Τρίτη, Ιουνίου 07, 2005

Νο 49

Image Hosted by ImageShack.usJohn White Alexander (ΗΠΑ)
.
.
Δεν με πιέζει να της μιλήσω. Παλιά δεν είχε τόση υπομονή μαζί μου.
«Παλιά δεν ήσουν τόσο υπομονετική μαζί μου».
«Παλιά ήταν αλλιώς. Ως ζευγάρι είχαμε διαφορετικές απαιτήσεις η μια απ’ την άλλη».
Θέλω να το βγάλω από μέσα μου : «Δε μου κρατάς κακία που χωρίσαμε ;» Τότε δεν την είχα ρωτήσει γιατί φοβόμουν την απάντησης της.
« Λίγο. Πολύ λίγο. Αλλά δε μ’ εμποδίζει να σ’ αγαπάω».
Χαμογελώ αμήχανα, τα δάκρυα συνωστίζονται και πάλι στα μάτια. Θ’ αγοράσω μετοχές της Σόφτεξ.
«Θέλω να …» Τα υπόλοιπα λόγια δε λένε να διασχίσουν το κατώφλι των χειλιών μου, σαν σκυλί που έχει βάλει κόντρα τα πόδια του και δεν κουνάει όσο και να τραβήξεις. Θα ήθελα να της έλεγα ότι κι εγώ την αγαπώ. Κι ότι, κυρίως αυτό, ας ήτανε μονάχα αυτό, ότι η αγάπη της για μένα είναι σαν σωσίβιο σε ανταριασμένο πέλαγος, κομπρέσα μες στη θέρμη του πυρετού. Μόνο που δεν το λέω και ξέρω γιατί –φοβάμαι. Φοβάμαι να πω εγώ με λόγια ότι η Έρρικα με αγαπά. Σαν να της κλέβω κάτι, σαν… σαν να σφετερίζομαι περισσότερα απ’ όσα δικαιούμαι.
Με κοιτά ερωτηματικά, περιμένει.

Λύο Καλοβυρνάς : Πέφτω (Οξύ)

Νο 48

Image Hosted by ImageShack.us Harry Wilson Watrous (ΗΠΑ)
.
.
ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ
(για τη Νάνσυ)

Μια φίλη μας αποκαλεί
γέρικο παντρεμένο ζευγάρι.
Εγώ εκνευρίζομαι,
εσένα δε σε νοιάζει.
Στο δρόμο για το σπίτι
ρωτάς γιατί τσαντίστηκα
Είμαστε κάτι
σαν αυτό που είπε
λες Εγώ λέω
Όχι
Δεν είμαστε παντρεμένες
Κανένας δεν ευλόγησε
αυτή την ένωση Κανένας
δε μας χάρισε κουζινικά
Μόνες μας αγοράσαμε μίξερ
Χτίσαμε, την κοινή μας ζωή
στο κενό των νόμων
Έξι χρόνια
τι να μας έφερε κοντά
ένας χαρτογράφος μια μαγνητική δύναμη
τα κορμιά μας η ομιλία
ο αέρας κάποια πείνα
Ακροάτριες κι οι δυο
μιλήσαμε
Ήθελα: την τεντωμένη σου ενεργητικότητα,
έλεγχο αποφασιστικότητα
ειλικρίνεια το παρελθόν σου
ως αθλήτρια
Ήθελες:την "καλλιέργεια" μου
ευγένεια, ζεστασιά.
Και φυσικά, είμαστε καταδικασμένες
ν΄αποτύχουμε:
έφερες στην επιφάνεια
το θυμό μου Αντιστέκομαι
στον έλεγχο σου Η ενεργητικότητα σου
μ΄εξοντώνει Τα χέρια μου
παραείναι ζεστά για σένα πήρες
το βάρος που έχασα η ευγένεια μου
είναι ανειλικρινής η ειλικρίνεια σου
είναι σκληρή σιχαίνομαι
τη μοτοσυκλέτα σου
Κι ωστόσο κάτι έχει αλλάξει
έγινες πιο ευγενική
εγώ αποφασιστικότερη
Εύκολα περπατάμε
γύρω απ΄το σπίτι μας
και μέσα στους κώδικες η μια της άλλης
Δεν υπάρχει τίποτα
που να μη μπορούμε να συζητήσουμε
Στέρεο το έδαφος κάτω από τα πόδια μας
ξέρουμε αυτό το τοπίο
Δεν επιλέγουμε κατεύθυνση
όμως το μονοπάτι είναι καθημερινά ένα μυστήριο.
Ενας καινούργιος χάρτης της ίδιας περιοχής.

Alice Bloch
Από την ανθολογία ΣΑΠΦΟΥΣ ΣΑΠΦΕΙΡΟΙ (Γαβριηλίδης)

Νο 47

(Η Ρουθ στη Ναομί)

Μη απάντησαί μοι του καταλιπείν σε ή αποστρέψαι όπισθέν σου'
ότι συ όπου πορευθής, πορεύσομαι,
και ου εάν αυλισθής, αυλισθήσομαι'
ο λαός σου λαός μου, και ο Θεός σου Θεός μου...
ότι θάνατος διασταλεί ανάμεσον εμού και σου.

ΡΟΥΘ : Α' 16-17

Νο 46

Image Hosted by ImageShack.us Eileen Doman (HΠΑ)
.
.
«Ο Δράκος…» ψέλλισε η Βέρα.
Η φωνή της ήταν βραχνή απ΄ τον φόβο. Κράτησε την αναπνοή κι ύστερα άρχισε να παίρνει κοφτές, βιαστικές ανάσες, που έκαναν το στήθος της ν’ ανεβοκατεβαίνει πάνω στο στήθος της Άννας. Εκείνη δεν φοβόταν καθόλου. Αν ήταν ο Δράκος, είχε προσπεράσει το σπίτι. Η τρομοκρατημένη αναπνοή της Βέρας της προκάλεσε ένα δυνατό, συναρπαστικό, ανεξέλεγκτο συναίσθημα – εντελώς πρωτόφαντο, κάτι σαν λυσσασμένη ορμητικότητα θυμού, που θυμός όμως δεν ήταν. Σφίγγοντας τους μηρούς της γύρω από τον μηρό της Βέρας, την άδραξε απ’ τον ώμο, απολαμβάνοντας την αίσθηση του σκοινιού που μπηγόταν στον καρπό της σαν να ήταν ευχαρίστηση κι όχι πόνος. Σφίχτηκε ακόμη πιο δυνατά, βυθίζοντας τα νύχια στη σάρκα της Βέρας. Όλο το κορμί της αναρίγησε.
«Φύγε από πάνω μου», φώναξε η Βέρα, απόλυτα αγέλαστη ξαφνικά. «Φύγε από πάνω μου, είπα».
Κοιτούσε την Άννα με τρόμο και απέχθεια. Την κοίταζε σαν να ήταν ένα έντομο που σιχαινόταν και να το πατήσει.

Ειρήνη Σπανίδου : Φόβος (Ωκεανίδα)

Δευτέρα, Ιουνίου 06, 2005

No 45

Image Hosted by ImageShack.us Γιάννης Τσαρούχης
.
«Για πες μας λοιπόν, Αλέξανδρε, τώρα που σου εξομολογηθήκαμε εμείς τον έρωτα μας, οφείλεις κι εσύ να μας πεις για τον δικό σου, αυτόν που μας ανέφερες χτες το βράδυ»
Ο Αλέκος γύρισε και κοίταξε το συγκάτοικό του με περιέργεια. Σίγουρα κάτι είχε ειπωθεί την προηγούμενη βραδιά που εκείνος αγνοούσε. Πώς μπορούσε να έχει κάποια σχέση; Όχι. Σίγουρα ήταν πρόσχημα. Κάτι είχε σκαρφιστεί για να μην τους βάλει σε υποψίες. Έτσι κι αλλιώς όμως δεν είχαν και τίποτα σαρκικό μεταξύ τους. Ένιωσε σαν να τον έβαλαν σε ηλεκτρική καρέκλα. Για μια στιγμή όρμησε απ' το μυαλό του η επιθυμία που ποτέ δεν είχε εκδηλώσει. Προδιδόταν. Τα μάγουλα και τα μηνίγγια του άναψαν. Απ' την απάντηση του Αλέξανδρου κρεμόταν η τύχη του κόσμου, η τύχη του, η τύχη τους. Η πολυθρόνα όπου καθόταν δεν τον χώραγε. Ήταν έτοιμος να εκραγεί.
«Ο δικός μου μεγάλος έρωτας είναι ο Αλέκος», είπε ο Αλέξανδρος.

Ιωσήφ Αλυγιζάκης : Η αναγνώριση του πτυχίου (Καστανιώτης)

No 44

Image Hosted by ImageShack.us Leif Thageson (Σουηδία)
.
.
Του βουλώνω το στόμα με το χέρι και με τ’ άλλο κατεβαίνω στο φερμουάρ. Αφήνω το στόμα και τρέχω στο στήθος. Ζουλάω τις τρυπημένες ρώγες και σφίγγω στα δάχτυλα τον κρίκο και το καρφί. Ο Τζώνυ αναστανάζει. Τον γυρνάω μπρούμυτα και του κατεβάζω τη βερμούδα και το σλιπ. Τα οπίσθια τρέμουν, οι γοφοί αντιστέκονται. Τον σαλιώνω γερά και του βουλώνω το στόμα. Αγωνίζεται να ξεφύγει, μα με τον κρίκο παγιδευμένο στα δάχτυλα μου φυλακίζεται ολόκληρος ανάμεσα στα σκέλια μου και κλειδώνεται εκεί. Στην αρχή ασάλευτος και μετά ζωηρός. Αναβάτης και ισορροπιστής. Πάνω κάτω αγωνίζεται και στάζει ιδρώτα και ιδρώτα και ιδρώτα χωρίς σταματημό. Η μυρωδιά του απλώνεται…Τώρα είμαστε καλά. Μείνε λίγο ακόμα. Μέρες την περίμενα αυτή τη στιγμή…
Ο Τζώνυ τρεκλίζει. Ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους στρωμένους με πλακάκια και μια λεκάνη που παραφυλάει σαν κουμπαράς. Στήνεται όρθιος ξανά. Ο χρόνος τελειώνει. Εγώ εξαργυρώνω μέσα του, εκείνος ταΐζει τον κουμπαρά.
Ο ιδρώτας εξατμίζεται, η βερμούδα ανεβαίνει, ο κρίκος και το καρφί σκεπάζονται κάτω από το άσπρο βαμβακερό. Ανοίγουμε την πόρτα. Ένας Γιαπωνέζος περιμένει τη σειρά του στωικά., μετράει δυο άντρες που βγαίνουν απ’ το «Γυναικών». Απογοήτευση και σοκ. Έφτασε μέχρι εδώ για να ταξινομήσει στο χάρτη του την κουλτούρα των υπαρξιστών κι έπεσε ο καημένος στο υπόγειο με το δάσος και τη φωτιά.

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης : Εδέμ (Καστανιώτης)

No 43

Πες μου αλήθεια, τι γνώμη έχεις για τους νέους;» ρώτησε τη Δασκάλα.
« Η ανωριμότητα τους μ' εκνευρίζει, αλλά την προτιμώ από τη βαρετή ωριμότητα των μεγαλύτερων. Ύστερα είναι το σώμα, η φρεσκάδα της σάρκας, η λάμψη των ματιών, τα υγρά χείλη, η μεγάλη ποσότητα σπέρματος που χύνουν επάνω μου, είναι κι άλλα πολλά, ασήμαντα πράματα που με κάνουν να τους πλησιάζω, να τους δέχομαι, ακόμα και να τους ερωτεύομαι καμιά φορά, όταν είναι απόλυτη ανάγκη να υποστηρίξω τις ψευδαισθήσεις μου».
«Και δεν πληγώνεσαι όταν μες στην ελαφρότητα τους σύντομα σε ξεχνούν και τελικά σ' εγκαταλείπουν;»
«Αχ, τι βαριά κουβέντα βρήκες να κάνεις, μωρή Χαρά! Αφού το ξέρεις η ζωή είναι άνισο παιχνίδι! Το ίδιο και ο έρωτας»
«Το ξέρω, και βέβαια το ξέρω, αλλά να, όλος αυτός ο πόνος που φωλιάζει μέσα μου από το παρελθόν μου δεν έχει καταφέρει ακόμα να με διδάξει».
«Εσύ έτσι φτιάχτηκες. Είσαι ευαίσθητη και την πίκρα την έλκεις. Οι νέοι είναι αναίσθητοι γιατί είναι νέοι και γιατί η ποσότητα μετράει πιο πολύ στη ζωή τους από την αξία της ποιότητας».
«Ώρες ώρες νιώθω πως κρύβω στην ψυχή μου ένα θησαυρό. Περνούν οι άνθρωποι που ποθώ πάνω από το σώμα μου, με κοιτάζουν με τόση καθαρότητα στα μάτια, και λέω πως να, τώρα θα κάνουν μια βουτιά στην ψυχή μου, θα ανακαλύψουν το θησαυρό, θα τους μαγέψει και θα γείρουν στο πλάι μου αιχμαλωτισμένοι».

Μίνως Μαρκάκης : Ταμάμ (Καστανιώτης)

No 42

Στο δρόμο , κοντά στο λιμάνι, με τα μπουρδέλα και τους υακίνθους, με το φεγγάρι ν' αντιφεγγίζει πάνω στα μαλλιά του, εκείνος περιπλανιέται πια όπως μια μνήμη, μέσα σε μια ποίηση, που κρύβει στο σκοτάδι ζοφερές αναμετρήσεις ή τρυφερά συναπαντήματα αρσενικών' όπως το τραγούδι κάποιου ναύτη μελαγχολικό, το σφύριγμα ενός πλοίου που σαλπάρει, η μορφή του μοιάζει να χάνεται στον ουρανό. Η νύχτα που τον στολίζει, του φέρνει το θάνατο. Πίσω από φράχτες κ' έρημα γιαπιά, μαζεύονται και θρηνούν οι άντρες, που αγαπήθηκαν μαζί του. Τ' αγόρια που τώρα τελείωσαν τη βάρδια τους, τ' αγόρια που μιλάνε τέτιαν ώρα με τους ναύτες στο λιμάνι, οι λωποδύτες που την κάνανε σκαστοί: " Τώρα το πένθος μας αρχίζει!". Όλοι στην είδηση του φριχτού θανάτου, έβγαλαν τα μαντήλια τους. Ο Μιχαήλος έκλαψε για τους δικούς του αρραβώνες. Ο φόβος έκανε τις πόρτες των μπουρδέλων να σφραγίσουνε' οι γυναίκες έπεσαν μονάχες' οι δυνατοί νταβάδες γύρεψαν ν' ανάψουνε καντήλι' οι δολοφόνοι αγαπήθηκαν στις εκκλησιές. Μοναχό στο στρώμα του, κανέναν δεν τον παίρνει ο ύπνος.
"Τον φάγανε μπαμπέσικα"
"Από την πιάτσα, ρώτησα, κανείς δεν ξέρει"
"Εγώ είδα τους μπάτσους να τον παίρνουνε"
"Κρίμα ήταν έτσι να χαθεί η Μόνα-Λίζα."

Αλέξης Αρβανιτάκης : Μόνα-Λίζα (Η Άμαξα)

No 41

Η επόμενη εικόνα ήταν μπερδεμένη. Ακούω τον ήχο του στρατιωτικού ελικοπτέρου που με παραλαμβάνει και την αναφορά για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου : «...σεξουαλική παρενόχληση...αναγκαστική άμυνα των υπόλοιπων φαντάρων...επίθεση εν βρασμώ ψυχής».Κι ύστερα οι λευκοί τοίχοι του νοσοκομείου και οι άγαρμπες κινήσεις της νοσοκόμας που ψάχνει φλέβα για να πάρει αίμα.
Κι εσύ, αγαπημένη μου μαμά, να κάθεσαι δίπλα μου και να ρωτάς : «Φίλιππε, πώς μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό;» Πώς μπόρεσα να κάνω τι; Ας μου απαντήσει κάποιος. Ας μου πει γιατί θα πρέπει να ντρέπομαι. Ναι είμαι διαφορετικός αλλά δεν πόνεσα και δεν πλήγωσα κανέναν. Έδωσα μονάχα αγάπη και φροντίδα. Ζητιάνεψα το ενδιαφέρον και την προσοχή. Τελικά έλαβα εκδίκηση και εξευτελισμό.
Κανείς δεν ξέρει ότι αυτοί οι άνθρωποι πρώτα γλέντησαν και μετά με πάτησαν σα σκουλήκι στο χώμα. Φέρθηκαν με το χειρότερο τρόπο και παρόλα αυτά θεωρούνται «πραγματικοί άντρες». Έ, λοιπόν αν είναι έτσι χαίρομαι που δεν είμαι σαν κι αυτούς. Και δε με νοιάζει που δε συμφωνείς.

Ελένη Ζαχαριάδου : Γλυκά του κουταλιού (Το Ροδακιό)

Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

No 40

Η λογοτεχνική ταυτότητα που απέκτησε από το θρύλο του δεν τον ωφέλησε πάντα' μπορεί εξαιτίας της ο Ναπολέων Λαπαθιώτης να κατέχει μια θέση μοναδική και ξεχωριστή στη νεοελληνική λογοτεχνία, αλλά ακόμη και σήμερα, αντιμετωπιζόμενος σαν κάτι χωριστό και ιδιαίτερο από πολλούς ομοτέχνους του, μεταθέτει το βάρος της λογοτεχνικής παρουσίας του στη μορφή του, με αποτέλεσμα να μη μελετάται, όπως του αξίζει, το έργο του, ή, και όταν μελετάται, να παρεξηγείται.
Ούτως ή άλλως ο Λαπαθιώτης έλκει - σαν μαγνήτης - την παρεξήγηση και σαν μορφή' βέβαια σήμερα δεν βρισκόμαστε στο μεσοπόλεμο, η κοινωνία μας ακούει όλο και περισσότερο για κάποιες απ’ τις όχι και τόσο ευχάριστες πλευρές του χαρακτήρα του (ναρκωτικά, ομοφυλοφιλία), και παρόλο που δεν εκδηλώνει, ανοιχτά, τον τρόμο της όπως παλιά ( έχουμε μάθει να είμαστε πιο ανεκτικοί σε τέτοια φαινόμενα), εντούτοις η αντίθεση αυτών που εκπροσωπούν το «νόμο» και την «τάξη», των τα «φαιά φορούντων, περί ηθικής λαλούντων», έχει άλλους, πιο σοφιστικέ και πλάγιους τρόπους για να εκδηλώνει την περιφρόνηση της, όχι μόνο για τον Λαπαθιώτη, αλλά και για τα υπόλοιπα άτομα που ανήκουν σ’ αυτές τις κοινωνικές μειονότητες.

Τάκης Σπετσιώτης : Χαίρε Ναπολέων (Άγρα)

Νο 39

Μόνον ανίδεοι και ξιπασμένοι μπορούν σήμερα να λένε πως ο Λαπαθιώτης ήταν ένας μέτριος ή και ασήμαντος ποιητής του μεσοπολέμου, κι αυτό γιατί δεν μπορούν να δουν άλλο τίποτε παρά μονάχα τα ποιήματα του, και μάλιστα αυτά τα δημοσιεύσιμα, ενώ ο Λαπαθιώτης ήταν ένας δυνατός αισθησιακός ποιητής και προπαντός μια πνευματική προσωπικότητα. Η ποίηση του Λαπαθιώτη βρίσκεται στα ανέκδοτα τολμηρά ποιήματα του.(...)
Το σπίτι ήταν γυμνό από έπιπλα και πολύ βρώμικο. Ο Νίκος Καρύδης δεν είχε γνωρίσει τον ποιητή. Ο ποιητής είχε αυτοκτονήσει στο πρώτο πάτωμα, μπαίνοντας. Οι φορατζήδες ήταν εκεί, καθώς και ο αρρενωπός φίλος του ποιητή. Ήταν ένα κρεβάτι μπαίνοντας δεξιά, το στρώμα χωρίς σεντόνι. Το στρώμα με λεκέδες, ίσως αίματα. Πίσω από την πόρτα πολλές κουρελιασμένες γραβάτες. Στο βάθος απέναντι ένας μικρός νιπτήρας. Αριστερά μια πόρτα, απόπου περνούσες σ' ένα μεγάλο χώρο. Όμως όλοι οι τοίχοι σκεπασμένοι με βιβλιοθήκες, φορτωμένες βιβλία. Ήταν τόσο πολλά τα βιβλία, ώστε υπήρχαν και βιβλιοθήκες κάθετες προς το χώρο των δωματίων, σαν χώρισμα στη μέση. Τα βιβλία ήταν εκλεκτά και ακριβά, σε γαλλική γλώσσα κυρίως. Μυθιστορήματα, ποιήματα, μελέτες, βαριές καλλιτεχνικές εκδόσεις. Και ήταν διαβασμένα βιβλία, χρησιμοποιημένα βιβλία-ζεστά. Γεμάτα σκόνη, βέβαια. "Μια βδομάδα κουβαλούσαν οι κληρονόμοι τη βιβλιοθήκη του. Είχε αγανακτήσει η γειτονιά". Ο κύριος Ναπολέων! "Κανείς δεν ξέρει την τύχη της βιβλιοθήκης του", Είναι εφτάψυχα τα βιβλία, εμείς να δούμε τι θα απογίνουμε... Καμιά μέρα θα γκρεμίσουν και το σπίτι ή θα το κάψουν. Κανείς δεν άκουσε την πιστολιά! Ούτε πρόκειται να ακούσει.
Πικρή αλλά γνωστή πια η μοίρα του γείτονα μου Λαπαθιώτη. Η μοίρα του γείτονα του όμως άγνωστη. Ο κύριος Γιώργος!

Γιώργος Ιωάννου : ο της φύσεως έρως (Κέδρος)

Νο 38

Κι ο Ταχτσής επανήλθε στο παρόν.
«Μα έχω γράψει γι' αυτόν στο "Τρίτο Στεφάνι". Στο σημείο που η Νίνα, μαθαίνει απ' τον Άκη την αλήθεια για τον Δημήτρη (αυτός ο ήρωας βασίζεται στο θείο του Γιάννη) ότι τον είχαν πιάσει να πουλάει ναρκωτικά σ' ένα ποιητή που αργότερα αυτοκτόνησε – δεν θυμόταν η Νίνα, τ' όνομα του. Δεν τον ονόμασα επίτηδες, γιατί υποτίθεται ότι η Νίνα δεν ήξερε τόσο καλά από ποίηση ώστε να ξέρει τον Λαπαθιώτη!»
...Του 'πα ότι είχα προσέξει ότι ο Ντίνος, ο αδελφός της Νίνας, σαν χαρακτήρας συντίθετο από στοιχεία και «ιδιότητες» του Λαπαθιώτη : Ομοφυλόφιλος, ναρκομανής, κομμουνιστής - ένα τρικέφαλο τέρας για την κοινωνία της εποχής. Το παραδέχτηκε εν μέρει. Ναι, ασφαλώς τον είχε επηρεάσει και στον Ντίνο ο Λαπαθιώτης, αλλά μόνο σαν ιδέα. Γιατί, στην πραγματικότητα, κάποιο άλλο παιδί, νομίζω μου 'πε τ' όνομα Μάριος, ήταν το πρόσωπο στο οποίο αναφερόταν πραγματικά ο Ντίνος. Κι η ουσία ήταν άλλη, συμπλήρωσε. Γιατί ο Ντίνος, ήταν ένα παιδί που διώχθηκε απ’ το σπίτι του, πετάχτηκε στο δρόμο και χάθηκε. Με τον Λαπαθιώτη ήταν διαφορετικά. Ακόμη και την τελευταία στιγμή του ξεπεσμού του. Γιατί ο Λαπαθιώτης ήταν πλούσιος. Κλείστηκε στο σπίτι του, και του τα πήγαιναν όλα, ναρκωτικά, όλα έτοιμα.
Του 'πα ότι θα 'θελα κάποτε να κάνω μια μεγάλου μήκους ταινία για την ζωή του Λαπαθιώτη, που ώρες-ώρες την έβρισκα πιο ενδιαφέρουσα κι απ' την ποίηση του, αν εξαιρούσα αρκετά τολμηρά ερωτικά ποιήματα, που «παντρεμένα» μ' ένα βαθύ, μεταφυσικό στοιχείο, την απογείωναν. « Αυτός, λέγανε ότι έγραφε όλα τα ποιήματα του στο πιάνο... με την μουσική...», πετάχτηκε, κι αμέσως μετά, παίρνοντας έναν άλλο, σαν ξεχασμένο κάπου μακρυά, στα νεανικά του χρόνια, τόνο, άρχισε να μου απαγγέλλει το γνωστό, για το σκάνδαλο, εκείνο :

Κι ήταν οι μπερντέδες κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεββάτι...


Τάκης Σπετσιώτης : στον Κώστα Ταχτσή αντί στεφάνου (Οδός Πανός)

Νο 37

Εγώ είχα το γνωστό, έκτοτε, και χιλιοειπωμένο :

Κι ήταν οι μπερντέδες κόκκινοι,
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι.
.
Και την άλλη μέρα, ο Τσοκόπουλος μ' ένα χρονογράφημα του έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου, καυτηριάζοντας την υλιστική κι ανήθικη ύλη του περιοδικού, και υποδεικνύοντας τ' άτοπα που εγκυμονούσε, κυκλοφορώντας σ' αθώα χέρια νέων! Ο Μελάς, στην "Εστία", επέπεσε δριμύτερος, με τον τίτλο : "Σάρκα! Σάρκα!"...Το πράγμα πήρε φωτιά αμέσως και στις άλλες εφημερίδες. Σάτιρες, βρισιές,επακολούθησαν, τυμπανοκρουσίες υπέρ της ηθικής, πύρινα άρθρα, με στοιχεία κεφαλαία - και συγχρόνως συνεντεύξεις με τους δράστας, φωτογραφίες των διευθυντών και των συνεργατών της Ανεμώνης και, τελοσπάντων, γενική κατακραυγή! Μες στην παραζάλη αυτή των επιθέσεων, άλλοι από τους υπευθύνους κρύφτηκαν κι άλλοι απάντησαν πολύ προκλητικά, υπερθεματίζοντας σε τολμηρές εκφράσεις. Βγήκε κατόπιν κι άλλο φύλλο - το τελευταίο της φτωχής Ανεμώνης - ακόμα τολμηρότερο κι εκείνο. Θρύλοι δημιουργήθηκαν κακόβουλοι, κι η υπόθεση πήρε όψη καθαρού κοινωνικού σκανδάλου!

***
Κι η ζωή μου εξακολουθεί. Ομολογώ πως είμαι κουρασμένος, λυπημένος, απογοητευμένος. Όχι πως είχα πλάσει πολλά όνειρα που μου τα σκόρπισε ή που μου τα διέψευσε : ήμουν πάντα συντηρητικός, κι οι χίμαιρες μου περιορισμένες. Ούτε είχα και ποτέ φιλοδοξίες, που δεν κατόρθωσα να ικανοποιήσω. Δεν είχα ίσως καν φιλοδοξίες. Δεν ζητούσα παρά τη γαλήνη, την ήρεμη ζωή, το στοχασμό. Κι αυτά, μπορώ σχεδόν να πω πως τα κατόρθωσα. Και είμαι βέβαιος πως κάποιοι καλοί άνθρωποι, αναμετρώντας έτσι τη ζωή μου, θα είχαν ίσως την ανόητη αφέλεια να με πιστεύουν για πολύ ευτυχισμένο, και για "προνομιούχο" της - ποιός ξέρει! Έτσι φαίνονται τα πράγματα απ' έξω.
Κι όμως εγώ είμαι κουρασμένος!
Κι η ζωή μου εξακολουθεί...

Ναπολέων Λαπαθιώτης : Η ζωή μου (Στιγμή)

No 36

Image Hosted by ImageShack.usBasil Blackshaw (Ιρλανδία)
.
.
ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Μάτι δειλό, που σε κοιτάζει
βαθιά, βουβά και σκοτεινά,
κ’ έτσι πιστά, σα να σου τάζη :
Θα σ’ αγαπώ παντοτινά

Ψηλό, λιγνό, τρελό για χάδι,
δουλεύει σ’ ένα μαγαζί.
Το πήρα ένα Σάββατο βράδι
και κοιμηθήκαμε μαζί.

Ναπολέων Λαπαθιώτης : Ναπολέων Λαπαθιώτης. Μια παρουσίαση από τον Σωτήρη Τριβιζά (Γαβριηλίδης)

Νο 35

Με κράτησαν στην ασφάλεια για ανακρίσεις 4 μέρες και μετά με προφυλάκισαν στις ναυτικές φυλακές της Ψυττάλειας. Από κει μ' έστειλαν στο δημόσιο ψυχιατρείο του Δαφνιού, όπου έμεινα για παρακολούθηση δυο μήνες και κατόπιν με γύρισαν πάλι στις ναυτικές φυλακές.
Από το διαρκές ναυτοδικείο του Πειραιά καταδικάστηκα σε ισόβια κάθειρξη χωρίς να δεχτούν κανένα ελαφρυντικό, ούτε το ότι το αδίκημα ήταν έγκλημα πάθους χωρίς ιδιοτελή κίνητρα, σε στιγμές που δεν έλεγχα τις σκέψεις και τις πράξεις μου, ούτε το ότι βρισκόμουν σε μετεφηβική ηλικία(19 χρονών), ούτε τον πρότερο έντιμο βίο γιατί, λέει, ήμουν ομοφυλόφιλος.
Στο δικαστήριο, από τους συγγενείς του Αντώνη, παραβρέθηκε ο πατέρας του, που αν και μάρτυρας κατηγορίας, δεν είπε τίποτα κακό για μένα κι όταν ο πρόεδρος τον ρώτησε τι ζητάει, όχι μόνο δεν αξίωσε τίποτα ο άνθρωπος, αλλά ούτε και αυτή την καταδίκη μου ζήτησε.
Αργότερα ξανάγινε η δίκη στο αναθεωρητικό δικαστήριο, αλλά η ποινή μου παρέμεινε ίδια, γιατί κι εκεί αρνήθηκαν οποιοδήποτε ελαφρυντικό. Μετά την οριστική καταδίκη μου, με έστειλαν στις πειθαρχικές φυλακές της Κέρκυρας, ενώ κανονικά θα 'πρεπε να με στείλουν ή σε φυλακή ανηλίκων ή έστω σε κάποια άλλη μη πειθαρχική.
Αν κι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τη μέρα του φόνου, ακόμα οι τύψεις, επειδή σκότωσα τον άνθρωπο που αγαπούσα, με βασανίζουν. Ο χαμός του Αντώνη, όταν συνειδητοποίησα τι είχα κάνει, ήταν η φοβερότερη τιμωρία.

Χρήστος Ρούσσος : εγώ ο άγγελος που σκότωσα τον εραστή μου... ( Οδυσσέας)

Νο 34

Την Κυριακή 3 του Νοέμβρη 1968 οι εφημερίδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης κυκλοφόρησαν μ' ένα σκανδαλοθηρικό άρθρο : συνέχεια και, κατά κάποιον τρόπο, «κορωνίδα» των «επιτυχιών» της «Επιχειρήσεως Αρετή» που είχε αναλάβει εκείνη την εποχή το αρμόδιο υπουργείο.
Ότι το άρθρο είχε τον ιδιαίτερο αυτό χαρακτήρα, αποδειχνόταν από το γεγονός ότι ο ίδιος ο επίσημος εκπρόσωπος του υπουργείου, είχε θεωρήσει αναγκαίο να καλέσει τους δημοσιογράφους σε Πρες Κόνφερανς για να τους ανακοινώσει το περιεχόμενο του και κατόπιν να προβεί σε δηλώσεις. Επρόκειτο συγκεκριμένα (όπως οι τίτλοι και το κείμενο πληροφορούσαν το ανύποπτο κοινό), για τη σύλληψη τριάντα «ανωμάλων τύπων» που είχαν συγκεντρωθεί σε κάποιο σπίτι στην Καλογρέζα και «ετοιμαζόντουσαν» να προβούν ή « θα προέβαιναν» σε «όργια». Δυστυχώς γι’ αυτούς, η έγκαιρη επέμβαση της Αστυνομίας τους είχε εμποδίσει να πραγματοποιήσουν τους ανόσιους σκοπούς τους και ο εκπρόσωπος του υπουργείου τους παράδινε τώρα «στην κοινή περιφρόνηση» για παραδειγματισμό, με όλα τα στοιχεία της ταυτότητας τους :όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, ηλικία και επάγγελμα. Σε μια τελευταία μάλιστα αποστροφή, απευθυνόμενος προς τους έλληνες γονείς, εφιστούσε την προσοχή τους στο γεγονός και προειδοποιούσε ότι σε ενδεχόμενη μελλοντική περίπτωση παρόμοιου είδους, θα θεωρούσε υπεύθυνους και τους ίδιους!

Λουκάς Θεοδωρακόπουλος : Ο Καιάδας. Χρονικό μιας πολιορκίας. (Πολύχρωμος Πλανήτης)

Νο 33

Καταπίνω τον τρόμο μου και ήρεμα, λογικά, προσπαθώ να τους αποτρέψω, Μη παιδιά...Ανακατεύονται μες στο μυαλό μου σκηνές ταινιών με επικές μάχες, όπου πολυάριθμες δυνάμεις στρατιωτών ρίχνονται με τεράστιους κορμούς δένδρων να παραβιάσουν τη θεόρατη πόρτα του κάστρου.
Τσουχτερός πόνος διαπερνάει όλο μου το σώμα, η απελπισία τραβάει τα χαρακτηριστικά μου και τα μετατοπίζει. Κολυμπάω στον ιδρώτα μου. Τρυπούν τ' αυτιά μου βρισιές που δεν μπορώ να ξεδιαλύνω, νιώθω να φεύγουν ένα-ένα από πάνω μου τα ρούχα, μένω γυμνός και δεν κρυώνω, ζεστά υγρά με ραντίζουν στο πρόσωπο και κατρακυλάνε απ’ τα πόδια' φαντάζομαι ότι είμαι περιζωσμένος από κουστωδίες βρυκολάκων που άνεργοι και υπομονετικοί χρόνια, αναστήθηκαν στην καταλληλότερη ευκαιρία για να εκπληρώσουν επιθυμίες που κάποτε εμποδίστηκαν.
Λίγα λεπτά προτού χάσω τις αισθήσεις μου, έχω πλέον πάψει να πονάω απ' τις γροθιές, τους κλώτσους και τα χαστούκια' ακούω σχεδόν ευτυχισμένος να με βρίζουν, νιώθω εξαϋλωμένος καθώς μου ξεπατώνουν τα μαλλιά και μου λιώνουν τα δάχτυλα κάτω απ’ τα τακούνια τους' αφήνω το σώμα μου χαλαρό για να τους διευκολύνω τις επιθέσεις.
Ύστερα κολλάω στον τοίχο κι αρχίζω να πέφτω σταδιακά, κρατώντας ως τελευταίες μνήμες των αισθήσεων το ψύχος του τοίχου και την καυτή ανάσα μου.

Γιάννης Παλαμιώτης : Οι φίλοι ή Παραχάραξη ηθικής (Εξάντας)

Νο 32

Τα σινεμά αυτά είναι απόλυτα ανδροκρατικοί χώροι, όπως τα παλιά καφενεία πριν τις χαζοχαρούμενες καφετέριες. Έχουν τους δικούς τους κώδικες, τους δικούς τους ανθρώπους, τη δική τους νομοτέλεια. Στοιχειώνονται από μοναξιές, ερημιές, απογοητεύσεις, προσδοκίες. Κυρίως είναι μια λύση πρόσκαιρης ξεχασιάς, μια αναβολή μαύρων σκέψεων, ένα ξόρκι αποτελεσματικό μέχρι ν' απειλείσει πάλι το κοράκι. Ο κόσμος τους είναι ένα πολύχρωμο φθαρμένο και θαμπό μωσαϊκό, όπως εκείνα των χαμένων πολιτισμών και των καταστραμμένων πόλεων. Κάτι μυστηριώδες κι ανικανοποίητο πλανιέται στους διαδρόμους και στα καθίσματα τους. Κάποιες ψηφίδες του μωσαϊκού ακόμη λάμπουν, άλλες έσπασαν, αλλού υπάρχουν χάσματα που πρέπει να συμπληρώσεις με τη φαντασία και το ένστικτο. Το αίσθημα που σου γεννάνε τα πορνεία της Πομπηίας με τις τοιχογραφίες τους. Το κοινωνικό στίγμα που επισύρει η προσέλευση στους χώρους αυτούς δεν είναι ικανό να μειώσει την ποιητική τους διάσταση. Έστω.

Ανδρέας Αγγελάκης : αλησμόνητα σινεμά (Εξάντας)

Νο 31

Image Hosted by ImageShack.usDavid Hockney (UK)
.
.
-Πολλές με κολλάνε, έλεγε ο Νίκος ένα απόγευμα στον κ. Γαρύφαλλο, καθώς πήγαιναν ν' αγοράσουν ένα σακάκι σπορ,, μα εγώ κοιτάω τη δουλειά μου. Τις δίνω να καταλάβουν πως λάθεψαν την πόρτα...
Ο κ. Γαρύφαλλος τον κοίταξε τρυφερά. Μπήκαν σ' ένα μεγάλο εμπορικό ετοίμων ενδυμάτων, κι ο Νίκος φόρεσε ένα σακάκι και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Του πήγαινε μια χαρά.
-Πώς σας φαίνομαι, κύριε Γαρύφαλλε; ρώτησε λάμποντας ολόκληρος από αυτοπεποίθηση.
-Καλός, καλός. Άσε με να σου το πληρώσω εγώ, κι εσύ αγοράζεις με τα λεφτά σου μια γκαμπαρντίνα.
Βγήκαν κι οι δυό πλημμυρισμένοι από μια ακαθόριστη αγαλλίαση. Το βράδυ στο γραφείο ήταν η πρώτη φορά που δεν ασχολήθηκαν μόνο με λογαριασμούς.

Ντίνος Χριστιανόπουλος : Η κάτω βόλτα (Ιανός)

Νο 30

Εκείνο το πρωί το τρένο είχε καθυστέρηση. Ευτυχώς αυτός ήταν άκρη-άκρη στην αποβάθρα και θα έμπαινε πρώτος. Θα έμπαινε οπωσδήποτε. Το τρένο φυσικά ήρθε ασφυκτικά γεμάτο. Όταν η πόρτα σταμάτησε ακριβώς μπροστά του, τον είδε κολλημένο πίσω από το τζάμι σαν ακριβό ομοίωμα του ιδανικού ανθρώπου της εποχής μας, σε κάποιο μουσείο μετά από χιλιάδες χρόνια, με φόβο να μην ανοίξει ποτέ η γυάλα και τυχόν χαλάσει. Άνοιξε. Δεν μπορούσε να μπει, μόνο να κολλήσει επάνω του κι αν χωρέσει στην αγκαλιά του στριμώχνοντας τον λίγο για να κλείσει η πόρτα, τότε το τρένο θα έφευγε. Αυτό έκανε. Δεν πίστευε στην αφή του. Όμως πια ό,τι και να έλεγε, θα ήταν ασήμαντο μπροστά σ' αυτή την αναπάντεχη μα αποκαλυπτική επαφή. Είδε και λίγο τα αδιάφορα μάτια του, άνοιξε τα χείλια να καταπιεί την εκπνοή εκείνου, σήκωσε το κεφάλι, είδε το σήμα κινδύνου και το τράβηξε. Ήξερε πως η στάση πλησίαζε και ήθελε να παρατείνει το τέλος.

Πρόδομος Σαββίδης : Δυο σταγόνες βροχή (Οδυσσέας)

Νο 29

Μετά ξέσπασε το επεισόδιο.
Σαν αγριόγατος, ο Φράνκι τινάχτηκε από την άλλη άκρη του δωματίου και άρπαξε τον ζωγράφο από το λαιμό και μου φάνηκε πως του έσφιγγε το λαιμό με σκοπό να τον σκοτώσει.
Άρπαξα το τηλέφωνο και κάλεσα την αστυνομία και είπα πως συνέβαινε ένα τρομερά επείγον περιστατικό στο σπίτι.(...)
Εκείνη τη μέρα ήταν που έλαβε χώρα η πραγματική διάλυση ανάμεσα στον Φράνκι και σ' εμένα.Δίχως να του πω λέξη, μάζεψα όλα μου τα πράγματα στο στούντιο και τα στοίβαξα μέσα στο αυτοκίνητο. Μετά ο ζωγράφος κι εγώ μπήκαμε μέσα. Ο Φράνκι καθόταν σιωπηλός στην μπροστινή βεράντα μαζί με την Λεόντσια, την πιστή μας οικονόμο, που ήταν εξίσου σιωπηλή.Αλλά καθώς το αυτοκίνητο έπαιρνε μπρός, ο Φράνκι κατέβηκε τρέχοντας από την βεράντα.
"Θα με αφήσεις δίχως να σφίξουμε τα χέρια; Ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια μαζί;"
Σφίξαμε τα χέρια. Μετά ο ζωγράφος κι εγώ φύγαμε.

***

Κάθησα πλάι στο κρεβάτι του μέσα στην αίθουσα ανάρρωσης πιάνοντας σφιχτά το χέρι του, ώσπου ένας νοσοκόμος με πληροφόρησε πως η ώρα του επισκεπτηρίου μου είχε τελειώσει. Μετά απ' αυτό τον επισκεπτόμουνα κάθε μέρα ώσπου του έδωσαν εξιτήριο από το νοσοκομείο.
Μετά από μια μέρα-ακριβώς πριν την αποδέσμευση του ή πιθανόν ύστερα από την εγχείρηση-τηλεφώνησα στους γιατρούς και μου είπαν πως ο καρκίνος των πνευμόνων του Φράνκι δεν ήταν δυνατόν να χειρουργηθεί.
"Πόσο καιρό;" ρώτησα.
Η απάντηση ήταν έξι μήνες.
Έκλεισα το τηλέφωνο και ξέσπασα σε κλάματα.

Τεννεσή Ουίλλιαμς : Αναμνήσεις (Ίνδικτος)

Νο 28

Ο Πάτρικ ανήκε στο σπάνιο είδος του μονογαμικού αρσενικού, ακόμα πιο σπάνιο μάλιστα προκειμένου για ομοφυλόφιλο. Αν αισθανόταν έλξη για γυναίκες, θα παντρευόταν, μιά και δε θα κοίταζε άλλη στη ζωή του. Ακόμα κι οι ομοφυλόφιλοι δεσμοί του μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού, ο ένας μάλιστα απ' αυτούς, μ' ένα συμφοιτητή του στο πανεπιστήμιο, ήταν καθαρά πλατωνικός. Κι ούτε ήταν απ' αυτούς που, εκτός απ' το νόμιμο δεσμό τους με κάποιον, έχουν τις συνηθισμένες για ομοφυλόφιλους εφήμερες περιπέτειες μ' εκατό άλλους. Ήταν λιγάκι αστείο, αλλά κοντά του ένιωθες σα γυναίκα παντρεμένη με κάποιον που παίρνει πολύ στα σοβαρά τα συζυγικά του καθήκοντα κι απαιτεί την ίδια σοβαρότητα εκ μέρους σου. Αυτός θα δούλευε για να ζήσετε, εσύ θα ικανοποιούσες τις πολύ περιορισμένες ερωτικές επιθυμίες του, θα επέβλεπες την υπηρέτρια και θα τον βοηθούσες να δέχεται πότε-πότε μερικούς συναδέλφους ή φίλους.

Κώστας Ταχτσής : Το φοβερό βήμα (Εξάντας)

Νο 27

Εκείνο το βράδυ ο Άγγελος κοιμήθηκε μαζί μου. Μες στον ύπνο μου - ξημέρωνε πια - άκουσα τον Ντίνο να 'ρχεται. Όταν ξύπνησα τον βρήκα να κάθεται και να καπνίζει στο καθιστικό. Έβαλα καφέ στο φλυτζάνι μου και κάθισα σε μιαν από τις κατακόκκινες πολυθρόνες, σχεδόν αντίκρυ του.
«Έτσι θα είναι πια η ζωή μας;» Σήκωσε το κεφάλι του αργά και με κοίταξε.
«Θα ξυπνήσει και θα φύγει», είπα.
«Δεν μπορείς ή δε θέλεις να καταλάβεις τίποτα;» μου είπε έχοντας καρφώσει το βλέμμα του πάνω μου.
«Ξέρω πολύ καλά τι συμβαίνει». Κατέβασα το δικό μου βλέμμα μέσα στο φλυτζάνι μου. «Έχεις κάθε λόγο να νιώθεις έτσι».
« Θέλεις να πεις ότι ξέρεις πως νιώθω εγώ;» με ρώτησε έντονα. «Καημένε», συνέχισε, «θα τρόμαζες αν είχες την παραμικρή ιδέα».

Αλέξης Αρβανιτάκης : Απογευματινό φως (Κέδρος)

Νο 26

Image Hosted by ImageShack.us Pablo Picaso(Ισπανία)
.
.
.
29 Σεπτεμβρίου
Πέρασαν μονάχα τρεις μέρες από τότε που έφυγες, κι όλα εδώ μοιάζουν να 'χουν αλλάξει αφάνταστα. Εγώ μόνο ξέρω, πώς πέρασαν αυτές οι τρεις μέρες. Είναι τόσο οδυνηρό να σε σκέφτομαι απ' το πρωί, μόλις νιώσω τον εαυτό μου, ίσαμε τη νύχτα αργά, καθώς ο ύπνος κλείνει τα ματόφυλλα. Μα πάλι, εσύ κυριαρχείς στο κάθε μου όνειρο, πότε να χαμογελάς, και πότε να φεύγεις. Βλέπω τώρα ν' αρχίζει αυτό το γράμμα, και ψιθυρίζω με πανικό κ' ευτυχία μέσα μου: είναι το πρώτο. Ύστερ' από τρεις ολάκερες μέρες σιωπής, τώρα μιλάω σε σένα, μπορώ και σου γράφω. Τόσα μες στον νου μου είχα φυλάξει, μα μπρος στην άδεια σελίδα όλα χάθηκαν, και βλέπω θολά μονάχα ψιθυρίσματα, καλοσύνης κι αγάπης για σένα, να παίρνουν τη θέση τους πάνω στο χαρτί, σα σταγόνες από δάκρυ, σαν αστέγνωτες σταγόνες χαράς. Πώς νιώθω! Νιώθω το άρωμα σου να φτάνει από κει μακριά που βρίσκεσαι, και γω αφήνω ελεύθερες τις αισθήσεις μου όλες να το πάρουν, να ζουν απ' αυτό. Αγαπημένε, πόσο μου λείπεις...
5 Οκτωβρίου.
Μόλις πήρα στα χέρια μου το πρώτο σου γράμμα. Με πόση λαχτάρα το διάβασα και το ξαναδιάβασα φορές αμέτρητες, πόση ευτυχία ένιωθα την κάθε φορά, ν' αγγίζω με ιερά βλέμματα τις αγνές σκέψεις σου, να βρέχω με φιλιά τούτο το πρώτο σημάδι σύμπνοιας σου. Πόση ευτυχία να ξέρω πως με σκέφτεσαι...

Αλέξης Αρβανιτάκης : Γράμματα στον Μάριο (σιγαρέτα)

Νο 25

Τον Ντόρο τον αγαπούσα πολύ, κι όταν πήγε στην Τζένοβα να παντρευτεί και να μείνει, κόντεψα στ' αλήθεια ν' αρρωστήσω. Τού 'γραψα ότι δε θα πήγαινα στο γάμο' η απάντησή του ξερή και υπεροπτική [...]
Περαστικός μιαν ωραία πρωία απ' την Τζένοβα, πήγα σπίτι του και φιλιώσαμε. Η γυναίκα του, μου φάνηκε πολύ συμπαθής: η παλιοκατεργάρα μού είπε όλο νάζι να την φωνάζω Κλέλια και μας άφησε μόνους όση ώρα έπρεπε' το βραδάκι που ξανάκανε νωρίς-νωρίς την εμφάνισή της για να βγούμε βόλτα είχε μεταμορφωθεί σε γοητευτική κυρία. Αν δεν είμουν ό,τι είμαι, θα της είχα φιλήσει το χέρι.
Κείνη τη χρονιά πήγα και ξαναπήγα στην Τζένοβα, κι όλες τις φορές πέρασα απ' το σπίτι τους. [...]
Ύστερα και για έναν ολόκληρο χρόνο δεν πήρα νέο τους, κι όταν ξανάρθε η εποχή της θάλασσας, με βρήκε να μην έχω τίποτα στο νου μου. Έπεφτε, επομένως, σε μένα να τους ρωτήσω αν με ήθελαν. Η τηλεγραφική απάντηση του Ντόρο: "Περίμενέ με".
Όταν βρέθηκε μπροστά μου καλοκαιρινός-καλοκαιρινός και μαυρισμένος, κόντεψα να μην τον αναγνωρίσω' κι ο πόθος μου έγινε πείσμα.
"Δεν κάνουν έτσι του είπα".
Γέλασε.

Τσέζαρε Παβέζε : Στην παραλία (Ύψιλον)

Νο 24

Image Hosted by ImageShack.usSteve Walker (Καναδάς)
.
.
Αθήνα, 17 Αυγούστου. Είναι μια γλυκιά, ζεστή νύχτα της πόλης, που ακούς την τηλεόραση του γείτονα, τη γειτόνισσα να ξεφωνίζει τον Κωστάκη και τη φοιτήτρια να πηδιέται στο κρεβάτι με την προδότρια τζίβα. Αυτά έχει η πόλη. Ποτέ δεν μπορείς να μείνεις τελείως μόνος. Από νωρίς είχα πάει στην αδελφή σου (...) Της έλεγα σήμερα ότι ήσουν ένα σχολείο για μένα. Μου έμαθες να προβλέπω τι με περιμένει στη γωνία, αλλά και πόσο αχάριστο πράγμα είναι η άμυνα. Ότι αν θέλω πραγματικά να κερδίσω πρέπει ν' αφήσω τους άλλους να μ' εκμεταλλευτούν. Και πως είναι καλύτερα να κάνω και να μετανιώνω παρά να μην κάνω και να μετανιώνω, όπως έλεγε κι ο Βοκκάκιος. Κάτι τέτοιες στιγμές κάνω τον απολογισμό μου και ή τα βρίσκω όλα εντάξει ή εξαγοράζω τη συνείδηση μου και τα ξαναβρίσκω εντάξει. Το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου θα κάνω τις τελευταίες διακοπές μου – στις Σπέτσες. Τον Οκτώβριο πάω για ναύτης. Μπαίνει πια το νερό στο αυλάκι. Καιρός δεν είναι; Καληνύχτα, γλυκέ μου
Άρης

Μίνως Μαρκάκης : Ιστορίες των βράχων (Το Ροδακιό)

Νο 23

Image Hosted by ImageShack.us
David Moeller (ΗΠΑ)
.
.
Έκαναν τον ωραιότερο έρωτα της ζωής τους. Ο Καρίμ πονούσε και παρακαλούσε για έλεος ή λίγη κρέμα. Ο Άκης το αρνιόταν επίμονα και γινόταν βίαιος. Σχεδόν απάνθρωπος.
Ένα άγριο παιχνίδι εξουσίας είχε αρχίσει. Η καρδιά του Καρίμ ήταν στο σκλαβοπάζαρο με δυο υποψήφιους αγοραστές : τον Ντανιέλ και τον Άκη. Ο Ντανιέλ δεν είχε φύγει. Αυτό το ήξερε ο δικηγόρος. Είχε κάνει ότι φεύγει όπως κάνει ένας πελάτης που σέβεται τον εαυτό του για να ρίξει την τιμή.
Τα σπαθιά είχαν βγει από τη θήκη. Η μονομαχία είχε αρχίσει. Και σ' αυτήν θα έβγαιναν και οι τρεις νικημένοι. Και οι αντεραστές. Και η πόρνη της ερήμου.

Κωνσταντίνος Αγνώστου : Η φωνή του μανδραγόρα (Οδυσσέας)

Νο 22

Image Hosted by ImageShack.us Rene Capone (HΠΑ)
.
.
- Και τώρα τι ρούχα να φορέσω δηλαδή; Πώς να ντυθώ;
- Τι πώς να ντυθείς, ρε Άγγελε; Βάλε ό,τι βρεις μπροστά σου...Ένα παντελόνι, μια μπλούζα κι είσαι έτοιμος.
- Και η επέτειος; Ξεχνάς την επέτειο; Δεν πρέπει να φορέσω κάτι καλό; Κάθε χρόνο τέτοια μέρα ντυνόμαστε γαμπροί. Κι έχουμε και Πάσχα φέτος. Να βάλω κάτι επίσημο. Τι όμως; (...)
Ο έρωτας του Άγγελου και του Στέφανου απλώνεται απ' άκρη σ' άκρη του βαγονιού, διαχέεται ανάμεσα σε σπυριάρηδες φοιτητές που χαβαλεδιάζουν φωναχτά για τις εξετάσεις, περνά ξυστά από Αλβανούς με πονεμένο ύφος και σκισμένες πλαστικές σακούλες, φτερουγίζει πάνω από γέρους που προσπαθούν να κολλήσουν πρόστυχα σε τρυφερά κοριτσούδια και ταλαντεύεται μελωδικά δίπλα σε μικρά γυφτάκια με ξεχαρβαλωμένα κασετόφωνα στον ώμο, που ζητούν με κλαμένη φωνή ελεημοσύνη. (...)
- Σ’ αγαπώ, Άγγελε.
- Κι εγώ, Στέφο. Σε λατρεύω.

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης : Μπιμπερό με κόκα-κόλα (Καστανιώτης)

Νο 21

Image Hosted by ImageShack.usRaphael Perez (Ισραήλ)
.
.
Πέρασε το χέρι του μέσα από το χιτώνιο και άγγιξε την καρδιά μου. Κόλλησε τα βρεγμένα χείλια του στο λαιμό μου και ακούμπησε το πόδι του ανάμεσα στα πόδια μου.
Δυο ζευγάρια άρβυλα, σε αντιμέτωπη στάση προσοχής, έμπλεκαν και χώριζαν μεταξύ τους σε πρόσθεση κι αφαίρεση. Οι ανάσες μας ζεστές, αχνιστές, σχημάτιζαν σύννεφα στα πέριξ.
Έλυσα το ζωνάρι του και τράβηξα τα κουμπιά. Τα σώματα μας, πάνω και κάτω, σχεδόν διαμελισμένα. Κρεμάστηκα πάνω του. Τα πόδια μου στους ώμους του, η ισορροπία βρεγμένη και χαλασμένη. Με άφησε πάνω στο ξύλινο κασόνι, στο πρόχειρο στασίδι της σκοπιάς. Ξεκούμπωσε το παντελόνι μου κι έσκυψε χαμηλά. Μάζεψε μια μεγάλη ανάσα και χάθηκε μέσα στα σκέλια μου.
Η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά. Τελειώσαμε μαζί. Πάνω στην ίδια ανάσα. Η βροχή συνέχισε να πέφτει. Μείναμε ακίνητοι, με τα πόδια χαλαρά, τα κεφάλια κρεμασμένα, τα ρούχα ανοιχτά.
Πόσα ζευγάρια ευλόγησε ο Άγιος Βαλεντίνος το ίδιο βράδυ;

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης : KONITSA, MY LOVE (Κέδρος)

Νο 20

Image Hosted by ImageShack.us Νebojsa Zdravkovic (Σερβία)
.
.
,
Συνήρθα μετά από ώρα, ξαπλωμένος στην όχθη του ποταμού. Ο Αντρέας έστεκε από πάνω μου. Με είδε ν' ανοίγω τα μάτια μου, κ' ήρθε κοντά μου. Κάθισε και μου χάιδεψε τα μαλλιά. "Παραλίγο να πνιγείς", μου είπε. Ανέβηκαν δάκρυα στα μάτια μου. Αυτός με κοίταξε με στοργή. " Όμως εγώ δεν θα σ' άφηνα" γύρισε και μου ξανάπε.

Αλέξης Αρβανιτάκης : Σχέσεις θανάτου (Υάκινθος)