Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010

No 667


Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, υποστηρίζουν ορισμένοι, να συναντήσεις στα έργα του Θερβάντες καταστάσεις αμφιβόλου ερωτικού προσανατολισμού: άντρες ντυμένοι γυναίκες, μεταμορφώσεις που εξαπατούν, νεαρά αγόρια εκπάγλου καλλονής που στο τέλος αποδεικνύονται κορίτσια ή το αντίθετο –από την άλλη, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η λογοτεχνία εκείνης της εποχής βρίθει από τέτοιες διφορούμενες και απατηλές καταστάσεις… Μάλιστα, ο ίδιος ο Θερβάντες τολμά ακόμα περισσότερο περιγράφοντας δίχως περιστροφές στα Κολαστήρια του Αλγερίου και στις Περιπέτειες στο Αλγέρι περιπτώσεις εφήβων που αποπλανώνται από κάποιον Άραβα. Σε μια περίπτωση, ο νεαρός κατορθώνει να αντισταθεί ηρωικά, αλλά σε κάποια άλλη , υποκύπτει στα γλυκόλογα και τα δώρα που εξαγοράζουν τη συνείδησή του.
(…) όσοι υποστηρίζουν τη θεωρία της ομοφυλοφιλίας του Θερβάντες επικαλούνται επίσης τον παράξενο γάμο που επρόκειτο να συνάψει, τις πολύ σκοτεινές σχέσεις που διατήρησε με τη γυναίκα του –σχέσεις που διακόπηκαν πολλές φορές- και τις συνεχείς φυγές και απουσίες του από το σπίτι, στα χνάρια του παππού του.

Αντρές Τραπιέγιο: Θερβάντες. Ο συγγραφέας πίσω από τον ήρωα (Μεταίχμιο)

Δευτέρα, Ιανουαρίου 25, 2010

No 666


Τον καιρό δε που πέρασα ανάμεσα τους, πήρε το μάτι μου κάτι βρωμιές: είδα λοιπόν που λέτε, έναν άντρα παντρεμένον μ’ άλλον, κι ήτανε γυναικωτοί οι άντρες αυτοί, κι ανίκανοι και κυκλοφορούν ντυμένοι γυναίκες και κάνουνε ό,τι κάνουν κι οι γυναίκες, και ρίχνουνε και με το τόξο και κουβαλάνε μεγάλα φορτία. Και πήρε το μάτι μου ανάμεσα τους πολλούς από δαύτους, ήταν δε, όπως σας έχω πει, γυναικωτοί, κι είναι πιο γεροδεμένοι από τους άλλους άντρες και πιο ψηλοί και σηκώνουνε και μεγάλα φορτία...

Αλβάρ Νούνιεθ Καβέθα ντε Βάκα: Ναυάγια. Ένας Τυχοδιώκτης στον Νέο Κόσμο (Στοχαστής)

Πέμπτη, Ιανουαρίου 21, 2010

Νο 665

Γιάννης Τσαρούχης

Το χαμένο σπίτι

Βγήκε για ένα μικρό περίπατο
και δεν εγύρισε ποτέ.
Σκέφτηκε να κάνει ένα μικρό περίπατο
αλλά καθώς δεν άφησε φως αναμμένο στο δωμάτιο,
έχασε το σπίτι
και δεν εγύρισε ποτέ.

Κάρολος Κουν: Είκοσι δυο ποιήματα. Καλοκαίρι 1938 (Ίκαρος)

*Η απόδοση από τα αγγλικά στα ελληνικά έγινε από τον Κ. Κουν σε συνεργασία με τον Κωστή Σκαλιώρα

Τετάρτη, Ιανουαρίου 20, 2010

No 664

Γιάννης Τσαρούχης

Όλες οι εγκαταλειφθείσες ευθύμως επιθυμίες μου εις την μεγάλην πεδιάδα, όπως τα μικρά βρέφη που εγκαταλείφθησαν στην ίδια πεδιάδα της ερημίας κλαίοντα, ώσπου να πεθάνουν, εβγήκαν σήμερα από μέσα απ’ το ξερό χώμα, υπό μορφήν τεραστίων φυτών θυμωμένων με θέληση ανθρώπινη. Οι χοντροί μίσχοι των δεν έρπουν, αλλά με θέλησιν ορθώνονται, χτυπούν το στήθος μου και τα μάγουλά μου, κι ένα απ’ αυτά τα άνθη δάγκωσε απόψε την καρδιά μου, αφού την ανακάλυψε εύκολα. (1935)

Γιάννης Τσαρούχης: Ποιήματα 1934-1937 (Άγρα)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 13, 2010

No 663

Γιάννης Τσαρούχης

Το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας στη μελέτη των έργων του Τσαρούχη δεν μπορεί λοιπόν να μας ενδιαφέρει μόνο στενά, ως θέμα, δεν ήταν δηλαδή απλώς μια ακόμα, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερη θεματική ενότητα των έργων του, όπως για παράδειγμα τα νεοκλασικά σπίτια, αλλά πρέπει να εκτιμηθεί στον ευρύτερο δομικό ρόλο που διαδραμάτισε σε όλη του την ανέλιξη’ μας ενδιαφέρει, επειδή έχει καθοριστικό, λειτουργικό ρόλο τόσο στην εσωτερική ψυχοδιανοητική και ιδεολογική του συγκρότηση, στον τρόπο που σκεπτόταν και έβλεπε, όσο και στο σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, στον βαθμό που καθόριζε φιλίες, συνεργασίες, συμπάθειες και αντιπάθειες, στον βαθμό που προκαθόριζε επιλογές και δυνατότητες. Με ενδιαφέρει επίσης, γιατί με τη μοναχική του στάση, με τη συνέπειά του στις ιδέες του και τις επιθυμίες του, έδειξε ένα υψηλό παράδειγμα θάρρους, μια τόλμη που το τίμημά της δεν ήταν διόλου μικρό.
Είναι προφανές ότι την ομοφυλοφιλία ο Τσαρούχης δεν τη βίωσε μόνο εσωτερικά, βουβά, ως προσωπική ιδιαιτερότητα, ως απαγορευμένη σαρκική έλξη, ως ηθικό διχασμό, αλλά τη βίωσε και κοινωνικά, όταν θέλησε να την εκφράσει, στον βαθμό που του επιτρεπόταν ελεύθερα, τόσο στη συμπεριφορά του, όσο κυρίως στην τέχνη του. Ήταν λοιπόν για αυτόν ένας διαρκής αγώνας, ένας αγώνας τιμής, που τον έδωσε μέχρι τέλους, ολομόναχός’ και κάτι περισσότερο: Νομίζω ότι, στο πλαίσιο της ιδιαίτερης, πλατωνικής έμπνευσης θρησκευτικότητας του, τη διαχειρίστηκε εσωτερικά, διανοητικά, όσο και σωματικά-βιωματικά, ως όχημα-τρόπο, ως δυνατότητα εκστατικής και θεϊκής ανύψωσης, που τον οδηγούσε –αν δεχθούμε ότι η μύησή του σε όσα αναφέρει η Διοτίμα στο Συμπόσιο ήταν βιωμένη –σε μια μυστική και εκστατική αισθητική. Η ομοφυλοφιλία, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του και συνάμα ως εσωτερικό κίνητρο της διαμόρφωσής της, τον οδήγησε στην πλέον απομακρυσμένη μεθόριο της φιλοσοφίας, της ηθικής και της αισθητικής: εκεί που οι εντασιακές τους σχέσεις γίνονται αλήθειες μέσα από τη βίωσή τους στην πράξη.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να μελετήσουμε το γεγονός της παρατεταμένης έμφοβης σιωπής γύρω από το ομοερωτισμό, ο οποίος δειχνόταν με τα έργα του κατ’ επανάληψη δημοσίως σχεδόν απροκάλυπτα. Στη δημόσια σφαίρα η διαρκής απειλή των ποικίλων κατασταλτικών και λογοκριτικών μηχανισμών ενσωματώνεται στις συνειδήσεις υπό τη μορφή της αυτολογοκρισίας.
Η σιωπή του ίδιου του ζωγράφου για αυτό που ζωγράφιζε μας θέτει ήδη μπροστά σε ένα ζήτημα άνισης, ασύμμετρης εφαρμογής των απαγορεύσεων, των ορίων της δημόσιας ηθικής και των ανοχών της. Ο ελεύθερος, μέχρις ενός σημείου, να εκφραστεί ζωγραφικά Τσαρούχης, να απεικονίσει και να εκθέσει ομοερωτικά θέματα, πειθαρχούσε στους κώδικες της αποσιώπησης αυτών των θεμάτων στο πεδίο του λόγου. Ως εκ τούτου είχε συναίσθηση των κινδύνων, «μετρούσε τα λόγια του» πολύ πιο προσεκτικά, είτε μιλούσε για τη δική του δουλειά είτε για έργα άλλων’ έζησε λοιπόν μέσα στην αποσιώπηση των βιωμάτων, των σκέψεων και των συναισθημάτων του, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Ευγένιος Ματθιόπουλος: Προσεγγίζοντας με σεμνή αναίδεια τη ζωή και το έργο του Γιάννη Τσαρούχη στο Γιάννης Τσαρούχης 1910-1936 (Μουσείο Μπενάκη)
.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 07, 2010

No 662

Cornelius McCarthy (Ην. Βασίλειο)

Κάποια στιγμή, όμως, ο δον Κρισπίν στράφηκε και με ρώτησε πόσο θα του έπαιρνα για να κοιμηθώ μαζί του. Είδα ότι δεν σου περισσεύουν χρήματα και μόνο γι’ αυτό παίρνω το θάρρος να σου κάνω αυτή την πρόταση. Πάγωσα.
«Κάνετε λάθος, δον Κρίσπιν», είπα.
«Άνθρωπέ μου, μην το παίρνεις στραβά, ξέρω ότι είμαι γέρος και γι’ αυτό σου προτείνω μια συναλλαγή, μια ανταμοιβή ας πούμε».
«Είστε ομοφυλόφιλος, δον Κρισπίν;»
Με το που διατύπωσα την ερώτηση, ήξερα ότι ήταν βλακώδης και κοκκίνησα. Δεν περίμενα την απάντησή του. Νομίζετε ότι εγώ είμαι ομοφυλόφιλος; Δεν είσαι; Είπε ο δον Κρισπίν.
«Αχ, αχ, αχ, τι γκάφα, Θεέ μου, συγχώρεσέ με, άνθρωπέ μου», είπε ο δον Κρισπίν κι έβαλε τα γέλια.
Η διάθεση που ένιωσα στην αρχή να φύγω τρέχοντας από τη Μάχη του Έβρου χάθηκε. Ο δον Κρισπίν μού ζήτησε να τον αφήσω να καθίσει στην καρέκλα γιατί τα γέλια μπορούσαν να του προκαλέσουν καρδιακό επεισόδιο. Όταν ηρέμησε, μου είπε, ανάμεσα σε διαρκώς καινούργιες συγγνώμες, να δείξω κατανόηση, ότι αυτός ήταν ένας άτολμος ομοφυλόφιλος (για να μη μιλήσω πια για την ηλικία μου, Χουανίτο!) και ότι είχε χάσει όλη του την ικανότητα στη δύσκολη αν όχι αινιγματική τέχνη των εφήμερων ερωτικών σχέσεων. Πρέπει να σκέφτεσαι, και με το δίκιο σου, ότι είμαι ένας γάιδαρος, είπε. Κατόπιν μου εξομολογήθηκε πως είχε τουλάχιστον πέντε χρόνια να κοιμηθεί με κάποιον. Πριν φύγω επέμεινε, για την ενόχληση, να μου χαρίσει τα άπαντα του Σοφοκλή και του Αισχύλου στην έκδοση ρου Πορούα. Του είπα ότι δεν υπήρξε καμία ενόχληση, αλλά μου φάνηκε αναίδεια να μη δεχτώ το δώρο του. Η ζωή είναι σκατά.

Ρομπέρτο Μπολάνο: Οι άγριοι ντετέκτιβ (Καστανιώτης)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 06, 2010

No 661

Image Hosted by ImageShack.usWilliam E. Rochfort (Ην. Βασίλειο)

Μείναμε σιωπηλοί για λίγο, και μετά ο σερβιτόρος έφερε τα πιάτα. Ο πατέρας μου έριξς μια ματιά στα ζυμαρικά μου, αλλά δεν τα σχολίασε. Άρχισε να κόβει το σχεδόν ωμό κρέας και χαμογέλασε κοιτάζοντας το αίμα που ξεχείλιζε. «Τελικά» είπα καταπίνοντας την μπουκιά του «δεν θα μου πεις;»
«Να σου πω τι;»
«Αν είσαι γκέι ή όχι».
«Όχι» απάντησα. «Θα ‘πρεπε; Εσύ το είχες πει στους γονείς σου;»
«Μα δεν ήμουν γκέι» είπε ο πατέρας μου. «Ήμουν στρέιτ».
«Οπότε τι; Αν είσαι γκέι έχεις την ηθική υποχρέωση να πληροφορήσεις τους γονείς σου, ενώ αν είσαι στρέιτ δεν την έχεις;»
«Τζέιμς, προσπαθώ απλώς να σε βοηθήσω. Να είμαι καλός πατέρας. Μη μου φέρεσαι εχθρικά, σε παρακαλώ. Απλώς σκέφθηκα ότι μπορεί να είσαι γκέι, και σ’ αυτή την περίπτωση θα ‘θελα να ξέρεις ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και ότι θα σε βοηθήσω με όποιον τρόπο μπορώ».
«Και γιατί σκέφτηκες ότι μπορεί να είμαι γκέι;»
«Δεν ξέρω. Απλώς φαίνεται –ε, ας πούμε ότι δεν δείχνεις ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα κορίτσια. Είσαι δεκαοχτώ χρονών, κι απ’ όσο τουλάχιστον ξέρω δεν έχεις βγει ποτέ ραντεβού».
Έμεινα σιωπηλός.
«Κάνω λάθος; Ή είναι αλήθεια;»

Peter Cameron: Μια μέρα ο πόνος θα σου βγει σε καλό (Κέλευθος)

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 24, 2009

No 660

Γιαννης Τσαρούχης

Θυμάμαι τα χέρια του να κόβουν το μαλακό χαρτόνι και να το ζωγραφίζουν, σχηματίζοντας τα φυλλαράκια- περνώντας επιδέξια και το λεπτό σύρμα- που χρειάζονταν στο σκηνικό για το «Φυντανάκι» που ανέβασε το «Θέατρο Τέχνης» πριν από δύο χρόνια. Ενώ δούλευε τη λεπτομέρεια, δεν είχε καμιά ανυπομονησία για το τελικό αποτέλεσμα. Η επιμέλειά του, βέβαια, ήταν τόση ώστε αν και διαμόρφωνε, λεπτομέρεια στη λεπτομέρεια, ένα σύνολο θαυμαστό, δεν φαινόταν να το έχει στο μυαλό του, ή να τον απασχολεί, την ώρα που χαιρόταν την ποίηση της επιδεξιοσύνης του και του ξοδέματός του. Το αποτέλεσμα το αντιμετώπιζε και ο ίδιος, εκ των υστέρων, με ανυπόκριτη καλλιτεχνική αγωνία, αλλά δεν ήταν ο λόγος που γι΄ αυτόν είχε αφοσιωθεί στην εργασία του. Το αποτέλεσμα για τον Τσαρούχη ήταν η ίδια η εργασία, γι΄ αυτό και η εργασία ήταν συνεχής. Η αίσθηση αυτή γινόταν πολύ αμεσότερη όταν δούλευε κανείς μαζί του πάνω σε κείμενά του.
Για δέκα ολόκληρα χρόνια είχα τη χαρά και την τιμή να μου υπαγορεύσει πλήθος κείμενά του, ή να τον ακούω να διορθώνει παλιότερά του. Μόνο αν μπορούσε να νοηθεί πανεπιστήμιο, ή σχολή, στον κόσμο που αυθόρμητα θα προσέρχονταν οι σπουδαστές, ανυπόμονοι να ξημερώσει, ή περιχαρείς που υπάρχει η επόμενη μέρα, για ν΄ ακούσουν τους δασκάλους τους, μπορεί να συγκριθεί μ΄ όσα ζήσαμε στο εργαστήρι, ή στο υπνοδωμάτιό του, που κι αυτό ανάλογα με τις ανάγκες μεταβαλλόταν σε εργαστήρι. Είτε ο λόγος έτρεχε σα νεράκι, ξέροντας όμως να του δίνει τον κατάλληλο βηματισμό ώστε να προλαβαίνει ο άλλος να τον καταγράφει, είτε σταματούσε δήθεν για να βρει μια λέξη, στην ουσία όμως για να παρασυρθούμε, όλοι μαζί, σε ιστορίες άσχετες με το κείμενο που γραφόταν, δεν υπήρχε ούτε μια στιγμή που να μην ανασαίνουμε όλοι μας φυσιολογικά, φιλικά, όπως σε μια συντροφιά που απλά κάποιος συμβαίνει να αφηγείται ιστορίες, ενώ οι υπόλοιποι έτυχε να μην έχουν παραβρεθεί στο ξετύλιγμά τους. Μπορεί να μιλούσε για τον Ζαν Κοκτώ, ή τον Λουκίνο Βισκόντι, την Μαρία Κάλλας, ή τον Φράνκο Ζεφιρέλι, αλλά αν τους θυμόταν δεν ήταν για κείνα που είχανε κάνει ή είχανε πει. Τους θυμόταν για περιστατικά της ζωής τους που μόνον ο ίδιος ο Τσαρούχης είχε προσέξει, για τους καθημερινούς τους φόβους, για τις αδυναμίες τους, για τα όνειρά τους, για τις σχέσεις τους με τους φίλους τους, κάνοντάς τους όλους τόσο απτούς και συγκεκριμένους ώστε μπορούσε να τους φαντάζεται κανείς ζωντανούς στο διπλανό δωμάτιο.

Θανάσης Θ. Νιάρχος: Γιάννης Τσαρούχης. Καθάπερ φερομένης βιαίας πνοής ( Καστανιώτης)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 23, 2009

No 659

Γιάννης Τσαρούχης

Η Ελένη Παπαδάκη, που τον είχε ακούσει κάποτε να τραγουδάει άριες από την «Τραβιάτα» ντυμένος ως κυρία με τα καμελίας, του είχε πει: «Γιάννη μου, ήσουνα υπέροχος. Κι όπου δεν έφτανε η φωνή σου, έφτανε η βεντάλια σου!..».
Η μεγάλη πρωταγωνίστρια δεν ήταν η μόνη θαυμάστρια των μεταμφιέσεων του Γιάννη Τσαρούχη. Οι περίφημες παραστάσεις του, που έφτασαν στο αποκορύφωμα της ευρηματικότητας στα πάρτι της Κατοχής, τα αναγκαστικά ολονύχτια λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας, είχαν πάντοτε εκλεκτό καλλιτεχνικό κοινό. Γι΄ αυτό και οι περιγραφές τους έχουν διασωθεί στην προφορική παράδοση της αθηναϊκής κοινωνίας. Κι όχι μόνο ανεκδοτολογικά. Εχουν φτάσει ως τις μέρες μας όλες οι λεπτομέρειες για το πώς ήταν φτιαγμένα τα διάφορα κοστούμια, με τα υποτυπώδη υλικά που είχε στη διάθεσή του εκείνο τον καιρό της τραγικής ανέχειας ο ζωγράφος. Σε μερικές περιπτώσεις, μάλιστα, οι εμφανίσεις του αυτές έχουν διασωθεί σε μικρές τσακισμένες και ξεθωριασμένες από τον καιρό φωτογραφίες, που επιβεβαιώνουν το υψηλό επίπεδο εκείνων των κοστουμιών, τη φαντασία, τη βαθιά, βαθύτατη γνώση του για την εποχή και το αιώνιο χιούμορ τουκράμα οξύτατης κοινωνικής παρατήρησης και ειρωνείας. (…)
Η Ολυμπία Παπαδούκα γράφει για την πολύτιμη προσφορά του Γιάννη Τσαρούχη στην Εθνική Αλληλεγγύη, που εκείνη την εποχή ήταν κάτι σαν τον Ερυθρό Σταυρό του ΕΑΜ. Το κοινό των παραστάσεών του συγκεντρωνόταν στο σπίτι της Ελένης Θεοχάρη-Περράκη, της γνωστής δημιουργού του κουκλοθέατρου του μπαρμπα-Μυτούση στους πρόποδες του Λυκαβηττού, στην οδό Μαρασλή. «Τον είδα σε μία από τις παραστάσεις που έδινε, κρατώντας όλο το πρόγραμμα μόνος του, παίζοντας και τραγουδώντας άριες από όπερες. Εκείνο που εντυπωσίαζε ήταν η σωστότατη μουσική απόδοση κάθε άριας που τραγουδούσε. Τότε μελετούσα μουσική με τον Ζήζο Χαρατσάρη, έναν ταλαντούχο συνθέτη, μαέστρο, σκηνοθέτη και φιλόλογο. Εμενε σε ένα υπόγειο διαμέρισμα, στην οδό Λένορμαν 165. Εκεί ερχόταν κάθε μέρα ο Τσαρούχης και μελετούσε τις άριες. Η μελέτη γινότανε στο αρμόνιο γιατί ο Ζήζος δεν είχε πιάνο. Ετσι, ο Τσαρούχης έμαθε και τραγουδούσε τις άριες με απόλυτη μουσική ακρίβεια. Στην άρια της Βιολέτας από την “Τραβιάτα”, τραγουδούσε κι έπαιζε τη σκηνή που η Βιολέτα έχει αποσυρθεί στο μικρό της διαμέρισμα λησμονημένη και περνάει τις τελευταίες της μέρες περιμένοντας τον θάνατο. Ο Γιαννάκης-Βιολέτα σηκωνόταν από το κρεβάτι και με κόπο, γιατί τα πόδια της δεν τη βαστούσαν, τρικλίζοντας, πήγαινε στον καθρέφτη, έκλαιγε και μόλις αναπνέοντας τραγουδούσε σπαραχτικά το “Αντίο ντελ πασάτο!”. Τραγουδούσε επίσης την άρια της Μαργαρίτας από τον “Φάουστ”, τη σκηνή που η Μαργαρίτα γυρίζοντας τη ρόδα της ανέμης τραγουδάει την άρια για τον βασιλιά της Θούλης. Το πρόγραμμα τελείωνε με μιμήσεις παλαιών σταρ του βωβού κινηματογράφου Μπερτίνι, Πόλα Νέγκρι. Αξέχαστος ο Γιαννάκης μας...».

Μαρία Καραβία: Ο στοχαστής του Μαρουσιού. Μνήμες και συνομιλίες με τον Γιάννη Τσαρούχη (Καπόν)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 16, 2009

No 658

Image Hosted by ImageShack.usJ.A. Rohne

Βρίσκοντας τις λέξεις

Βρήκα τις λέξεις φυλαγμένες σ’ ένα συρτάρι,
με μαύρο κρέπι τυλιγμένες, σαν δυο βέρες που κύλησαν
από χέρι νεκρής, κρύο, άτονο χρυσό. Τις είχα κρατήσει ξανά

χρόνια πάνε πολλά, έπειτα τις έκανα στην άκρη
ξεχνώντας και όλους τους λόγους που μου χρησίμευαν για να
τις ξεστομίσω. Σαν χείλη την πρώτη ακουμπώ, τη δεύτερη μετά
σαν θεία μετάληψη, σαν φίλημα μαζί κι όρκο ιερό,

και η ανάσα μου θα τις ζεστάνει τις λέξεις που χρειάζομαι
για να προφέρω αυτό, λέξεις σύντομες, μικρές. Το στόμα μου
ακολουθούν, σημείο τριβής, και στην παλάμη μου ξανά
λαμποκοπούν – σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ – ολοκαίνουριες θαρρείς.

Κάρολ Ανν Ντάφυ: Σαγήνη (Ηριδανός)
Μετάφραση: Θάλεια Μελή-Χωλ

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2009

No 657

Image Hosted by ImageShack.us
Αττική μελανόμορφη λήκυθος. ο εραστής συνευρίσκεται με το ερώμενο στη στάση του "διαμηρίζειν"
500-475 π.Χ.
Τσίβιτα Καστελλάνα, Αρχ. Μουσείο του Argo Falisco, αρ. ευρ. 1392


(...) απεικονίζεται το δέλεαρ των ενηλίκων εραστών προς τους ερωμένους σαν έρωτες και αντέρωτες που παλεύουν με σώματα ανοιξιάτικα, εαρινά, με σώματα άφθαρτα ωραία, γιατί ωραίο είναι ό,τι είναι στην ώρα του. "Πιο γλυκό είναι το ερωτικό άνθος που ανοίγει στα δεκατέσσαρα και όλο πιο γοητευτικό εκείνο των δεκαπέντε. τα δεκαέξι είναι θεϊκή ηλικία. για τα δεκαεπτά όμως, δεν θα μπορούσα να το πω: μονάχα ο Δίας έχει αυτό το δικαίωμα" (Παλατινή Ανθολογία ΧΙΙ, 4). Φυσικά θα πρέπει να διευκρινισθεί εδώ ότι οι ηλικιακές κατηγορίες διέφεραν από τις σημερινές σε αρκετά σημεία. λόγου χάρη, κορίτσια στην ηλικία τωμ 13-14 ετών ήσαν ήδη παντρεμένα και όταν οι αρχαίοι μιλούν για παίδες εννοούν εφήβους, όπου ερωτική και σεξουαλική διαπαιδαγώγηση ελιναι αναγκαία, όπως η φύση ορίζει.

Ν. Σταμπολίδης (επιμ.): ‘Ερως. Η τέχνη του έρωτα στην αρχαιότητα. Από τον Ησίοδο έως τον 4ο αι. μ.Χ. (Το Βήμα)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 09, 2009

Νο 656

Image Hosted by ImageShack.us
212 Αττική μελανόμορφη λήκυθος με ώμο
550-530 π.Χ.
Από τη Τανάγρα
Αθήνα, Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 1121

Πηλός πορτοκαλέρυθρος. Γάνωμα μελανό, στιλπνό, κατά τόπους απολεπισμένο.
Χρήση επίθετου ιώδους χρώματος στις μορφές’ με επίθετο λευκό χρώμα αποδίδονται τα σώματα των πετεινών και με ιώδες τα λειριά τους. Συγκολλημένη και συμπληρωμένη.
Υ. 26 ΜΔ. 14,5

Ο ώμος κοσμείται με ροπαλοειδή' χαμηλότερα, ανθέμια εναλλάσσονται με σταγονόσχημα πέταλα που πατούν σε αλυσίδα κύκλων με στιγμές στο κέντρο.
Η παράσταση στο σώμα του αγγείου ορίζεται πάνω και κάτω από λεπτές ιώδεις ταινίες: στο μέσον της σκηνής, δυο αγένειοι άνδρες αποδίδονται αντωποί και τυλιγμένοι από κοινού με ιμάτιο που διακοσμείται με τεθλασμένη γραμμή και ελικοειδή μοτίβα. Έχουν τις κεφαλές τους ελαφρώς χαμηλωμένες και φαίνονται πως παρατηρούν τα γυμνά σώματά τους. Το ζευγάρι πλαισιώνεται από δύο γυμνούς νέους που κρατούν πετεινούς' ο νεαρός στα αριστερά φαίνεται πως πλησιάζει προς το ζεύγος, ενώ η μορφή στα δεξιά απομακρύνεται στρέφοντας την κεφαλή της προς την κεντρική σκηνή.

ΠΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Η μορφή του πετεινού στη μελανόμορφη και ερυθρόμορφη αττική αγγειογραφία έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και παραπέμπει πάντα στο ερωτικό πνεύμα της παράστασης. Πρόκειται για το πλέον συνηθισμένο δώρο που προσφέρεται σε εφήβους (ερωμένους) από μεγαλύτερους ηλικιακά άνδρες (εραστές) στο πλαίσιο του «όμοιου» έρωτα. Για τον πετεινό ως δώρο και ερωτικό σύμβολο βλ. Koch-Harmack 1983, 97-105. Η γενναιότητα, η μαχητικότητα και η λαγνεία είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον πετεινό' παράλληλα, όμως, χαρακτηρίζουν τον επιτυχημένο εραστή, που επιθυμεί να κατακτήσει τον ερώμενο, αλλά και τον ιδανικό ερώμενο, που οφείλει να αντισταθεί στην επίμονη πολιορκία προτού υποκύψει. Σχετικά βλ. Barringer 2001, 90-95, 102-103.
Για την χρήση του κοινού ιματίου – που τυλίγει τις ερωτοτροπούσες μορφές, καλύπτοντας τη ερωτική συνεύρεσή τους από τα αδιάκριτα βλέμματα των παρευρισκομένων – τόσο σε ετεροφυλοφιλικές όσο και ομοερωτικές σκηνές, βλ. Koch-Harmack 1989, 109 κ.εξ., κυρίως 138-143, εικ 10 και Dierichs 1993, 50-51. (Αναστασία Γκαδόλου)

Σταμπολίδης Ν.- Τασούλας Γ. (επιμ.): Έρως: Από τη Θεογονία του Ησιόδου στην ύστερη Αρχαιότητα (Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 02, 2009

No 655


Η ΑΛΛΗ

Σκότωσα μία μέσα μου:
δεν την αγαπούσα

Ήταν το φλογάτο άνθος
του βουνίσιου κάκτου’
ήταν η φωτιά και η ξηρασία’
και ποτέ δεν δροσιζόταν.

Ουρανό και πέτρα είχε
στα ποδάρια της και στην πλάτη
και ποτέ της δεν κατέβαινε
να βρει «μάτια του νερού».

Όπου ξεκουραζόταν,
τα χορτάρια μαραίνονταν
από την αναπνοή της
κι απ’ τη θέρμη του προσώπου της.

Σαν σε γρήγορα ρετσίνια
σκλήραινε η ομιλία της,
για να μην πέσει σαν ωραίο
κυνήγι αμολημένο.

Δεν ήξερε να λυγίσει
το βουνίσιο σύθαμνο,
και στο δικό της πλευρό
εγώ λύγιζα…

Την άφησα να πεθάνει,
κλέβοντάς της τα σωθικά μου.
Τέλειωσε σαν την αετίνα
που δεν είχε τι να φάει.

Ησύχασε το φτερούγισμα,
διπλώθηκε, χαλαρή,
κι έπεσε στο χέρι μου
η σβησμένη σπίθα της…

Αυτή ακόμα οι αδελφές της
μου την κλαίνε με λυγμούς,
και οι πήλινες φωτιές
σαν περνάω με πληγώνουν.

Όταν διαβαίνω εγώ τους λέω:
-ψάξτε μες στα φαράγγια
Και φτιάξτε με πηλό
μια άλλη φλογισμένη αετίνα.

Αν δεν μπορέσετε, τότε,
αχ! να την ξεχάσετε.
Εγώ την σκότωσα. Εσείς
σκοτώστε την πάλι!

Gabriela Mistral / Χιλή

Gabriela Mistral. Τα καλύτερα ποιήματά της (Εκάτη)
Μετάφραση: Ρήγας Καπάτος

Τετάρτη, Νοεμβρίου 25, 2009

No 654

Image Hosted by ImageShack.usDavid Hockney (Ην. Βασίλειο)
.
Μόλις έκλεισε η πόρτα, ο Θέιερ όρμησε στον Χάρντι, τον βύθισε στη μάλλινη, υγρή μόχα του επενδύτη του και πίεσε το στόμα του πάνω στο δικό του, έτσι που τα δόντια τους συγκρούστηκαν. Ύστερα έπεσαν στο πάτωμα, και τα ρούχα βγήκαν τόσο βίαια που ο Χάρντι άκουγε κουμπιά να σπάνε. Το ότι ο Θέιερ, όπως αποδείχτηκε, προτιμούσε να σοδομιστεί, δεν αποτελούσε έκπληξη. Ο Κέυνς είχε ενημερώσει τον Χάρντι για το περίεργο γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι αδειούχεοι στρατιώτες ήθελαν, στις συνευρέσεις τους με ομοφυλόφιλους, να έχουν τον παθητικό ρόλο. «Σημειωτέον, ότι δεν παραπονιέμαι», είχε πει ο Κέυνς. «Απλώς μου φαίνεται παράξενο. Περίμενα πως θα πρτιμούσαν να έχουν αυτοί τον ενεργητικό ρόλο, ώστε να μπορούν να πουν στον εαυτό τους ότι δεν είναι πραγματικά ανώμαλοι, αλλά απλώς εκμεταλλεύονται την ευκαιρία, αφού είναι φτηνότερο από μια πουτάνα, και τα λοιπά – αλλά όχι». αντίθετα, φαίνεται ότι προτιμούσαν, όπως το περιέγραψε κάποιος εραστής του Κέυνς, «να δουν πώς είναι». Λες και –ύστερα από τόσες ζωές που είχαν αφαιρέσει, κι αφού είχαν κινδυνέψει να πεθάνουν και οι ίδιοι- απαιτούσαν τώρα μια ερωτική εμπειρία πιο ακραία από τη συνήθη συνουσία. Ο Χάρντι ανταποκρίθηκε πρόθυμα όταν ο Θέιερ γονάτισε και του πρότεινε τον πισινό του, παρά το γεγονός, που δεν το είχε ομολογήσει σε κανέναν φίλο του (ούτε καν στον Κέυνς), ότι ποτέ μέχρι τότε δεν είχε προβεί σε σοδομισμό’ το σεξουαλικό του ρεπερτόριο περιοριζόταν σε κάποιες ακατανόμαστες πράξεις «πράξεις ιδιαίτερης απρέπειας», τις οποίες ο νόμος τιμωρούσε με μεγαλύτερη επιείκεια: χουφτώματα και γλειψίματα, περισσότερο τα πρώτα παρά τα δεύτερα στην περίπτωση του Χάρντι, λόγω του ότι η μητέρα του τού είχε ενσταλάξει την πεποίθηση ότι τα μικρόβια μεταδίδονται κυρίως μέσω του στόματος. Ο Γκάι τον κορόιδευε γι’ αυτό.
Και τι θα σκεφτόταν ο Γκάι, αν τον έβλεπε εκείνο το πρώτο απόγευμα με τον Θέιερ, να έχει πέσει στα γόνατα και να αποδίδει θαυμάσια, αν έκρινε κανείς από τα μοπυγκρητά και τους αναστεναγμούς του άλλου; Τα κατάφερνε τόσο καλά που για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε τελικά να το κάνει κάποτε και με γυναίκα. Όχι, όμως. Αυτό που απολάμβανε δεν ήταν τόσο το ίδιο το πήδημα όσο οι παροξυσμοί ηδονής του Θέιερ. Ο Θέιερ ελευθερώθηκε, γύρισε ανάσκελα κι έβαλε τα πόδια του στους ώμους του Χάρντι. Τώρα η ουλή από το θραύσμα της οβίδας βρισκόταν ακριβώς αριστερά από το στόμα του –κόκκινη και οδοντωτή- και, καθώς ο Χάρντι τον αγκάλιασε, δεν μπόρεσε να μην τη διατρέξει με τη γλώσσα του. Ο Θέιερ μούγκρισε και τελείωσε. Τελείωσε και ο Χάρντι.

David Leavitt: Ο υπάλληλος από την Ινδία (Πόλις)

Πέμπτη, Νοεμβρίου 19, 2009

No 653

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Κεφαλληνός

Φλόγες μοιάζουν να ξερνούν τα μάτια αυτού του νέου, που το κορμί του, κάτω από της φτώχειας τα ενδύματα, σπαρταρά ολόκληρο. Τον πλησιάζει κι άλλο. Μα εκείνος δεν φαίνεται να έχει επίγνωση. Με βλέμμα απλανές και άσπλαχνο κοιτάζει αλλού.
Στο μεταξύ ο ποιητής βάζει το χέρι στην τσέπη του. Ψάχνει να βρει το μικρό δερμάτινο πορτοφολάκι για τα κέρματα, αγορασμένο κάποτε από έναν Εβραίο έμπορο στο παζάρι Σου-Γκόμα στο δυτικό λιμάνι. Ένα κράμα από λίρες, σελίνια, γρόσια και δεκάρες κουδουνίζουν εκεί. Μαζί και καμιά φτωχή δραχμούλα. Τραβά ένα νόμισμα αποφασιστικά και του το προτείνει.
Οπότε, ξαφνικά η φωνή του νεαρού, χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος του, ακούγεται τραχιά μέσα από το ολοκαίνουργιο λαρύγγι του:
«Τράβα το δρόμο σου, κύριος».
Άκουσε καλά ή του φάνηκε; Παρ’ όλο το κρύο ο ποιητής ιδρώνει. Διστάζει, δεν θέλει να κάνει πίσω, να παραιτηθεί. Ίσως είναι η υπερηφάνεια που μιλά σ’ αυτό τον άνθρωπο. Ναι, σίγουρα αυτή υπαγορεύει τους απότομους τρόπους. Μένει νε το χέρι μετέωρο. Προσπαθεί να ψελλίσει κάτι. Δεν ξέρουμε ποιος είναι πιο απελπισμένος από τους δυο: αυτός που προσφέρει ή εκείνος που αρνείται;
Οπότε. Η τραχιά νεανική φωνή δίνει τη λύση:
«Κράτα τα λεφτά σου, γέρο. Δεν είμαστε για τα δόντια σου εμείς».
Και πάλι αμφιβάλλει αν άκουσε καλά. Καθυστερεί λίγα δευτερόλεπτα ακόμα. Είναι τα μάτια του νέου άντρα που ξερνούν λάβα και τον τραβάνε σαν μαγνήτης ή μήπως αυτή η απόρριψη τον πεισματώνει περισσότερο; Αυτόν! έναν καθωσπρέπει αστό, ένα στέλεχος της κοινωνίας. Κάνει ακόμα ένα βήμα προς το μέρος του. Νιώθει τώρα τα χέρια του νεαρού, χέρια με σιδερένιες λαβές, να τον απωθούν, να τον σπρώχνουν. Έτοιμα αν χρειαστεί να χειροδικήσουν. Λίγο ακόμα και από θύτης θα βρεθεί θύμα. Τρελέ ποιητή!
«Δεν άκουσες; Φύγε, σου λέω πούστη!»
Επιτέλους η μοιραία λέξη, που τον καταδιώκει χρόνια, ειπώθηκε. Αυτός ο νέος είναι μια επιτομή της κοινής γνώμης.
Ο ποιητής οπισθοχωρεί κακήν κακώς. Τρέμει ολόκληρος.

Μένης Κουμανταρέας: Το show είναι των Ελλήνων (Κέδρος)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 18, 2009

No 652

Image Hosted by ImageShack.usΓιάννης Τσαρούχης

ΑΝΑΜΦΙΒΟΛΩΣ
.
Όταν επέρασεν απ’ εκείνες τες γειτονιές
– όλως τυχαίως- εκείνο το βράδυ
(καλοκαίρι) πώς εθυμήθη
εξαίσιες μυρωδιές από υασεμί
στον κήπο του ή τες λεπτές
εκείνες ευωδιές που με τες ριπες
του αέρα τα’ αγιόκλημα σου στέλνει
πώς εθυμήθη εκείνα τα βτάδια
π’ ανέβαινε τη σκάλα κι εκείνος
επερίμενε με λάμπα χαμηλή
σχεδόν σβησμένη.

Τώρα, που όλως τυχαίως
απ’ τες ίδιες γειτονιές περνά ξανά,
βλέπει φώτα πολλά στο παράθυρο
και παιδικές φωνές ακούει
αναμφιβόλως πολλές φωνές παιδιών.

Ετάχυνε το βήμα κι ενεθυμήθη
τα τελευταία λόγια του
«θα υπανδρευτώ», τον είχε πει,
«μια πιο ηθική ζωή θα ζήσω, μα πάλι…»

Παιδικές φωνές και γέλια
αναμφιβόλως
ετάχυνεν το βήμα.

Ρέμων Γραικός: Κ.Π. Καβάφης (1917-2005) [Γαβριηλίδης]

Τετάρτη, Νοεμβρίου 11, 2009

No 651

Image Hosted by ImageShack.usViktor Lipunov (Ρωσία)
.
Στο βάθος μπροστά του είδε έναν άντρα. Ο Αλεξάντρ σταμάτησε. Ο άντρας στράφηκε και τον κοίταξε. Μια ηλεκτρισμένη παύση μαρτυρούσε πως και οι δύο βρίσκονταν εκεί για τον ίδιο λόγο. Ο Αλεξάντρ προχώρησε ενώ ο άντρας έμεινε ακίνητος στη θέση του περιμένοντας ο άλλος να πάει κοντά του. Μόλις βρέθηκαν δίπλα δίπλα, κοίταξαν κι οι δυο τους ολόγυρα θέλοντας να βεβαιωθούν πως ήταν μόνοι και ύστερα κοιτάχτηκαν. Ο άντρας ήταν νεότερος από τον Αλεξάντρ, το πολύ δεκαεννιά είκοσι χρονών. Έδειχνε αβέβαιος και ο Αλεξάντρ σκέφτηκε πως αυτή πρέπει να ήταν η πρώτη του φορά. Τη σιωπή έσπασε ο Αλεξάντρ.
- Ξέρω ένα μέρος όπου μπορούμε να πάμε.
Ο νεαρός ξανακοίταξε γύρω του κι ύστερα έγνεψε καταφατικά χωρίς να πει λέξη. Ο Αλεξάντρ συνέχισε:
- Ακολούθησε με, από απόσταση.
Προχώρησαν χωριστά. Ο Αλεξάντρ έφυγε πρώτος, κι όταν ξεμάκρυνε καμιά διακοσαριά βήματα, γύρισε να ελέγξει. Ο άλλος τον ακολουθούσε ακόμα.
(…) Η πόρτα του γραφείου άνοιξε κι άλλο. Ο άντρας μπήκε μέσα, κι οι δυο τους κοιτάχτηκαν καλά για πρώτη φορά. Ο Αλεξάντρ πήγε στην πόρτα και την έκλεισε. Ο ήχος της κλειδαριάς τον διέγειρε. Σήμαινε πως ήταν ασφαλείς. Σχεδόν αγγίζονταν, αλλά και πάλι όχι ακριβώς, κανείς τους δεν ήταν σίγουρος ποιος θα έκανε την πρώτη κίνηση. Ο Αλεξάντρ απολάμβανε τη στιγμή και ήταν αποφασισμένος να περιμένει όσο μπορούσε να αντέξει, ώσπου έσκυψε και τον φίλησε.
Κάποιος χτύπησε με δύναμη την πόρτα. Το πρώτο που σκέφτηκε ο Αλεξάντρ ήταν πως πρέπει να ήταν ο πατέρας του – πρέπει να το είχε καταλάβει, να το ήεξερε όλον αυτό τον καιρό. Τότε όμως συνειδητοποίησε πως ο θόρυβος δεν ερχόταν απέξω. Ήταν αυτός ο άντρας που βροντούσε την πόρτα, φωνάζοντας να τον ακούσουν. Είχε αλλάξει γνώμη; Σε ποιον φώναζε; Ο Αλεξάντρ σάστισε. Έξω από το γραφείο άκουγε φωνές. Ο άντρας δεν ήταν πια μειλίχιος και συνεσταλμένος. Είχε μεταμορφωθεί. Ήταν οργισμένος, αηδιασμένος. Έφτυσε τον Αλεξαντρ στο πρόσωπο.

Tom Rob Smith: παιδί 44 (Πατάκης)

Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

Νο 650

Image Hosted by ImageShack.usDavid W. Haskins (ΗΠΑ)

Ο Ναγκίμπ πήρε τον Φαρίντ και πήγαν σ’ έναν αγώνα πυγμαχίας στη μεγάλη αίθουσα. Εκεί είχε πάντα μια τιμητική θέση με άνετα καθίσματα. Ο πρώτος αγώνας ήταν βαρετός. «Αρχάριοι», φώναξε ένας θεατής στα δεξιά τους.
Στο διάλειμμα ο παππούς εξαφανίστηκε και δεν επέστρεψε ούτε όταν το καμπανάκι ανήγγειλε τον επόμενο αγώνα. Ο Φαρίντ σηκώθηκε ανήσυχος και πήγε να τον ψάξει. Φοβήθηκε ξαφνικά ότι ο παππούς μπορεί να είχε λιποθυμήσει στην τουαλέτα. Έτρεξε λοιπόν να τον βρει. Σ’ έναν μέτριο χώρο υπήρχαν τέσσερις ή πέντε τουαλέτες. Οι δυο πρώτες ήταν ανοιχτές αλλά, όταν πήγε ν΄ ανοίξει την πόρτα της τρίτης, είδε τον παππού του να βγαίνει από μία πιο πίσω. Δίπλα του προχωρούσε ένας νεαρός. Ο παππούς τακτοποίησε το σακάκι του, έλεγξε τα κουμπιά στο άνοιγμα του παντελονιού του, έβγαλε το πορτοφόλι και πλήρωσε τον άγνωστο. Ο νεαρός, συγκλονισμένος προφανώς από τη γενναιοδωρία του, φίλησε το χέρι του Ναγκίμπ. Εκείνος το αγκάλιασε από τον λαιμό και τον φίλησε στα χείλη. Ο Φαρίντ, που ήθελε να φωνάξει τον παππού του, ένιωσε πολύ παράξενα κι έμεινε στη σκια της πόρτας σαν να είχε βγάλει ρίζες.
Όταν ο Ναγκιμπ βγήκε έξω, τον ακολούθησε διακριτικά μέχρι τις θέσεις τους. «Σε έψαχνα», είπε όταν κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο παππούς απέφυγε το ερωτηματικό βλέμμα του.

Rafik Schami: Η σκοτεινή πλευρά της αγάπης (Λιβάνης)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 04, 2009

No 649

Image Hosted by ImageShack.usNeel Bate (ΗΠΑ)

Η Φλώρα πλήρωσε ολόκληρο και μπήκε στο φουαγιέ. Οι ερωτικοί αναστεναγμοί από την αίθουσα προβολής μαρτυρούσαν πως δεν ήταν διάλειμμα. Κι όμως δεκάδες άντρες συνωστίζονταν στον προθάλαμο της τουαλέτας και το καπνιστήριο. Σαν μόνη γυναίκα συγκέντρωσε τα βλέμματα όλων επάνω της. Ένιωσε άσχημα και βιάστηκε να χωθεί στην αίθουσα. Δεν είχε ταξιθέτρια. Η Φλώρα προχώρησε στα τυφλά, μεγαλώνοντας έτσι την ανασφάλειά της. Μέχρι να συνηθίσει το μάτι στο σκοτάδι αναγκάστηκε να σταθεί όρθια στον πίσω τοίχο της αίθουσας. Στην οθόνη ένας φαλλός σε γκροπλάν μπαινόβγαινε σε δυο χοντρά νέγρικα στήθη. Ένα αντρικό μπούτι που πλεύρισε το δικό της ανάγκασε τη Φλώρα να ξαναγυρίσει στην πραγματικότητα. Τραβήχτηκε ενοχλημένη και προχώρησε στο διάδρομο. Κάθησε σε μια πολυθρόνα και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στην οθόνη. Αυτό που της σερβίρανε δεν ήταν πραγματικότητα, μα ούτε κι άγγιζε το όνειρο. Ήταν χυδαίο, με την έννοια του μονότονου και του φτηνού. Σηκώθηκε και τράβηξε για την τουαλέτα.
Καθισμένη στη λεκάνη, προστατευμένη από τα πέντε κυβικά αρωματισμένου σκοταδιού, η Φλώρα άρχισε να συνέρχεται. Έβγαλε να καπνίσει, μα κάτι ψίθυροι στο διπλανό κουβούκλιο τράβηξαν την προσοχή της. Τέντωσε τα’ αυτί, αλλά δεν άκουσε τίποτα. Ακολούθησε ένα μικρό βογγητό και στη συνέχεια λαχανιασμένες ανάσες. «Κάνουν έρωτα», χαμογέλασε η Φλώρα και τα μάτια της έλαμψαν. Ένιωθε κάτι σαν πόθο στην κοιλιά: το άγνωστο ζευγάρι της χάριζε ό,τι δεν είχε καταφέρει η πλαστή πραγματικότητα της οθόνης. Κρατούσε και την ανάσα της ακόμα. Από διακριτικότητα; Από φόβο μη σταματήσουν; Δεν ήξερε να πει. Καθόταν στη λεκάνη και περίμενε να τελειώσουν. Σηκώθηκε αφού άκουσε την πόρτα του προθαλάμου να κλείνει. Ξεκλείδωσε και μ’ έκπληξη διαπίστωσε πως είχε βιαστεί. Στον προθάλαμο κάποιος νεαρός έβαφε τα χείλη του. Η Φλώρα ταράχτηκε: το πρόσωπο του αγνώστου στον καθρέφτη της ήταν πολύ οικείο: «Θεέ μου, πόσο έμοιαζε στον δόκτορα Κασσανδρινό!»
«Καινούργια;» ρώτησε ο Υάκινθος χωρίς να σταματήσει το βάψιμο, «δεν σ’ έχω ξαναδεί ποτέ».
«Εγώ σ’ έχω δει», είπε η Φλώρα, χαμογελώντας μυστήρια. «Μετά πολλά, πολλά χρόνια» Υπονοούσε βέβαια τον δόκτορα Κασσανδρινό: τον είχε γνωρίσει ώριμο άντρα, μα σίγουρα έφηβος θα ήταν το ίδιο θεϊκός με τον άγνωστο στον καθρέφτη.
Ο Υάκινθος δεν κατάλαβε, μα ούτε ζήτησε να μάθει. «Με λένε Υάκινθο», είπε. «Εσένα;» Ο πόθος στο βλέμμα της Φλώρας τον έκανε να ελέγξει τον καβάλο του στενού παντελονιού της. «Εγχειρισμένη;» ρώτησε

Ιάκωβος Κοπερτί: Σενάριο για εφιάλτη (Οδυσσέας)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2009

No 648

Image Hosted by ImageShack.usAl Pierce

Πάντως τον βρήκα να τις έχει όλες έτοιμες απάνω στο χορτάρι, και να μάχεται με τον αγέρα να μην του τις σκορπίσει. Πρώτη φορά μου έβλεπα τέτοια συμπλέγματα. Ήταν πολύ βρόμικος ο κόσμος. Εκείνος όμως τον έβρισκε ωραίο, μου έδειχνε λεπτομέρειες και γελούσε. Όλα είχαν το όνομά τους και το ήξερε. Δεν ξέρω όμως τι θα 'λεγε τώρα, γιατί βέβαια όλα θα τα είχε δοκιμάσει. Καθώς φεύγαμε, έδωσε μια με το πόδι του και σκόρπισαν πάλι τα κομματάκια.
Την άλλη μέρα, που έλεγα να τα μαζέψω, δε βρήκαμε ίχνος. Κάποιος άλλος θα τα είχε πάρει. Γι' αυτό μπήκαμε μέσα στην εκκλησία και κοιτάζαμε, ξαπλωμένοι ανάσκελα στις καρέκλες, την Ανάληψη στο ψηφιδωτό του τρούλου. Δύο άγγελοι πετώντας πλαγιαστά κρατάνε το Χριστό μέσα στη δοξαστική σφαίρα, που μου φάνηκε σαν ένα τεράστιο αυγό. Έβλεπα τους αγγέλους και θυμόμουν εμάς την προηγούμενη μέρα. Όχι πως θεωρούσα, έστω και τότε, τον εαυτό μου για άγγελο, αλλά για το φίλο μου το πίστευα αυτό. Είχε πολλά στοιχεία. Κομματάκι κομματάκι είναι καμωμένο κι αυτό, μου είπε στο τέλος. Ήταν φανερό πως σκεφτόταν τις φωτογραφίες. Κι εγώ για το ίδιο λυπόμουν, αλλά δεν ήθελα να το πω. Και όχι μονάχα τότε∙ ποτέ μου δεν τις ξέχασα. Πολλές οργιαστικές διηγήσεις μου μάλιστα, σ' αυτές κυρίως τις έχω στηρίξει, κι ας έχω δει πλήθος άλλες εν τω μεταξύ.
Από καιρό σε καιρό σκέφτομαι: αυτός που τις ξέσκισε μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας δεν μπορεί να έκανε από το φόβο της έρευνας την πράξη. Ήταν προχωρημένη Κατοχή τότε, και από κάθε τι άλλο μπορούσες να κινδυνέψεις, αν το 'βρισκαν απάνω σου, όχι όμως και από άσεμνες φωτογραφίες. Η λογική μού λέει, πως θα τις χάλασε μάλλον από φόβο μήπως τις βρει καμιά μάνα του στις τσέπες του ή από θρησκευτική κρίση. Εγώ πάντως θέλω να πιστεύω πως από μετάνοια έγιναν όλα.

Γιώργος Ιωάννου: Για ένα φιλότιμο (Κέδρος)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2009

No 647

Image Hosted by ImageShack.usΔιαμαντής Διαμαντόπουλος

'Ενα πρωί, μόλις είχα γίνει καλά, ακούσαμε στο δρόμο ζωηρές φωνές. Μια γειτονοπούλα με την εφημερίδα στα χέρια φώναζε δυνατά: "Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο". 'Ηταν μια τόση δα ειδησούλα στην τελευταία σελίδα. Την έβλεπες και δεν μπορούσες να το πιστέψεις. Σε λίγο, όμως, άρχισαν αλλεπάλληλα παραρτήματα και το πιστέψαμε για καλά. Συνεργεία τοιχοκολλούσαν με μεγάλη βιασύνη τη διαταγή επιστρατεύσεως. Οι νέοι άντρες κατηφόριζαν παρέες παρέες για το πενήντα σύνταγμα να ντυθούνε. Ο πατέρας μου, που λόγω της δουλειάς του φαντάρος δεν πήγαινε, πήρε ένα μπουκάλι κονιάκ και μας πότιζε όλους με το ζόρι. Είχε ανοίξει τα παράθυρα και κερνούσε τους περαστικούς. Λόγια μεγάλα δεν ακούγονταν, είναι αλήθεια, όμως κανένας δεν έβαζε με το νου του πως μπορούσαν οι Ιταλοί να βρεθούν μια μέρα μπροστά μας.
Μετά το μεσημέρι άρχισαν να περνούν απ' την Αγίου Δημητρίου οι φάλαγγες των επιστρατευμένων. Μόλις ακούγαμε τραγούδια, τρέχαμε στη γωνιά για να χειροκροτήσουμε. Γυναίκες και παιδιά πέφταν μέσα στη γραμμή και τους φιλούσαν.
'Οταν όμως πήρε να νυχτώνει μας έπιασε απελπισία. Τα φώτα του δήμου δεν άναψαν και στο σπίτι δεν μπορούσαμε ν' ανάψουμε φως, αν δεν βάζαμε στα παράθυρα κουβέρτες. Που να ξέραμε πως οι Ιταλοί δεν ήταν σε θέση να βομβαρδίσουνε τη νύχτα. Αργότερα θέλαμε μόνο συννεφιά ή σκοτάδι.

Γιώργος Ιωάννου: Η Σαρκοφάγος (Ερμής)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2009

No 646

Image Hosted by ImageShack.usBenoît Prévot

Ο Ζενέ, απ’ το βάθος της υποταγής του, παίρνει την εκδίκησή του: στόχος των χαδιών του είναι η μαλθακοποίηση του αρσενικού. Κι όταν, επιτέλους, ο τελευταίος αυτός, εξαντλημένος, καταρρέει και γίνεται απαλός, μέσα στον δήθεν σκλάβο του ξαναγεννιέται ένα αίσθημα που το νόμιζε πεθαμένο μαζί με την παιδική του ηλικία: η τρυφερότητα. Η τρυφερότητα, άμεση αντίδραση του αγαπώντα στην αφαρρενοποίηση του αγαπημένου. Άδειο, ζαρωμένο, ένα βρεγμένο κουρέλι, το ανδρικό μόριο δεν είναι πια τρομερό. Πριν ήταν κανόνι, πύργος, όργανο μαρτυρίου’ τώρα είναι από σάρκα, μπορείς να το χαϊδέψεις χωρίς να τιναχτεί όρθιο. Όπως έχουμε πει ήδη, η σκληρότητα του πέους του Νταβατζή και η συμπαγής και τρομερή του δύναμη είναι ένα και το αυτό. Η συρρίκνωση του πρώτου συμβολίζει την εξαφάνιση της δεύτερης. Δίνοντας τον εαυτό του στους σκληρούς, ο Ζενέ τούς στήνει παγίδα: μπερδεύονται μες στα μολυσμένα έλη του κι ο ανδρισμός τους τους εγκαταλείπει. Σε τελευταία ανάλυση, η πεολειχία είναι ευνουχισμός. Η πρωκτική συνουσία είναι ο συστηματικά επιδιωκόμενος θάνατος του αγαπημένου. Υποταγμένος, νικημένος φαινομενικά, ο Ζενέ, κατά τη στιγμή της ψεύτικης ηδονής του, νιώθει ότι η δήθεν κατάκτησή του απ’ τον αγαπημένο κάνει μια απότομη στροφή και μετά καταρρέει. Μπροστά στον ευνουχισμένο αρσενικό, που γλιστράει ανάσκελα δίπλα του, απαλλάσσοντάς τον απ’ το βάρος του, η συνείδηση του Ζενέ παραμένει μόνη και καθάρια και, χάρη στην προμελετημένη αντιστροφή, είναι το πέος του παθητικού ομοφυλόφιλου – το μόνο που είναι ακόμη επειδή αρνήθηκε την ηδονή- που αποδεικνύει την επαγρύπνησή του.

Jean-Paul Sartre: Άγιος Ζενέ. Κωμωδός και μάρτυρας (Εξάντας)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2009

No 645

Image Hosted by ImageShack.usPlayer(ΗΠΑ)

Κατέφθασε, με το καπέλο του βαλμένο άταχτα, όπως όταν δεν είχε χάσει τον καιρό του. Μ’ έσυρε μέσα στο σωμάτιό του, και καθισμένος στη γωνιά του κρεβατιού του, μου έκανε την εξιστόρηση.
Αυτό που είχε συμβεί εκείνο το βράδυ ήταν πως, απαντώντας σ’ ένα μήνυμα, ο Αλμπέρ τού είχε γνωστοποιήσει πως μπορούσε να πάει: ια έβλεπε αυτό για το οποίο του είχε μιλήσει.
-Αγαπητή μου Σελέστ, αυτό που είδα απόψε δεν το χωράει η φαντασία. Έρχομαι από του Λε Κυζιά, όπως ξέρετε. Με είχε ειδοποιήσει πως υπήρχε ένα άνθρωπος που πηγαίνει στο σπίτι του για να βάλει να τον μαστιγώσουν. Παρακολούθησα ολόκληρη τη σκηνή, από ένα άλλο δωμάτιο, από ένα παραθυράκι στον τοίχο. Είναι απίστευτο, σας λέω! Αμφέβαλλα γι’ αυτό’ ήθελα επαλήθευση’ την έχω. Πρόκειται για έναν μεγαλοβιομήχανο που ταξιδεύει ειδικά για τον σκοπό αυτό, από τα βόρεια της Γαλλίας. Φανταστείτε πως είναι εκεί, μέσα σ’ ένα δωμάτιο, δεμένος σ’ ένα τοίχο με αλυσίδες που έχουν λουκέτα, και πως ένα βρωμερό υποκείμενο, που το μάζεψαν δεν ξέρω από πού και το πληρώνουν γι’ αυτό, τον χτυπάει με το μαστίγιο, ώσπου το αίμα ν’ αναβρύσει από παντού. Και τότε μονάχα ο δυστυχής απολαμβάνει όλες του τις ηδονές…
Ήμουνα τόσο εξουθενωμένη από φρίκη, που του είπα:
- Κύριε, δεν είναι δυνατόν, αυτό δεν μπορεί να υπάρχει!
- Και όμως, Σελέστ, δεν το ‘χω επινοήσει
- Μα, Κύριε, πώς μπορέσατε να το κοιτάξετε αυτό;
- Ακριβώς επειδή δεν μπορεί κανείς να το επινοήσει, Σελέστ.

Σελέστ Αλμπαρέ: Ο κύριος Προυστ (Ολκός)

Παρασκευή, Οκτωβρίου 16, 2009

Νο 644

Image Hosted by ImageShack.us Αλμαλιώτης Στέφανος
.
(…) τρέχω, τρέχω, τρέχω, τρέχω, ονειρεύομαι τον μυστικό ψαλμό των Αράβων μεταξύ τους, σύντροφοι, σε βρίσκω και σε πιάνω απ’ το μπράτσο, θέλω τόσο πολύ ένα δωμάτιο και είμαι μούσκεμα, μάμα, μάμα, μάμα, μη λες τίποτα, μην κουνιέσαι, σε κοιτάζω, σ’ αγαπώ, φίλε, εγώ φίλε αναζητούσα κάποιον να είναι κάτι σαν άγγελος, μέσα σ’ αυτό το μπορντέλο, και είσαι εδώ, σ’ αγαπώ, και τα ρέστα, μπύρα, μπύρα, και εξακολουθώ πάντα να μην ξέρω πώς να το πω, τι πολτός, σκέτο μπορντέλο, φίλε, κι έπειτα συνέχεια αυτή η βροχή, η βροχή, η βροχή, η βροχή»

B-M Koltés: Η νύχτα μόλις πριν από τα δάση (Άγρα)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2009

No 643

Image Hosted by ImageShack.us
- Είσαι ένας ευνούχος τραγουδιστής, είπε.
- Ο Θεός το αποφάσισε έτσι.
- Το σκέφτεσαι συχνά αυτό;
- Ποιο; Το ότι είμαι ευνούχος;
- Το ότι δεν είσαι εντελώς όπως οι άλλοι.
- Δον Ραϊμούντο, αν δεν το σκεφτόμουν ο ίδιος, θα αναλάμβαναν οι άνθρωποι να με κάνουν να το σκεφτώ! Δεν υπάρχει άλλο θέμα για συζήτηση στα σαλόνια. Άλλοι μας χτυπούν, άλλοι μας υπερασπίζονται. Κανένας δεν νιώθει άβολα μιλώντας έτσι μπροστά μου.
- Μη μου πεις ότι δεν υπέφερες ποτέ συγκρίνοντας τον εαυτό σου με τους άλλους νεαρούς της ηλικίας σου.
- Στην αρχή, ναι. Τώρα…
- Στην αρχή;
- Ναι. Μου συνέβη να κλάψω τη νύχτα μπροστά στο παράθυρο της κάμαράς μου. Ο φοίνικας που σάλευε τα κλαδιά του στην αυλή είχε τόσο μελαγχολική όψη.
- Έκλαιγες!
- Άκουγα τα’ αγόρια που φώναζαν στο δρόμο, τα παράθυρα που έτριζαν, τα μουρμουρητά που ανέβαιναν στα μπαλκόνια. Ήμουν δεκαπέντε χρονών.

Dominique Fernandez: Πορπορίνο ή Τα μυστήρια της Νάπολης (Εξάντας)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2009

No 642

Image Hosted by ImageShack.us
Ο επίσκοπος κλείδωσε την πόρτα του προθάλαμου. Πήρε τον εσταυρωμένο από το μάρμαρο και τον έβαλε στο τραπέζι, φίλησε το κεντημένο σταυρό στο μικρό μωβ πετραχήλι που είχε φέρει μαζί του και το έβαλε στους ώμους του. Γονάτισε με τους αγκώνες στην άκρη του τραπεζιού με το αριστερό μάγουλο προς τον σταυρό και την ράχη στον μετανοούντα. Ο Τζωρτζ γονάτισε στο πάτωμα δίπλα απ’ το τραπέζι μπροστά στον εσταυρωμένο, έκανε το σημείο του σταυρού και άρχισε:
«Ευλόγησέ με, Πάτερ, γιατί αμάρτησα (…) έχω διαβάσει απαγορευμένα βιβλία και περιοδικά – τον 19ο Αιώνα και βιβλία παληά και σύχγρονα με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ήξερα πολύ καλά σε ποιες περιοχές πειρασμού τριγυρνούσα. Κατά κανόνα δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα πάνω μου, εκτός απ’ το αίσθημα της απέχθειας για τους συγγραφείς που γράφουν χυδαία μόνο για να γράφουν χυδαία, σαν τον Στράτωνα ή τον Ποντάνο. Ομολογώ, ότι δυο ή τρεις φορές στη ζωή μου απόλαυσα βρώμικες σκέψεις, που μου ενέπνευσαν κάποιες γραμμές στον Οράτιο του Κικέρωνα για τον Μ. Κέλιο και, ίσως πέντε-έξι φορές από ένα στίχο του Τζων Άντιγκτον Σύμοντς στο Artist. (…)»

Φρέντερικ Ρολφ: Ανδριανός ο Έβδομος (Μέδουσα)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2009

No 641

Image Hosted by ImageShack.us
- Εν δε τω ξβ’ εις δεκαπέντε χρόνους κανονίζει τους αρσενοκοίτας ο αυτός Βασίλειος, ως και τους μοιχούς.
- Ο δε Νύσσης εν τω δ’ εις δεκαοκτώ, λέγων ότι αυτή είναι αδικία εις το αλλότριον, και παρά φύσιν.
- Ο δε Νηστευτής εν τω ιη’ αυτού Κανόνι τρία έτη εμποδίζει τον αρσενοκοίτην από την κοινωνίαν μετά νηστείας, ξηροφαγίας και μετανοιών. Εν τω ιθ’ λέγει ότι αν παιδίον φθαρή από τινος, Ιερεύς ου γίνεται, έξω μόνον αν εις μόνους τους μοιρούς την ροήν εδέξατο.
- Ο δε Θεός προστάζει εις το Λευϊτικόν να θανατώνωνται οι αρσενοκοίται.
«Και ος αν κοιμηθή μετά άρρενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα εποίησαν αμφότεροι, θανάτω θανατούσθωσαν, ένοχοι εισιν».
Τόσον δε φοβερόν πράγμα είναι η αρσενοκοιτία, καθώς στοχάζεται ένας διδάσκαλος, ώστε οπού ο ίδιος Θεός ηθέλησε να καταβή προσωπικώς δια να ιδή αν τη αληθεία ενεργήται τοιαύτη αμαρτία, ωσάν να μη επίστευε καλά, αν ήτο δυνατόν να ευρεθή επάνω εις την γην τοιαύτη τερατώδης καία. Ούτω γαρ έλεγε δια τους αρσενοκοίτας Σοδομίτας: «Καταβάς ουν όψομαι, ει κατά την κραυγήν αυτών την ερχομένην προς με συντελούνται, ειδέ μη ίνα γνω» (Γένεσις ιγ’ 13)
- Και ο μεν Ιουστινιανό, κατά τον Ζωναράν (βιβλ. Γ’), και ο μέγας Θεοδόσιος πρότερον εγύμνωναν τους αθέους αρσενοκοίτας από όλα των τα υπάρχοντα, έπειτα τους επόμπευον, και ούτω τους έδιδαν πικρόν θάνατον.
- Ο δε Ουαλεντιανός ενώπιον πάντων κατέκαιε τους αρσενοκοίτας.
- Και Λέων δε και Κωνσταντίνος οι Βασιλείς εν τη εκλογή των νόμων (τιτλ. Κη’ σε. 128 της βιβλ. Γιορ. Γρασικορ.) λέγουσι θανατώνωνται με ξίφη οι ασελγείς, και ο ποιών και ο υπομένων. Εάν δε ο υπομένων είναι παρακάτω από τους ιβ’ χρόνους, να συγχωρείται δια το ανήλικον.
- Ο Νύσσης Γρηγόριος αναφέρων τα λόγια οπού είπεν ο Θεός περί των Σοδόμων το κραυγή Σοδόμων, κτλ. λέγει:
«Φρίξωμεν ουν, αδελφοί, και τρόμω περισχεθώμεν’ ου γαρ μικρός ο κίνδυνος, ότι η αμαρτία αυτή, λέγει ο Θεός, μεγάλη σφόδρα».

Πηδάλιον. Περί Μαλακίας, Αρσενοκοιτίας, Μοιχείας, Αιμομιξίας και Πορνείας (Περίπλους)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 30, 2009

No 640

Image Hosted by ImageShack.usKároly Ferenczy (Ουγγαρία)

Είμαι έξω...
...μόνος μου.

Το σπίτι του Μίλτου είναι κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Για να φτάσω μέχρι εκεί, αφού κατεβώ από το λεωφορείο, πρέπει να ανεβώ μια γέφυρα που περνάει πάνω από τις γραμμές των τρένων. Γέφυρα σιδερένια, παλιά. Κάνω πολλή φασαρία όταν την περνάω. Όλη η πόλη ακούει τα βήματά μου. Εκεί υπάρχω. Την αγαπάω, είναι ωραία. Ανεβαίνω, είμαι ψηλά, περπατάω, νιώθω υπέροχα. Σκέφτομαι τον Άνχελ, σκέφτομαι να πέσω στο κενό. Να φύγω τώρα που είμαι ευτυχισμένος... Να μην είμαι αχάριστος... Να μη ζητήσω περισσότερα... Να μη ζήσω τίποτε άλλο που να είναι μικρότερο, λιγότερο έντονο, λιγότερο όμορφο. Να μη ζητήσω τίποτε άλλο. Όσο έζησα, έζησα! Να φύγω τώρα! Να ήταν η γέφυρα πιο ψηλή... Να μη φοβόμουν τον πόνο... Να μην είχα αίμα...

"Ναι, σιγά!".

Μετράω τα σκαλοπάτια...

Αιμίλιος Βάρνας: Τριαντάφυλλα και φράουλες (Νεφέλη)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 24, 2009

No 639

Image Hosted by ImageShack.us
Το ν’ αγαπάς δεν σημαίνει μόνο ν’ «αγαπάς», αλλά κυρίως να καταλαβαίνεις. Και το να καταλαβαίνεις, σημαίνει να ξεπερνάς τα ελαττώματα, να μην μιλάς γι’ αυτά. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να μην φοβούνται, να νιώθουν ασφαλείς, να έχουν ζεστασιά, να αγαπιούνται. Οι άνθρωποι φοβούνται τη ζωή, φοβούνται μήπως χάσουν τα πάντα, φοβούνται πραγματικά.

Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά που ζητάω απ’ τους φίλους είναι το χιούμορ και η αφιλοκέρδεια: οι δυο μεγάλες ιδιότητες της φιλίας. Το χιούμορ σημαίνει εξυπνάδα κι έλλειψη υποκρισίας, κι η αφιλοκέρδεια είναι η γενναιοδωρία, η καλοσύνη.

Θεωρώ τον έρωτα σπουδαιότερο απ’ όλα τα πράγματα που θεωρώ επιθυμητά – τον έρωτα, τον θαυμασμό, τον σεβασμό την εκτίμηση. Αυτό που ονομάζουμε έρωτα είναι εγωϊστικό, υπερβολικό αίσθημα, η επιθυμία να κατέχεις. Αλλά είναι κάτι άλλο, είναι η συνεχής τρυφερότητα, η γλύκα, η έλλειψη.
Συχνά ο έρωτας είναι πόλεμος. Μια μάχη όπου ο καθένας προσπαθεί να νικήσει τον άλλο. Είναι φτιαγμένος από ζήλεια, κατάκτηση, ακόμα και όταν η συμπεριφορά μας είναι φαινομενικά γενναιόδωρη. Έχει θύματα, όπως όλες οι μάχες. Πάντα υπάρχει κάποιος που αγαπάει περισσότερο απ’ τον άλλο, κάποιος που υποφέρει, κάποιος άλλος που υποφέρει γιατί σε κάνει να υποφέρεις. Ευτυχώς δεν είναι πάντα οι ίδιοι κι η σχέση μπορεί να αντιστραφεί. Αλλά υπάρχει μια τρυφερότητα που σε κάνει να δεχθείς τον άλλο, και που είναι ταυτόχρονα εμπιστοσύνη και χάρη. Η δυστυχία είναι πως οι άνθρωποι προσπαθούν να κερδίσουν σ’ έναν τομέα αυτό που χάνουν στον άλλο. Υπάρχουν πολύ λίγοι που είναι ευχαριστημένοι απ’ την κατάστασή τους ή την υλική τους ζωή. Προσπαθούν να αναπληρώσουν αυτό που τους λείπει απ’ τους άλλους στις ερωτικές τους σχέσεις, γιατί θέλουν να κερδίσουν τουλάχιστον σ’ έναν τομέα. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα για να κερδίσουν. Κερδίζεις πάντα, όταν δίνεις, όταν αφήνεις τα πράγματα να τραβήξουν το δρόμο τους. Κι ύστερα υπάρχει ένα «κόλπο» που πρέπει να εφαρμόζεται στις ερωτικές σχέσεις: πρέπει ν’ αφήνεις μια φαινομενική ελευθερία στον σύντροφό σου για ν΄ αναρωτιέται αν τον αγαπάς πραγματικά. Δεν μ’ αρέσει και πολύ αυτό. Υπάρχει μια φυσική τάση του πνεύματος που συνίσταται στο να πιστεύεις πως αν κάποιος κοιμάται μαζί σου, ζει μαζί σου και κυρίως γελάει μαζί σου, αυτό σημαίνει πως σ’ αγαπάει: γιατί λοιπόν να σκεφθείς πως θα φύγει μακριά;
Ο έρωτας είναι εμπιστοσύνη. Το να καταλάβεις πως κάποιος σ' αγαπάει γιατί ζηλεύει, ίσως να σε μεθάει, ασφαλώς είναι μια εκδήλωση αγάπης αλλά στην πραγματικότητα μία από τις τελευταίες. Τα παιχνιδάκια της ζήλειας είναι αξιοθρήνητα. είμαι υπέρ της αγάπης με πλήρη εμπιστοσύνη κι αν κάνεις λάθος, τόσο το χειρότερο. Αυτό στοιχίζει συνήθως πολύ ακριβότερα σ' εκείνους που απατούν παρά σ'εκείνους που απατούνται. Πολλοί άνθρωποι αναζητούν έναν παροξυσμό στον έρωτα και χρησιμοποιούν τη ζήλεια για να τον πετύχουν. Οι σύντροφοί τους γοητεύονται, αλλά αυτό οφείλεται στη βία. Δεν είναι ανθρώπινες σχέσεις αλλά σχέσεις κυρίου και υπηρέτη ή αφέντη και σκλάβου.

Φρανσουάζ Σαγκαν: Εξομολογήσεις (Δίδυμοι)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 23, 2009

No 638

Image Hosted by ImageShack.usΣοφία Λασκαρίδου

ΧΧΙΙ
Μοιρολογούσα ως πάντα εδώ σκυμμένη,
σαν είδα από το χέρι σου νανοίγη
η θύρα μου κι ανάλαφρο να μπαίνη
το βήμα σου όπως κάποτε είχε φύγει...
Δεν έλπιζα να σέφερνε, η καϋμένη,
το κλάμα που μερόνυχτα με πνίγει
μεσ' το κελλί μου που όλο σε προσμένει,
έστω για λίγη ώρα έστω για λίγη...
Σα να μου πήρες το σκυφτό κεφάλι
και τόσφιξες γλυκά σταβρά σου στήθεια,
σαν νάνιωσα τα χείλη σου στη ζάλη
στο μέτωπό μου, Αγάπη, νάναι αλήθεια
πως ήρθες, για ονειρεύτηκα και πάλλει
έτσι η καρδιά μου απόψε μεσ' τα βύθια;

Ρίτα Μπούμη-Παπά: Τα τραγούδια στην αγάπη (Μαυρίδης)