν δώσει το κάπως θηλυκό παρατσούκλι.

Τεννεσή Ουίλλιαμς: Μια γυναίκα που την έλεγαν Μωυσή (Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος)

Τετάρτη, Μαΐου 20, 2009

No 616

Image Hosted by ImageShack.usMichael Leonard (Ηνωμένο Βασίλειο)

ΑΘΗΝΑ
Μάιος – Αύγουστος του 2003
Ο Αμπντέλ ήταν απαρηγόρητος. Καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που είχε παρατήσει τον Όσκαρ για να πάει να ζήσει με μια γυναίκα χωρίς τίποτα το εξαιρετικό, ανάμεσα σε οπισθοδρομικούς ανθρώπους.
Τους πρώτους πέντε μήνες υπόμενε τη νέα του κατάσταση με αξιοθαύμαστη καρτερία. Από την πρώτη μέρα επαναλάμβανε πως χάρη σ’ εκείνον τον γάμο, η οικογένειά του είχε γλυτώσει την καταστροφή. Όμως, τον έκτο μήνα είδε με αξιοθρήνητη διαύγεια την κατάστασή του. Ναι, ήταν ο σωτήρας της οικογένειάς του όμως, με τίμημα να θαφτεί ζωντανός. Και επιπλέον, ένιωθε πως η ευημερία του Αλί Αλ-Μεγκράζι θα διαρκούσε λίγο, αφού ήταν βυθισμένος με γεροντικό πάθος στην λατρεία της ποίησης, στο χασίς και τις οδαλίσκες, και πολύ σύντομα θα χρεωκοπούσε για τρίτη φορά. Ήταν δίκαιο να θυσιαστεί από τα είκοσι πέντε του σ’ αυτή την απαίσια ζωή;
Ήταν αδύνατον ν’ αγαπήσει τη Λεϊλά, που ήταν όμορφη και άνοστη σαν κιθάρα χωρίς χορδές. Ο Αμπντέλ καταλάβαινε τώρα πόση σημασία είχε στη ζωή του ο Όσκαρ. Δεν ήταν μόνο η προσωπικότητά του, η συντροφικότητα και γ γενναιοδωρία του. Ήταν και ο κόσμος του, ο κοσμοπολιτισμός του, οι σχέσεις του με καλλιτέχνες της Αριστεράς, με άτομα δίχως προκαταλήψεις, ανθρώπους καλλιεργημένους, φίνους.
Τις τελευταίες μέρες, σ’ εκείνη τη τρύπα της Βεγγάζης, όπου κάτω από τη φοινικιά του Αμπντουλάχ απάγγελλε το Κοράνι ή μιλούσε για αγοραπωλησίες, πίστεψε αληθινά ότι θα έχανε τα λογικά του από τη μια στιγμή στην άλλη. (…)
Όταν στεκόταν μπροστά στο ταμείο για να πληρώσει, από τα μεγάφωνα ακούστηκε μια διαπεραστική φωνή που ανακοίνωνε τη λίστα αναμονής για μια πτήση προς Αθήνα.
Αθήνα, Αθήνα…
Σπρωγμένος από μία ακατανόητη δύναμη, έψαξε στο πορτοφόλι του και διαπίστωσε ότι ακόμα δεν είχε λήξει η προσωρινή άδεια παραμονής του στην Ελλάδα. Και σαν τον παχύσαρκο, που ύστερα από ένα χρόνο διαιτητικού ηρωισμού υποκύπτει μπροστά σε μια πολύχρωμη πίτσα αφήνοντας τη μυρωδιά από μοτσαρέλα και πεπερόνι να του τρυπήσει τα ρουθούνια ως την ψυχή, ο Αμπντέλ πλησίασε τα γκισέ των Ολυμπιακών Αερογραμμών και αγόρασε ένα εισιτήριο Ρώμη – Αθήνα – Ρώμη, στην τουριστική θέση.
Ύστερα από τρεις ώρες, στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος έπαιρνε τηλέφωνο και μάθαινε από τον τηλεφωνητή ότι ο Όσκαρ βρισκόταν στο Λονδίνο. Τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν και τον έπιασε ταχυπαλμία. Ωστόσο, ύστερα από μερικά τηλεφωνήματα, εντόπισε τον Ουόρεν, ένα φίλο του Όσκαρ και του είπε πού θα τον έβρισκε.
Και το βράδυ κατάφερε να μιλήσει μαζί του.
«Θέλω να σε δω, έχω ανάγκη να …»
«Μ’ αγαπάς ακόμα;»
«Απελπισμένα, Όσκαρ» είπε και του ξέφυγε ένας λυγμός.

Ντανιέλ Τσαβαρία: Για τα μάτια σου (opera)

Τετάρτη, Μαΐου 13, 2009

No 615

Image Hosted by ImageShack.usSteve Collins (ΗΠΑ)
.
Με μια επιμονή, που ήταν ακόμη πιο εκνευριστική εξαιτίας της ντροπαλότητας και των ανόητων δικαιολογιών που τη συνόδευαν, η Ρόμπιν άρχισε να την αναζητάει. Ερχόταν στη “Γεννήτρια”. Την έπαιρνε έξω να φάνε. Της τηλεφωνούσε τα μεσάνυχτα και φλυαρούσε γι’ ανιαρά θέματα, αυτά που η Ντενίζ παρίστανε τόσο καιρό πως την ενδιέφεραν πάρα πολύ. Ένα κυριακάτικο απόγευμα πέτυχε τη Ντενίζ στο σπίτι της κι ήπιαν μαζί τσάι στο μισό τραπέζι του πινγκ-πονγκ. Η Ρόμπιν διαρκώς κοκκίνιζε και χαχάνιζε.
Καθώς το τσάι κρύωνε, ένα κομμάτι της Ντενίζ σκεπτόταν: Γαμώτο, τώρα μου την πέφτει στ’ αλήθεια.
Αυτό το κομμάτι του εαυτού της λογάριαζε σαν πραγματική απειλή τις εξαντλητικές απαιτήσεις της Ρόμπιν: Θέλει σεξ σε καθημερινή βάση.
Το ίδιο κομμάτι σκεφτόταν επίσης: Θεέ μου, πώς τρώει έτσι;
Και: Δεν είμαι “λεσβία”.
Την ίδια στιγμή, ένα άλλο κομμάτι του εαυτού της ήταν κυριολεκτικά πλημμυρισμένο από πόθο. Δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τότε με τόσο απτό τρόπο τι σόι αρρώστια ήταν το σεξ, τα μυστήρια όσα σωματικά συμπτώματα, γιατί ποτέ της δεν είχε πάθει τέτοια πλάκα όπως τώρα με τη Ρόμπιν.
Σε μια παύση της φλυαρίας, η Ρόμπιν μάγκωσε κάτω απ’ το τραπέζι το πινγκ-πονγκ τα πόδια της Ντενίζ, που πάντα φορούσε καλόγουστα παπούτσια με τα δικά της λευκά αθλητικά παπούτσια..
.
Jonathan Franzen : Οι διορθώσεις (Ωκεανίδα)

Πέμπτη, Μαΐου 07, 2009

No 614

Αν ο γνήσιος έρως δεν ήταν παρά μια απλή μέθη, δε θα ‘ταν πραγματικός και δε θάχε τη δύναμη να πραγματοποιήσει το αληθινό μας είναι. Η μέθη αντί να μας κάνει πραγματικούς, δυναμώνοντας τις ανώτερες δυνάμεις της ζωής μας -όπως συμβαίνει στο γνήσιο έρωτα- μας κάνει να χάσουμε ό,τι πιο δικό μας έχουμε μέσα σ' έναν ανόητο αναβρασμό. Μας θολώνει τα μάτια, μας αμβλύνει την αίσθηση της πραγματικότητας, μας απατά με παραισθήσεις, μας εκμηδενίζει την ελευθερία μας -το νόμο και την πηγή του εαυτού μας.
Ο μεθυσμένος δεν έχει ούτε τη δημιουργική δύναμη ούτε την καθαρή όραση ούτε τη γνήσια σοβαρότητα, που κάνουν δυνατή την πιστή επικοινωνία με τον αγαπημένο. Αν ο έρως δεν ήταν παρά μια μέθη, θα ‘ταν από τη φύση του παροδικός και καμμια ανώτερη επιταγή δε θα ‘χε τη δύναμη να του δώσει διάρκεια. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ‘πρεπε να ευχώμαστε τη λύτρωσή μας από την πλάνη του.
Ο γνήσιος έρως δεν είναι απλό αίσθημα. Το απλό αίσθημα είναι μια αδυναμία της φύσης μας, που μας κάνει να ξεπέσουμε, ενώ ο έρως είναι μια δύναμη που μας ανυψώνει. Το αίσθημα δεν έχει τη σοβαρότητα και τη σκληρότητα του ερωτικού Νόμου. Κανένα αίσθημα δεν είναι σταθερό.
"Όλα τα αισθήματα" λέει ο Καντ, "πρέπει να κάνουν ό,τι έχουν να κάνουν τη στιγμή της σφοδρότητάς τους, πριν καθησυχάσουν, αλλοιώς δεν κάνουν τίποτα, αφού η καρδιά ξαναγυρίσει με τρόπο φυσικό στη φυσική της, μετρημένη της κίνηση και ξαναπέσει στην πρώτη της ατονία. Γιατί το αίσθημα είναι κάτι που ερεθίζει χωρίς να δυναμώνει".
Αν ο έρως ήταν μόνο αίσθημα, η πίστη θάταν τότε πράγματι "αναπλήρωμα του έρωτος". Κάθε ανώτερη προτροπή πίστης, που πραγματοποιεί την αιωνιότητα στη διάρκεια του πηγαίου έρωτος, θάταν μάταιη.
Ο γνήσιος όμως έρως δεν είναι ούτε μόνο μέθη, ούτε μόνο αίσθημα, μα Νόμος, που μας κάνει να ζήσουμε το απόλυτο, που νομίζουμε πως το ζούμε και στη μέθη, αυτή τη φορά όμως πραγματικά κι όχι σαν πλάνη, -Νόμος, που έρχεται κι αυτός "απ' την καρδιά" όπως το αίσθημα, όχι όμως σαν αδυναμία μα σαν δύναμη της καρδιάς που εξουσιάζει τα αισθήματα. -Ο έρως είναι Νόμος, που δε μοιάζει διόλου ούτε στον ανόητο νόμο της απλής φυσικής αναγκαιότητας, ούτε στον αναιμικό νόμο του απλού ηθικού δέοντος. Έχει την αλύγιστη σκληρότητα του πρώτου, γιατί είναι η μοίρα μας, -μια μοίρα όμως που τη ζούμε σαν ύψιστη ελευθερία μας, -και την επιτακτική δύναμη του δεύτερου, γιατί είναι επιταγή της ελευθερίας μας, -μιας ελευθερίας όμως που τη ζούμε σαν την ύψιστη αναγκαιότητά μας. -Ο νόμος αυτός είναι η πηγή μας, το κοσμογονικό κέντρο της ζωής μας και η ύψιστη επιταγή του είναι μας.
Ο χαμός του θα εσήμαινε το χαμό του Θεού μας και του εαυτού μας. Η σωτηρία του μέσα μας θα εσήμαινε τη σωτηρία των πάντων για μας.
Αυτό είναι το βαθύ νόημα της ερωτικής πίστης, που δεν μπορεί να μας την επιβάλλει καμμιά εξωτερική φωνή, μα μόνο ο νόμος του δικού μας του είναι -και που έχει τη δύναμη όχι μόνο τη ζωή μας, μα και το θάνατό μας ακόμη να πραγματοποιήσει σαν αιώνια πλήρωση.

Δημήτρης Καπετανάκης: Έρως και Χρόνος (Γαλαξίας)

Τετάρτη, Μαΐου 06, 2009

No 613

Image Hosted by ImageShack.usCarl Gustaf Pilo (Σουηδία)

Ο Άβελ

Ο αδελφός μου ο Κάιν ο πληγωμένος, αγαπούσε να κάθεται
Χαϊδεύοντας τον ώμο μου κοντά στον καθρέφτη του νερού
Της ζωής ή του θανάτου, σε κινηματογράφυς μισοφωτισμένους
Από ειρηνικές σκηνές που τελειώναν πάντα με φόνους.

Του άρεσε να μου μιλάει. Η άπληστη φωνή του
Μουρμούριζε το αίνιγμα της ματωμένης δίψας του,
'Η με παρακαλούσε να μην κάνω την οριστική εκλογή μου
Πριν τα πούμε πρώτα οι δυο μας.

Και στο τέλος διάλεξε τον ύστατο για μένα πόνο.
Δεν κατηγορώ το φυσικό του: είναι ο αδελφός μου'
Ούτε αυτό που λένε καιρούς: η αγάπη μας ήταν ελεύθερη,
Θα 'ταν η ίδια σε κάθε εποχή' μα πιο πολύ

Την άχρονη διφορούμενη έννοια των πραγμάτων
Που κάνει τη ζωή μας θάνατο, την αγάπη μας μίσος.
Το αίμα μου που πλημμυράει στην κρεββατοκάμαρα τραγουδάει:
"Είμαι ο αδελφός μου ανοίγοντας τη θύρα."

Δημ. Καπετανάκη: Μυθολογία του ωραίου (Χάρβεϋ)

Τετάρτη, Απριλίου 29, 2009

No 612

Image Hosted by ImageShack.usWalter Nobbe(Ολλανδία)
.
Όλοι λέγανε τότε πως το υπερβολικό ενδιαφέρον του για μένα δεν ήτανε τίποτε άλλο παρά ένα παιχνίδι που έπαιζε ώστε να κάνει τον Αλαίν Ντελόν να ζηλέψει, μια και η φιλική τους σχέση τότε ήταν τεταμένη και καθόλου ειρηνική. Συνέχεια τσακώνονταν σαν το σκύλο με τη γάτα. Πάντα ο Λουκίνο τον παρατηρούσε για τον απότομο τρόπο που φερόταν γενικά. Ειδικά στη Ρόμυ Σνάιντερ, με την οποία ο δεσμός τους περνούσε μια περίοδο πλήξης και όλα έδειχναν πως ο μακρόχρονος αρραβώνας τους θα διαλυόταν. (…)
Το παιχνίδι, όμως, του Λουκίνο δεν έπιασε καθόλου γιατί ο Ντελόν, όπως ήταν έξυπνος και πονηρός, το κατάλαβε αμέσως. Έτσι άρχισε να με παίρνει μαζί του όπου πήγαινε και μου ζητούσε να καθόμαστε σε ξεχωριστό τραπέζι από τους άλλους στα εστιατόρια. Με τον καιρό κατάλαβα πως παιζόταν μεταξύ τους ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι ζήλιας και υπεροχής κι εγώ ήμουν το μπαλάκι τους.
(…) Το χειρότερο εκείνης της βραδιάς ήταν πως, αφού ζήτησα απ’ τον Αλαίν να φύγουμε, μετά από αρκετή ώρα, όρμησε κυριολεκτικά πάνω μου, με άρπαξε από τους ώμους και μ’ όλη του τη δύναμη μ’ έβγαλε έξω από το κλαμπ. Μ’ έβαλε μέσα στο αυτοκίνητό του και, αφήνοντας τη Ρόμυ μόνη, οδήγησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και φτάσαμε στην κορυφή του Μόντε Λούκο. Εκεί μείναμε μέχρι που ξημέρωσε και, μετά απ’ τη δική μου επιμονή και τα παρακάλια, επιστρέψαμε στο Σπολέτο, όπου βρήκαμε τη Ρόμυ να κάθεται μόνη της έξω από μια καφετέρια. Τι επακολούθησε μεταξύ τους δεν ξέρω, γιατί τους καληνύχτισα ή μάλλον τους καλημέρισα, και έφυγα να πάω για ύπνο.
Την ίδια μέρα ο Λουκίνο ήταν έξω φρενών και ρωτούσε να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ, ώστε να αναγκαστεί η Ρόμυ να κλειδωθεί στο δωμάτιό της και να μη θέλει να δει άνθρωπο.

Νικηφόρος Νανέρης: Πριν τα σβήσει ο χρόνος (Καστανιώτης)

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2009

Νο 611

Image Hosted by ImageShack.us
Μονάχα, ύστερα’ από κάμποσην ώρα, σαν άρχεψε όξου ο ουρανός να γαλατώνει, βρόμικα ασπρουλιάρικα νησάκια σ’ ένα πέλαγο μελάνη μακριά, πέρα απ’ το τζάμι του παραθύρου, κι άρχεψε ο λεκές στο ταβάνι σιγά σιγά να χλομαίνει, μονάχα τότες αναστέναξε βαριά η Θελιξινόη, κι ύστερα γύρισε και τ’ αγκάλιασε εκείνο το τρελό, τη Λέλα.
Σίμωσε το στόμα της στ’ αυτί του, σα για να της πει κάποιο μεγάλο μυστικό, όμως μυστικό που βάσταξεν ώρα, γιατί άρχεψε να τις φέρνει η τρεμούλα και τις δυο. Και των δυονών τα κατακλείδια τρίζανερ, και μπερδεμένα σκόνταψαν τα γόνατά τους, το ‘να πάνου στ’ άλλο.
…Και σμίξανε τα τσίτσιδα τα κρέατα, κουβάρι και τα δυο κορμιά, αλλού κεφάλια, κι αλλού τα πόδια, και τα χέρια αλλού, άμα σωριάστηκαν οι ζωντανές οι σάρκες, μες στα ποθοπλαντάσματα, και στις βαριές ανάσες, που όλο ανέβαιναν κι ακόμα ανέβαιναν απ’ του κρεβατιού το λάκκο σα για να φτάξουν στο ταβάνι, στο λεκέ…
μα μες’ απ’ τον παραδαρμό, κι από τον ίδρο μέσα, νοσταλγικό φτερούγισμα προς μιαν άγνωστη κι ανείπωτην αγάπη, οι κολασμένες οι ψυχές, αλαφροϊσκιωτες, ανέβαιναν στριφογυρίζοντας κι αυτές στην αντηλιά της λιγοθυμισμένης φλόγας που ξεψυχούσε μπρος στα εικονίσματα… Κι η Παναγιά μεγαλόχαρη με το θεϊκό παιδί στην αγκαλιά της, όλο χαμογελούσε.

Πέτρος Πικρός: Σα θα γίνουμε άνθρωποι (Άγρα)

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2009

No 610

Image Hosted by ImageShack.us
Ύστερα από τόσο γλέντι κι από τόση κούραση, ξαπλωμένη μες στο κρεβάτι, ξαναθυμότανε η Ζιζέλ τις συγκινήσεις τις βραδιάς. Πάει κι απόψε.
Αύριο να δούμε. Βλέποντας την υπηρέτριά της να σιάζει τις βελούδινες κουρτίνες πήγε κάπου ο νους της. Στριμώχτηκε μέσα στο κρεβάτι, έγινε ένα κουβαράκι κι άφησε τα λεπτά χεράκια της να τρέχουν πάνω στο κορμί της. Έλεγες και χαϊδευότανε η ίδια. Μια μπερδεμένη εικόνα παρουσιάστηκε στο μυαλό της, μόλις έκλεισε τα μάτια της… Οι αλήτες… ο Τζούλιο… Αλήθεια νά’ ταν εδώ τώρα ο Τζούλιο…
- Μαρή-Ροζ, αχ! Αλήθεια, σε καμάρωνα τώρα δα, έτσι που στεκόσουνα… Όμορφο στήθος κι οι γλουτοί αλήθεια!... Να, εκεί μέσα, Μαρή-Ροζ, πάρε κι ένα για σένα… δεν πειράζει… είναι από κείνα που ξέρεις…. Δεν καπνίζεις; Να! Κουτή… Σου το επιτρέπω… Για σκύψε να σου πω… Τι; Έβαψες τα χείλια σου; Μη φοβάσαι… Άκου δω… έρχεσαι απόψε να… Λίγο ακόμα και θα ξεχνιότανε η κυρία Φουρνιέ…
Με τη Μαρή-Ροζ; Την υπηρέτρια; Να το διαλαλήσει καλέ στον κόσμο… αυτά τα άθλια πλάσματα!... Μήπως, τι; Αν δεν την είχε στην υπηρεσία της, δε θά ‘ταν κι αυτή εκεί στο υπόγειο;…
Ξέσπασε στα γέλια η Ζιζέλ κι άφησε να πέσει απότομα το κεφάλι της υπηρέτριας που το κρατούσε με τα δυο της χέρια…
- Πού να σ’ τα λέω καημένη… Δεν ξέρεις τι μου θύμισες, έτσι δα, σαν έπεφτε το κεφάλι σου… Για πες μου, Μαρή-Ροζ, αν δεν σε είχα στην υπηρεσία μου… Καλέ, μου έγινες κοκέτα. Βάζεις και μυρουδιές!... κάπνισε κι εσύ! Αχ! Έλα!... Μαρή-Ροζ…γλυκό μου κορίτσι!...Θέλεις να μείνουμε απόψε; Αχ! Θέλεις;… Ναι απόψε...

Πέτρος Πικρός: Χαμένα κορμιά (Άγρα)

Τετάρτη, Απριλίου 15, 2009

No 609

Image Hosted by ImageShack.us
Καντέρμπουρι
680 π.Χ.
.
«Θεόδωρε!»
Ήταν ο Ανδριανός. Μπαίνοντας άφησε την πόρτα ανοιχτή, επιτρέποντας στο λαμπερό φως της αυλής να πλημμυρίσει το δωμάτιο. Ανασηκώθηκα τρίβοντας τα μάτια μου.
«Είσαι ξύπνιος;» ρώτησε. Τα λόγια του Ανδριανού ή ίσως ο τόνος του μου θύμισαν τον καιρό που κοιμηθήκαμε πρώτη φορά μαζί, σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, με την πρόφαση, όχι εντελώς ανυπόστατη, ότι μελετούσαμε το Συμπόσιο του Πλάτωνα.
«Φυσικά και είμαι ξύπνιος», είπα. «Μπορεί να είμαι γέρος. Αλλά δεν κοιμάμαι όλη μέρα. Σκεπτόμουν».
«Στο σκοτάδι; Με τα μάτια κλειστά;» Στεκόταν λίγο πιο μέσα από το άνοιγμα της πόρτας.
«Νομίζω πως βοηθάει».
Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου κι έκανα μερικά προσεκτικά βήματα προς το μέρος του. Πέρα από το άνοιγμα της πόρτας έβλεπα το ραγισμένο λιθόστρωτο, με κηλίδες από ξερά βρύα και λειχήνες. Ο απογευματινός ήλιος έριχνε βαριές σκιές ανάμεσα στους κίονες που πλαισίωναν την άδεια αυλή. Κάπου αλλού, σε δροσερά δωμάτια, άλλοι δίδασκαν και άλλοι διάβαζαν ή αντέγραφαν βιβλία. Ίσως μερικοί από τους μοναχούς, όπως εγώ, να κοιμόνταν ήρεμα ανάμεσα σε προσευχές. Όμως, θα ξυπνούσαν και η δουλειά ια γινόταν. Δεν υπήρχε λόγος για σκληρή πειθαρχία ή αυτοταπείνωση. Αρκετή βαρβαρότητα υπήρχε έξω. Το μοναστήρι ήταν ένας μικρός, περίκλειστος χώρος, τον οποίο ο Ανδριανός είχε κάνει πολιτισμένο, δίνοντάς μας ένα καταφύγιο από το οποίο αυτός μπορούσε να διαδώσει τη μάθηση κι εγώ να κυβερνήσω την Εκκλησία. Ήταν επί δεκαπέντε χρόνια το σπίτι μας.

Christopher Harris: Το Χειρόγραφο του Αιρετικού (Ενάλιος)

Σάββατο, Απριλίου 11, 2009

Νο 608

Image Hosted by ImageShack.usGalina Borisenko (Ουκρανία)

(Χτυπάει το κινητό)
Ποιος; - Ναι, εγώ – Στη Χρυσή Ευκαιρία. – Εσύ ποιος είσαι; - Αλέξης, είκοσι χρονώ. – Ναι ξηγιέμαι αντρικά, εσύ; - Εβδομήντα. Και με το ταξί πληρωμένο. – Από πού είμαι; - Αλβανός. Έκλεισε ο πούστης. Άντε γαμήσου, μωρέ. Δεν τραβάνε οι αγγελίες. Παίρνει ο καθένας και ρωτάει ό,τι του κατέβει, πόσους πόντους την έχεις. Ρεζίλι πράγματα. Άι στο διάολο, μωρέ! (…)
(Χτυπάει το κινητό)
Ναι Ποιος; Ναι, εγώ έβαλα την αγγελία. Ψηλός. – Καστανός. Άντρας, ναι. – Πόσα; - Πενήντα; Ξέχνα το. – Αποκλείεται σου λέω. – Άντε. (Κλέινει το τηλέφωνο) Τι να μου κάνουν πενήντα ευρώ. Εδώ λείπουν τετρακόσια. Και τι κάνουμε τώρα! Να πάω οικοδομή; Με τι μούτρα; Τους το ‘σκασα μία, τους το’ σκασα δύο. Δίκιο έχουν οι πούστηδες.

Μένης Κουμανταρέας: Αλτίν (Κέδρος)