Τετάρτη, Οκτωβρίου 13, 2010

No 713


«Κάνουν όπως οι παντρεμένοι. Μοιάζουν μ’ εμάς».
«Είναι πιο πιστοί. Έχουν τα κόμπλεξ των κυνηγημένων αιρετικών και είναι πιο πιστοί ο ένας στον άλλο».
«Όχι ο Πάολο κι ο Ντονάτο».
«Ανήκουν σε διαφορετική γενιά».
«Έτσι είπε κι ο Ράφα».
«Ο Ράφα φέρεται περίεργα. Ένας άνθρωπος τόσο ισορροπημένος, να κάνει το λάθος να παρουσιάζει στον κόσμο τον εραστή του… Το φθινόπωρο δεν θα μιλάμε γι’ άλλο πράγμα».
Η Προύδεν μάς άκουγε λες και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να παρέμεβει’ και τη βρήκε.
«Διάβηκε τον Ρουβίκωνα. Μου το είπε».
«Του μίλησες καθαρά;
«Υπάρχει μεγάλη εμπιστοσύνη μεταξύ μας. Τον ρώτησα τι επεδίωκε παρουσιάζοντας στον κόσμο τον Βιθέντε και μου απάντησε ότι βαρέθηκε να προσποιείται, ότι βρισκόμαστε πλέον στον εικοστό αιώνα, ότι κουράστηκε να έχει διπλή προσωπικότητας».
«Ο Βιθέντε δεν φαίνεται κακό παιδί».
«Θα μπορούσε να είναι χειρότερος».
Παρατήρησε η Προύδεν με κάποια στενοχώρια.
«Είναι τόσο ευαίσθητοι… Οι καημένοι!»

Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν: Τα χαρούμενα αγόρια της Ατζαβάρα (Κατσανιώτης)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 07, 2010

No 712

Jean Léon Gerôme (Γαλλία)

Ο Γνάθων αντίθετα ήταν άνθρωπος που ήξερε μόνο να τρώει, να πίνει, να μεθάει και μετά το μεθύσι να νοιάζεται για τις σαρκικές ηδονές. Δεν ήξερε άλλο από τα σαγόνια, την κοιλιά και τα κάτω από την κοιλιά. Στην θέα του Δάφνη, όταν αυτός έφερε τα δώρα, δεν έμεινε ασυγκίνητος, αλλά, καθώς ήταν από φυσικού του παιδεραστής, μπροστά σε τέτοια ομορφιά που ούτε στην πόλη δεν έβρισκε, αποφάσισε να του κάνει ερωτικές προτάσεις και πίστευε πως ο νέος σαν βοσκός που ήταν θα πειθόταν εύκολα.
Αφού πήρε την απόφαση, δεν ακολούθησε τον Άστυλο στο κυνήγι, αλλά κατέβηκε στο μέρος όπου έβοσκε ο Δάφνης τα κοπάδια για να δει τις κατσίκες, όπως είπε, στην πραγματικότητα όμως για να δει τον Δάφνη. Τον καλόπιανε μιλώντας κολακευτικά για τις κατσίκες του και του ζήτησε να παίξει στη φλογέρα ένα βουκολικό σκοπό, λέγοντας του πως γρήγορα θα τον κάνει ελεύθερο, αφού είχε μεγάλη δύναμη.
Όταν είδε πως του κέρδισε την εμπιστοσύνη, μια νύχτα του έστησε καρτέρι την ώρα που έφερνε τις κατσίκες από τη βοσκή. Στην αρχή έτρεξε εμπρός του και τον φίλησε κι ύστερα του ζήτησε να του δοθεί από πίσω, όπως δίνονται οι κατσίκες στους τράγους.
Ο Δάφνης, που δεν κατάλαβε αμέσως, του είπε πως το σωστό είναι οι τράγοι να βατεύουν τις κατσίκες κι ότι ποτέ κανείς δεν είδε τράγο να βατεύει τράγο ή κριάρι αντί για προβατίνα, ούτε τους πετεινούς άλλους πετεινούς αντί για κότες.
Όμως ο Γνάθων πήγε να τον πιάσει με τα χέρια του και να τον βιάσει. Ο Δάφνης έσπρωξε τον μεθυσμένο, που με δυσκολία στεκόταν στα πόδια του, και τον έριξε κατά γης.

Λόγγος: Δάφνης και Χλόη (Κάκτος)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 06, 2010

No 711


Η παιδεραστία
Ο έρωτας των αρχαίων Ελλήνων έχει διπλό χαρακτήρα. Είναι έρωτας προς τις γυναίκες και έρωτας προς τούς άνδρες, με την πλήρη υποταγή τού γυναικείου φύλου, ο υψηλός έρωτας είναι κυρίως προς τούς άνδρες. και για την ακρίβεια προς το νεαρά αγόρια, τούς παίδες, εξ ου και η λέξη παιδεραστία και παιδεραστής. ο ερωμένος ήταν νέο παιδί στην περίοδο της ήβης, απ' τα 14 ως τα 20, αλλά ο Πλάτων στο Συμπόσιο (18 Ι ΟΕ) μας πληροφορεί πώς συνήθως άρχιζαν νωρίτερα, πριν ακόμα εμφανιστεί το γένι στα παιδιά. Βέβαια αυτός ήταν ο κανόνας, γιατί γνωρίζουμε πώς ο Ευριπίδης ήταν ερωτευμένος με τον τραγικό ποιητή Αγάθωνα όταν ο τελευταίος ήταν ήδη 40 χρονών, λέγοντας πώς δεν είναι μόνον όμορφη η άνοιξη των ωραίων παιδιών, αλλά και το φθινόπωρό τους. το ερωτικό πάθος ήταν τόσο μεγάλο ώστε οδηγούσε σε σκηνές άγριας ζηλοτυπίας, ή σε περίπτωση άρνησης οδηγούσε και σε αυτοκτονία, όπως μας παραδίδει η Σούδα για κάποιον Μέλητο. Ο εραστής, αν τύχαινε ο ερωμένος να τον βασανίζει, έχανε τον ύπνο του. Περνούσε συχνά όλη τη νύχτα έξω απ' την πόρτα τού σπιτιού τού αγαπημένου του, κι αυτό λεγόταν «θυραυλεϊν» ή τού έκανε καντάδες προσπαθώντας με το τραγούδι να τού μαλακώσει την καρδιά. Είναι τα περίφημα «παρακλαυσίθυρα» τραγούδια, αυτά δηλαδή πού έλεγε κλαίγοντας έξω άπ' την πόρτα. το όνομα τού αγαπημένου του το έγραφε στα δέντρα, στους τοίχους, στους δρόμους, παντού, προσθέτοντας συνήθως δίπλα τη λέξη καλός (δηλαδή ο τάδε είναι ωραίος, ή αγαπώ τον τάδε). Ο Ησύχιος στη λέξη «Δήμος καλός» μας πληροφορεί ότι «έθος ήν τοίς έρασταίς (ήταν συνήθιο οι εραστές) επιγράφειν πανταχού τα των παίδων ονόματα» (εικ. 12). Ή παιδεραστία ήταν διαδομένη σε πάρα πολλές πόλεις - κράτη, όχι όμως σε όλες, καθώς πληροφορεί ο Ξενοφών (Λακεδαιμονίων Πολιτεία 2.13) πού λέει πώς υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι απαγορεύουν εξ ολόκληρου να πλησιάζουν οι εραστές τα αγόρια. Ή παιδεραστία στην Ελλάδα, λέει ο Λουκιανός, πώς αναπτύχθηκε μεταγενέστερα και το αποδίδει στην άνθιση της φιλοσοφίας και της έρευνας πού οδήγησε στον παιδεραστικό έρωτα. Ή μυθική παράδοση αναφέρει ως πρώτο παιδεραστή, το βασιλιά της Θήβας Λάιο πού απήγαγε το νεαρό Χρύσιππο, ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος ήταν ζευγάρι παιδεραστικό, καθώς παραδίδουν μεταγενέστεροι συγγραφείς, το ίδιο και ο Αχιλλέας κι ο Αντίλοχος, ο γιος τού Νέστορα. για τον έρωτα τού Αχιλλέα και τού Πάτροκλου ο Αισχύλος έγραψε την τραγωδία Μυρμιδόνες. Ο ίδιος έγραψε και την τραγωδία Λάιος για τον έρωτα προς το Χρύσιππο. Ο Σοφοκλής διαπραγματεύθηκε παιδεραστικούς έρωτες στην τραγωδία Νιόβη και στο σατιρικό δράμα Αχιλλέως ερασταί. Κι ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδία με τίτλο Χρύσιππος. Γι' αυτό και πολλοί, καθώς αναφέρει ο Αθηναίος, αποκάλεσαν την τραγωδία παιδεράστρια. Ολόκληρη φιλολογία αναπτύχθηκε γύρω άπ' τον έρωτα των αγοριών. ο Στησίχορος εγκαινίασε ένα ποιητικό είδος, τα παίδια ή παιδικά, δηλ. τα παιδεραστικά ποιήματα και γνωρίζουμε πώς ο Στράτων κατάρτισε ολόκληρη ανθολογία αποκλειστικά από παιδεραστικά ποιήματα πού σώζονται στο 12ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας με τίτλο Στράτωνος Μούσα Παιδική (δηλ. παιδεραστική ποίηση). Ρήτορες όπως ο Λυσίας κι ο Δημοσθένης (αν είναι γνήσιος ο λόγος πού τού αποδίδεται) έγραψαν ερωτικούς λόγους. «Είς έρως γνήσιος, ο παιδικός (δηλ. ο παιδεραστικός) έστιν» διακήρυσσαν, καθώς παραδίδει ο Πλούταρχος (είκ.13).

Ανδρέας Λεντάκης: Η ερωτική ζωή στην αρχαία Ελλάδα (περιοδικό Αρχαιολογία τχ. 10)

Παρασκευή, Οκτωβρίου 01, 2010

No 710

Γιάννης Τσαρούχης

«Είναι ένας ψηλός, αδύνατος νέος με αεικίνητα, διεισδυτικά μάτια που γυαλίζουν από εξυπνάδα και πνεύμα. Όσοι τον γνώρισαν και έμειναν κοντά του, έχουν να κάνουν με την ευστροφία του μυαλού του, με την πολυμέρεια των ενδιαφερόντων του και την ευρυμάθειά του. Ακούραστος μελετητής, το πιο συνηθισμένο είναι να τον συναντήσεις να γυρίζει μ’ ένα βιβλίο στην τσέπη».
Το πιο πάνω πορτρέτο, δημοσιευμένο το 1957 από τον Αλέξανδρο Κοτζιά, αναφέρεται στον τριαντάχρονο Μίνω Βολανάκη που τη χρονιά εκείνη είχε παρουσιάσει τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη στο θεατρόφιλο κοινό του Λονδίνου.
[…]
Η ενασχόληση του Βολανάκη με τη μετάφραση επιγραμμάτων από τη λεγόμενη Ελληνική Ανθολογία ή Παλατινή Ανθολογία χρονολογείται πριν από το 1998. Τον Μάρτιο του 1998 ο Βολανάκης ανέγνωσε αποσπάσματα από τις μεταφράσεις του στο πλαίσιο ποιητικών βραδιών διοργανωμένων από τη θεατρική εταιρεία «Πράξη» στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας*

*«Ο Βολανάκης διαβάζει ποίηση» Το Βήμα 15/3/1998. Τα χειρόγραφα και δακτυλόγραφα έγγραφα από τη μετάφραση της Παλατινή Ανθολογίας φυλάσσονται στο Σωματείο Φίλων Μίνου Βολανάκη.

Κων/να Σταματογιάννη: Μίνως Βολανάκης. Το προνόμιο της παρουσίας (ergo)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 29, 2010

No 709

Frida Kahlo (Μεξικό)

Σύμφωνα με τον Άλεξ, η βιβλιοθηκάριος έπιασε τη Φρίντα και την τράβηξε πάνω της κι εκείνη ήταν πολύ σοκαρισμένη για να αντιδράσει. Σύμφωνα με τον Ντιέγκο, η Φρίντα ένιωσε να υπνωτίζεται από το γλυκό άρωμα της Λετίσια και στην πραγματικότητα έκανε εκείνη την πρώτη κίνηση. Στην εκδοχή της Φρίντα, η Λετίσια άγγιξε ξαφνικά το σημείο ανάμεσα στη μύτη και το πάνω χείλος της και είπε: «Έχεις ένα μικρό μουστάκι. Είναι αξιολάτρευτο». Στη συνέχεια, η Λετίσια πέρασε το δάχτυλό της πάνω στο φρύδι της Φρίντα. «Μου αρέσει ο τρόπος που ενώνονται τα φρύδια σου. Μοιάζουν με φτερούγες πουλιού». Η σκιά του μουστακιού και τα ενωμένα φρύδια της έκαναν κάποτε τη Φρίντα να ντρέπεται, αλλά έμαθε να τα αγαπάει, ακόμα και να τα τονίζει στους πίνακές της. Οι άνθρωποι που την ενδιέφεραν τα έβρισκαν ελκυστικά, αν και, για να σας πω την αλήθεια, εγώ δε συμφωνούσα.
Η Λετίσια πήρε το πρόσωπο της Φρίντα στα χέρια της και τη φίλησε απαλά στα χείλη. «Γλυκιά μου, έχεις κάνει ποτέ έρωτα με γυναίκα;» τη ρώτησε ψιθυριστά. «Είναι πολύ καλύτερο από το να το κάνεις με άντρα. Μια γυναίκα καταλαβαίνει αυτό που θέλει μια άλλη γυναίκα». Άρχισε να χαϊδεύει τρυφερά το σώμα της Φρίντα, φροντίζοντας να πιέζει τα πιο επίμαχα σημεία.
«Βλέπεις;» είπε η Λετίσια. «Καμιά σχέση με τον άντρα. Εκείνος σε αρπάζει άγρια, αλλά μια γυναίκα είναι τρυφερή. Έλα γλυκιά μου, άσε με. Δεν είναι ωραία; Τώρα, κάνε κι εσύ το ίδιο σ’ εμένα!»

Μπάρμπαρα Μουχίκα: Frida (Ελληνικά γράμματα)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2010

No 708



Ένας νέος παράγοντας, ωστόσο, εμφανίστηκε τώρα για να περιπλέξει ακόμα περισσότερο τη μπερδεμένη σχέση τους: Ο Τρούμαν είχε αρχίσει να υποφέρει από παρανοϊκές παραισθήσεις, σχεδόν σίγουρο αποτέλεσμα της υπερβολικής κατανάλωσης πολλών δόσεων ναρκωτικών. Μόλις κάθισαν εκείνη την Κυριακή του Πάσχα του 1980 για το εορταστικό δείπνο τους στο Λα Πετίτ Μαρμίτ, ένα ακριβό εστιατόριο απέναντι από το Πλάζα, ο Τρούμαν έσφιξε τρυφερά το χέρι του Τζον. Έπειτα, αλλάζοντας διάθεση τόσο γρήγορα, που για μια στιγμή ο Τζον νόμιζε πως αστειευόταν, είπε: «Συμπεριφέρθηκες ασυμπερίφορα». Επαναλαμβάνοντας αυτό το παράξενο και γλωσσικά λανθασμένο σχόλιο, ο Τρούμαν σηκώθηκε και παρολίγο να ρίξει ένα διπλανό τραπέζι. «Μπορείς να τελειώσεις το γεύμα σου κι εγώ θα πληρώσω», είπε προτού επιστρέψει παραπατώντας στο κτίριο όπου ζούσε. «Έπειτα δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ πια».
Έχοντας μείνει έκπληκτος, ο Τζον τον ακολούθησε δέκα λεπτά αργότερα, για να έρθει αντιμέτωπος με μια ακόμα έκπληξη όταν μπήκε στο Πλάζα. Ο Τρούμαν είχε δώσει εντολή στον αρχιθυρωρό να διώξει από το διαμέρισμά του. (…) Ο Τζον πρότεινε να ξαναρχίσουν τη ζωή τους από την αρχή, μακριά από το ποτό και τα ναρκωτικά. «Τρούμαν, ας ζήσουμε», τον παρακάλεσε. «Έχουμε μια ευκαιρία να ζήσουμε! Αυτό που κάνουμε δεν μπορεί να ονομαστεί ζωή».

Τζέραλντ Κλαρκ: Καπότε. Μια ζωή εν θερμώ (Μεταίχμιο)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 22, 2010

No 707


Το θέμα της σεξουαλικότητας του Σαίξπηρ - τόσο το αν είχε σεξουαλικότητα όσο και το αν οι προτιμήσεις του παρέκκλιναν από την πεπατημένη – δημιουργεί ήδη από την εποχή του προβλήματα για τους θαυμαστές του. Ένας από τους παλαιότερους εκδότες των σονέτων έλυσε το πρόβλημα μετατρέποντας όλες τις αντωνυμίες αρσενικού γένους σε θηλυκό, εξαλείφοντας επομένως με μια κίνηση οτιδήποτε θα μπορούσε να δώσει λαβή για αντιπαραθέσεις. (…) Οι περισσότεροι κριτικοί θεωρούν ότι οι στίχοι των σονέτων δείχνουν πως η σχέση του Σαίξπηρ με τον ωραίο νεαρό δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Αλλά όπως παρατηρεί ο Στάνλεϊ Ουέλς: «Μπορεί μεν ο ίδιος ο Σαίξπηρ να μην είχε ερωτική σχέση με κάποιον άντρα με την πλήρη έννοια αυτής της έκφρασης, αλλά σίγουρα καταλάβαινε τα αισθήματα όσων έχουν τέτοιες σχέσεις».

Μπιλ Μπράϊσον: Σαίξπηρ. Όλη η αλήθεια για τη ζωή του (Μεταίχμιο)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 16, 2010

No 706


«Τι φοβερή ιστορία είναι πάλι αυτή που μου λέτε; Τι είναι αυτή η ιστορία της στρατιωτικής θητείας; Από τότε που ήμουνα είκοσι έξι χρόνων δεν σας έστειλα από το Άντεν πιστοποιητικό που αποδείκνυε πως ήμουν υπάλληλος σε γαλλική εταιρεία, πράγμα που δίνει αναβολή – και στη συνέχεια, όταν ρωτούσα τη μαμά μου, απαντούσε πάντοτε πως όλα ήταν εντάξει και πως δεν είχα
τίποτα να φοβηθώ. Είναι δεν είναι τέσσερις μήνες που σας ρώτησα σε ένα γράμμα μου γιατί επιθυμούσα να γυρίσω στη Γαλλία. Και δεν έλαβα απάντηση. Νόμιζα πως τα είχατε κανονίσει όλα. Τώρα μου δίνετε να καταλάβω πως είμαι ανυπότακτος, πως με αναζητούν κ.λπ., κ.λπ. Να ζητήσετε πληροφορίες γι’ αυτό μόνο αν είστε βέβαιες πως δεν θα τραβήξετε την προσοχή επάνω μου. Όσο για μένα, δεν υπάρχει κίνδυνος, υπό αυτές τις συνθήκες, να ξανάρθω! Στη φυλακή μετά από όσα υπέφερα, καλύτερα ο θάνατος!
Ναι, εξάλλου εδώ και πολύ καιρό θα ήταν καλύτερα ο θάνατος! Τι μπορεί να κάνει στον κόσμο ένας άνθρωπος σακατεμένος; Και που τώρα είναι αναγκασμένος να εκπατρισθεί οριστικά; Γιατί βέβαια δεν θα γυρίσω πια με αυτές τις ιστορίες – θα είμαι ευτυχής αν μπορέσω να βγω από δω και, από θάλασσα ή ξηρά, να φύγω στο εξωτερικό.
Σήμερα προσπάθησα να περπατήσω με τις πατερίτσες, αλλά δεν μπόρεσα να κάνω παρά μερικά βήματα. Το πόδι μου είναι κομμένο πολύ ψηλά και μου είναι δύσκολο να κρατήσω ισορροπία. Δεν
θα ησυχάσω παρά όταν θα βάλω τεχνητό πόδι, αλλά η αποκοπή προκαλεί νευραλγίες στο υπόλοιπο μέλος και είναι αδύνατον να βάλω μηχανικό πόδι προτού να περάσουν εντελώς αυτές οι νευραλγίες, και υπάρχουν χειρουργημένοι όπου αυτό διαρκεί τέσσερις, έξι, οκτώ, δώδεκα μήνες! Όσο για το αν βγω με τις πατερίτσες, δεν βλέπω σε τι θα με ωφελήσει. Δεν μπορεί κανείς ούτε να ανεβεί ούτε να κατεβεί, είναι κάτι τρομερό. Κινδυνεύεις να πέσεις και να σακατευτείς ακόμη περισσότερο. Είχα σκεφτεί να έρθω σε σας να περάσω μερικούς μήνες περιμένοντας να βρω τη δύναμη να συνηθίσω το τεχνητό πόδι, αλλά τώρα βλέπω πως είναι αδύνατον.
Και τώρα η ζωή ενός σακάτη! Και εγώ που μόλις είχα αποφασίσει να γυρίσω στη Γαλλία αυτό το καλοκαίρι για να παντρευτώ! Αντίο γάμος, οικογένεια, μέλλον! Η ζωή μου είναι χαμένη, δεν είμαι παρά ένα ακίνητο κούτσουρο»
(Μασσαλία, 29 Ιουνίου, 11 Ιουλίου 1891)

Jean Arthur Rimbaud : Γράμματα από το Χαράρ (Άγρα)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 15, 2010

No 705

Jordan Samper

Χτύπησαν το κουδούνι. Δύο αδέλφια: ο Λίνκολν είκοσι τριώ κι ο Αντριου δεκαεφτά χρονώ. Ανοιξε την πόρτα ο ίδιος. Ο Ραμόν Βασκέζ, το παλιό αστέρι του βωβού κινηματογράφου. Ηταν κοντά στα εξήντα τώρα, αλλά ακόμα διατηρούσε την ντελικάτη του ομορφιά. Τον παλιό καιρό, στις ταινίες και στη ζωή του, λάδωνε τα μαλλιά του με βαζελίνη και τα χτένιζε προς τα πίσω. Με το μουστακάκι του, τη μακριά λεπτή μύτη και με τον τρόπο του να κοιτάει βαθιά στα μάτια των κυριών, ε, ήταν το κάτι άλλο. Τον θεωρούσαν "Μεγάλο Εραστή". Οι κυρίες έλιωναν όταν τον έβλεπαν στο πανί. "Ελιωναν", έτσι έλεγαν οι δημοσιογράφοι. Αλλά στην πραγματικότητα ο Ραμόν Βασκέζ ήταν ομοφυλόφιλος. Τώρα τα μαλλιά του ήταν άσπρα και το μουστάκι του πιο παχύ.
Ήταν ένα κρύο καλιφορνέζικο βράδυ και το σπίτι του Ραμόν βρισκόταν πάνω στους λόφους. Τ' αγόρια φόραγαν στρατιωτικά παντελόνια και άσπρες μακό μπλούζες. Και οι δυο τους φαίνονταν καρδαμωμένοι κι είχαν ευχάριστα πρόσωπα, ευχάριστα κι απολογητικά.

Τσαρλς Μπουκόφσκι: «Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας» (Οδυσσέας).

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 08, 2010

No 704


Αναγνώστη, τον/την παντρεύτηκα.
Και ιδού! Χάπι εντ.

Δεν εννοώ ότι κάναμε πολιτικό γάμο. Δεν εννοώ ότι κάναμε συμφωνία συμβίωσης. Εννοώ ότι κάναμε κάτι που θεωρείται ακατόρθωτο ακόμη και σήμερα, τόσους αιώνες μετά. Εννοώ ότι κάναμε κάτι που θεωρείται απίστευτο ακόμη και στις μέρες μας. Εννοώ, παντρευτήκαμε. Εννοώ, ιδού ο νυμφίος έρχεται. Εννοώ ότι διασχίσαμε μαζί τον διάδρομο της εκκλησίας. Εννοώ, χαρωπές βαδίσαμε, πήγαμε μπροστά, με Μέντελσον, με επιθαλάμιο, μάστορες, σηκώσαμε στα ύψη του μεγάρου τη σκεπή, διότι άλλη νύφη, γαμπρέ, σαν κι αυτή δεν υπάρχει.
Στεφανωθήκαμε με τις λουλουδένιες γιρλάντες (…) Δώσαμε η μια στην άλλη σπόρους κόλας που συμβολίζουν αφοσίωση, αυγά και χουρμάδες και αμύγδαλα που συμβολίζουν την αρετή, τη γονιμότητα, δεκατρία χρυσά νομίσματα που συμβολίζουν την παντοτινή αυτοθυσία.
Με αυτές τις βέρες παντρευτήκαμε.

Άλι Σμιθ: Κορίτσι Συναντά Αγόρι (Τόπος)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 02, 2010

No 703

David Park (HΠΑ)

Η Λίσμπετ βρήκε στην ιστοσελίδα μιας τοπικής εφημερίδας της Κεντρικής Σουηδίας ένα άρθρο που της προκάλεσε κατάπληξη. Το διάβασε τρεις φορές πριν κλείσει τον υπολογιστή και ανάψει τσιγάρο. Κάθισε σ’ ένα τσιγάρο. Κάθισε σ’ ένα μαξιλάρι στο περβάζι του παραθύρου και κοίταξε αποκαρδιωμένη τα νυχτερινά φώρα απ’ έξω.

«“Είναι αμφιφυλόφιλη”, λέει μια παιδική της φίλη.
»Η εικοσιεξάχρονη γυναίκα που καταζητείται για τρεις δολοφονίες περιγράφεται ως κλειστό και ιδιόρρυθμο άτομο, που είχε μεγάλες δυσκολίες προσαρμογής στο σχολείο.
Παρά τις προσπάθειες των άλλων να την ενθαρρύνουν να συμμετέχει στα κοινά, έμενε πάντα απ’ έξω.
» ‘Ήταν ολοφάνερο πως είχε προβλήματα με τη σεξουαλική της ταυτότητα’, θυμάται η Γιοχάνα, μια από τις λιγοστές φίλες που είχε η εικοσιεξάχρονη στο σχολείο.
» “Είχαμε καταλάβει από νωρίς πως ήταν διαφορετική και αμφιφυλόφιλη. Ανησυχούσαμε για κείνη”»


Το κείμενο συνέχιζε περιγράφοντας διάφορα γεγονότα που θυμόταν η Γιοχάνα. Η Λισμπέτ συνοφρυώθηκε. Η ίδια δε θυμόταν ούτε τα συγκεκριμένα γεγονότα ούτε πως είχε μια φίλη που την έλεγαν Γιοχάνα. Δεν μπορούσε καν να ανασύρει από τη μνήμη της κάποιο πρόσωπο που να το θεωρούσε κοντινό της άνθρωπο ή κάποιον που να είχε προσπαθήσει να την ενσωματώσει στη συντροφιά και στα κοινά της σχολικής ζωής.
Το κείμενο ήταν ασαφές όσον αφορά τη χρονική στιγμή που είχαν διαδραματιστεί αυτά τα γεγονότα. Η Λίσμπετ είχε ουσιαστικά εγκαταλείψει το σχολείο από τα δώδεκα της χρόνια. Πράγμα που σήμαινε πως η ανήσυχη συμμαθήτριά της είχε ανακαλύψει ήδη από την Τρίτη ή την Τετάρτη δημοτικού πώς εκφραζόταν σεξουαλικά η Λίσμπετ.

Στγκ Λάρσον: Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά (Ψυχογιός)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 01, 2010

No 702


Σε αντίθεση με τη Μίμι, η Λίσμπετ δεν έβλεπε τον εαυτό της ως λεσβία. Δεν είχε ποτέ καθίσει να σκεφτεί αν ήταν ετεροφυλόφιλη, ομοφυλόφιλη ή αμφιφυλόφιλη. Γενικά, αδιαφορούσε για τις ετικέτες και ήταν της γνώμης πως δεν αφορούσε κανέναν το ποιον ή ποιαν θα διάλεγε για να περάσει τη νύχτα της. Αν ήταν υποχρεωμένη να διαλέξει ερωτικό σύντροφο, τότε προτιμούσε τα αγόρια –στατιστικά τουλάχιστον αυτά προηγούνταν στη ζωή της. Το ζήτημα ήταν να έβρισκε ένα αγόρι που δεν θα ήταν ηλίθιο και που θα άξιζε στο κρεβάτι. Η Μίμι ήταν μια συμβιβαστική λύση –ήταν γλυκιά και είχε την ικανότητα να την ανάβει ερωτικά. Την είχε συναντήσει έναν χρόνο πρωτύτερα, σε μια μπυραρία στο φεστιβάλ της «Ομοφυλόφιλης περηφάνιας». Η Μίμι ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που είχε συστήσει η Λίσμπετ στις Evil Fingers.Παρόλο που δεν είχαν συχνή επαφή, η σχέση τους είχε διαρκέσει όλη τη χρονιά –περνούσαν απλώς όμορφα τον καιρό τους. Ένιωθε το κορμί της της Μίμι ζεστό και μαλακό πάνω της. Ήταν μια γυναίκα με την οποία μπορούσε να ξυπνήσει μαζί και να φάει πρωινό.

Στιγκ Λάρσον: Το κορίτσι με το τατουάζ (Ψυχογιός)

Τετάρτη, Αυγούστου 25, 2010

No 701

Γιάννης Τσαρούχης

Μα δε χρειάστηκε να μου πει τίποτα. Τά’ μαθα απ’ τη μαμά. Μου τά’ πε με μια σκληρότητα που αν της έχω συγχωρήσει είναι μόνον επειδή ξέρω πόσο ακριβά το πλήρωσε στον αγαπημένο της το γιο. Ό,τι κοροϊδεύει κανείς σ’ αυτό τον κόσμο, το λούζεται. «Πάψε να μας ζαλίζεις» μου λέει, «έτσι κι έτσι έχουν τα πράματα». Όλα τά’ χε βάλει ο νους μου εκτός απ' αυτό. Έκλαψα, χτυπήθηκα, μα ύστερ’ άρχισα να σκέφτομαι: κι αν είναι αλήθεια; Κι αποφάσισα να δω τον Αργύρη και να του μιλήσω. (Συνήθως συναντιόμασταν μπροστά στην Ακαδημία.) Αλλά όταν ήρθε εκείνη η στιγμή ήμουνα τόσο ταραγμένη, που ήταν αδύνατον να μιλήσω ήρεμα. Του είπα, χωρίς περιστροφές, ότι ο θείος Μαρκούσης είχε βάλει έναν άνθρωπο της εμπιστοσύνης του να τον παρακολουθήσει κι έμαθαν ότι είχε σχέσεις μ’ έναν…
Δεν τελείωσα τη φράση μου. Τον είδα να κοκκινίζει και κατάλαβα ότι ήξερε τι εννοούσα. Τον κοιτούσα άφωνη, παρακαλώντας από μέσα μου να μου πει πως είναι ψέματα. Ακόμα και σήμερα διερωτώμαι τι απ’ την κατηγορία ήταν αλήθεια και τι ψέμα. Ένας αθώος άντρας θα το ‘ριχνε στο σορολόπ ή θα θύμωνε και θά’ λεγε πως τον συκοφαντούσαν άδικα. Θα μού’ λεγε πως ήμουνα τρελή να τους πιστεύω, θα μ’ έπιανε και θα με φιλούσε. Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να μου κλείσει το στόμα. Μα ο Αργύρης κοκκίνισε, ύστερα χλώμιασε, με κοίταξε καλά-καλά στα μάτια –ποτέ όσο ζω δε θα ξεχάσω εκείνο το βλέμμα- έβαλε τα χέρια στις τσέπες, και σηκώθηκε κι έφυγε, χωρίς να πει λέξη. Κι έμεινα μόνη μου κάτω απ’ το άγαλμα του Πλάτωνος, άναυδη, παρακαλώντας ν’ ανοίξ’ η γη να με καταπιεί.

Κώστας Ταχτσής: Το τρίτο στεφάνι (Ερμής)

Τετάρτη, Αυγούστου 04, 2010

No 700

Nebojsa Zdravkovic (Σερβία)

Στη βεράντα το καλοκαίρι

Είμ’ ένα άστρο, μια τρίχα στο κεφάλι του θεού, θα πέσω, στα λαιμό
φοράω ένα ποίημα, προτού προλάβει να θερμάνει τις καρδιές μας θα
σβήσει, αισθάνομαι τα κόκκαλά μου να τρίζουν κιόλας από ανεξήγητες
επιθυμίες, μα σωπάστε και θυμηθείτε τα μάτια του, να ζήσω μες στις
τούφες των μαλλιών του, στα δάχτυλά του ανάμεσα, εκεί που ενώνονταν
με τα δικά μου μέσα στο σκοτάδι, τα μάτια του, τα μάτια του να λά-
μπουν σαν φανοί αυτοκινήτων που 'ρχονται καταπάνω σου, και τίποτα
να μην ακούγεται, ο θόρυβος κι' οι διαφημίσεις του κορμιού να μην
υπάρχουν -cette rumeur-là vient de la ville- τίποτα παρ' αυτός κι' εγώ,
σε μια βεράντα το καλοκαίρι.

Κώστας Ταχτσής
από την ανθολογία Α. Φωστιέρης-Ν. Νιάρχος (επιμ.): Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση (Καστανιώτης)

Nebojsa Zdravkovic (Σερβία)

Στη Χαλκίδα, τα μεσάνυχτα, ανέβηκαν στο πλοίο κι άλλοι επιβάτες. Γέμισε το κατάστρωμα. Ο φίλος μου μού εξήγησε το φαινόμενο της παλίρροιας. Όταν χάθηκαν τα φώτα της Χαλκίδας στον ορίζοντα, μας έβαλαν να κοιμηθούμε μαζί σε μια κουβέρτα, στη μισή ξαπλώσαμε, με την άλλη μισή σκεπαστήκαμε, γιατί, παρόλο πού ήταν Αύγουστος κι η βραδιά γλυκιά, φυσούσε στο κατάστρωμα. Κολλήσαμε αναγκαστικά ο ένας πλάι στον άλλο. Αισθανόμουν την ανάσα του στο πρόσωπό μου, τη θέρμη του κορμιού του να ζεσταίνει το δικό μου πιο πολύ κι απ' την κουβέρτα. Αλλά αυτό, αντί να με αποκοιμίσει, μ' ερέθιζε και δεν έλεγε να με πάρει ο ύπνος. [...]
Ο φίλος μου είχε αποκοιμηθεί. Κοίταξα για λίγο τ' άστρα, που θαρρείς και κουνιούνταν αυτά, κι όχι το πλοίο, στον ουράνιο θόλο, ύστερα αλλαξα πλευρό καε με πήρε κι εμένα ο ύπνος. Εμείς κατεβήκαμε στο Βόλο, εκείνοι θα συνέχιζαν ως τη Θεσσαλονίκη κι από κει στη Χαλκιδική για να παραθερίσουν. Ο χωρισμός ήταν σπαρακτικός. Η κυρία απ' την Αίγυπτο χάρισε στη μάνα μου ένα βάζο με γλυκό από χουρμάδες. Εγώ κι ο φίλος μου ανταλλάξαμε διευθύνσεις, και μου υποσχέθηκε ότι, μόλις γύριζε στήν Αλεξάνδρεια, θα μου έστελνε μια καρτ-ποστάλ. Μου χάρισε και μια μικρή φωτογραφία του. Ήταν ντυμένος πρόσκοπος και την έχω ακόμα, καμιά φορά, όταν ψάχνω το κουτί με τις παλιές φωτογραφίες, βγαίνει στην επιφάνεια, τον κοιτάζω, νοστιμούλης ήταν, εγώ όμως «τον θυμούμαι σαν πιο εμορφο...». Ήταν ο δεύτερος, άτυχος κι αυτός, έρωτάς μου. ...

Κώστας Ταχτσής: Το φοβερό βήμα (Εξάντας)

Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2010

No 699

Francis Picabia

Η μαμά θεωρεί τη μητέρα της ανήθικη, διότι πλάγιασε με πολλούς ανθρώπους. (…) η γιαγιά Έρρα είχε διάφορους αρραβωνιαστικούς και τώρα ζει με μια γυναίκα και αυτό που συμβαίνει ονομάζεται ομοφυλοφιλία […]
Την επομένη μάς τηλεφωνεί η γιαγιά Έρρα και απαντώ εγώ’ (…)
«Θέλετε να κάνουμε πικ-νικ και οι τέσσερις, την Κυριακή;» Όταν λέει και οι τέσσερις, καταλαβαίνω ότι επιτέλους θα γνωρίσω τη φίλη της, άλλο ένα μυστικό θα προστεθεί στον μακρύ κατάλογο με τα μυστικά στον «όρκο φιλίας» ανάμεσα σε μένα και τον μπαμπά.
Το Σάββατο το βράδυ επιστρέφοντας, τα χέρια του μπαμπά είναι γεμάτα με σακούλες από το σούπερ-μάρκετ, και όλη την Κυριακή το πρωί προετοιμάζει το πικ-νικ, αλλά ακριβώς τη στιγμή που αρχίζει να βάζει τα πάντα στο καλάθι, ο ουρανός σκοτεινιάζει. Δεν είναι μερικές σταγονίτσες ούτε μια καλοκαιρινή μπόρα που μετά ο ουρανός θα είναι γαλανός και λαμπερός, αλλά πραγματικός κατακλυσμός. (…)
Όταν φτάνουμε, είμαστε βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο. Η γιαγιά Έρρα και η φίλη της ορμούν πάνω μας με πετσέτες και τρίβουν τα κεφάλια μας μέχρι να μας ζαλίσουν. Η καταιγίδα εξελίχθηκε σε ένα δραματικό στοιχείο της ημέρας, σαν ένα είδος δράκου που βρυχάται και θέλησε να επιτεθεί στο πικ-νικ μας, αλλά ευτυχώς καταφέραμε να γλιτώσουμε από τα νύχια του. Οι δυο γυναίκες άπλωσαν ένα τραπεζομάντιλο στο πάτωμα στο κεντρικό μέρος του λοφτ και τώρα τοποθετούν χάρτινα πιάτα και πλαστικά πιρούνια. Η φίλη της Έρρα είναι κοντή, τα μαλλιά της και τα μάτια της είναι σκούρα, διότι είναι από το Μεξικό και ονομάζεται Μερτσέντες σαν αυτοκίνητο πολυτλείας. Σφίγγοντας το χέρι μου μού λέει: «Χαίρομαι πάρα πολύ, Ράνταλ», σαν να το πίστευε πραγματικά.
Η γιαγιά Έρρα είναι πιο δυνατή απ’ αυτό που φαίνεται, με παίρνει στην αγκαλιά της, με σηκώνει ψηλά και με φιλά σε όλο το πρόσωπο, με κοιτάζει και χαμογελάει ανάμεσα σε κάθε φιλί. Τα μάτια της είναι μπλε σαν ζαφείρια με ρυτίδες τριγύρω που φαίνονται από κοντά, και τα μαλλιά της είναι κάτασπρα με λίγες μικρές ξανθιές τούφες που έχουν απομείνει. «Α, αγοράκι μου» λέει. «Πάει πολύς καιρός, ε;», και εγώ απαντώ «Ναι».

Nancy Huston: Ίχνη ρήγματος (Άγρα)

Τετάρτη, Ιουλίου 21, 2010

No 698












Πολλά πράγματα συνωμότησαν για να τον αποθαρρύνουν, το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν το σφοδρό ξύπνημα αισθημάτων για τον Λουκά, μια και ο Μπάιρον πίστευε ότι, όπως συνέβη με τον Έντελστον και τον Ρόμπερτ Ράστον, έτσι και ο νεαρός ακόλουθος θα γινόταν αιχμάλωτος του συνήθους μαγνητισμού του. Μόνο που αυτό δεν συνέβη. Για τον Λουκά, ο Μπάιρον ήταν γέρος, τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, τα δόντια του είχαν λεκιαστεί, είχε τάση προς την παχυσαρκία, ήταν απλώς ένας δυνάστης που πρόσφερε στολές, χρυσές περικεφαλαίες και όλα τα στολίδια ενός πολεμιστή. Για τον Μπάιρον, η δυσφορία του Λουκά ήταν ανησυχητική «σαν μάτι έχιδνας». Στα τριακοστά έκτα γενέθλιά του, τον Ιανουάριο του 1824, μολονότι καταλάβαινε ότι οι σεξουαλικές ικανότητες του έφθιναν, έγραψε ένα ποίημα για το πείσμα του έρωτα, ακόμα και σε μια καρδιά που γερνά:

Ώρα να πάψει να ταράζεται η καρδιά
Σαν άλλες πια έχει πάψει να ταράζει’
Μα κι αν ακόμα δεν μπορώ να αγαπηθώ
ας αγαπώ!
(…)
Η που τον κόρφο μου βαραίνει πυρκαγιά
Μοιάζει μ’ ηφαίστειο σε νησί μονάχο
Δαυλός κανείς δεν άναψε με τούτη τη φωτιά -
Μια νεκρική πυρά

Έντνα Ο’ Μπράιεν: Λόρδος Μπάιρον. Οι έρωτές του (Μεταίχμιο)

Τετάρτη, Ιουλίου 14, 2010

Νο 697

Maureen Mullarkey (ΗΠΑ)

Το ότι ένα βιβλίο μπορεί να γίνει αιτία μιας απ’ τις πιο άγριες και μυστηριώδεις δολοφονίες ενός συγγραφέα στα εγκληματολογικά χρονικά της Ελλάδος, μπορεί ν’ ακούγεται κάπως ως προϊόν πλοκής ενός ευφάνταστου αστυνομικού μυθιστορήματος. Ωστόσο, κάποιοι άνθρωποι είναι απόλυτα πεπεισμένοι πως πρόκειται για γεγονός αναμφισβήτητο. Η αλήθεια είναι –ισχυρίζονται- ότι ο Ταχτσής, μέσα απ’ το τελευταίο βιβλίο που έγραφε, έκανε ή επρόκειτο να κάνει σοβαρότατες καταγγελίες και/ή αποκαλύψεις για γνωστούς και επώνυμους της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίαςτους οποίους και θα «έκαιγε». Κι επειδή διακυβευόταν το κύρος και η υπόληψη κάποιων «ειδώλων» του ελληνικού κατεστημένου, απόλυτα φυσικό ήταν να θέλουν αυτοί πρώτοι να τον εξοντώσουν βιολογικά, πριν τους καταστρέψει εκείνος με τη δημοσίευση του επίσημου βιβλίου του (…)
Όπως υποστηρίζει κατηγορηματικά η αδελφή του Ταχτσή Ελπίδα, φοβόταν όντως για τη ζωή του, λόγω των αποκαλύψεων που (θα) έκανε στο βιβλίο που έγραφε, και προσθέτει ότι κρατούσε ημερολόγιο, στο οποίο έδινε οδηγίες στον εαυτό του να προσέχει κι επεξηγεί:
«Για τους ανθρώπους του στενού κύκλου του αδελφού μου, δηλαδή εμάς και τους φίλους του, είναι ξεκάθαρο ότι δολοφονήθηκε για το βιβλίο που έγραφε. Στο ημερολόγιο που κράταγε τον τελευταίο καιρό, αναφέρει: “δεν πρέπει να λέω σε κανέναν τι γράφω!” Οι σελίδες που βρήκαμε σκόρπιες από τα γραφτά του, δεν συγκροτούν ένα ολοκληρωμένο έργο. Λείπουν πολλά κομμάτια.» (…)
Η σημαντικότερη όμως μαρτυρία είναι αυτή της φίλης του συγγραφέα, Νένης Σταμάτη. Ιδού τι ακριβώς ισχυρίζεται:
«(…) Εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι, αυτά τα κεφάλαι που είχε γράψει, δεν τα είδα εγώ μέσα στο βιβλίο που κυκλοφόρησε. Δεν μίλαγε με ονόματα μέσα στο βιβλίο που έγραφε, ααλλά σκιαγραφούσε ανθρώπους, τους φωτογράφιζε. Απ’ αυτή την άποψη το βιβλίο ήταν και πιο δελεαστικό. Ήταν πολύ έντεχνα γραμμένο – λέξη-λέξη το ‘γραφε και το παίδευε…»

Γιάννης Βασιλακάκος: Κώστας Ταχτσής. Η αθέατη πλευρά της σελήνης (Ηλέκτρα)

Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2010

No 696

Maureen Mullarkey (ΗΠΑ)

Στις αρχές του ’81, ο Ταχτσής, κάτω από την πίεση και τον εκφοβισμό από τους τραβεστί, έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, που απέτυχε.
«Ώσπου ένα βράδυ, σε μια στιγμή μαύρης απελπισίας, πήρα 60 Valium των 5. Μπήκε τυχαία η νοικοκυρά-οικονόμος μου να πάρει έναν τενεκέ ντοματάκια για να τα ‘χει την επομένη το πρωί και με βρήκε αναίσθητο, να βγάζω αφρούς απ’ το στόμα… Με πήγαν στο νοσοκομείο. Σε τρεις μέρες βγήκα. Αλλά σε μια περίεργη κατάσταση έκστασης-αμνησίας. Εκινούμην, ενεργούσα μηχανικά. Σαν υπνοβάτης. Μου τηλεφώνησε ένας δημοσιογράφος της… «Ακρόπολης»: “Γιατί; Κύριε Ταχτσή, εμείς που σας εκτιμούμε” κλπ. “Εμ, απ’ την μια η Οδύσσεια της ταινίας, απ’ την άλλη οι παρανοϊκές, απηνείς διώξεις εκ μέρους δυο ψυχοπαθών τραβεστί-ξεχάστε το”. Έγραφε: “Η μαφία των τραβεστί μ’ έσπρωξε στην αυτοκτονία”»
Δεν είχε νόημα πλέον να σωπαίνει. Κατέθεσε μηνύσεις, εναντίον των διωκτών του. Και η ιστορία με τους τραβεστί τελείωσε ως εξής:
«Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Αμέσως μετά το δημοσίευμα με τίτλο “Η μαφία των τραβεστί κλπ”. Έφυγα για το Πήλιο, λίγο μετά θα ‘ρχόντουσαν κι οι δικοί μου να περάσουμε τα Χριστούγεννα. Μαύρα Χριστούγεννα. Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων ήρθε κι ένα τηλεφώνημα απ’ τον Μπέττυ: “Να δεις τι σου ετοιμάζω ακόμα. Θα πεθάνεις πουστόγερε…” Mια φίλη της αδελφής μου είπε: “Kάτι διάβασα προχτές στην Απογευματινή”. Ο “Μπέττυ” είχε στείλει ένα γράμμα-απάντηση στο δημοσίευμα “Ναι, εγώ απήγαγα κι έσπασα στο ξύλο τον Ταχτσή και θα τον καταδιώκω σ’ όλη μου τη ζωή χωρίς να μπορεί κανένα σύστημα να το σώσει…”. Τότε ακόμα κι ο δικηγόρος μου, που ως τότε μ’ είχε συμβουλέψει ν’ αποφύγω τη μήνυση, συμφώνησε ότι δεν μπορούσα πια να σωπαίνω.
Μετά τη μήνυση γλίτωσα απ’ τον “Μπέττυ”, όχι όμως κι απ’ τον Αλόμα. Γιατί τώρα βέβαια κατέβαινα στη Σωκράτους, τώρα δεν είχα πια να χάσω τίποτα, τα ‘χα χάσει όλα, δεν θα μου στερούσαν ακόμα και το ναρκωτικό μου…»


Κώστας Τσαρουχάς: Η δολοφονία του συγγραφέα (Αλήθεια)

Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2010

No 695

Πολύκλειτος Ρέγκος

ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΛΑΘΟΣ, ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ;

Μην κοιμηθείς ακόμα.
Μην κλείνεις τα μάτια σου τόσο νωρίς
κι από τον κόσμο σου
μιά ώρα αρχίτερα με σπρώχνεις.

Ξέρεις πόσες νύχτες ξόδεψα να σε περιμένω
κάτω από αυτό το ταβάνι
που απόψε και τους δυο μας σκεπάζει
και παράλογα μας κρύβει
από το φώς των αστεριών και το φεγγάρι;
Το φεγγάρι - που πολύ θα χαιρόταν να μ’ έβλεπε
...μαζί σου.
Σαν κουρασμένο μου φάνηκε την τελευταία φορά˙
χρόνια και χρόνια εκεί επάνω κρεμασμένο
να προσπαθεί μάταια να φωτίσει
τόση γκρεμισμένη ανθρωπότητα
με τέτοια δύστροπη ψυχή.

Ξέρεις πόσο αβάσταχτα γίνονται όλα εδώ μέσα
όταν λείπεις;
Τίποτα δεν είναι αγαπημένα ίδιο.
Τη δυσκολία να υπάρχω μόνος μου
με πράγματα πού άγγιξες
την ξέρεις;

Φαντάστηκες ποτέ
την απόλυτη μοναξιά των χεριών μου
όταν τραβούν τά παράθυρα
για να υποδεχτούν το σκοτάδι
και τη δύναμη που χρειάζεται
να ζεις με μια απώλεια;

Σκληρό που είναι
να ξυπνάς το πρωί και να ψάχνεις
μια παρουσία να ευχηθείς «καλημέρα».
Και να μη βιάζεσαι να γυρίσεις από τη δουλειά
γιατί δεν σου βρίσκεται κάποιος
να προσδοκεί την επιστροφή σου…

Ξέρεις
πού πηγαίνει ο Ἐρωτας όταν χάνεται;
Πίσω από ποιόν θάνατο
πάει και συντονίζεται
για την εφήμερη την φύση του
να κλάψει;
Μια αλήθεια που να μη σκοτώνει τη χαρά
που μου δίνει το καθαρόαιμο το ψέμα σου
- μήπως ξέρεις;

Μην κοιμηθείς ακόμα.
Μην κλείνεις τα μάτια σου τόσο νωρίς
κι από τα όνειρά σου
έξω πάλι με αφήσεις.
Μην κοιμηθείς ακόμα˙
και τη σιωπή σου ας τρέμω
έτσι όπως εμμένεις
να μη μου απαντάς…

Μην κάνεις τάχα πώς λυπάσαι.
Τη σπούδασα καλά την απογοήτευση.
Περήφανα σηκώνει το σταυρό σου
που ορθόδοξα επάνω του
θα πας να καρφωθείς.

Φίλιππος Αγγελής: Το αγαπημένο παιδί της Μοναξιάς (Πολύχρωμος Πλανήτης)

Τετάρτη, Ιουνίου 23, 2010

No 694

Auguste Caillebotte (Γαλλία)

Ο Θίοντορ ανυπομονούσε να βγει στον κόσμο με τον Έλιοτ. Ο έρωτάς του (ίσως κάθε έρωτας) χρειαζόταν να βγαίνει βόλτα όπως ένας σκύλος, να εκτίθεται στην περιπέτεια των δρόμων και στα βλέμματα των αγνώστων, να του επιτρέπεται να μαρκάρει την περιοχή του και να βροντοφωνάζει την ύπαρξή του.
Όμως, η διακριτικότητα απαγόρευε τις εξορμήσεις. (…)
«Φλέρταρες καθόλου με άλλους άντρες τότε;»
«Όχι» είπε ο Θίοντορ. Ύστερα, στηρίχτηκε στον έναν αγκώνα και γύρισε στο πλάι για να βλέπει τον Έλιοτ. «Ήμουν πολύ αθώος και πολύ… αφελής –όχι τόσο στις σπουδές μου όσο στην αντίληψή μου για τον κόσμο».
«Δεν Μπορεί, όμως, θα το ‘παιζες το πουλάκι σου!»
«Ονειρώξεις. Στα όνειρά μου ήμουν πάντα μέσα σ’ ένα σύμπλεγμα γυμνών σωμάτων, αρσενικών και θηλυκών. Αλλά ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό. Ντρέπομαι».
«Είμαι το πρώτο αγόρι στη ζωή σου;»
«Ναι» είπε ο Θίοντορ σοβαρά, «και το δεύτερο άτομο. Η γυναίκα μου… κι εσύ. Αλλά με… αγχώνει να μιλήσω για κείνην».
«Και ποιον αγαπάς περισσότερο;» ρώτησε ο Έλιοτ. «Εκείνην ή εμένα;»
Γλίστρησε προς τα κάτω, πλάγιασε δίπλα στον Θίοντορ, πήρε το χέρι του και το ‘βαλε πάνω στον γαλαζωπό γοφό του που γυάλιζε σαν μάρμαρο.
«Εσένα σε σκέφτομαι συνέχεια. Τα αισθήματά μου για τη γυναίκα μου είναι ιερά».
Ο Θίοντορ άρχισε να χαϊδεύει το μηρό του Έλιοτ. Στενοχωριόταν που το μεσημέρι της επομένης θα συναντούσε τη Μάγκι, την ντετέκτιβ, ένιωθε τύψεις που τη είχε προσλάβει για α κατασκοπεύει τον Έλιοτ, κι αηδίαζε προκαταβολικά γι’ αυτά που ίσως εκείνη είχε ανακαλύψει.

Edmund White: HOTEL de DREAM (Πατάκης)

Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010

Νο 693

Henri de Toulouse-Lautrec (Γαλλία)

Στο πεδίον μάχης του κορμιού σου

Ι.
Την τελευταία φορά χρησιμοποιήσαμε
τη σιωπή
για σφαίρες,
τραυματιστήκαμε θανάσιμα
στη σύγκρουση.

Τώρα, έχουμε αρχίσει με το ζόρι
την ανάρρωση,
και τα τουφέκια μας είναι ήδη
για μάχη οπλισμένα.

Ανίκανες την ήττα
να δεχτούμε,
είμαστ’ αντιμέτωπες ακόμη μια φορά
στο πεδίον μάχης
του κορμιού σου.

ΙΙ.
Στις σκιές,
μεσ’ στα χέρια σου να κρύβομαι,
ξεχνώ να νοιώθω φόβο.
Με εσένα διασχίζω τα σύνορα
του πόθου,
εισχωρώ στην περιοχή
όπου διαλύονται θάνατος και ζωή.

Ναυαγισμένη,
μα για περιπέτεια ακόμα διψασμένη,
βυθίζομαι
στων υδάτων σου τον στροβιλισμό.
Ξανά παγιδευμένη.

Bessy Reina / Παναμάς

Δὲν εἶμαι δική σου, εἶμαι ἐσὺ. ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑ [1650 - 2000] (Κρωπία)
Μετάφραση καὶ ἐπιμέλεια: Κώστας Ἰωάννου

Τετάρτη, Ιουνίου 09, 2010

No 692

Σπύρος Παπαλουκάς

Μεσολόγγι, 9 του Ιούνη 1903
Αγαπημένε μου, καλέ μου φίλε,
Με τη γλυκειά σου θύμηση, σύντροφον αχώριστο, το ταξίδι μου απέρασα και νοερές κουβέντες ψιθυρίσαμε και λόγια, λόγια, απ’ εκείνα που ασυνείδητα γεννιώνται και σβύνουνται, γεννήθηκαν και σβύστηκαν μέσα στη φαντασιά μου. Και τώρα να’ μια εδώ, απαντέχοντάς σε, μέσα στο εγώ μου αυστηρά κλεισμένος, από έλλειψη κάθε κοινωνιάς πνευματικής,τριγυρισμένος από τα γνωστά μου πράματα, που ανάμεσά τους εβλάστησε και άνθησε στου καιρού το γοργόταχο διάβα, η θλιβερή μου Σκέψη. Τα βιβλία μου, του τοίχου η ζωγραφιέςμ και η λίγεςακόμα ζωγραφιές που στα περασμένα έπλασα, η θαμπές, η αχνές, η άπιαστες δημιουργίες, κρεμασμένες κι αυτές ανάερες, στο κενό, απ’ τα σιδερένια καρφιά που τις εσύνδεσεν με την ψυχή στα άψυχα, ο Χρόνος. Και σου γράφω με τη βαθύτατη νοσταλγία προς το αισθαντικό σου είναι, που τόσο γλυκά μού φανέρωσε, σε ωραίες ώρες, την εσωτερική του αρμονία που άκοπα το κατέχει και το κυβερνά.

Γιώργος Ιω. Κοκοσούλας: Γύρω από μια φιλία. Μίμης Λυμπεράκης-Απόστολος Μελαχρινός. Επιστολές 1903-1924 (Φιλιππότης)

Σάββατο, Ιουνίου 05, 2010

Τετάρτη, Μαΐου 26, 2010

No 691

24 Μαΐου
Αγαπημένη μητέρα,
Τι αιώνιος Άμλετ που σου είναι ο άνθρωπος, τι ωραία που φιλοσοφούσα στα τελευταία μου γράμματα και σε τι αξιοθρήνητη κατάσταση με έφεραν τώρα οι πράξεις μου! Φοβάμαι πως έφτασα στο σημείο όπου ο πνευματικός δεσμός ανάμεσα μας έσπασε, πέφτοντας σε άλλες μαγικές παγίδες.
Αυτή τη νύχτα... ντρέπομαι σχεδόν να σου τα αφηγηθώ... δεν μπορώ να το εξηγήσω μήτε στον ίδιο τον εαυτό μου, αλλά αφότου ο πνευματικός μου έρωτας για τον Ανατόλ έσβησε, τον βρίσκω τόσο ωραίο, να... να, αυτή ακριβώς είναι η λέξη: γοητευτικό.
Άρα η ομορφιά του σώματος είναι κι αυτή κάτι, όταν υπάρχει και η ομορφιά της ψυχής. Και όταν ένα πλάσμα έχει τόσο πλούσια χαρίσματα, αυτό δεν το οφείλει βασικά στην εκπαίδευση του; Αυτό το πλάσμα το τόσο λαμπρά προικισμένο, δεν θα μπορούσε επίσης να έχει κερδίσει και σε βάθος; Αλλά να που φιλοσοφώ και πάλι. Αυτή τη νύχτα, λοιπόν... Αχ! Είμαι λίγο ταραγμένος σήμερα... Να είσαι επιεικής μαζί μου.
Μέχρι τώρα είχα δει τον Ανατόλ μονάχα με τη ρωσική μαύρη φορεσιά του που οι φαρδιές πτυχώσεις της σε άφηναν να μαντεύεις μάλλον τη σιλουέτα του. Αυτή τη νύχτα εμφανίστηκε για πρώτη φορά με ένα εφαρμοστό ρούχο από μοβ βελούδο, το χρώμα που τόσο αγαπώ, και με τις μακριές ξανθές μπούκλες του έμοιαζε με σκανδαλιάρη νεαρό ακόλουθο της εποχής του Λουδοβίκου 14ου. Καθώς ερχόταν προς εμένα, και το βελούδο που εφάρμοζε στενά στις εξαίσιες γραμμές του κορμιού του θρόιζε και έτριζε σε κάθε κίνηση του, για πρώτη φορά στη ζωή μου, καταλήφθηκα από εκείνη τη δύναμη της φύσης από την οποία κανείς θνητός δεν μπορεί να ξεφύγει εντελώς, μήτε για πάντα.
Ένιωσα τη μυστηριώδη επιρροή της σωματικής ομορφιάς.
Για να κρύψω τη διέγερση μου, άρπαξα μηχανικά ένα βιβλίο που βρισκόταν πεσμένο στα μαξιλάρια του ντιβανιού.
Ο Ανατόλ το παρατήρησε, έπεσε με μια κραυγή στην αγκαλιά μου και προσπάθησε να μου πάρει το βιβλίο.
Για μια στιγμή παλέψαμε κι ένιωσα ένα τρυφερό, σχεδόν παρθενικό στήθος να ακραγγίζει το δικό μου• το αίμα μου ανέβηκε στο πρόσωπο.
Αλλά κρατούσα το βιβλίο και, για να σωθώ, βύθισα σε αυτό το βλέμμα μου. Ο Ανατόλ είχε πέσει στο ντιβάνι και καταντροπιασμένος έκρυβε το πρόσωπο με τα χέρια του. Καθώς διάβαζα χαμηλόφωνα Τα πάθη τον νεαρού Βέρθερον, μου έριξε ένα παιχνιδιάρικο βλέμμα, μισο-κρυμμένο ακόμα πίσω από τα δάχτυλα του.
Κι εγώ, την ίδια στιγμή, βρέθηκα στα πόδια του και σκέπαζα το χέρι του με φιλιά, ήμουν ξαναμμένος κι έτρεμα. Αλλά μέσα στα γαλάζια και περήφανα μάτια του είδα μια λάμψη θριάμβου.
Αυτό με συνέφερε.
Σηκώθηκα και κάθισα στο πιάνο.
Ο Πλάτωνας σου.

Λεοπόλντ φον Ζάχερ-Μαζόχ: Ο έρωτας του Πλάτωνα (Αστάρτη)

Πέμπτη, Μαΐου 20, 2010

Νο 690

Paul Cadmus (ΗΠΑ)

Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από πνιγμένους ήχους. Το προδοτικό φως στην τουαλέτα του πάρκου έμενε πάντα αναμμένο και φώτιζε αυτό που συνέβαινε ακόμα και για εκείνους που δεν έπρεπε να το δουν, για εκείνους που αντιμετώπιζαν την παράξενη δραστηριότητα γύρω από την τουαλέτα με την υπεροψία της κοινής αντίληψης ή με εκείνη την υπηρεσιακή περιέργεια που έδειχνε η αστυνομία, όταν έβγαινε σε άτακτα διαστήματα για να κάνει μπλόκο και κάθε φορά συνελάμβανε κάποιους ηλικιωμένους άντρες, που ύστερα από λίγες ώρες τους άφηνε πάλι ελεύθερους. Συχνά ήταν ανάμεσα τους και τρομαγμένοι οικογενειάρχες. (…)
Εκείνη τη στιγμή κάποιος τον άρπαξε και τον τράβηξε προς τα πίσω. Ένιωσε το σιδερένιο σφίξιμο ενός μπράτσου στο λαρύγγι του κι έχασε την ισορροπία του. Η ατσάλινη λαβή τού έκοψε το αίμα και την ανάσα. Ένα πυκνό, άχρωμο παραπέτασμα έπεσε αμέσως μετά και ο Ερνέστ έχασε τις αισθήσεις του, πρόλαβε μόνο να ακούσει δυο λέξεις που του είχαν ψιθυρίσει στο αυτί: «Πούστη, γαμιόλη!»
Όταν συνήλθε, ήταν πεσμένος στο έδαφος, δεν απόρησε, προσπάθησε να ανασάνει, ήταν πεσμένος ανάσκελα, άκουσε το λαχάνιασμά του, την ίδια του την πνιχτή αναπνοή, τότε τον χτύπησαν με ένα βαρύ αντικείμενο, πρώτα στο στήθος, ύστερα στο στομάχι, με κάτι σαν κλομπ. Διπλώθηκε στα δύο, και μόλις γύρισε στο πλάι, δέχτηκε κι αποκεί μια κλοτσιά, ήταν λοιπόν περισσότεροι. Άκουσε ξεφωνητά εκεί κοντά, μετά σιωπή, δεν ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή άσχετων περαστικών, δεν ήθελαν να κινητοποιηθεί η αστυνομία, όλοι φοβόντουσαν. Ο Ερνέστ δεν ήταν ο μόνος τον οποίο είχαν διαλέξει για τη νυχτερινή διασκέδασή τους, δυο ή τρεις άλλοι δεν είχαν προλάβει να το βάλουν έγκαιρα στα πόδια. Οι τραμπούκοι ήταν περισσότεροι, τουλάχιστον τρεις, μόνοι δεν έρχονταν ποτέ, πάντα ήταν οπλισμένοι με κάποια αντικείμενα.
Αυτό που πάντα φοβόταν είχε συμβεί, τον είχαν αιφνιδιάσει, τώρα ήταν γεγονός, θα τον χτυπούσαν ώσπου να πάψει να κινείται.

Αλέν Κλοντ Ζούλτσερ: Ένας τέλειος σερβιτόρος (Μεταίχμιο)

Τετάρτη, Μαΐου 19, 2010

Νο 689

Kent Neffendorf (ΗΠΑ)

«Του αγόρασα εκείνο το καινούριο μπουφάν, το North Face που φορούσε» είπε ο Τζόνσον, κοιτώντας το χορταριασμένο μέρος του γκαζόν στα πόδια του' η φωνή του χαμήλωσε ξαφνικά. «Διακόσια εβδομήντα πέντε δολάρια. Κάναμε συμφωνία μαζί: του είπα ότι, αν έπαιρνε εκείνο το μπουφάν, θα έπρεπε την επόμενη σεζόν να ξαναβγεί στο γήπεδο. Έφτασαν τα δοκιμαστικά του καλοκαιριού και βρήκε κάποια δικαιολογία για να μην παίξει. Έκανε πολλή ζέστη, δεν είχε διάθεση… τέτοιες μπούρδες. Τον τσάκισα. Του είπα ότι μ’ έκανε να ντρέπομαι». Το κάτω χείλος του Τζόνσον έτρεμε ελαφρά. «Του είπα: "θα κάθεσαι στο δωμάτιό σου σαν να είσαι καμιά αδερφάρα, ενώ τα’ άλλα αγόρια θα είναι στο γήπεδο και θα γίνονται άντρες;"»
Ο Ραμόουν, αμήχανος, και λίγο θυμωμένος, δεν κοίταξε τον Τζόνσον.
«Πότε το είδες τελευταία φορά;» είπε ο Ραμόουν.
«Δουλεύω εφτά με τρεις, οπότε είμαι συνήθως σπίτι την ώρα που επιστρέφει από το σχολείο. Βγήκε έξω και τον ρώτησα πού πάει. "Πάω μια βόλτα" μου είπε και του είπα "Κάνει πολλή ζέστη για να φοράς αυτό το μπουφάν. Και το ξέρεις ότι δεν πρέπει να το φοράς, ούτως ή άλλως, γιατί αθέτησες τη συμφωνία που κάναμε"».
«Και;»
«Μου είπε: "Σ’αγαπώ, μπαμπά"». Ένα δάκρυ άρχισε να τρέχει από το μάτι του Τζόνσον και να κυλάει στο μάγουλό του. «Μόνο αυτό μου είπε. Και γύρισε αμέσως κι έφυγε από το σπίτι. Την επόμενη φορά που τον είδα ήταν παγωμένος. Κάποιος είχε φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι του γιου μου»
Ο Ραμόουν κοίταξε τον ουρανό και τις σκιές που μεγάλωναν στο γρασίδι. Θα είχε φως για λίγες μόνο ώρες ακόμα. Σηκώθηκε από το κάθισμά του.

Τζόρτζ Πελεκάνος: Ο κηπουρός της νύχτας (Πατάκης)

Τετάρτη, Μαΐου 05, 2010

No 688


Σε μια χολυγουντιανή ταινία του 1934 (Καμπαρέ των ονείρων), ένα ζευγάρι χορεύει. Τους πλησιάζει ένας τρίτος, χτυπάει τον άντρα στον ώμο και τον ρωτάει: «Μου επιτρέπετε;» Είναι μια κλασική σκηνή χορού, μόνο που αυτή τη φορά οι θεατές θα αιφνιδιαστούν καθώς οι δύο άντρες αγκαλιάζονται και συνεχίζουν τον χορό. Η σεναριογράφος Αννίτα Λόος έλεγε: «Οι ξανθιές δεν έχουν πια πέραση. Τώρα οι κύριοι μοιάζουν να προτιμούν τους κυρίους». Η πρώτη ταινία που ασχολήθηκε ευθέως με την ομοφυλοφιλία ήταν το Αλλιώτικοι απ’ τους άλλους (1919): ο Κόνραντ Βάιντ γνωρίζει σε μια γκέι χοροεσπερίδα τον Ράινχολντ Σύντσελ, τον πηγαίνει σπίτι του και του χαϊδεύει (φευγαλέα) το (εντελώς ντυμένο) στήθος του. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Έφτασε όμως για να καταρρίψει, έστω και υπαινικτικά, το ταμπού της ερωτικής επαφής δύο αρσενικών.
Κάποιες γκέι ταινίες που ακολούθησαν, αναζήτησαν με τη σειρά τους υπαινικτικούς τρόπους, ακόμη και σε εποχές όπου η λογοκρισία δεν το απαιτούσε ρητά. Στην ταινία Ο ροζ νάρκισσος (1971) μια πεταλούδα που βγαίνει από το κουκούλι της και κάθεται πολύ κοντά στον φουσκωμένο καβάλο ενός άντρα, δηλώνει μεταφορικά τη δημόσια αποκάλυψη της σεξουαλικής ταυτότητας, ενώ στην ταινία Πυροτεχνήματα (1947) η έκσταση του οργασμού υποδηλώνεται με την εικόνα ενός πυροτεχνήματος που προεξέχει, πετώντας σπίθες, από το φερμουάρ ενός ανδρικού παντελονιού. Στον Καραβάτζιο (1986) είναι ολοφάνερο πως το ενδιαφέρον του ζωγράφου (Νάιτζελ Τέρι) για το μοντέλο του (Σων Μπιν) είναι παραπάνω από επαγγελματικό: πιάνει ένα νόμισμα με τα χείλη του, ενώ στο Ερωτικό τργούδι (1950) δύο κρατούμενοι σε διπλανά κελιά μοιράζονται άτι παραπάνω από τσιγάρο όταν ο ένας τους φυσάει τον καπνό στο στόμα του άλλου από ένα καλαμάκι χωμένο στον τοίχο.

Douglas Keesey – Paul Duncan (επιμ): Ο ερωτικός κινηματογράφος (Taschen)

Τετάρτη, Απριλίου 28, 2010

No 687

Darold Perkins

Η γραφή των ποιημάτων είναι ιερό πράγμα

H γραφή των ποιημάτων είναι ιερό πράγμα, ξεσπάει η καρδιά
σαν να ταΐζει ερυθρά κοτόπουλα πάνω σ' έναν πράσινο λόφο, ή
κα8ισμένη σ' ένα μπαλόνι να κατεβαίνει εγκαίρως σ' ένα περβάζι
σαν πρωινό να με καλωσορίσει
μέσα στην αυγινή σου έγερση με το ψωμί και το μπέικον κι εκείνο
το τραγούδι στο ραδιόφωνο για χορό γύρω απ' της κουζίνας το τραπέζι
με κουτάλια μες στο στόμα σου.
Ένα δωμάτιο είναι το μόνο που θα κατέχω στην αιωνιότητα, ένα κρεβάτι -
Ασυνάρτητες
μνήμες
πάνω από ψηλά βουνά με μεταφέρουν μακριά στη γη των νομάδων όπου
η ανάσα δεν είναι παρά αναστεναγμός σε κάποιο χαμένο όνειρο
που πέρα μακριά απ' τα μάτια μου εξελίσσεται -
Η βροχή και το χιόνι ρολόι στο παράθυρο μου. Τι ωφελεί
που το δωμάτιο μου να χωρέσει δεν μπορεί της γης όλους τους ανθρώπους
και που οι καρέκλες είναι μόνες γιατί φτιαγμένες είναι για έναν μόνο;
Σου λέω οι νέοι ζητούν κάτι περισσότερο από αυτόν τον κόσμο
που μας άφησαν οι πρόγονοί μας.
Ένας καθρέφτης μας κάνει δύο κι αυτό είναι ευλογία.
Να τρίζω τα δόντια γιατί μου λείπει η αγάπη, μπαίνοντας στον καθεδρικό
είναι σαν να περπατώ μέσα σε μια κρύα σόμπα, σε ένα παγωμένο γάντι.
Ξέρω πως ο άγγελος πίσω απ' την πόρτα θα μου φέρει ωραίους πίνακες σε λίγο.
Όλοι οι άγγελοι μαζεύονται πάνω στης γης την καμπύλη και δημιουργούν
μια πομπή που γίνεται γέφυρα προς τον ήλιο.

Πήτερ Ορλόφσκυ
από την Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα (Ηριδανός)
μτφ: Γιάννης Λειβαδάς

Τετάρτη, Απριλίου 21, 2010

No 686

Γιώργος Σικελιώτης

Ακόμα και με ομοφυλόφιλους είχα κάνει έρωτα. Καλά παιδιά, θερμά παιδιά. (…) Τα πρώτα στελέχη της ομορφιάς και της πουστιάς στην Πάτρα. Καλά παιδιά, γιόρταζα και μου φέρνανε κασέτες, να με πάρουνε να βγούμε έξω, ωραία παιδιά και πολύ θερμά. Έχω να το πω και θα το πω μέχρι να πεθάνω ότι πας πούστης άγιος και πάσα πουτάνα σκατά. Ούτε κλέφτης μπαίνει μέσα τον βλέπεις, πόσο είναι κυρία μου η βίζιτα σας, πάρτε, ή κύριε θέλω ένα άρωμα, ένα πορτοκάλι, ή κύριε θέλω μια πάστα, τον βλέπεις γεια σας κι ευχαριστώ. Σε γοητεύει. Στο χορό του, στις κινήσεις του, στην ομορφιά του; Στην ωραία του ενδυμασία; Που ερχόντουσαν τα παιδιά και φοράγανε τότε άρωμα με 5000. Αυτοί σε γοητεύανε κι εσύ που ήσουνα γυναίκα έλεγες νάχω πέντε μάτια να τους κοιτάζω, γδυνόντουσαν κι είχαν ωραία χυτά σώματα, που βγαίνουν έτσι οι άλλοι άντρες, δεν ξέρω γυμναστικές κάνανε, κάτι ωραία σουλούπια.

Γιώργος Χρονάς: Η γυναίκα της Πάτρας (Οδός Πανός)

Πέμπτη, Απριλίου 15, 2010

No 685


Επιμονή

. ..Είναι ένας σιδεράς που δουλεύει
. ..στ' αμόνι
. ..κι ο Νιζίνσκι που χορεύει αιθέρια
. ..σαν φαύνος.
.. .Ο ένας δίνει το ρυθμό
.. .χωρίς τον οποίο είναι αδιανόητη
.. .η έκσταση του άλλου

Νιζίνσκι: Χόρεψα ώρες πολλές
στο σύφφλογο του πάγου
ίσαμε που τα πόδια μου έλιωσαν
και γύρισε ο ιδρώτας μου
να χαϊδέψει το μέτωπο μου
σαν χέρι

Σιδεράς: Δούλεψα τόσο πολύ
το καυτό σίδερο
στην παγωμένη αδιάφορη
επιφάνεια του αμονιού
μέχρι που τα χέρια μου πάγωσαν
κι η καρδιά μου
έγινε σβησμένο άστρο
στην αγκαλιά του ατσαλιού


Τώρα δε με νοιάζει πια
αν θα πεθάνω
ανασαίνω με νεροσυρμές
-απ' το ταμπάκο-
και θα ‘θελα να ξέρω
πόσο λάδι απομένει
στο καντήλι της ζωής μου

Νιζίνσκι: Τρομάζω την ιδέα του θανάτου
Είναι ένα κρύο χέρι
που ανασκαλεύει τα σωθικά μου
και μου φέρνει ανατριχίλα
κι αηδιάζω να πιστεύω
ότι η πεταλούδα του κορμιού μου
κάμπια θα έχει γίνει
και σαρανταποδαρούσα
που θα ξεμυτίζει αργά
από το μακιγιαρισμένο κουφάρι
για να ζευγαρώσει στο φως

Κωνσταντίνος Μπούρας: Αγαύης έρως (Οδυσσέας)