Ένας νέος παράγοντας, ωστόσο, εμφανίστηκε τώρα για να περιπλέξει ακόμα περισσότερο τη μπερδεμένη σχέση τους: Ο Τρούμαν είχε αρχίσει να υποφέρει από παρανοϊκές παραισθήσεις, σχεδόν σίγουρο αποτέλεσμα της υπερβολικής κατανάλωσης πολλών δόσεων ναρκωτικών. Μόλις κάθισαν εκείνη την Κυριακή του Πάσχα του 1980 για το εορταστικό δείπνο τους στο Λα Πετίτ Μαρμίτ, ένα ακριβό εστιατόριο απέναντι από το Πλάζα, ο Τρούμαν έσφιξε τρυφερά το χέρι του Τζον. Έπειτα, αλλάζοντας διάθεση τόσο γρήγορα, που για μια στιγμή ο Τζον νόμιζε πως αστειευόταν, είπε: «Συμπεριφέρθηκες ασυμπερίφορα». Επαναλαμβάνοντας αυτό το παράξενο και γλωσσικά λανθασμένο σχόλιο, ο Τρούμαν σηκώθηκε και παρολίγο να ρίξει ένα διπλανό τραπέζι. «Μπορείς να τελειώσεις το γεύμα σου κι εγώ θα πληρώσω», είπε προτού επιστρέψει παραπατώντας στο κτίριο όπου ζούσε. «Έπειτα δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ πια».
Έχοντας μείνει έκπληκτος, ο Τζον τον ακολούθησε δέκα λεπτά αργότερα, για να έρθει αντιμέτωπος με μια ακόμα έκπληξη όταν μπήκε στο Πλάζα. Ο Τρούμαν είχε δώσει εντολή στον αρχιθυρωρό να διώξει από το διαμέρισμά του. (…) Ο Τζον πρότεινε να ξαναρχίσουν τη ζωή τους από την αρχή, μακριά από το ποτό και τα ναρκωτικά. «Τρούμαν, ας ζήσουμε», τον παρακάλεσε. «Έχουμε μια ευκαιρία να ζήσουμε! Αυτό που κάνουμε δεν μπορεί να ονομαστεί ζωή».
Τζέραλντ Κλαρκ: Καπότε. Μια ζωή εν θερμώ (Μεταίχμιο)



