Τετάρτη, Ιουνίου 29, 2011

No 758


Ο Ντιέγο και η Φρίντα έχουν πια έναν ανοιχτό γάμο. Από την εποχή του σχολείου, η Φρίντα είχε, κατά καιρούς, ιδιαίτερες σχέσεις με γυναίκες. Ο Ντιέγο μιλά ανοιχτά γι’ αυτές και τις επιδοκιμάζει. Τις σχέσεις της με άνδρες η Φρίντα θεωρεί πως δεν πρέπει να του τις αναφέρει. Ο Νογκούσι κάποτε πρέπει να απειλήθηκε με πιστόλι. Ο Χαν βαν Χέιγενοορτ θυμάται: «Οι λεσβιακές της τάσεις δεν την έκαναν διόλου αρρενωπή. Ήταν σαν έφηβη, μια φιγούρα νεανική και πολύ θηλυκή». Φίλοι της υποστηρίζουν πως τις πολύ ιδιαίτερες σχέσεις της τής κρατούσε για τον εαυτό της, ενώ η βιογράφος της Χάιντεν Χεράρα επιχειρεί να τις διακρίνει και σε έργα της ζωγράφου.

Λίντε Ζάλμπερ: Φρίντα Κάλο. Η ζωή μιας αδάμαστης γυναίκας (Μελάνι)

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2011

No 757


Ο Κλέμεντ αναρωτήθηκε αν ο Ραφίκ, όντας μουσουλμάνος, θα είχε αντίρρηση να βγάλει το εσώρουχό του. Η προθυμία του να δουλέψει σε μπαρ μαρτυρούσε ότι δεν ήταν θεοσεβούμενος, μπορεί όμως το γυμνό να παραήταν ταμπού γι’ αυτόν.
«Δεν ντρέπομαι για το σώμα μου», είπε ο Ράφικ. «Όταν ο Μάικ μού μιλάει για τη ζωγραφική σου, ξέρω τι πρεπει να περιμένω». Η απάντηση, παρότι έλυνε το άμεσο πρόβλημα, έβαλε τον Κλέμεντ σε υποψίες, αφού συνήθως ο φίλος του δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα μοντέλα του, ειδικά όταν πόζαραν για τη μορφή του Χριστού. Ωστόσο, με το που ανέφερε ότι έψαχνε κάποιον καινούριο, ο Μάικ του πρότεινε χωρίς δεύτερη σκέψη τον Ραφίκ. Στην αρχή ήταν δισταχτικός. […]
«Εντάξει, λοιπόν…. Αν θέλεις, βγάλε τα ρούχα σου πίσω από το παραβάν». Ο Κλέμεντ, που αντιμετώπιζε τη γυμνότητα ως καλλιτεχνική δήλωση αλλά το γδύσιμο ως ερωτική ρουτίνα, ήθελε να δείξει στον Ραφίκ ότι γνώριζε τη διαφορά. […]
Ο Ραφίκ χαμογέλασε αμυδρά και έβγαλε το εσώρουχό του.

Michael Arditti: Ο εχθρός του καλού (Πόλις)

Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2011

No 756

Ron Griswold (ΗΠΑ)

«Αν θέλεις να γνωρίσεις άντρες με τέτοια αυτοκίνητα, εγώ είμαι εδώ».
Μου έκλεισε το μάτι κι’ έφυγε δίνοντας μου ένα χαρτάκι που είχε γραμμένο το τηλέφωνο του. Δεν πολύ κατάλαβα εκείνη τη στιγμή μέχρι που επανήλθε ένα απόγευμα μετά την προπόνηση λέγοντας μου ότι κάτι ήθελε να μου πει. Ντυθήκαμε και πήγαμε προς το αυτοκίνητό του. Εκείνη την εποχή είχε ένα mini cooper, που το ‘χε πάρει μεταχειρισμένο. Όταν μπήκαμε μέσα και ήμασταν οι δυο μας μου ξεφούρνισε το παραμύθι. Είχε λέει έναν τύπο με πολλά λεφτά, που του άρεσαν οι ανωμαλίες. Ξύλο, βρισίδι και τέτοια. Γούσταρε όμως μόνο τεκνά και μάλιστα σε δυάδες. Μερικές φορές ήθελε να ντύνονται και με ειδικές στολές. Τα άκουγα και δεν ήξερα αν έπρεπε να φρικάρω ή να γελάσω, αλλά περίμενα ανέκφραστος, γιατί μιλούσε πολύ σοβαρά. Όταν άκουσα ότι στο τέλος ο τύπος θα μας έδινε κι από τριακόσια ευρώ στον καθένα κατάλαβα γιατί το αντιμετώπιζε σοβαρά. […]
Με πήγε κατ’ ευθείαν σ’ ένα δωμάτιο που, όπως μου είπε, ήταν ο ξενώνας –δεν ήξερα μέχρι τότε αυτή τη λέξη- και πάνω στο κρεβάτι είχε κάτι στολές. Στολές Ρωμαίων στρατιωτών, με κοντό χιτώνα, περικεφαλαία, ειδικό μεταλλικό θώρακα, σανδάλια, σπαθιά, κοντάρια κι… ένα μαστίγιο. Είδα τον Χάρη ν’ αρχίζει να γδύνεται και μου είπε να τα βγάλω κι εγώ όλα, και το σώβρακο. Τον είδα ότι έκλεβε ματιές για να δει το μέγεθος της πούτσας μου, μια και ποτέ δεν είχαμε τρακαριστεί στα ντους του γηπέδου. Πάντα έφευγε χωρίς να κάνει ντους μαζί μας. Ικανοποιήθηκε με το μέγεθος μου, απ’ ό,τι κατάλαβα και καθυστερώντας να ντυθεί με άφησε μα δω κι εγώ τη δική του. Την είχε κι αυτός μεγάλη. Μπορεί και λίγο πιο μεγάλη απ’ τη δική μου.

Νίκος Μουρατίδης: Εγώ ήμουν αντράκι (Τετράγωνο)

Τετάρτη, Ιουνίου 08, 2011

No 755

Wes Hempel

Στα Μέγαρα, τα Διόκλεια (προς τιμήν του εθνικού ήρωα Διοκλή) γίνονταν την άνοιξη. Σε αυτούς περιλαμβανόταν ένας διαγωνισμός φιλιού των όμορφων αγοριών, που έχει περιγραφεί από τον Θεόκριτο. «Πάνω στον τύμβο (εν. του Διοκλή), μόλις φτάσει η άνοιξη, τα παιδιά σας διαγωνίζονται σε έναν αγώνα φιλιού και όποιος πιο γλυκά αγγίξει τα χείλη πάνω στα χείλη επιστρέφει στη μητέρα του φορτωμένος ανθοστέφανους».

Burgo Pertridge: Η ιστορία των οργίων (Οξύ)

Τετάρτη, Ιουνίου 01, 2011

No 754

David FeBland

Τη μάνα του μέχρι που πέθανε εγώ την έραβα. Ντερέκι. Ομαδάρχισσα στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης. Σκληρή γυναίκα η Γενοβέφα. Καλύμνια. Φασαριόζα και μπεσαλού. Αλλά πλήρωνε προκαταβολικά. Ο Μπάμπης ένα φεγγάρι ήταν ζευγαρωτός με τη Σαλώμη Βοναπάρτη. Τη γουστάριζε. Η Γενοβέφα λέει πως τάχα ξεγελάστηκε το παιδί της. Ήταν σκοτάδι και δε φαινόταν το εξάρτημα. Άνοιξε την πόρτα του καμπινέ η Βέφα και την είδε που κατουρούσε όρθια. Κλείδωσε τον καμπινέ, έσυρε γκαζιέρα και πέρασε λάστιχο στην κλειδαρότρυπα. Άνοιξε τέρμα το υγραέριο η Γενοβέφα. Παλαιά γερμανική μέθοδος. Σπάει το τζάμο του φωταγωγού η Σαλώμη, πηδάει κάτω. Πέντε όροφοι. Δεν έπαθε γρατζουνιά. Η σιλικόνη την έσωσε.

Μιχάλης Γεννάρης: Πρίγκιπες και δολοφόνοι (Ίνδικτος)

Τετάρτη, Μαΐου 25, 2011

Νο 753


Ως πότε θα με προσπερνάς κι εγώ θα ‘ρχομαι πίσω;
Μακάρι να πετύχαινα το τέλος της οργής σου’
μα έχεις λάγνα την ψυχή, είσαι και υπερόπτης
και μ’ αποφεύγεις, έχοντας του γερακιού το ήθος.
Μα στάσου λίγο, αγόρι μου, κάνε μου το χατίρι’
της Αφροδίτης πάντοτε δε θα ‘χεις συ τα δώρα.

Το ξέρεις συ, της ποθητής της νιότης το λουλούδι
πολύ πιο γρήγορα περνά απ’ τον αγώνα δρόμου’
γι’ αυτό και συ, λεβεντονιέ, χαλάρωσε τα γκέμια,
στα σκληρά δίχτυα του έρωτα μήπως βρεθείς πιασμένος,
όπως κι εγώ τώρα με σε’ λοιπόν, φυλάξου απ’ αυτά,
μη σε νικήσει, νεαρέ, η ανθρώπινη κακία.

Θέογνις (Επικαιρότητα)
Μετάφραση: Χρίστος Γ. Ρώμας

Τετάρτη, Μαΐου 18, 2011

No 752

Wes Hempel (ΗΠΑ)

Ζούμε μια εξασθένηση του θεσμού του γάμου αλλά όχι και της έννοιας του ζευγαριού. Παρατηρείται μια ξεκάθαρη τάση αύξησης των ομοφυλόφιλων ζευγαριών την τελευταία δεκαετία, που συνδέεται με μια πτώση του αρνητικού στιγματισμού της ομοφυλοφιλίας (…)
Η εμφάνιση του έιτζ τη δεκαετία του ’80 δεν είχε την επίδραση ενός ηθικού πισωγυρίσματος που επικαλούνται συχνά. Οι κυνηγημένοι ομοφυλόφιλοι και η επιστροφή της ηθικότητας δεν εμφανίστηκαν στο προσκήνιο. (…)
Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια μερική όσμωση μεταξύ ομοφυλοφιλίας και κοινωνικής ζωής. Για πρώτη φορά η μορφή του ομοφυλόφιλου αρχίζει να μοιάζει μ’ αυτή του λίγο χειραφετημένου μέσου αρσενικού, όχι πια για να κρυφτεί μεταμφιεσμένος σε «νορμάλ», αλλά από εσωτερική παρόρμηση για μια σωματική ημιφυσιολογικότητα. Επομένως, η εμφανιζόμενη αποδοχή των ομοφυλόφιλων από την πλειονότητα αποδίδεται στις συγκροτημένες μορφές κοινωνικής ενσωμάτωσης των ομοφυλόφιλων μέσω των εικόνων που διαχέονται στο κοινό του σινεμά, της τηλεόρασης, του Τύπου, των γκέι πράιντ και του κόσμου των γκέι.

Γ. Τζαμαλούκα: Αναζήτηση ανδρικής ταυτότητας. Τι είναι η ομοφυλοφιλία (Κάκτος)

Τετάρτη, Μαΐου 11, 2011

No 751

Ron Griswold

Στη μέση της πρότασης ήρθε μήνυμα στο κινητό μου. Άκουσα τον ήχο, αλλά δε διέκοψα το γράψιμο. Μου έβγαιναν αυθόρμητα όσα ήθελα να μοιραστώ μαζί του. Μόνο αφού τελείωσα, σηκώθηκα να ψάξω για το κινητό μου.

Δεν απάντησα σε εκείνο το μήνυμα. Δεν υπήρχε λόγος. Η σιωπή των ευγενών σε απάντηση των αγενών. Κράτησα όσο αέρα μού είχε απομείνει στα σωθικά και φούσκωσα σαν παγόνι για να προστατευτώ από την ψυχρότητα των λέξεων. Πόσο απρόσκοπτα εξανεμίζεται η χαρά. Έμεινε μόνο το απόκομμα από το εισιτήριο του τρένου στο πορτοφόλι μου να επαληθεύει ότι ήμασταν μαζί. Με την άνεση που τον χαρακτήριζε, ο Άγγελος έσβηνε για άλλη μια φορά τις μέρες που προηγήθηκαν στη Στοκχόλμη σαν να μην είχαν λάβει χώρα. Υπαινισσόταν πως δε γίνεται να είμαι ερωτευμένος, πως ήταν απλώς σεξουαλική έλξη και τίποτα άλλο. Λες και δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τον έρωτα από την καύλα. Περιφρόνησα τα λόγια του και το ίδιο βράδυ άρχισα να του πλέκω ένα μάλλινο πουλόβερ, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Για μένα τουλάχιστον δεν είχε.
Κατέληξα ότι έψαχνε την πραγματική ευτυχία μαζί μου. Ίσως είχε απρόβλεπτες εκρήξεις για να μην τον εκλαμβάνω ως προβλέψιμο. Μόνο με αυτή την ερμηνεία δεν έχαναν το νόημά τους όσα κουβεντιάσαμε στη Στοκχόλμη. Διαφορετικά είχα περάσει το Σαββατοκύριακο με ένα σχιζοφρενή. Καταργώντας τα γεγονότα με ένα γραπτό μήνυμα, ο Άγγελος βεβαιωνόταν ότι μπορούσαμε να χτίσουμε κατά παραγγελία κάτι καινούργιο. Δεν τον αδικούσα. Αφού ήταν θεός. Με δοκίμαζε. Έτσι θα εξακριβωνόταν η αξία της σχέσης μας.

Χρήστος Ιωαννίδης: Κάτι άλλαξε (Τετράγωνο)

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2011

No 750


Αφήνω προσωρινά την τελευταία σελίδα. Ο λαιμός μου και οι ώμοι μου είναι σκληροί σαν πέτρα. Μόνο μετά από πολλές αναπνοές τολμώ να σηκώσω το κεφάλι. Τα χείλια της είναι ζαρωμένα. Είναι συγκεντρωμένη σε κάτι. Εσύ και η Μέλανι, λέει στο τέλος, εντελώς απροσδόκητα και γι’ αυτό με ταράζει λίγο, νιώθετε όμορφα μαζί.
Εκείνη δεν ρωτάει, αποφαίνεται. Εγώ δυσκολεύομαι να μιλήσω, κάνω με το κεφάλι μου ναι. Εσύ κι εκείνη, λέει, κάνετε καλό η μια στην άλλη. Εκείνη κοιτάζει στο ταβάνι, τα μάτια της είναι ανοιχτά διάπλατα, κι εγώ εντελώς αιωρούμενη: πώς γίνεται κι εκείνη δεν μιλάει για κείνον, ή για κείνος και για κείνη. Πώς δεν λέει ούτε λέξη για το τέλος που επινόησα ανάμεσα σ’ εκείνη και σ’ εκείνον. Σαν αυτό να μην έχει καμιά σημασία κατά τη γνώμη της, σαν να είναι αυτό το θέμα τώρα.
Τόσο το ένιωσα ξαφνικά αυτό ενώ διάβαζες, αναστενάζει, το μασάζ, στο τέλος, τόσο ένιωσα τι υπάρχει ανάμεσά σας.
Ναι; λέω, ακούγοντας προσεκτικά.
Σωπαίνουμε. Βυθισμένες η καθεμιά στον εαυτό της. Η καρδιά μου πεταλουδίζει ξαφνικά δυο φορές. Ένα πήδημα μπροστά κι ένα πίσω.
Πες της, λέει, να σε προσέχει. Πες της εκ μέρους μου.
Θα της το πω εκ μέρους σου. […]
Είμαι τόσο χαρούμενη, λέει, που τελικά μιλήσαμε.

Νταβίντ Γκρόσμαν: Η μνήμη του δέρματος (Καστανιώτης)

Τετάρτη, Απριλίου 27, 2011

No 749

Cathleen Miller

Για τη Μαριλού είχα ακούσει πολλά. Ένας Κρητικός δύο μέτρα που εγκατέλειψε ανήλικος το σπίτι του για να ζήσει στην Αθήνα και μετά για πολλά χρόνια στο Βερολίνο. «Είναι σαν βασίλισσα με θρόνο κανονική», θα μου ψιθυρίσουν. «Αλλά το αξίζει. Έχει ζήσει το Βερολίνο στα ‘70s, όταν οι άλλες της Συγγρού ζούσαν ακόμη στα χωριά τους. Και όταν αυτή γνώριζε τη Μάρλεν Ντίντριχ, αυτές έπαιζαν κρυφτό με τους αγαπητικούς τους».

- Για μια τρανσέξουαλ είναι πιο δύσκολη η ζωή στην Αθήνα από ό,τι στο Βερολίνο;
Α, καμιά σχέση. Εδώ δεν είσαι ελεύθερος άνθρωπος. Το Βερολίνο είναι μια πόλη κουλτούρας, μια πόλη που σε δέχεατι όπως ακριβώς είσαι. Δεν τους ενδιαφέρει τι κάνει ο διπλανός τους. Αν και εδώ σήμερα είναι καλύτερα τα πράγματα. Όταν έφυγα εγώ όμως ήταν άγρια.

Σταύρος Θεοδωράκης: Οι άνθρωποί μου (Ποταμός)

Τετάρτη, Απριλίου 20, 2011

No 748


Δύσκολα μπορείς να πεις ότι η Αλεξάνδρεια είναι μια πόλη του πνεύματος. Στηρίζεται πάνω στο βαμβάκι που το συναγωνίζονται όμως τα κρεμμύδια και τα αυγά, κι είναι κακοχτισμένη, κακοσχεδιασμένη και με αποχέτευση κακή – ένα σωρό κακά μπορούν να ειπωθούν εναντίον της, και τα περισσότερα εξάλλου λέγονται από τους κατοίκους της. Κι όμως, σε κάποιους απ’ αυτούς, μπορεί την ώρα που περνούν το δρόμο, να τύχει μια ευχάριστη εμπειρία. Μπορεί ν’ ακούσουν το όνομά τους να διακηρύσσεται σε τόνους σταθερούς και συνάμα στοχαστικούς - τόνους που δεν μοιάζουν να περιμένουν απάντηση, αλλά να θέλουν να τιμήσουν το ίδιο το γεγονός της ατομικότητας. Γυρίζουν και βλέπουν έναν Έλληνα κύριο με ψαθάκι, να στέκεται ολότελα ακίνητος, κρατώντας απόσταση από το σύμπαν. Τα χέρια του ίσως να είναι διάπλατα ανοιχτά. «Α, ο Καβάφης…!» Ναι, είναι ο κύριος Καβάφης, καθ’ οδόν είτε από το σπίτι στο γραφείο, είτε από το γραφείο στο σπίτι. Στην δεύτερη περίπτωση, μπορεί να πεισθεί να αρχίσει μία πρόταση – μία τεράστια, περίπλοκη κι ωστόσο καλοδιατυπωμένη πρόταση, γεμάτη παρενθέσεις που ποτέ δεν μπλέκονται μεταξύ τους και επιφυλάξεις που πράγματι επιφυλάσσονται’ μία πρόταση που πορεύεται λογικά προς την προβλεπόμενη κατάληξή της, η οποία πάντα όμως αποτελεί μια κατάληξη πολύ πιο ζωντανή και συναρπαστική από εκείνην που προέβλεπε κανείς. Άλλοτε η πρόταση ολοκληρώνεται στο δρόμο, άλλοτε την σκοτώνει η κυκλοφορία, κι άλλες φορές συνεχίζεται ως το διαμέρισμά του. Αναφέρεται στην ύποπτη συμπεριφορά του Αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού το 1096, στις ελιές, στις εμπορικές δυνατότητες και στις τιμές τους, στις τύχες που είχαν οι φίλοι, στον Τζώρτζ Έλιοτ ή στις διαλέκτους της μικρασιατικής ενδοχώρας. Διατυπώνεται με την ίδια ευκολία στα ελληνικά, τα αγγλικά ή τα γαλλικά. Και παραά τον πνευματικό της πλούτο και την ανθρώπινη εμφάνισή της, παρά την ώριμη φιλανθρωπία της κρίσης της, έχει πάντα κανείς την αίσθηση ότι στέκεται κάπως παράμερα, σε απόσταση από το σύμπαν> είναι η πρόταση ενός ποιητή.

Ε. Μ. Φόρστερ: Φάρος και φαρίσκος (Αλεξάνδρεια)

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

No 747

Γιάννης Τσαρούχης

Αγαπώ την Κάλας και τη Σωτηρία Μπέλλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι’ αυτό να καταλάβουν τι μου συμβαίνει. Εγώ πάντως κοπίασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη και μια ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος ν’ αγαπήσω απόλυτα. Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι προηγούμενες επιτυχίες. Είναι φυσικό να θέλω να κάνω ελληνικό ό,τι μ’ αρέσει στην Αναγέννηση. Αλλά ποτέ δεν θέλησα να γίνω Ιταλός.
(…) Η μοντέρνα τέχνη και οι ελευθερίες της μ’ ενδιαφέρουν ως πιθανότητες τελειοποιήσεως της πειστικής αναπαραστάσεως και όχι ως φυγές απ’ αυτήν. Τι είναι πραγματικότητα; Δεν ξέρω, αλλά είναι κάτι σχετικό με την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί θεωρήματα.

Γιάννης Τσαρούχης: Ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση (Άγρα)

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2011

No 746

Amedeo Modigliani

Στον Jean Cocteau

Για να με σκεπάσω γούνα και μουαρέ
Δίχως από τα πλατιά τα μάτια του να χυθεί το μαύρο μελάνι
Όπως μια σύλφη στο ταβάνι, σαν χιονοπέδιλο πάνω στο χιόνι
Ο Jean πήδηξε πάνω στο τραπέζι δίπλα στον Nijinsky.
Ήτανε σε μια αίθουσα πορφυρόχρωμη του Larue
Που ο χρυσός της, γούστου αμφίβολου, δεν καλύφθηκε ποτέ.
Η γενειάδα ενός γιατρού κολακεύουσε και πυκνή
Δήλωνε: «Ίσως η παρουσία μου μη προσήκουσα να είναι
Όμως εάν έστω κι ένας μείνει εγώ θα είμαι κείνος κει».
Και η καρδιά μου υπέκυπτε στα χτυπήματα της Indiana.

Μαρσέλ Προυστ: Ποιήματα (Ηριδανός)
Μετάφραση: Ελένη Κόλλια
.
Vaslow Nijinsky (1890-1950). Ρώσος χορευτής και χορογράφος.
Larue. Διάσημο γαλλικό εστιατόριο.
Indiana. Δημοφιλές τραγούδι της εποχής.

Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

No 745

Diego Velázquez (Ισπανία)

Μια βραδιά πήραν τον δρόμο για την κακόφημη συνοικία, μα βρήκαν την πόρτα του αγαπημένου τους σπιτιού κλειδωμένη. Αρνήθηκαν να παραδεχτούν την ήττα τους και συνέχισαν να περιφέρονται στα άδεια σοκάκια σαν χαμένες ψυχές, ψάχνοντας μάταια, ώσπου ο Μάρκος Τιμολέων θυμήθηκε πως ήταν πρώτη Απριλίου, γιορτή της Αγίας Μαρίας της Αιγύπτιας, προστάτιδας των μετανοημένων πορνών: όλα τα μπορντέλα ήταν κλειστά εκείνη τη μέρα. Κατέληξαν εξαντλημένοι και μεθυσμένοι στο δωμάτιο του υπάλληλου μετά από ώρες, όπου έπεσαν στο κρεβάτι και συνέχισαν να πίνουν για να ξεχάσουν την απογοήτευσή τους.
«Πήδα τις πουτάνες», είπε ο Μάρκος Τιμολέων.
«Αυτό ακριβώς», είπε ο φίλος του.
Άρχισε να ξεντύνεται. Ο Μάρκος τον κοίταζε μέσα από τη ζάλη του ποτού.
«Τι προτείνεις;»
«Να κάνουμε οικονομία», απάντησε ο άλλος.
Έτσι είπαν στο βιογράφο του πως έγινε. Εκείνος που το είπε είχε γνωρίσει και τον Μάρκο και το φίλο του και ορκιζόταν πως ήταν αλήθεια. Είπε επίσης πως ο φίλος του Μάρκου είχε χορογραφήσει όλο το επεισόδιο πολύ προσεχτικά, έχοντας διαισθανθεί από καιρό πως ό,τι χρειαζόταν ήταν μια σπίθα: όχι ξελόγιασμα αλλά λύτρωση, η κατάληξη μιας τρυφερότητας που είχε μεγαλώσει με τους μήνες χωρίς πρόθεση και χωρίς υποψία για το πού θα οδηγούσε. Ο Μάρκος Τιμολέων θα πρέπει να είχε ανησυχήσει για τη χριστιανική αμαρτία που διέπραττε, το ρίσκο που έπαιρνε σε μια πόλη που όλοι ήξεραν όλους και η ομοφυλοφιλία ήταν αδίκημα, αλλά μεγαλύτερο ήταν το βάρος της ντροπής, το οποίο αλάφρωνε με μεγάλες ποσότητες ποτού – ή έτσι ήθελε να κάνει το φίλο του να νομίζει: ένα βράδυ ο αγαπημένος του ανακάθισε στο κρεβάτι , άπλωσε το χέρι να πιάσει το μπουκάλι με το ρακί που Μάρκος Τιμολέων έπινε και ήπιε κι αυτός μια γουλιά από το διάφανο αλκοολικό ποτό, χωρίς να ξέρει πως θα ξεσκέπαζε την απάτη: «Μα αυτό είναι νερό με γλυκάνισο», είπε.
Στην μετέπειτα ζωή του, ο Μάρκος Τιμολέων θα αρνιόταν την ερωτική σχέση, επιλέγοντας να κρυφτεί πίσω από μια παραφουσκωμένη αίσθηση ανδρισμού που έδινε έμφαση στη σωματική δύναμη, στη σεξουαλική ικανότητα, στην επιβολή στις γυναίκες και στην επιθετικότητα: ένας αρρενωπός άνδρας.

Πάνος Καρνέζης: Το πάρτυ γενεθλίων (Μακόντο)

Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2011

No 744


Είχε απορροφηθεί και πάλι με τα βυζιά της. Τώρα έπαιζε με τις ρώγες της.
«Υπέροχα δεν είναι;»
«Πολύ»
«Τα λατρεύω… Όλη μέρα τα κοιτάω και δεν τα χορταίνω».
«Θα τα συνηθίσεις».
«Και βέβαια θα τα συνηθίσω. Δεν θα χαζεύω μια ζωή το στήθος μου. Γι’ αυτό συνέχεια το πασπατεύω, για να το βαρεθώ γρήγορα».
«Καλά. Ποιος πήγε εκείνη τη βραδιά μπορείς να θυμηθείς;» ρώτησα για να την επαναφέρω στην τάξη.
«Νομίζω πως ο Γιλντίζ πήγε με την Μπέμπα τη Βουσλάτ. Σου είπα, γουστάρει τα φιντανάκια».
«Ξέρεις τι έκαναν;»
«Καλέ, που θες να ξέρω; Μόλις τελείωσε η δουλειά μου, έφυγα. Δε μου αρέσει να το ξενυχτώ. Τα κορίτσια όμως εκεί ήταν… Η αλήθεια είναι πως δεν τα είδα, αλλά μάλλον εκεί θα πρέπει να ήταν».
«Αργότερα δεν τα είπατε;»
«Καλέ, τι να πω με δαύτες; Ίσα κι όμοια είμαστε;»
Είχε σηκωθεί στο πόδι, πατίκωσε με τα χέρια το σφριγηλό της στήθος από τα πλάγια και το άφησε απότομα, κάνοντάς το να τρεμουλιάσει.
«Η αγριονταρντάνα η Ντεμέτ ούτε χαλάουα δεν κάνει και η Βουσλάτ είναι ένα κακομαθημένο μικρό! Ενώ εγώ έχω αυτά εδώ!»
Άρα, κατά τα λεγόμενά της, υπήρχε μια νέα κατηγορία τραβεστί, όπου αυτές που έχουν βυζιά είναι ανώτερες αυτών που δεν έχουν. Με λίγα λόγια, εμείς που δεν έχουμε είμαστε για φτύσιμο.
«Κι εγώ δεν έχω…» είπα.
«Ναι, αντρούλη μου, αλλά εσύ θεωρείσαι αφεντικό».

Μεχμέτ Μουράτ Σομέρ: Δολοφονίες προφητών (Πατάκης)


Τετάρτη, Μαρτίου 16, 2011

No 743


Ο Κόντε παρατήρησε το εξώφυλλο του βιβλίου: από μια χρυσαλλίδα ξεπεταγόταν μια πεταλούδα με ανθρώπινο πρόσωπο, διαιρεμένο με τρόπο γκροτέσκο: μάτια γυναίκας και στόμα άνδρα, μαλλί γυναικείο και πιγούνι ανδρικό. Ο τίτλος ήταν Το πρόσωπο και η μάσκα και, με τρόπο καθόλου κρυπτικό, ήταν αφιερωμένο «Στο τελευταίο εν ενεργεία μέλος της κουβανικής τάξης των ευγενών». Αισθάνθηκε την επιθυμία να πάει σπίτι του και να αρχίσει να διαβάζει εκείνο το βιβλίο που ίσως του έδινε κάποια κλειδιά για τα όσα είχαν συμβεί ή, τουλάχιστον, τον μάθαινε κάτι σχετικά με τον σκοτεινό κόσμο της ομοφυλοφιλίας. Στη διάλεξή του περί τραβεστισμού, ο Μαρκές είχε αναφέρει τρεις πιθανές συμπεριφορές όσων μεταμφιέζονται: τη μεταμόρφωση ως υπέρβαση του μοντέλου, το καμουφλάζ ως μορφή εξαφάνισης και τη μεταμφίεση ως μέσο εκφοβισμού. Ποια απ’ όλες να είχε σπρώξει άραγε τον Αλέξις Αραγιάν να ντυθεί Ελέκτρα Γκαριγκό ακριβώς το βράδυ της εορτής της Μεταμόρφωσης; Τελικά αυτή η ιστορία άρχιζε να του αρέσει, αν όμως ήθελε να καταλάβει κάτι, έπρεπε να μάθει λίγα πράγματα παραπάνω. Ένα τουλάχιστον ήταν σίγουρο: ο Αλμπέρτο Μαρκές δεν μπορούσε να είναι ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας του Αλέξις Αραγιάν. Με εκείνα τα μπράτσα θα είχε χρειαστεί δυο ώρες για να πνίξει τον νεαρό, ο οποίος θα έπρεπε ταυτόχρονα να κλείνει τη μύτη του με τα δάχτυλά του. Εξίσου σίγουρο ήταν όμως ότι ο Αλμπέρτο Μάρκες είχε πολλά να πει για εκείνον το θάνατο τον ντυμένο στα κόκκινα.

Λεονάρδο Παδούρα: Μάσκες (Καστανιώτης)

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2011

No 742

Ilya Schor

Πριν από τρεις μήνες, ο Νταγκλίς είχε πάει με την Έμμα στην τελετή της υπογραφής του συμφώνου συμβίωσης της Κλάρα και της Άννυ. Ήταν μια ωραία ήσυχή τελετή στην οποία καλεσμένοι ήταν μόνο οι γονείς της Κλάρα, ο χήρος πατέρας της Άννυ και λίγοι στενοί φίλοι. Ύστερα έφαγαν στο σπίτι το μεσημεριανό γεύμα που είχε μαγειρέψει η Άννυ. Όταν τέλειωσε το κυρίως πιάτο, η Κλάρα και ο Νταγκλίς πήραν τα πιάτα στην κουζίνα για να φέρουν το γλυκό. Τότε ήταν που γύρισε προς το μέρος του και με τρόπο αποφασιστικό που έδειχνε πως περίμενε αυτή την ευκαιρία του είπε:
‘Μπορεί να φαίνεται παράξενο να θέλουμε εμείς να επισημοποιούμε το δεσμό μας, όταν εσείς, οι ετεροφυλόφιλοι παίρνετε σωρηδόν τα διαζύγια, ή προτιμάτε να συζείτε χωρίς τα καλά του γάμου. Εμείς, και χωρίς αυτά, ευτυχισμένες είμαστε. Όμως θέλαμε και νομικά να αναγνωριστούμε ως οι πλησιέστεροι συγγενείς. Αν τύχει να χρειαστεί να πάει η Άννυ στο νοσοκομείο, θέλω να μπορώ να είμαι δίπλα της. Υπάρχουν επίσης τα περιουσιακά. Αν πεθάνω πρώτη εγώ, η περιουσία πηγαίνει αφορολόγητη στην Άννυ. Βέβαια θα ξοδέψει τα πιο πολλά στους ξυπόλυτους, αλλά αυτό είναι δικό της θέμα. Δεν θα πάνε χαμένα. Η Άννυ είναι πολύ συνετή. Ο κόσμος νομίζει πως ο δεσμός μας κρατάει επειδή εγώ είμαι η πιο δυνατή και η Άννυ κρέμεται από μένα. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίθετο, και εσύ είσαι από τους λίγους που το είδαν αμέσως αυτό. Σ’ ευχαριστώ που ήσουν σήμερα μαζί μας».

Π. Ντ. Τζέιμς: Θάνατος σε ιδιωτική κλινική (Καστανιώτης)

Τετάρτη, Μαρτίου 02, 2011

No 741


Γουάιλντ, Όσκαρ (1854-1900)
Μετά από δύο χρόνια στη φυλακή του Ρέντινγκ, σωματικά καταπονημένος, έμεινε πρώτα σ’ ένα χωριό της Νορμανδίας κι έπειτα στο Παρίσι. Εκεί, αυτός που κάποτε ήταν το πρότυπο του δανδή και του εστέτ, τριγυρνούσε στα καφέ παραμελημένος και ξεπεσμένος. Στον εκτελεστή της λογοτεχνικής του διαθήκης, Ρομπερ Ρος, είχε πει:
Η καθολική Εκκλησία είναι η μόνη που σου δίνει τη δυνατότητα να πεθάνεις αξιοπρεπώς.
Στα τελευταία του, στις 30 Νοεμβρίου 1900, ο Όσκαρ Γουάιλντ έμενε στο άθλιο ξενοδοχείο «Αλσατία». Εκεί κλήθηκαν να τον δουν δύο γιατροί, που διαπίστωσαν την κατάστασή του κι ο ένας ψιθύρισε στον άλλο: «Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να πληρωθούμε». Ο Γουάιλντ που τον άκουσε απάντησε σιγανά:
Υποθέτω πως ο θάνατός μου θα στοιχήσει ακριβότερα απ’ όσο αντέχει η τσέπη μου.
Γύρισε έπειτα στο πλάι, προς το μέρος του τοίχου. Τα τελευταία του λόγια ήταν:
Αυτή ταπετσαρία με πεθαίνει!
Λέγεται ότι μόνο εφτά άτομα ακολούθησαν την κηδεία του. Ο Αντρέ Ζιντ είχε ακούσει πως υπήρχε μόνο ένα στεφάνι. Το είχε στείλει ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, κι έγραφε:
A mon lacateur. Στον νοικάρη μου.

Σωκράτης Δ. Νικολάου: Αυτή η ταπετσαρία με πεθαίνει! Τελευταία λόγια μεγάλων ανδρών (και γυναικών) [Γνώση]

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 23, 2011

No 740


Αχ, ένα αγόρι με απαλή σάρκα αγαπώ, που σ’ όλους του
φίλους το διέδωσε, κρυφά μου. Μα έστω, φάνηκα,
δίχως να κρύψω στανικώς το πώς με βασανίζει,
πως δεν με δάμασε αγοριού τυχαίου εμένα ο έρωτας.
Όμορφη η αγάπη ενός τεκνού! Δες και τον Γανυμήδη
που ο γιός του Κρόνου, ο βασιλιάς των αθανάτων, πόθησε’
στον Όλυμπον έτσι αρπαχτόν τον έφερε και τού ‘βαλε
φύλακα θείον της νιότης του της λατρεμένης που άνθιζε.
Μην απορείς λοιπόν και συ, ω Σιμονίδη, που ο έρωτας
ενός ωραίου αγοριού μ’ έχει κι εμέ δαμάσει.

Θέογνις [Ερωτικά (Παιδεραστικά)]

Αρχαίοι λυρικοί –Γ'. Ελεγειακοί (Άγρα)
Μετάφραση-Σχόλια: Γιάννης Δάλλας

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 16, 2011

No 739

Henri de Toulouse Lautrec (Γαλλία)

«Βεβαίως!» απάντησε θριαμβευτικά ο Όσκαρ. «Βεβαιότατα! Αυτό ακριβώς είπε – και ήταν σωστό! Ο Ντρέιτον Σεντ Λέοναρντ ήταν “θείος” του!»
«Τι;» απόρησα εγώ.
«Αυτός ο ευφημισμός είναι παλιός» είπε ο Όσκαρ χαμογελώντας. «Εμείς είμαστε εξοικειωμένοι με αυτόν, έτσι δεν είναι, κυρία ο' Κιφ;» Κ καλή γυναίκα μετακινήθηκε δεξιά αριστερά με συγκρατημένη ικανοποίηση, αφού εμπλεκόταν με αυτόν τον τρόπ στην αφήγηση του Όσκαρ. «Μια νεαρή κυρία μ’ έναν ώριμο θαυμαστή. Συχνά θα χαρακτηρίσει τον μεγαλύτερο σε ηλικία άνδρα ως “θείο” της. Το ίδιο συβέβη με τον νεαρό Μπίλι Γουντ και τον κύριο Ντρέιτον Σεντ Λέοναρντ. Και εάν, όπως σχεδίαζαν, είχαν φύγει για τη Γαλλία – όπως είχε πει ο Μπίλι στη μητέρα του ότι πιθανόν να έκαναν - δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα ταξίδευαν σαν “θείος” και “ανηψιός”. Είναι πιο διακριτικό. Ακόμα και στην ηπειρωτική Ευρώπη, απ’ ότι αντιλαμβάνομαι, διάφορες σπιτονοικοκυρές και ξενοδόχοι προτιμούν αυτή την τακτική. Ο Ντρέιτον Σεντ Λέοναρντ ήταν ο “θείος” του Μπίλι Γουντ…»

Τζάιλς Μπράντεθ: Ο Όσκαρ Ουάιλντ & οι δολοφόνοι στο μισοσκόταδο (Κέδρος)

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 09, 2011

Νο 738

Παναγιώτης Γράββαλος

Μέσα σ’ αυτή την πόλη δεν μπορείς να πάψεις να συλλογίζεσαι τον Καβάφη, σε κάθε γωνιά, και κάνοντας τις τέσσερα-πέντε ποιήματα κάθε χρόνο. Πρέπει να παέι κανείς στην Αλεξάνδρεια για να καταλάβει πώς δούλεψε ο Καβάφης. Πουθενά αλλού δε θα του ήταν δυνατό να γράψει: «είμεθα ένα κράμα εδώ…» ή «εν μέρει…» -πουθενά έξω από τους δρόμους με την εξωφρενική ποικιλία πρωτάκουστων ονομάτων. Κι ακόμη είναι ζήτημα αν θα μπορούσε να βρει αλλού μια τέτοιαν αίσθηση της λιμνάζουσας διάλυσης, της ματαιότητας της ανθρώπινης προσπάθειας και του αισθησιακού μηδενισμού που τόσο καλά έδωσε στην ποίησή του –κι αυτής της χάρης τέλος πάντων.

Γιώργος Σεφέρης: Μέρες Δ’

Η πιο εξαιρετική πνευματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης.
Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του. Ανάμεσά μας είναι ένα μικρό τραπεζάκι, γιομάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα κι ουίσκι –και πίνουμε.
Μιλούμε για πλήθος πρόσωπα κι ιδέες, γελούμε, σωπαίνουμε, και πάλι αρχίζει, με κάποια προσπάθεια, η κουβέντα. Εγώ πολεμώ να κρύψω στο γέλιο τη συγκίνηση και τη χαρά μου. Να ένας άνθρωπος μπροστά μου, άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνεια και σιωπή, αρχηγός ερημίτης, κι υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούρειας ασκητικής.

Νίκος Καζατζάκης: Ταξιδεύοντας, Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος-ο Μοριάς

- Το ξέρεις ότι ο Καβάφης έμενε πάνω από ένα μπορντέλο στην οδό Λέπσιους, δυο βήματα από δω; Ήταν μισογύνης και δεν απηύθυνε ποτέ το λόγο στις γυναίκες. Μολαταύτα, ως εξαιρετικά ευγενής άνθρωπος περνώντας μπρος από τις πουτάνες έλεγε πάντα καλημέρα ή καλησπέρα, ούτε κουβέντα όμως παραπάνω, κι εκείνες τον αντιχαιρέτιζαν καλημέρα ή καλησπέρα. Ως τη μέρα που η ματρόνα αγανακτισμένη του φώναξε: «Καλημέρα-καλησπέρα, αδερφάρα του κερατά!».

Ντανιέλ Ροντώ: Αλεξάνδρεια. Η πρωτεύουσα της μνήμης

στο Φαίδων Ταμβακάκης (επιμ.): Αλεξάνδρεια (Μεταίχμιο)

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 02, 2011

No 737


Ακόμα και μέσα στη μάλλον στενή δυτική αντίληψη για το σεξ, από τον Πλάτωνα έως τη Shere Hite είναι ξεκάθαρο πως κανένας ποτέ δεν μονοπωλούσε την αλήθεια για το σώμα μας. Ούτε υπάρχει ένας κυρίαρχος ορισμός τού τι απαρτίζει τη σεξουαλική συμπεριφορά στους ανθρώπους, στους πιθήκους ή στα ανώτερα θηλαστικά (αν και φαίνεται ότι είναι μια σύνθεση από [πράγματα που μαθαίνονται, πράγματα που κληρονομούνται και πράγματα εντελώς τυχαία)
Είναι εύκολο να είμαστε επικριτικοί όσον αφορά τα σεξουαλικά ήθη άλλων κοινωνιών. Οι Ισπανοί του 16ου αιώνα εξοργίστηκαν με την ομοφυλοφιλία και την παρενδυσία των ιθαγενών λαών τους οποίους κατέκτησαν στην Αμερική. Γι' αυτό κατέστρεφαν συστηματικά τα αγάλματα, τα κοσμήματα και τα μνημεία που απεικόνιζαν και εξυμνούσαν τέτοιες πρακτικές(...) Ακόμη και σήμερα ορισμένοι έφοροι μουσείων κρατούν κλειδωμένο αρχαιολογικό υλικό που το θεωρούν "άσεμνο" ή ανάρμοστο προς έκθεση.
Ωστόσο, εκκινώντας από μια χρονική αφετηρία περίπου 5.000 χρόνια πριν από την εποχή μας, είμαστε σε θέση πια να τεκμηριώσουμε μια ευρύτατη ποικιλία ανθρώπινης σεξουαλικότητας στην περιοχή της Ευρασίας: κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, πορνεία (εμφατικά όχι το αρχαιότερο επάγγελμα), παρενδυσία (ανδρική ή γυναικεία), τρανσεξουαλικότητα, ορμονοθεραπεία, σαδομαζοχισμός, αντισύλληψη, ιδέες περί φυλετικής καθαρότητας, σεξ ως αναψυχή αλλά και ως υπερβατική εμπειρία.

Taylor Timothy: Η προϊστορία του σεξ. 4.000.000 χρόνια ανθρώπινης σεξουαλικότητας (Αιώρα)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 26, 2011

No 736



Αμέσως μετά το θάνατο του Ρούντολφ Νουρέγεφ, ο γιατρός και φίλος του Michel Canesi ανήγγειλε ότι ο Νουρέγεφ πέθανε από καρδιακές επιπλοκές που ακολούθησαν μια μακρόχρονη αρρώστια και αρνήθηκε να δώσει άλλες λεπτομέρειες. «Ακολουθώντας τις επιθυμίες του κ. Νουρέγεφ, δεν μπορώ να πω περισσότερα». Όμως πολλοί από τον περίγυρό του έλεγαν ανοιχτά πως είχε AIDS. Κάποιοι άνθρωποι που είχαν χτυπηθεί από την ασθένεια αντέδρασαν με θυμό. Ο συγγραφέας Paul Monette δήλωσε: «Τον θεωρώ άναδρο, δεν με νοιάζει πόσο σπουδαίος χορευτής ήταν».
Τότε, στις 15 Ιανουαρίου, ο Κανεζί έδωσε μια αποκλειστική συνέντευξη στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες του Ρούντολφ Νουρέγεφ. Σ’ αυτήν ο Κανεζί επιβεβαίωνε ότι ο Ρούντολφ είχε πράγματι AIDS, και έδωσε την εξής εξήγηση για το γεγονός ότι πήρε την απόφαση να μιλήσει:
«Ξεκαθαρίζω τα πράγματα τώρα, γιατί πιστεύω πως καμιά αρρώστια δεν είναι ντροπιαστική. Σκέφτομαι όλους τους ανώνυμους ασθενείς που υποφέρουν από εξοστρακισμό. Ο Ρούντολφ έζησε 13-14 χρόνια με τον ιό, χάρη στη δύναμη του, την αγωνιστικότητά του. Οι άνθρωποι πρέπει να το μάθουν αυτό. Ήταν πολύ διάσημος για να κρύψουμε την αλήθεια».
Ο λόγος για τον οποίο ο Νουρέγεφ δεν ήθελε κανείς να μάθει πως είχε διαγνωσθεί φορέας του AIDS ήταν απλός: κάποιες χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, αρνούνταν βίζα εισόδου στους φορείς του ιού.

Ροζίτα Σώκου: Νουρέγεφ. Όπως τον γνώρισα (Κάκτος)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 19, 2011

Νο 735

Yulonda Rios

Δεν είμαι, είπαμε, των δεσμών αλλά τέτοιο καρασεβντά σαν αυτόν του Αρίστου δεν είχα ξαναζήσει. Απ’ αυτά τα παιδιά, τα σακάτικα, που τα πετάει η ζωή στην άκρη σαν τα σπουργίτια στην ανεμοδούρα και δεν έχουν ποτέ στον ήλιο μοίρα, ε, απ’ αυτά τα παιδιά μπορεί κάτι να πάρεις. Όχι απ’ τα χορτασμένα, τα σαλονίσια, τα φλωρίστικα! Πώς χάθηκε; Πώς να ζήσω πια χωρίς τα φλογισμένα μάτια του; Ο χωρισμός, καλέ, είναι μισός θάνατος. Δεν είμαι της κλαψομουνιάσεως αλλά βαλάντωσα στο λάκριμο, η καψερή. Πού χάθηκε; Άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
Πέντε-έξι χρόνια αργότερα, όταν πια το αίσθημά μου είχε σβήσει, τότε ξανάμαθα γι’ αυτόν. Για την τύχη του την κουλή. Από πού; Απ’ τις εφημερίδες. Τον παρουσιάζανε σαν τέρας της φύσεως. Ότι έκλεψε, βίασε και έσφαξε. Α, μπα, μπα, μπουτ σαντά. Άλλος φταίει, κι άλλος πληρώνει. Τσακίστηκα. Δεν πίστεψα τίποτα. Τον είχα ζήσει τον άνθρωπο. Ένα τρακαρισμένο παιδί ήταν, ένα φοβισμένο ζωάκι. Τον αγαπούσα, τον αγαπούσα βαθιά. Τι καλά να ξανασμίγαμε! Να τον αποφυλάκιζαν και να τα βρίσκαμε πάλι. Τι λατσά που θα περνούσαμε! Μα ήταν πια πολύ αργά. Και για μένα και γι’ αυτόν. Και προπαντός γι’ αυτόν, που η μοίρα του τον έστειλε ίσια στην κόλαση.

Θωμάς Κοροβίνης: Ο γύρος του θανάτου (Άγρα)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 14, 2011

No 734

Sergei Vasilevitch Ivanov (Ρωσία)

Ο Τζίλμπερτ Άντριαν είναι μια από τις πιο φανταστικές μορφές του Χόλυγουντ. Εικοσιτεσσάρων ετών, έχει ήδη μια μεγάλη θέση, είναι αναγνωρισμένος ως το Νούμερο 1 για όλα τα σχέδια κουστουμιών στο στούντιο του Σεσίλ ντε Μιλ. Η αίσθηση του για το διακοσμητικό στοιχείο, που εν πρώτοις φαίνεται να τον χαρακτηρίζει είναι μόνο μια πλευρά από το πλατύ και σημαντικό ταλέντο του. Το μυστικό όμως που κάνει τις δουλειές του συναρπαστικές είναι η ιδιοφυής γνώση του για το ανθρώπινο σώμα. Διαθέτει μια ασύγκριτη ερωτική ευαισθησία. Η σάρκα την οποία ζωγραφίζει, ζει.
Το καλλιτεχνικό του ένστικτο ερεθίζεται από τον εκφυλισμό, την κατάπτωση, το υπερεκλεπτυσμένο πάθος. Αυτό δεν θεωρείται μοντέρνο σε μια εποχή όπου το υγιές θεωρείται ύψιστη αξία, δεν είναι «μέσα στο ρεύμα» -και στην Αμερική είναι διπλά παράξενο.
Ο Αντριαν είναι το καλύτερο παράδειγμα για το ότι μπορεί κανείς σήμερα να λατρεύει τα Άνθη του Κακού, να είναι μαθητής του Μπήρντσλεϋ, μόνο χάρη στο ταλέντο. Σχεδιάζει μορφές χορευτών, παλλόμενες, ευλύγιστες, σχδόν απροσδιόριστου φύλου, με ερμαφρόδιτα χαριτωμένα κορμιά, με πρόσωπα όπου κυριαρχούν τα στενόμακρα μάτια πλαισιωμένα με σαγηνευτικούς ίσκιους. (…) Το σχεδιαστικό χάρισμα του Άντριαν αν δεν πάει κάτι στραβά, σύντομα θα προκαλέσει αίσθηση και στην Ευρώπη. Ο ίδιος ο Αντριαν είναι σαν τα μοντέλα που προτιμάει: υπερβολικά λεπτός, αλλόκοτα χαριτωμένος με μια ιδιοφυή παιδικότητα. Στο εκκεντρικό του διαμέρισμα έχουμε περάσει τις πιο μαγικές βραδιές στο φως των κεριών με γλυκό κόκκινο κρασί.
(…) Αργότερα το βράδυ της Πρωτοχρονιάς ο Αντριαν χόρεψε. Πρώτα αιγυπτιακά και τελετουργικά, στο τέλος όμως μόνο με ένα μποά από φτερά γύρω από τους γοφούς.

Έρρικα και Κλάους Μανν: Ο κόσμος γύρω-γύρω (Ολκός)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 12, 2011

No 733


Η καρδιά του Λουδοβίκου ήταν συγκλονισμένη όπως τότε, όταν ο έφηβος αντίκρισε για πρώτη φορά την επιβλητική μορφή του Βάγκνερ και ένιωσε τη μαγική δύναμη του βλέμματος του. «Ναι, τον είχα αγαπήσει», σκέφθηκε μέσα στην παραζάλη του. «Όπως αγαπά τον δάσκαλό του ένας μαθητής – έτσι τον είχα αγαπήσει». Και συνέχισε χωρίς συστολές: «Αγάπησα τον Βάγκνερ όπως μια γυναίκα αγαπάει έναν άντρα».
Ένιωσε τη φλογερή επιθυμία να γονατίσει πάνω στο πάτωμα, σ’ εκείνο το σημείο όπου είχε σταθεί για πρώτη φορά ο δάσκαλος. Όμως κατάφερε να συγκρατηθεί. Γύρισε προς τον νοσοκόμο που στεκόταν σε στάση αναμονής δίπλα στην πόρτα, και του είπε με μαλακιά, σχεδόν τρυφερή φωνή:
«Το δωμάτιο αυτό το αγαπώ περισσότερο απ’ όλα στο ανάκτορο του Μπεργκ».

Kaus Mann: Λούντβιχ. Σιδερόφραχτο παράθυρο (Άγρα)

Πέμπτη, Ιανουαρίου 06, 2011

No 732


Το μαρτύριο του Αγίου Σεβαστιανού πρωτοεμφανίζεται στην Ορθόδοξη Ανατολική εικονογραφία τον 15ο αιώνα, δηλαδή πέντε αιώνες μετά το σχίσμα, και δέκα τρεις περίπου αιώνες μετά την πρώτη του εικονογραφική εμφάνιση στη γενέτειρά του Ιταλία.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι βρίσκουμε τον Άγιο Σεβαστιανό για πρώτη φορά στο β’ μισό του 15ου αιώνα σε φορητή εικόνα του Κρητικού Ανδρέα Ρίτζου, που είναι τώρα στο Τόκιο της Ιαπωνίας, αλλά με τη μορφή που του είχε προσδώσει η δυτική τέχνη στις αρχές του 15ου αιώνα.
Ο Σεβαστιανός εικονίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1543, σε τοιχογραφία της Μονής Ντίλιου στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων και το 1548 στις μονές Βαρλαάμ και Ρουσάνου των Μετεώρων. Και τα τρία αυτά έργα ανήκουν στην ζωγραφική νοοτροπία της ΒΔ Ελλάδας, με επικεφαλής τον Θηβαίο Φράγκο Κατελάνο, η οποία συνηθίζει να δανείζεται τύπους θεμάτων από τους Κρητικούς.
Στη συνέχεια τον συναντούμε στο Άγιον Όρος όπου οι περισσότερες τοιχογραφίες του 16ου αι. είναι έργα του γόνιμου καλλιτεχνικού φαινομένου της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, του γνωστού ως «Κρητική σχολή», που ήκμασε από τον 15ο μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα, και συγκεκριμένα στις μονές Σταυρονικήτα και Διονυσίου.

Γιάννης Σουλιώτης: Ο Άγιος Σεβαστιανός γυμνός σ’ Ανατολή και Δύση (Οδός Πανός)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 05, 2011

No 731


[...] Το παρόν λοιπόν βιβλίο έχει συγκεντρώσει ένα πολύτιμο οπτικό συναξάρι στρατιωτικών αγίων επιμένοντας, πολύ ορθά, στον πρωταγωντσικό τους ρόλο ως προς την επικράτηση της νέας, μαχόμενης διαρκώς, θρησκείας. Οι στρατιωτικοί Άγιοι είναι δύο ειδών: Αυτοί που αποδίδονται πεζοί και οι έφιπποι. Αμφότερες οι περιπτώσεις εκπορεύονται από την πλούσια εικονογραφία της ρωμαϊκής τέχνης. Οι κολοσσοί, οι ανδριάντες των αυτοκρατόρων, τα υπατικά δίπτυχα με τις στυλιζαρισμένες αφηγήσεις τους, τα έφιππα αγάλματα όπως λ.χ. ο "Μάρκος Αυρήλιος" στο Καπιτώλιο, οι προτομές, οι νωπογραφίες ή τα ψηφιδωτά -όχι πολλά ομολογουμένως- με πολεμικές σκηνές αποτελούν τις πρώτες πηγές έμπνευσης, την πεπατημένη από την οποία θα εκκινήσουν οι Χριστιανοί δημιουργοί για να απογειωθούν. Επειδή βεβαίως όταν ωριμάζουν οι αγιογραφικοί τύποι μετά την Εικονομαχία, δεν έχουν καμία ή έχουν ελάχιστη σχέση με τα αρχικά πρότυπα τους. Εφόσον τώρα οι εξεικονιζόμενοι παρουσιάζονται ως θριαμβευτές της άνωθεν Ιερουσαλήμ, πλασμένοι από φως και ταγμένοι στην υπηρεσία του αρρήτου φωτός. Ιδού η μεγάλη σύμβαση της βυζαντινής έκφρασης: Μέσα από μιαν αυστηρή, εικαστική διαδικασία κι έναν μορφοπλαστικό κώδικα που επιτρέπει ελάχιστες αποκλίσεις αποδίδεται όχι ένα φυσικό γεγονός ή ένα επίγειο ον αλλά τα πλάσματα εκείνα που χάριτι θεία μετεωρίζονται ανάμεσα ουρανού και γης και αποτελούν αισθητοποιήσεις μάλλον πνευματικών υποστάσεων παρά ανακλάσεις της όποιας πραγματικότητας. [...]
(από τον πρόλογο του Μάνου Στεφανίδη)

Γιάννης Σουλιώτης: Οι άγιοι στρατιώτες. Εικόνες και βίοι (Φυτράκης)

Σάββατο, Δεκεμβρίου 25, 2010

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γιάννης Τσαρούχης

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 22, 2010

No 730

Ross Watson (Αυστραλία)

Είχαν ανακαινίσει τ’ αποδυτήρια των αντρών την άνοιξη και στη θέση των ανοιχτών ντους υπήρχαν τώρα έξι καμπίνες. Ο Έκτορας πλενόταν στη μια, η πόρτα της καμπίνας του αφημένη ορθάνοιχτη. Ο Ρίτσι έμεινε να κοιτάζει τον τριχωτό κώλο του άντρα, το ψηλό, καλογραμμένο κορμί του. Ο Έκτορας φαινόταν έτοιμος να γυρίσει προς το μέρος του από στιγμή προς στιγμή, κι ο Ρίτσι τρύπωσε γρήγορα στη διπλανή καμπίνα. Άνοιξε αστραπιαία το νερό και τα’ άφησε να πέσει με δύναμη πάνω του, εντελώς παγωμένο, αλλά δεν τον ένοιαζε. Άκουσε τον άντρα δίπλα του να κλείνει τη βρύση του ντους. Ο Ρίτσι στάθηκε κάτω απ’ το νερό. Έβγαλε το μαγιό του. Αποφάσισε να μετρήσει ως το δεκαπέντε. Το δεκαπέντε ήταν τυχερός αριθμός.
Δεκαπέντε. Έκλεισε το νερό του ντους και πήγε στ’ αποδυτήρια.
Ο Έκτορας στεκόταν απέναντί του, γυμνός, μια υγρή λευκή πετσέτα κρεμασμένη στον ώμο του. Ο Ρίτσι, μην τολμώντας να πάρει ανάσα, κοίταξε τον άντρα, ύστερα του χάρισε ένα ντροπαλό, φοβισμένο χαμόγελο. Ο Έκτορας του ανταπέδωσε αμήχανα το χαμόγελο. «Γεια σου».
Ο Ρίτσι κούνησε απλώς το κεφάλι του, μη τολμώντας να πει λέξη. ΘΑ στρίγκλιζε, θ’ ακουγόταν σαν κοριτσάκι, το ‘ξερε. Θα ‘πρεπε να ρωτήσει για την Αίσα, για τα παιδιά –πώς διάολο τα ‘λεγαν; Ο Έκτορας συνέχιζε να σκουπίζεται. Ο Ρίτσι τον έτρωγε με τα μάτια, ξέροντας ότι μάλλον δεν θα ξαναείχε τέτοια ευκαιρία. Κοίταξε το λαιμό του άντρα, το στήθος του, την κοιλιά του, τα μπούτια του, τον πούτσο του, τ’ αρχίδια του, τα γόνατά του, τους αγκώνες, τα δάχτυλα, τα χέρια. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να ξεχάσει την παραμικρή λεπτομέρεια. Τις πυκνές, σκούρες, κατσαρές τρίχες γύρω από τος ρώγες του, την αχνή ροζ ουλή στ’ αριστερό του μπράτσο, το ότι το δεξιό του αρχίδι φαινόταν πιο στρογγυλό, πιο μεγάλο απ’ το άλλο. Ο Έκτορας σήκωσε το πετσάκι του πέους του και σκουπίστηκε. Ο πούτσος του Ρίτσι ξαφνικά σηκώθηκε –δεν μπορούσε να τον ελέγξει. Τινάχτηκε μπροστά, κουνιόταν πάνω κάτω, τεράστιος , άσχημος. Καθώς ο Έκτορας σκούπιζε τους ώμους του, έριξε μια ματιά στον Ρίτσι, ύστερα τράβηξε αμέσως το βλέμμα του, σοκαρισμένος, ενοχλημένος, όχι όμως προτού προλάβει ο Ρίτσι να διακρίνει στα μάτια του μεγαλύτερου άντρα κάτι ανάμεσα σε λύπη και αηδία.

Χρήστος Τσιόλκας: Το χαστούκι (Ωκεανίδα)