Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 01, 2010

No 702


Σε αντίθεση με τη Μίμι, η Λίσμπετ δεν έβλεπε τον εαυτό της ως λεσβία. Δεν είχε ποτέ καθίσει να σκεφτεί αν ήταν ετεροφυλόφιλη, ομοφυλόφιλη ή αμφιφυλόφιλη. Γενικά, αδιαφορούσε για τις ετικέτες και ήταν της γνώμης πως δεν αφορούσε κανέναν το ποιον ή ποιαν θα διάλεγε για να περάσει τη νύχτα της. Αν ήταν υποχρεωμένη να διαλέξει ερωτικό σύντροφο, τότε προτιμούσε τα αγόρια –στατιστικά τουλάχιστον αυτά προηγούνταν στη ζωή της. Το ζήτημα ήταν να έβρισκε ένα αγόρι που δεν θα ήταν ηλίθιο και που θα άξιζε στο κρεβάτι. Η Μίμι ήταν μια συμβιβαστική λύση –ήταν γλυκιά και είχε την ικανότητα να την ανάβει ερωτικά. Την είχε συναντήσει έναν χρόνο πρωτύτερα, σε μια μπυραρία στο φεστιβάλ της «Ομοφυλόφιλης περηφάνιας». Η Μίμι ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που είχε συστήσει η Λίσμπετ στις Evil Fingers.Παρόλο που δεν είχαν συχνή επαφή, η σχέση τους είχε διαρκέσει όλη τη χρονιά –περνούσαν απλώς όμορφα τον καιρό τους. Ένιωθε το κορμί της της Μίμι ζεστό και μαλακό πάνω της. Ήταν μια γυναίκα με την οποία μπορούσε να ξυπνήσει μαζί και να φάει πρωινό.

Στιγκ Λάρσον: Το κορίτσι με το τατουάζ (Ψυχογιός)

Τετάρτη, Αυγούστου 25, 2010

No 701

Γιάννης Τσαρούχης

Μα δε χρειάστηκε να μου πει τίποτα. Τά’ μαθα απ’ τη μαμά. Μου τά’ πε με μια σκληρότητα που αν της έχω συγχωρήσει είναι μόνον επειδή ξέρω πόσο ακριβά το πλήρωσε στον αγαπημένο της το γιο. Ό,τι κοροϊδεύει κανείς σ’ αυτό τον κόσμο, το λούζεται. «Πάψε να μας ζαλίζεις» μου λέει, «έτσι κι έτσι έχουν τα πράματα». Όλα τά’ χε βάλει ο νους μου εκτός απ' αυτό. Έκλαψα, χτυπήθηκα, μα ύστερ’ άρχισα να σκέφτομαι: κι αν είναι αλήθεια; Κι αποφάσισα να δω τον Αργύρη και να του μιλήσω. (Συνήθως συναντιόμασταν μπροστά στην Ακαδημία.) Αλλά όταν ήρθε εκείνη η στιγμή ήμουνα τόσο ταραγμένη, που ήταν αδύνατον να μιλήσω ήρεμα. Του είπα, χωρίς περιστροφές, ότι ο θείος Μαρκούσης είχε βάλει έναν άνθρωπο της εμπιστοσύνης του να τον παρακολουθήσει κι έμαθαν ότι είχε σχέσεις μ’ έναν…
Δεν τελείωσα τη φράση μου. Τον είδα να κοκκινίζει και κατάλαβα ότι ήξερε τι εννοούσα. Τον κοιτούσα άφωνη, παρακαλώντας από μέσα μου να μου πει πως είναι ψέματα. Ακόμα και σήμερα διερωτώμαι τι απ’ την κατηγορία ήταν αλήθεια και τι ψέμα. Ένας αθώος άντρας θα το ‘ριχνε στο σορολόπ ή θα θύμωνε και θά’ λεγε πως τον συκοφαντούσαν άδικα. Θα μού’ λεγε πως ήμουνα τρελή να τους πιστεύω, θα μ’ έπιανε και θα με φιλούσε. Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να μου κλείσει το στόμα. Μα ο Αργύρης κοκκίνισε, ύστερα χλώμιασε, με κοίταξε καλά-καλά στα μάτια –ποτέ όσο ζω δε θα ξεχάσω εκείνο το βλέμμα- έβαλε τα χέρια στις τσέπες, και σηκώθηκε κι έφυγε, χωρίς να πει λέξη. Κι έμεινα μόνη μου κάτω απ’ το άγαλμα του Πλάτωνος, άναυδη, παρακαλώντας ν’ ανοίξ’ η γη να με καταπιεί.

Κώστας Ταχτσής: Το τρίτο στεφάνι (Ερμής)

Τετάρτη, Αυγούστου 04, 2010

No 700

Nebojsa Zdravkovic (Σερβία)

Στη βεράντα το καλοκαίρι

Είμ’ ένα άστρο, μια τρίχα στο κεφάλι του θεού, θα πέσω, στα λαιμό
φοράω ένα ποίημα, προτού προλάβει να θερμάνει τις καρδιές μας θα
σβήσει, αισθάνομαι τα κόκκαλά μου να τρίζουν κιόλας από ανεξήγητες
επιθυμίες, μα σωπάστε και θυμηθείτε τα μάτια του, να ζήσω μες στις
τούφες των μαλλιών του, στα δάχτυλά του ανάμεσα, εκεί που ενώνονταν
με τα δικά μου μέσα στο σκοτάδι, τα μάτια του, τα μάτια του να λά-
μπουν σαν φανοί αυτοκινήτων που 'ρχονται καταπάνω σου, και τίποτα
να μην ακούγεται, ο θόρυβος κι' οι διαφημίσεις του κορμιού να μην
υπάρχουν -cette rumeur-là vient de la ville- τίποτα παρ' αυτός κι' εγώ,
σε μια βεράντα το καλοκαίρι.

Κώστας Ταχτσής
από την ανθολογία Α. Φωστιέρης-Ν. Νιάρχος (επιμ.): Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση (Καστανιώτης)

Nebojsa Zdravkovic (Σερβία)

Στη Χαλκίδα, τα μεσάνυχτα, ανέβηκαν στο πλοίο κι άλλοι επιβάτες. Γέμισε το κατάστρωμα. Ο φίλος μου μού εξήγησε το φαινόμενο της παλίρροιας. Όταν χάθηκαν τα φώτα της Χαλκίδας στον ορίζοντα, μας έβαλαν να κοιμηθούμε μαζί σε μια κουβέρτα, στη μισή ξαπλώσαμε, με την άλλη μισή σκεπαστήκαμε, γιατί, παρόλο πού ήταν Αύγουστος κι η βραδιά γλυκιά, φυσούσε στο κατάστρωμα. Κολλήσαμε αναγκαστικά ο ένας πλάι στον άλλο. Αισθανόμουν την ανάσα του στο πρόσωπό μου, τη θέρμη του κορμιού του να ζεσταίνει το δικό μου πιο πολύ κι απ' την κουβέρτα. Αλλά αυτό, αντί να με αποκοιμίσει, μ' ερέθιζε και δεν έλεγε να με πάρει ο ύπνος. [...]
Ο φίλος μου είχε αποκοιμηθεί. Κοίταξα για λίγο τ' άστρα, που θαρρείς και κουνιούνταν αυτά, κι όχι το πλοίο, στον ουράνιο θόλο, ύστερα αλλαξα πλευρό καε με πήρε κι εμένα ο ύπνος. Εμείς κατεβήκαμε στο Βόλο, εκείνοι θα συνέχιζαν ως τη Θεσσαλονίκη κι από κει στη Χαλκιδική για να παραθερίσουν. Ο χωρισμός ήταν σπαρακτικός. Η κυρία απ' την Αίγυπτο χάρισε στη μάνα μου ένα βάζο με γλυκό από χουρμάδες. Εγώ κι ο φίλος μου ανταλλάξαμε διευθύνσεις, και μου υποσχέθηκε ότι, μόλις γύριζε στήν Αλεξάνδρεια, θα μου έστελνε μια καρτ-ποστάλ. Μου χάρισε και μια μικρή φωτογραφία του. Ήταν ντυμένος πρόσκοπος και την έχω ακόμα, καμιά φορά, όταν ψάχνω το κουτί με τις παλιές φωτογραφίες, βγαίνει στην επιφάνεια, τον κοιτάζω, νοστιμούλης ήταν, εγώ όμως «τον θυμούμαι σαν πιο εμορφο...». Ήταν ο δεύτερος, άτυχος κι αυτός, έρωτάς μου. ...

Κώστας Ταχτσής: Το φοβερό βήμα (Εξάντας)

Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2010

No 699

Francis Picabia

Η μαμά θεωρεί τη μητέρα της ανήθικη, διότι πλάγιασε με πολλούς ανθρώπους. (…) η γιαγιά Έρρα είχε διάφορους αρραβωνιαστικούς και τώρα ζει με μια γυναίκα και αυτό που συμβαίνει ονομάζεται ομοφυλοφιλία […]
Την επομένη μάς τηλεφωνεί η γιαγιά Έρρα και απαντώ εγώ’ (…)
«Θέλετε να κάνουμε πικ-νικ και οι τέσσερις, την Κυριακή;» Όταν λέει και οι τέσσερις, καταλαβαίνω ότι επιτέλους θα γνωρίσω τη φίλη της, άλλο ένα μυστικό θα προστεθεί στον μακρύ κατάλογο με τα μυστικά στον «όρκο φιλίας» ανάμεσα σε μένα και τον μπαμπά.
Το Σάββατο το βράδυ επιστρέφοντας, τα χέρια του μπαμπά είναι γεμάτα με σακούλες από το σούπερ-μάρκετ, και όλη την Κυριακή το πρωί προετοιμάζει το πικ-νικ, αλλά ακριβώς τη στιγμή που αρχίζει να βάζει τα πάντα στο καλάθι, ο ουρανός σκοτεινιάζει. Δεν είναι μερικές σταγονίτσες ούτε μια καλοκαιρινή μπόρα που μετά ο ουρανός θα είναι γαλανός και λαμπερός, αλλά πραγματικός κατακλυσμός. (…)
Όταν φτάνουμε, είμαστε βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο. Η γιαγιά Έρρα και η φίλη της ορμούν πάνω μας με πετσέτες και τρίβουν τα κεφάλια μας μέχρι να μας ζαλίσουν. Η καταιγίδα εξελίχθηκε σε ένα δραματικό στοιχείο της ημέρας, σαν ένα είδος δράκου που βρυχάται και θέλησε να επιτεθεί στο πικ-νικ μας, αλλά ευτυχώς καταφέραμε να γλιτώσουμε από τα νύχια του. Οι δυο γυναίκες άπλωσαν ένα τραπεζομάντιλο στο πάτωμα στο κεντρικό μέρος του λοφτ και τώρα τοποθετούν χάρτινα πιάτα και πλαστικά πιρούνια. Η φίλη της Έρρα είναι κοντή, τα μαλλιά της και τα μάτια της είναι σκούρα, διότι είναι από το Μεξικό και ονομάζεται Μερτσέντες σαν αυτοκίνητο πολυτλείας. Σφίγγοντας το χέρι μου μού λέει: «Χαίρομαι πάρα πολύ, Ράνταλ», σαν να το πίστευε πραγματικά.
Η γιαγιά Έρρα είναι πιο δυνατή απ’ αυτό που φαίνεται, με παίρνει στην αγκαλιά της, με σηκώνει ψηλά και με φιλά σε όλο το πρόσωπο, με κοιτάζει και χαμογελάει ανάμεσα σε κάθε φιλί. Τα μάτια της είναι μπλε σαν ζαφείρια με ρυτίδες τριγύρω που φαίνονται από κοντά, και τα μαλλιά της είναι κάτασπρα με λίγες μικρές ξανθιές τούφες που έχουν απομείνει. «Α, αγοράκι μου» λέει. «Πάει πολύς καιρός, ε;», και εγώ απαντώ «Ναι».

Nancy Huston: Ίχνη ρήγματος (Άγρα)

Τετάρτη, Ιουλίου 21, 2010

No 698












Πολλά πράγματα συνωμότησαν για να τον αποθαρρύνουν, το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν το σφοδρό ξύπνημα αισθημάτων για τον Λουκά, μια και ο Μπάιρον πίστευε ότι, όπως συνέβη με τον Έντελστον και τον Ρόμπερτ Ράστον, έτσι και ο νεαρός ακόλουθος θα γινόταν αιχμάλωτος του συνήθους μαγνητισμού του. Μόνο που αυτό δεν συνέβη. Για τον Λουκά, ο Μπάιρον ήταν γέρος, τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, τα δόντια του είχαν λεκιαστεί, είχε τάση προς την παχυσαρκία, ήταν απλώς ένας δυνάστης που πρόσφερε στολές, χρυσές περικεφαλαίες και όλα τα στολίδια ενός πολεμιστή. Για τον Μπάιρον, η δυσφορία του Λουκά ήταν ανησυχητική «σαν μάτι έχιδνας». Στα τριακοστά έκτα γενέθλιά του, τον Ιανουάριο του 1824, μολονότι καταλάβαινε ότι οι σεξουαλικές ικανότητες του έφθιναν, έγραψε ένα ποίημα για το πείσμα του έρωτα, ακόμα και σε μια καρδιά που γερνά:

Ώρα να πάψει να ταράζεται η καρδιά
Σαν άλλες πια έχει πάψει να ταράζει’
Μα κι αν ακόμα δεν μπορώ να αγαπηθώ
ας αγαπώ!
(…)
Η που τον κόρφο μου βαραίνει πυρκαγιά
Μοιάζει μ’ ηφαίστειο σε νησί μονάχο
Δαυλός κανείς δεν άναψε με τούτη τη φωτιά -
Μια νεκρική πυρά

Έντνα Ο’ Μπράιεν: Λόρδος Μπάιρον. Οι έρωτές του (Μεταίχμιο)

Τετάρτη, Ιουλίου 14, 2010

Νο 697

Maureen Mullarkey (ΗΠΑ)

Το ότι ένα βιβλίο μπορεί να γίνει αιτία μιας απ’ τις πιο άγριες και μυστηριώδεις δολοφονίες ενός συγγραφέα στα εγκληματολογικά χρονικά της Ελλάδος, μπορεί ν’ ακούγεται κάπως ως προϊόν πλοκής ενός ευφάνταστου αστυνομικού μυθιστορήματος. Ωστόσο, κάποιοι άνθρωποι είναι απόλυτα πεπεισμένοι πως πρόκειται για γεγονός αναμφισβήτητο. Η αλήθεια είναι –ισχυρίζονται- ότι ο Ταχτσής, μέσα απ’ το τελευταίο βιβλίο που έγραφε, έκανε ή επρόκειτο να κάνει σοβαρότατες καταγγελίες και/ή αποκαλύψεις για γνωστούς και επώνυμους της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίαςτους οποίους και θα «έκαιγε». Κι επειδή διακυβευόταν το κύρος και η υπόληψη κάποιων «ειδώλων» του ελληνικού κατεστημένου, απόλυτα φυσικό ήταν να θέλουν αυτοί πρώτοι να τον εξοντώσουν βιολογικά, πριν τους καταστρέψει εκείνος με τη δημοσίευση του επίσημου βιβλίου του (…)
Όπως υποστηρίζει κατηγορηματικά η αδελφή του Ταχτσή Ελπίδα, φοβόταν όντως για τη ζωή του, λόγω των αποκαλύψεων που (θα) έκανε στο βιβλίο που έγραφε, και προσθέτει ότι κρατούσε ημερολόγιο, στο οποίο έδινε οδηγίες στον εαυτό του να προσέχει κι επεξηγεί:
«Για τους ανθρώπους του στενού κύκλου του αδελφού μου, δηλαδή εμάς και τους φίλους του, είναι ξεκάθαρο ότι δολοφονήθηκε για το βιβλίο που έγραφε. Στο ημερολόγιο που κράταγε τον τελευταίο καιρό, αναφέρει: “δεν πρέπει να λέω σε κανέναν τι γράφω!” Οι σελίδες που βρήκαμε σκόρπιες από τα γραφτά του, δεν συγκροτούν ένα ολοκληρωμένο έργο. Λείπουν πολλά κομμάτια.» (…)
Η σημαντικότερη όμως μαρτυρία είναι αυτή της φίλης του συγγραφέα, Νένης Σταμάτη. Ιδού τι ακριβώς ισχυρίζεται:
«(…) Εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι, αυτά τα κεφάλαι που είχε γράψει, δεν τα είδα εγώ μέσα στο βιβλίο που κυκλοφόρησε. Δεν μίλαγε με ονόματα μέσα στο βιβλίο που έγραφε, ααλλά σκιαγραφούσε ανθρώπους, τους φωτογράφιζε. Απ’ αυτή την άποψη το βιβλίο ήταν και πιο δελεαστικό. Ήταν πολύ έντεχνα γραμμένο – λέξη-λέξη το ‘γραφε και το παίδευε…»

Γιάννης Βασιλακάκος: Κώστας Ταχτσής. Η αθέατη πλευρά της σελήνης (Ηλέκτρα)

Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2010

No 696

Maureen Mullarkey (ΗΠΑ)

Στις αρχές του ’81, ο Ταχτσής, κάτω από την πίεση και τον εκφοβισμό από τους τραβεστί, έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, που απέτυχε.
«Ώσπου ένα βράδυ, σε μια στιγμή μαύρης απελπισίας, πήρα 60 Valium των 5. Μπήκε τυχαία η νοικοκυρά-οικονόμος μου να πάρει έναν τενεκέ ντοματάκια για να τα ‘χει την επομένη το πρωί και με βρήκε αναίσθητο, να βγάζω αφρούς απ’ το στόμα… Με πήγαν στο νοσοκομείο. Σε τρεις μέρες βγήκα. Αλλά σε μια περίεργη κατάσταση έκστασης-αμνησίας. Εκινούμην, ενεργούσα μηχανικά. Σαν υπνοβάτης. Μου τηλεφώνησε ένας δημοσιογράφος της… «Ακρόπολης»: “Γιατί; Κύριε Ταχτσή, εμείς που σας εκτιμούμε” κλπ. “Εμ, απ’ την μια η Οδύσσεια της ταινίας, απ’ την άλλη οι παρανοϊκές, απηνείς διώξεις εκ μέρους δυο ψυχοπαθών τραβεστί-ξεχάστε το”. Έγραφε: “Η μαφία των τραβεστί μ’ έσπρωξε στην αυτοκτονία”»
Δεν είχε νόημα πλέον να σωπαίνει. Κατέθεσε μηνύσεις, εναντίον των διωκτών του. Και η ιστορία με τους τραβεστί τελείωσε ως εξής:
«Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Αμέσως μετά το δημοσίευμα με τίτλο “Η μαφία των τραβεστί κλπ”. Έφυγα για το Πήλιο, λίγο μετά θα ‘ρχόντουσαν κι οι δικοί μου να περάσουμε τα Χριστούγεννα. Μαύρα Χριστούγεννα. Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων ήρθε κι ένα τηλεφώνημα απ’ τον Μπέττυ: “Να δεις τι σου ετοιμάζω ακόμα. Θα πεθάνεις πουστόγερε…” Mια φίλη της αδελφής μου είπε: “Kάτι διάβασα προχτές στην Απογευματινή”. Ο “Μπέττυ” είχε στείλει ένα γράμμα-απάντηση στο δημοσίευμα “Ναι, εγώ απήγαγα κι έσπασα στο ξύλο τον Ταχτσή και θα τον καταδιώκω σ’ όλη μου τη ζωή χωρίς να μπορεί κανένα σύστημα να το σώσει…”. Τότε ακόμα κι ο δικηγόρος μου, που ως τότε μ’ είχε συμβουλέψει ν’ αποφύγω τη μήνυση, συμφώνησε ότι δεν μπορούσα πια να σωπαίνω.
Μετά τη μήνυση γλίτωσα απ’ τον “Μπέττυ”, όχι όμως κι απ’ τον Αλόμα. Γιατί τώρα βέβαια κατέβαινα στη Σωκράτους, τώρα δεν είχα πια να χάσω τίποτα, τα ‘χα χάσει όλα, δεν θα μου στερούσαν ακόμα και το ναρκωτικό μου…»


Κώστας Τσαρουχάς: Η δολοφονία του συγγραφέα (Αλήθεια)

Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2010

No 695

Πολύκλειτος Ρέγκος

ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΛΑΘΟΣ, ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ;

Μην κοιμηθείς ακόμα.
Μην κλείνεις τα μάτια σου τόσο νωρίς
κι από τον κόσμο σου
μιά ώρα αρχίτερα με σπρώχνεις.

Ξέρεις πόσες νύχτες ξόδεψα να σε περιμένω
κάτω από αυτό το ταβάνι
που απόψε και τους δυο μας σκεπάζει
και παράλογα μας κρύβει
από το φώς των αστεριών και το φεγγάρι;
Το φεγγάρι - που πολύ θα χαιρόταν να μ’ έβλεπε
...μαζί σου.
Σαν κουρασμένο μου φάνηκε την τελευταία φορά˙
χρόνια και χρόνια εκεί επάνω κρεμασμένο
να προσπαθεί μάταια να φωτίσει
τόση γκρεμισμένη ανθρωπότητα
με τέτοια δύστροπη ψυχή.

Ξέρεις πόσο αβάσταχτα γίνονται όλα εδώ μέσα
όταν λείπεις;
Τίποτα δεν είναι αγαπημένα ίδιο.
Τη δυσκολία να υπάρχω μόνος μου
με πράγματα πού άγγιξες
την ξέρεις;

Φαντάστηκες ποτέ
την απόλυτη μοναξιά των χεριών μου
όταν τραβούν τά παράθυρα
για να υποδεχτούν το σκοτάδι
και τη δύναμη που χρειάζεται
να ζεις με μια απώλεια;

Σκληρό που είναι
να ξυπνάς το πρωί και να ψάχνεις
μια παρουσία να ευχηθείς «καλημέρα».
Και να μη βιάζεσαι να γυρίσεις από τη δουλειά
γιατί δεν σου βρίσκεται κάποιος
να προσδοκεί την επιστροφή σου…

Ξέρεις
πού πηγαίνει ο Ἐρωτας όταν χάνεται;
Πίσω από ποιόν θάνατο
πάει και συντονίζεται
για την εφήμερη την φύση του
να κλάψει;
Μια αλήθεια που να μη σκοτώνει τη χαρά
που μου δίνει το καθαρόαιμο το ψέμα σου
- μήπως ξέρεις;

Μην κοιμηθείς ακόμα.
Μην κλείνεις τα μάτια σου τόσο νωρίς
κι από τα όνειρά σου
έξω πάλι με αφήσεις.
Μην κοιμηθείς ακόμα˙
και τη σιωπή σου ας τρέμω
έτσι όπως εμμένεις
να μη μου απαντάς…

Μην κάνεις τάχα πώς λυπάσαι.
Τη σπούδασα καλά την απογοήτευση.
Περήφανα σηκώνει το σταυρό σου
που ορθόδοξα επάνω του
θα πας να καρφωθείς.

Φίλιππος Αγγελής: Το αγαπημένο παιδί της Μοναξιάς (Πολύχρωμος Πλανήτης)

Τετάρτη, Ιουνίου 23, 2010

No 694

Auguste Caillebotte (Γαλλία)

Ο Θίοντορ ανυπομονούσε να βγει στον κόσμο με τον Έλιοτ. Ο έρωτάς του (ίσως κάθε έρωτας) χρειαζόταν να βγαίνει βόλτα όπως ένας σκύλος, να εκτίθεται στην περιπέτεια των δρόμων και στα βλέμματα των αγνώστων, να του επιτρέπεται να μαρκάρει την περιοχή του και να βροντοφωνάζει την ύπαρξή του.
Όμως, η διακριτικότητα απαγόρευε τις εξορμήσεις. (…)
«Φλέρταρες καθόλου με άλλους άντρες τότε;»
«Όχι» είπε ο Θίοντορ. Ύστερα, στηρίχτηκε στον έναν αγκώνα και γύρισε στο πλάι για να βλέπει τον Έλιοτ. «Ήμουν πολύ αθώος και πολύ… αφελής –όχι τόσο στις σπουδές μου όσο στην αντίληψή μου για τον κόσμο».
«Δεν Μπορεί, όμως, θα το ‘παιζες το πουλάκι σου!»
«Ονειρώξεις. Στα όνειρά μου ήμουν πάντα μέσα σ’ ένα σύμπλεγμα γυμνών σωμάτων, αρσενικών και θηλυκών. Αλλά ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό. Ντρέπομαι».
«Είμαι το πρώτο αγόρι στη ζωή σου;»
«Ναι» είπε ο Θίοντορ σοβαρά, «και το δεύτερο άτομο. Η γυναίκα μου… κι εσύ. Αλλά με… αγχώνει να μιλήσω για κείνην».
«Και ποιον αγαπάς περισσότερο;» ρώτησε ο Έλιοτ. «Εκείνην ή εμένα;»
Γλίστρησε προς τα κάτω, πλάγιασε δίπλα στον Θίοντορ, πήρε το χέρι του και το ‘βαλε πάνω στον γαλαζωπό γοφό του που γυάλιζε σαν μάρμαρο.
«Εσένα σε σκέφτομαι συνέχεια. Τα αισθήματά μου για τη γυναίκα μου είναι ιερά».
Ο Θίοντορ άρχισε να χαϊδεύει το μηρό του Έλιοτ. Στενοχωριόταν που το μεσημέρι της επομένης θα συναντούσε τη Μάγκι, την ντετέκτιβ, ένιωθε τύψεις που τη είχε προσλάβει για α κατασκοπεύει τον Έλιοτ, κι αηδίαζε προκαταβολικά γι’ αυτά που ίσως εκείνη είχε ανακαλύψει.

Edmund White: HOTEL de DREAM (Πατάκης)

Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010

Νο 693

Henri de Toulouse-Lautrec (Γαλλία)

Στο πεδίον μάχης του κορμιού σου

Ι.
Την τελευταία φορά χρησιμοποιήσαμε
τη σιωπή
για σφαίρες,
τραυματιστήκαμε θανάσιμα
στη σύγκρουση.

Τώρα, έχουμε αρχίσει με το ζόρι
την ανάρρωση,
και τα τουφέκια μας είναι ήδη
για μάχη οπλισμένα.

Ανίκανες την ήττα
να δεχτούμε,
είμαστ’ αντιμέτωπες ακόμη μια φορά
στο πεδίον μάχης
του κορμιού σου.

ΙΙ.
Στις σκιές,
μεσ’ στα χέρια σου να κρύβομαι,
ξεχνώ να νοιώθω φόβο.
Με εσένα διασχίζω τα σύνορα
του πόθου,
εισχωρώ στην περιοχή
όπου διαλύονται θάνατος και ζωή.

Ναυαγισμένη,
μα για περιπέτεια ακόμα διψασμένη,
βυθίζομαι
στων υδάτων σου τον στροβιλισμό.
Ξανά παγιδευμένη.

Bessy Reina / Παναμάς

Δὲν εἶμαι δική σου, εἶμαι ἐσὺ. ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑ [1650 - 2000] (Κρωπία)
Μετάφραση καὶ ἐπιμέλεια: Κώστας Ἰωάννου

Τετάρτη, Ιουνίου 09, 2010

No 692

Σπύρος Παπαλουκάς

Μεσολόγγι, 9 του Ιούνη 1903
Αγαπημένε μου, καλέ μου φίλε,
Με τη γλυκειά σου θύμηση, σύντροφον αχώριστο, το ταξίδι μου απέρασα και νοερές κουβέντες ψιθυρίσαμε και λόγια, λόγια, απ’ εκείνα που ασυνείδητα γεννιώνται και σβύνουνται, γεννήθηκαν και σβύστηκαν μέσα στη φαντασιά μου. Και τώρα να’ μια εδώ, απαντέχοντάς σε, μέσα στο εγώ μου αυστηρά κλεισμένος, από έλλειψη κάθε κοινωνιάς πνευματικής,τριγυρισμένος από τα γνωστά μου πράματα, που ανάμεσά τους εβλάστησε και άνθησε στου καιρού το γοργόταχο διάβα, η θλιβερή μου Σκέψη. Τα βιβλία μου, του τοίχου η ζωγραφιέςμ και η λίγεςακόμα ζωγραφιές που στα περασμένα έπλασα, η θαμπές, η αχνές, η άπιαστες δημιουργίες, κρεμασμένες κι αυτές ανάερες, στο κενό, απ’ τα σιδερένια καρφιά που τις εσύνδεσεν με την ψυχή στα άψυχα, ο Χρόνος. Και σου γράφω με τη βαθύτατη νοσταλγία προς το αισθαντικό σου είναι, που τόσο γλυκά μού φανέρωσε, σε ωραίες ώρες, την εσωτερική του αρμονία που άκοπα το κατέχει και το κυβερνά.

Γιώργος Ιω. Κοκοσούλας: Γύρω από μια φιλία. Μίμης Λυμπεράκης-Απόστολος Μελαχρινός. Επιστολές 1903-1924 (Φιλιππότης)

Σάββατο, Ιουνίου 05, 2010

Τετάρτη, Μαΐου 26, 2010

No 691

24 Μαΐου
Αγαπημένη μητέρα,
Τι αιώνιος Άμλετ που σου είναι ο άνθρωπος, τι ωραία που φιλοσοφούσα στα τελευταία μου γράμματα και σε τι αξιοθρήνητη κατάσταση με έφεραν τώρα οι πράξεις μου! Φοβάμαι πως έφτασα στο σημείο όπου ο πνευματικός δεσμός ανάμεσα μας έσπασε, πέφτοντας σε άλλες μαγικές παγίδες.
Αυτή τη νύχτα... ντρέπομαι σχεδόν να σου τα αφηγηθώ... δεν μπορώ να το εξηγήσω μήτε στον ίδιο τον εαυτό μου, αλλά αφότου ο πνευματικός μου έρωτας για τον Ανατόλ έσβησε, τον βρίσκω τόσο ωραίο, να... να, αυτή ακριβώς είναι η λέξη: γοητευτικό.
Άρα η ομορφιά του σώματος είναι κι αυτή κάτι, όταν υπάρχει και η ομορφιά της ψυχής. Και όταν ένα πλάσμα έχει τόσο πλούσια χαρίσματα, αυτό δεν το οφείλει βασικά στην εκπαίδευση του; Αυτό το πλάσμα το τόσο λαμπρά προικισμένο, δεν θα μπορούσε επίσης να έχει κερδίσει και σε βάθος; Αλλά να που φιλοσοφώ και πάλι. Αυτή τη νύχτα, λοιπόν... Αχ! Είμαι λίγο ταραγμένος σήμερα... Να είσαι επιεικής μαζί μου.
Μέχρι τώρα είχα δει τον Ανατόλ μονάχα με τη ρωσική μαύρη φορεσιά του που οι φαρδιές πτυχώσεις της σε άφηναν να μαντεύεις μάλλον τη σιλουέτα του. Αυτή τη νύχτα εμφανίστηκε για πρώτη φορά με ένα εφαρμοστό ρούχο από μοβ βελούδο, το χρώμα που τόσο αγαπώ, και με τις μακριές ξανθές μπούκλες του έμοιαζε με σκανδαλιάρη νεαρό ακόλουθο της εποχής του Λουδοβίκου 14ου. Καθώς ερχόταν προς εμένα, και το βελούδο που εφάρμοζε στενά στις εξαίσιες γραμμές του κορμιού του θρόιζε και έτριζε σε κάθε κίνηση του, για πρώτη φορά στη ζωή μου, καταλήφθηκα από εκείνη τη δύναμη της φύσης από την οποία κανείς θνητός δεν μπορεί να ξεφύγει εντελώς, μήτε για πάντα.
Ένιωσα τη μυστηριώδη επιρροή της σωματικής ομορφιάς.
Για να κρύψω τη διέγερση μου, άρπαξα μηχανικά ένα βιβλίο που βρισκόταν πεσμένο στα μαξιλάρια του ντιβανιού.
Ο Ανατόλ το παρατήρησε, έπεσε με μια κραυγή στην αγκαλιά μου και προσπάθησε να μου πάρει το βιβλίο.
Για μια στιγμή παλέψαμε κι ένιωσα ένα τρυφερό, σχεδόν παρθενικό στήθος να ακραγγίζει το δικό μου• το αίμα μου ανέβηκε στο πρόσωπο.
Αλλά κρατούσα το βιβλίο και, για να σωθώ, βύθισα σε αυτό το βλέμμα μου. Ο Ανατόλ είχε πέσει στο ντιβάνι και καταντροπιασμένος έκρυβε το πρόσωπο με τα χέρια του. Καθώς διάβαζα χαμηλόφωνα Τα πάθη τον νεαρού Βέρθερον, μου έριξε ένα παιχνιδιάρικο βλέμμα, μισο-κρυμμένο ακόμα πίσω από τα δάχτυλα του.
Κι εγώ, την ίδια στιγμή, βρέθηκα στα πόδια του και σκέπαζα το χέρι του με φιλιά, ήμουν ξαναμμένος κι έτρεμα. Αλλά μέσα στα γαλάζια και περήφανα μάτια του είδα μια λάμψη θριάμβου.
Αυτό με συνέφερε.
Σηκώθηκα και κάθισα στο πιάνο.
Ο Πλάτωνας σου.

Λεοπόλντ φον Ζάχερ-Μαζόχ: Ο έρωτας του Πλάτωνα (Αστάρτη)

Πέμπτη, Μαΐου 20, 2010

Νο 690

Paul Cadmus (ΗΠΑ)

Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από πνιγμένους ήχους. Το προδοτικό φως στην τουαλέτα του πάρκου έμενε πάντα αναμμένο και φώτιζε αυτό που συνέβαινε ακόμα και για εκείνους που δεν έπρεπε να το δουν, για εκείνους που αντιμετώπιζαν την παράξενη δραστηριότητα γύρω από την τουαλέτα με την υπεροψία της κοινής αντίληψης ή με εκείνη την υπηρεσιακή περιέργεια που έδειχνε η αστυνομία, όταν έβγαινε σε άτακτα διαστήματα για να κάνει μπλόκο και κάθε φορά συνελάμβανε κάποιους ηλικιωμένους άντρες, που ύστερα από λίγες ώρες τους άφηνε πάλι ελεύθερους. Συχνά ήταν ανάμεσα τους και τρομαγμένοι οικογενειάρχες. (…)
Εκείνη τη στιγμή κάποιος τον άρπαξε και τον τράβηξε προς τα πίσω. Ένιωσε το σιδερένιο σφίξιμο ενός μπράτσου στο λαρύγγι του κι έχασε την ισορροπία του. Η ατσάλινη λαβή τού έκοψε το αίμα και την ανάσα. Ένα πυκνό, άχρωμο παραπέτασμα έπεσε αμέσως μετά και ο Ερνέστ έχασε τις αισθήσεις του, πρόλαβε μόνο να ακούσει δυο λέξεις που του είχαν ψιθυρίσει στο αυτί: «Πούστη, γαμιόλη!»
Όταν συνήλθε, ήταν πεσμένος στο έδαφος, δεν απόρησε, προσπάθησε να ανασάνει, ήταν πεσμένος ανάσκελα, άκουσε το λαχάνιασμά του, την ίδια του την πνιχτή αναπνοή, τότε τον χτύπησαν με ένα βαρύ αντικείμενο, πρώτα στο στήθος, ύστερα στο στομάχι, με κάτι σαν κλομπ. Διπλώθηκε στα δύο, και μόλις γύρισε στο πλάι, δέχτηκε κι αποκεί μια κλοτσιά, ήταν λοιπόν περισσότεροι. Άκουσε ξεφωνητά εκεί κοντά, μετά σιωπή, δεν ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή άσχετων περαστικών, δεν ήθελαν να κινητοποιηθεί η αστυνομία, όλοι φοβόντουσαν. Ο Ερνέστ δεν ήταν ο μόνος τον οποίο είχαν διαλέξει για τη νυχτερινή διασκέδασή τους, δυο ή τρεις άλλοι δεν είχαν προλάβει να το βάλουν έγκαιρα στα πόδια. Οι τραμπούκοι ήταν περισσότεροι, τουλάχιστον τρεις, μόνοι δεν έρχονταν ποτέ, πάντα ήταν οπλισμένοι με κάποια αντικείμενα.
Αυτό που πάντα φοβόταν είχε συμβεί, τον είχαν αιφνιδιάσει, τώρα ήταν γεγονός, θα τον χτυπούσαν ώσπου να πάψει να κινείται.

Αλέν Κλοντ Ζούλτσερ: Ένας τέλειος σερβιτόρος (Μεταίχμιο)

Τετάρτη, Μαΐου 19, 2010

Νο 689

Kent Neffendorf (ΗΠΑ)

«Του αγόρασα εκείνο το καινούριο μπουφάν, το North Face που φορούσε» είπε ο Τζόνσον, κοιτώντας το χορταριασμένο μέρος του γκαζόν στα πόδια του' η φωνή του χαμήλωσε ξαφνικά. «Διακόσια εβδομήντα πέντε δολάρια. Κάναμε συμφωνία μαζί: του είπα ότι, αν έπαιρνε εκείνο το μπουφάν, θα έπρεπε την επόμενη σεζόν να ξαναβγεί στο γήπεδο. Έφτασαν τα δοκιμαστικά του καλοκαιριού και βρήκε κάποια δικαιολογία για να μην παίξει. Έκανε πολλή ζέστη, δεν είχε διάθεση… τέτοιες μπούρδες. Τον τσάκισα. Του είπα ότι μ’ έκανε να ντρέπομαι». Το κάτω χείλος του Τζόνσον έτρεμε ελαφρά. «Του είπα: "θα κάθεσαι στο δωμάτιό σου σαν να είσαι καμιά αδερφάρα, ενώ τα’ άλλα αγόρια θα είναι στο γήπεδο και θα γίνονται άντρες;"»
Ο Ραμόουν, αμήχανος, και λίγο θυμωμένος, δεν κοίταξε τον Τζόνσον.
«Πότε το είδες τελευταία φορά;» είπε ο Ραμόουν.
«Δουλεύω εφτά με τρεις, οπότε είμαι συνήθως σπίτι την ώρα που επιστρέφει από το σχολείο. Βγήκε έξω και τον ρώτησα πού πάει. "Πάω μια βόλτα" μου είπε και του είπα "Κάνει πολλή ζέστη για να φοράς αυτό το μπουφάν. Και το ξέρεις ότι δεν πρέπει να το φοράς, ούτως ή άλλως, γιατί αθέτησες τη συμφωνία που κάναμε"».
«Και;»
«Μου είπε: "Σ’αγαπώ, μπαμπά"». Ένα δάκρυ άρχισε να τρέχει από το μάτι του Τζόνσον και να κυλάει στο μάγουλό του. «Μόνο αυτό μου είπε. Και γύρισε αμέσως κι έφυγε από το σπίτι. Την επόμενη φορά που τον είδα ήταν παγωμένος. Κάποιος είχε φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι του γιου μου»
Ο Ραμόουν κοίταξε τον ουρανό και τις σκιές που μεγάλωναν στο γρασίδι. Θα είχε φως για λίγες μόνο ώρες ακόμα. Σηκώθηκε από το κάθισμά του.

Τζόρτζ Πελεκάνος: Ο κηπουρός της νύχτας (Πατάκης)

Τετάρτη, Μαΐου 05, 2010

No 688


Σε μια χολυγουντιανή ταινία του 1934 (Καμπαρέ των ονείρων), ένα ζευγάρι χορεύει. Τους πλησιάζει ένας τρίτος, χτυπάει τον άντρα στον ώμο και τον ρωτάει: «Μου επιτρέπετε;» Είναι μια κλασική σκηνή χορού, μόνο που αυτή τη φορά οι θεατές θα αιφνιδιαστούν καθώς οι δύο άντρες αγκαλιάζονται και συνεχίζουν τον χορό. Η σεναριογράφος Αννίτα Λόος έλεγε: «Οι ξανθιές δεν έχουν πια πέραση. Τώρα οι κύριοι μοιάζουν να προτιμούν τους κυρίους». Η πρώτη ταινία που ασχολήθηκε ευθέως με την ομοφυλοφιλία ήταν το Αλλιώτικοι απ’ τους άλλους (1919): ο Κόνραντ Βάιντ γνωρίζει σε μια γκέι χοροεσπερίδα τον Ράινχολντ Σύντσελ, τον πηγαίνει σπίτι του και του χαϊδεύει (φευγαλέα) το (εντελώς ντυμένο) στήθος του. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Έφτασε όμως για να καταρρίψει, έστω και υπαινικτικά, το ταμπού της ερωτικής επαφής δύο αρσενικών.
Κάποιες γκέι ταινίες που ακολούθησαν, αναζήτησαν με τη σειρά τους υπαινικτικούς τρόπους, ακόμη και σε εποχές όπου η λογοκρισία δεν το απαιτούσε ρητά. Στην ταινία Ο ροζ νάρκισσος (1971) μια πεταλούδα που βγαίνει από το κουκούλι της και κάθεται πολύ κοντά στον φουσκωμένο καβάλο ενός άντρα, δηλώνει μεταφορικά τη δημόσια αποκάλυψη της σεξουαλικής ταυτότητας, ενώ στην ταινία Πυροτεχνήματα (1947) η έκσταση του οργασμού υποδηλώνεται με την εικόνα ενός πυροτεχνήματος που προεξέχει, πετώντας σπίθες, από το φερμουάρ ενός ανδρικού παντελονιού. Στον Καραβάτζιο (1986) είναι ολοφάνερο πως το ενδιαφέρον του ζωγράφου (Νάιτζελ Τέρι) για το μοντέλο του (Σων Μπιν) είναι παραπάνω από επαγγελματικό: πιάνει ένα νόμισμα με τα χείλη του, ενώ στο Ερωτικό τργούδι (1950) δύο κρατούμενοι σε διπλανά κελιά μοιράζονται άτι παραπάνω από τσιγάρο όταν ο ένας τους φυσάει τον καπνό στο στόμα του άλλου από ένα καλαμάκι χωμένο στον τοίχο.

Douglas Keesey – Paul Duncan (επιμ): Ο ερωτικός κινηματογράφος (Taschen)

Τετάρτη, Απριλίου 28, 2010

No 687

Darold Perkins

Η γραφή των ποιημάτων είναι ιερό πράγμα

H γραφή των ποιημάτων είναι ιερό πράγμα, ξεσπάει η καρδιά
σαν να ταΐζει ερυθρά κοτόπουλα πάνω σ' έναν πράσινο λόφο, ή
κα8ισμένη σ' ένα μπαλόνι να κατεβαίνει εγκαίρως σ' ένα περβάζι
σαν πρωινό να με καλωσορίσει
μέσα στην αυγινή σου έγερση με το ψωμί και το μπέικον κι εκείνο
το τραγούδι στο ραδιόφωνο για χορό γύρω απ' της κουζίνας το τραπέζι
με κουτάλια μες στο στόμα σου.
Ένα δωμάτιο είναι το μόνο που θα κατέχω στην αιωνιότητα, ένα κρεβάτι -
Ασυνάρτητες
μνήμες
πάνω από ψηλά βουνά με μεταφέρουν μακριά στη γη των νομάδων όπου
η ανάσα δεν είναι παρά αναστεναγμός σε κάποιο χαμένο όνειρο
που πέρα μακριά απ' τα μάτια μου εξελίσσεται -
Η βροχή και το χιόνι ρολόι στο παράθυρο μου. Τι ωφελεί
που το δωμάτιο μου να χωρέσει δεν μπορεί της γης όλους τους ανθρώπους
και που οι καρέκλες είναι μόνες γιατί φτιαγμένες είναι για έναν μόνο;
Σου λέω οι νέοι ζητούν κάτι περισσότερο από αυτόν τον κόσμο
που μας άφησαν οι πρόγονοί μας.
Ένας καθρέφτης μας κάνει δύο κι αυτό είναι ευλογία.
Να τρίζω τα δόντια γιατί μου λείπει η αγάπη, μπαίνοντας στον καθεδρικό
είναι σαν να περπατώ μέσα σε μια κρύα σόμπα, σε ένα παγωμένο γάντι.
Ξέρω πως ο άγγελος πίσω απ' την πόρτα θα μου φέρει ωραίους πίνακες σε λίγο.
Όλοι οι άγγελοι μαζεύονται πάνω στης γης την καμπύλη και δημιουργούν
μια πομπή που γίνεται γέφυρα προς τον ήλιο.

Πήτερ Ορλόφσκυ
από την Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα (Ηριδανός)
μτφ: Γιάννης Λειβαδάς

Τετάρτη, Απριλίου 21, 2010

No 686

Γιώργος Σικελιώτης

Ακόμα και με ομοφυλόφιλους είχα κάνει έρωτα. Καλά παιδιά, θερμά παιδιά. (…) Τα πρώτα στελέχη της ομορφιάς και της πουστιάς στην Πάτρα. Καλά παιδιά, γιόρταζα και μου φέρνανε κασέτες, να με πάρουνε να βγούμε έξω, ωραία παιδιά και πολύ θερμά. Έχω να το πω και θα το πω μέχρι να πεθάνω ότι πας πούστης άγιος και πάσα πουτάνα σκατά. Ούτε κλέφτης μπαίνει μέσα τον βλέπεις, πόσο είναι κυρία μου η βίζιτα σας, πάρτε, ή κύριε θέλω ένα άρωμα, ένα πορτοκάλι, ή κύριε θέλω μια πάστα, τον βλέπεις γεια σας κι ευχαριστώ. Σε γοητεύει. Στο χορό του, στις κινήσεις του, στην ομορφιά του; Στην ωραία του ενδυμασία; Που ερχόντουσαν τα παιδιά και φοράγανε τότε άρωμα με 5000. Αυτοί σε γοητεύανε κι εσύ που ήσουνα γυναίκα έλεγες νάχω πέντε μάτια να τους κοιτάζω, γδυνόντουσαν κι είχαν ωραία χυτά σώματα, που βγαίνουν έτσι οι άλλοι άντρες, δεν ξέρω γυμναστικές κάνανε, κάτι ωραία σουλούπια.

Γιώργος Χρονάς: Η γυναίκα της Πάτρας (Οδός Πανός)

Πέμπτη, Απριλίου 15, 2010

No 685


Επιμονή

. ..Είναι ένας σιδεράς που δουλεύει
. ..στ' αμόνι
. ..κι ο Νιζίνσκι που χορεύει αιθέρια
. ..σαν φαύνος.
.. .Ο ένας δίνει το ρυθμό
.. .χωρίς τον οποίο είναι αδιανόητη
.. .η έκσταση του άλλου

Νιζίνσκι: Χόρεψα ώρες πολλές
στο σύφφλογο του πάγου
ίσαμε που τα πόδια μου έλιωσαν
και γύρισε ο ιδρώτας μου
να χαϊδέψει το μέτωπο μου
σαν χέρι

Σιδεράς: Δούλεψα τόσο πολύ
το καυτό σίδερο
στην παγωμένη αδιάφορη
επιφάνεια του αμονιού
μέχρι που τα χέρια μου πάγωσαν
κι η καρδιά μου
έγινε σβησμένο άστρο
στην αγκαλιά του ατσαλιού


Τώρα δε με νοιάζει πια
αν θα πεθάνω
ανασαίνω με νεροσυρμές
-απ' το ταμπάκο-
και θα ‘θελα να ξέρω
πόσο λάδι απομένει
στο καντήλι της ζωής μου

Νιζίνσκι: Τρομάζω την ιδέα του θανάτου
Είναι ένα κρύο χέρι
που ανασκαλεύει τα σωθικά μου
και μου φέρνει ανατριχίλα
κι αηδιάζω να πιστεύω
ότι η πεταλούδα του κορμιού μου
κάμπια θα έχει γίνει
και σαρανταποδαρούσα
που θα ξεμυτίζει αργά
από το μακιγιαρισμένο κουφάρι
για να ζευγαρώσει στο φως

Κωνσταντίνος Μπούρας: Αγαύης έρως (Οδυσσέας)

Τετάρτη, Απριλίου 14, 2010

No 684


Ο Ντιαγκίλεφ είναι ένας διεφθαρμένος’ αγαπά τα αγόρια. Οφείλουμε να κάνουμε τα πάντα για να εμποδίσουμε τους ανθρώπους που έχουν τέτοιες συνήθειες, όμως δεν πρέπει να τους φυλακίζουμε, μήτε να τους κάνουμε να υποφέρουν. (…)
Ο Ντιαγκίλεφ αγάπησε έναν άντρα πριν από μένα. Κατάλαβα καλά, ότι τον αγαπούσε μονάχα φυσικά, και το ίδιο περίμενε κι απ’ αυτόν. Στον εαυτό του, ο Ντιαγκίλεφ καλλιέργησε το πάθος για τα έργα τέχνης, στον Μασσίν τον έρωτα της δόξας. Εγώ δεν είχα πάθος μήτε για τα έργα τέχνης, μήτε για τη δόξα. Ο Ντιαγκίλεφ, καταλαβαίνοντάς το, έπαψε να ενδιαφέρεται για μένα’ μετά απ’ αυτό, άρχισα να τρέχω πίσω απ’ τα κορίτσια. (…)
Δεν αγαπούσα τον Ντιαγκίλεφ, κι όμως ζούσα μαζί του. Αλλά τον μίσησα απ’ την πρώτη μέρα που τον είδα. Μου επεβλήθη εκμεταλλευόμενος την φτώχεια μου και το γεγονός ότι εξήντα πέντε ρούβλια τον μήνα δεν αρκούσαν για να μην πεθάνουμε απ’ την πείνα η μητέρα μου κι εγώ.

Το ημερολόγιο του Νιζίνσκυ (Νεφέλη)

Πέμπτη, Απριλίου 08, 2010

No 683

Παύλος Μαθιόπουλος

Ήμουνα στο κρεβάτι του Αντρέα κι έσερνα το δάχτυλό μου απαλά πάνω στο στήθος και την κοιλιά του. Πες μου για τον Κόλιν, μου είπε.
-Τι να σου πως για τον Κόλιν;
-Περίγραψέ τον.
Δίστασα, αναρωτήθηκα τι να πω.
-Είναι καλός κι ευγενικός, απάντησα.
-Περίγραψέ τον.
Έπιασα τα μαλιά του Αντρέα.
-Τα μαλλιά του είναι κόκκινα και κατσαρά, και τα κουρεύει πάντοτε κοντά.
-Τι χρώμα έχουν τα μάτια του;
-Πράσινα.
-Είναι κοντός ή ψηλός;
-Είναι ψηλός με μεγάλες πλάτες.
-Και είναι μαλλιαρός;
-Ναι. Λίγοι στην κοιλιά και λίγο στο στήθος. Όσο μεγαλώνει γίνεται πιο μαλλιαρός.
Και πώς είναι ο πούτσος του;
Γέλασα’ γέλασα με τον εαυτό μου, με την αμηχανία που ένιωσα.
-Πες μου.
-Είναι μακρύς και χοντρός. Έχει πετσάκι.
Ο Αντρέας μετακίνησε τον κοντόχοντρο πούτσο του, κι εγώ έβαλα το ΄χερι μου πάνω του.
-Δεν τον πειράζει που πηγαίνεις με άλλους άντρες;
Τράβηξα το χέρι μου. Ξάπλωσα ανάσκελα στο κρεβάτι και κοίταξα το άσπρο ταβάνι.
-Δεν του το λέω. Πιστεύεις ότι αυτός πηγαίνει με άλλους;
Κοίταξα τον Αντρέα, το λεπτό, μελαχρινό του πρόσωπο. Η φωνή του έβγαινε νωχελικά και νυσταγμένα, ωστόσο εγώ ήμουν επιφυλακτικός με τις ερωτήσεις του. Φυσικά και το πίστευα’ ακριβώς επειδή δεν εμπιστευόμουν ούτε τον ίσιο μου τον εαυτό.
-Μερικές φορές. Μερικές φορές τον μυρίζω, όταν έρχεται στο σπίτι αργά, κι αναρωτιέμαι αν έχει πάει με άλλους άντρες.
-Οπότε έχετε αυτό που λένε οι Αμερικάνοι «ανοιχτό γάμο».
Τραβήχτηκα απότομα από κοντά του κι έψαξα να βρω τα τσιγάρα μου.
-Άντε γαμήσου. Εγώ προσπαθούσα να είμαι ειλικρινής. Τον αγαπάω τον Κόλιν. Τον αγαπάω πολύ και είμαστε μαζί πολύ καιρό. Μακάρι να ήμουν αρκετά δυνατός και να μην χρειαζόμουν να κάνω σεξ με άλλους ανθρώπους. Χαμογέλασα και τράβηξα μια μικρή τζούρα απ’ το αναμμένο μου τσιγάρο. Τον αγαπάω τον Κόλιν, επανέλαβα.

Christos Tsiolkas: Νεκρή Ευρώπη (Printa)

Τετάρτη, Απριλίου 07, 2010

No 682

Κώστας Μαλάμος

Με τον Αποστόλη πέρασα όλη μου τη ζωή μέχρι τις ακατανόμαστες εκείνες μέρες που αυτός σκοτώθηκε κι εγώ έχασα τον κόσμο. Όχι πως ζούσαμε μαζί, α παπα. Εγώ ζούσα στο νέο μου σπίτι, σπίτι μας το λέω ακόμα και σήμερα που δεν είναι πια δικό μου. Μαζί με τον μαστρο-Μιμάκη ζούσα τότε και με τη γριά του, την κυρά Δέσποινα, καλή γυναικούλα, ήσυχη, αλλά ο Αποστόλης ήτανε το στήριγμά μου, ο άνθρωπος της ζωής μου, πώς να το πω. Ο σύντροφός μου, όπως θα λέγαμε τη σήμερον ημέρα που όσο να ‘ναι έχουνε προχωρήσει κάπως τα πράγματα. Τώρα βέβαια, λόγω της θέσεώς μου, δεν τα εγκρίνω όλ’ αυτά, τους πόρνους και τους μοιχούς, και κάθε που θα μου δοθεί ευκαιρία τους κατακεραυνώνω στα κυριακάτικα μου κηρύγματα, αλλά η ψυχούλα μου το ξέρει. Κατά βάθος κλαέι κι οδύρεται και ύστερα έρχομαι στο σπίτι και είμαι ένα ράκος.

Γιάννης Μακριδάκης: Ήλιος με δόντια (Εστία)

Σάββατο, Απριλίου 03, 2010

Νο 681



Πάσχα στο Πήλιο
Απόγευμα Μεγάλης Πέμπτης καταλύσαμε σ' ένα μικρό ξενοδοχείο του Αγίου Ιωάννη. Ελάχιστοι ακόμα οι επισκέπτες, η παραλία ερημική κι εμείς βαδίσαμε σχεδόν σιωπηλοί, την ώρα που τριγύρω άναβαν τα φώτα κι έπεφτε σκοτεινός ο ίσκιος του βουνού στη θάλασσα.
Την επομένη προσκυνήσαμε τον Επιτάφιο στον Κισσό, κι επισκεφθήκαμε την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Έντρομος στάθηκα μπροστά στις λαϊκές τοιχογραφίες με τα μαρτύρια της κολάσεως: καμιά εξαίρεση, καμιά διαφυγή’ κάθε αμαρτία και μια αμείλικτη ποινή, με τόση φρίκη εικονισμένη, που μέσα στο ημίφως του ναού μού φάνηκε πως μ' έδεσαν οι φλόγες. Βγήκα στο φως σκοτεινιασμένος και ζήτησα να επιστρέψουμε στον όρμο.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας ήταν που τον είδα. Ποιητής και δοκιμιογράφος της νεώτερης γενιάς, με πλούσιο έργο ήδη και τιμές (τον αναγνώρισα από φωτογραφίες του σε περιοδικά και σε βιβλία) κάθονταν μ' ένα νεαρό καλοφτιαγμένο σε καφετέρια της παραλίας. Έκανε εντύπωση η ανύπαρχτη επαφή, η ανανταπόδοτη επιθυμία - τι κι αν μιλούσε κάπου κάπου ο ποιητής, ο νεαρός είχε σχεδόν την πλάτη γυρισμένη, δύσθυμος, κατηφής να κάθεται μαζί του, να τους βλέπουν. Δαγκώθηκα μεμιάς’ ποιος ξέρει, σκέφτηκα, αύριο μεθαύριο κι εγώ...
Μεγάλο Σάββατο, κατά το δειλινό, τους είδα πάλι. Μπροστά ο νεαρός σαν ξένος, ξοπίσω του ο ποιητής με κυρτωμένους ώμους να κοιτά το xώμα. Θυμήθηκα τις φοβερές τοιxογραφίες και δεν άντεξα. «Εδώ η κόλαση», έσκουξα βουβά, «εδώ και τα μαρτύριά της όλα!».
Είχε σκοτεινιάσει. «Ώρα για την Ανάσταση», είπε κάποιος. Και φύγαμε για να ντυθούμε καταλλήλως!

Αντώνης Περαντωνάκης: Ακίδες και δήγματα (Πλέθρον)

Πέμπτη, Απριλίου 01, 2010

Νο 680

Federico García Lorca (Ισπανία)

Βραδάκι της Μεγάλης Πέμπτης

Ουρανός του Κλωντ Λορραίν
Το θλιμένο αγόρι που μας κοιτάει
και το φεγγάρι πάνω από την Ε σ τ ί α

Πεπίν, γιατί δε σ' αρέσει
η μπύρα;

Στο ποτήρι μου στρογγυλεύει το φεγγάρι,
μικραίνει!..... και τρεμίζει.

Πεπίν! την ίδιαν ώρα στη Σεβίλλια
ντύνουν την Παναγία Μακάρενα.

Πεπίν, η καρδιά μου έxει
Λεύκες από φεγγάρι και καημό.

Το θλιμένο παιδί έφυγε.

Με το ποτήρι μου της μπύρας,
προπίνω για σένα ετούτο το βράδι
που ζωγραφίστηκε απ’ τον Κλαούδιο Λορένα.

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα /Ισπανία

μετάφραση: Κώστας Ζαρούκας
Λόρκα: Σκόρπια ποιήματα (Μέρμηγκας)

Πέμπτη, Μαρτίου 25, 2010

No 679


Ήθελα στ’ αλήθεια να σε παντρευτώ. Σου το γράφω στα ελληνικά, διότι σ’ αυτή τη γλώσσα ακούγεται υστερικά γελοίο. Εδώ όλα βασίζονται στη «διακριτικότητα». Οι λεσβίες σαν κι εμάς, με ξεκάθαρα και ανοιχτά σχέδια για κοινή ζωή σε κοινή θέα, δεν υφίστανται. Κρύβονται, ποιος ξέρει. Δεν παντρεύονται πάντως. Αν και θα γίνει κι αυτό, είναι θέμα χρόνου. Γνώρισα επιτέλους ένα ζευγάρι. Έψαξα στο internet, υπάρχει ένα αρκετά αξιοπρεπές site. Τις γνώρισα σε μια προβολή κινηματογραφική, αναγκάστηκα να ζητήσω τσιγάρο για να πιάσω κουβέντα. Στον έξω κόσμο συμπεριφέρονται ως φίλες. Φίλες σε στυλ δεκάτου ενάτου αιώνα. Φίλες σε στυλ Playboy. Εξαρτάται από το περιβάλλον. Όπως δηλαδή κι εμείς μπροστά στον πατέρα μου και στους ομοίους του. Αν δεν σου το έχω πει έως σήμερα καθαρά, σου το λέω τώρα: χαίρομαι που του το είπες. Σα να σε βλέπω μπροστά μου (πάντα θα σε βλέπω μπροστά μου να κάνεις αυτό) να σηκώνεσαι απ’ το τραπέζι με τις τιράντες πεσμένες, με το ένα κοτσιδάκι λυτό απ’ τη μανία, να εξηγείς στον πατέρα μου ότι δεν είσαι ανώμαλη, ότι υπάρχουν ομοφυλόφιλα ζώα (δε θυμάμαι όμως, ποιο ζώο είχες αναφέρει;). Δεν ήξερες ότι ο πατέρας μου είναι αυτής της γενιάς η οποία αρέσκεται να χαρακτηρίζει διάφορα πράγματα «ανώμαλα»; Ο δικός σου σού έκανε τη χάρη και πέθανε. Η Ελένη είχε πει «καλύτερα να πεθαίνουν νωρίς οι πατεράδες, ιδιαίτερα οι πατεράδες κοριτσιών». Το σκέφτομαι από το 1995 που το είπε και πλέον συμφωνώ: ο θάνατος ενός πατέρα μειώνει την καταπίεση μιας νέας γυναίκας κατά 60%. Μιας νέας λεσβίας κατά 80%.

Άντζελα Δημητρακάκη: Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα (Εστία)

Τετάρτη, Μαρτίου 24, 2010

No 678

Otto Müller (Γερμανία)

-Ξέρω, μου λέει η Γιόα, ενώ σηκώνεται για να ακουμπήσει εγκάρδια το χέρι της στον ώμο μου. Και θα ήμουν πολύ δυστυχισμένη αν πίστευες ότι σου την έκλεψα. Γιατί δεν είναι καθόλου έτσι.
-Φυσικά και όχι, λοιπόν, μικρή μου Γιόα, λέω, ενώ σηκώνομαι για να την αγκαλιάσω πριν προσθέσω: είναι φυσικό το παιχνίδι να είναι χαμένο εξαρχής, όταν πρόκειται για μια γυναίκα σαν και σένα.
Και να λοιπόν που σκάμε κι οι δυο στα γέλια.
-Γνωριζόσασταν ήδη λίγο, λέω, μ’ έναν τόνο περισσότερο καταφατικό παρά ερωτηματικό.
-Η Χέιδα είχε πάρει μέρος σε κάποιες από τις γιορτές της Ένωσης ομοφυλοφίλων του Ρέικιαβικ. Την ήξερα εξ όψεως, αλλά δεν είχε γίνει τίποτα παραπάνω. Μέχρι που ήρθα να μείνω εδώ, στον βορρά.
-Κι όταν πήγαινες να περπατήσεις στην πόλη για να βγάλεις φωτογραφίες ή για να πας σινεμά ή δεν ξέρω για τι άλλο, ήταν στην πραγματικότητα για να τη δεις, έτσι δεν είναι;
-Φυσικά και όχι, απαντά η Γιόα προσβεβλημένη. Πήγαμε μαζί να δούμε μια ταινία, αλλά δεν είχε συμβεί τίποτα μέχρι χτες το βράδυ. Έιναρ, δεν θα επέτρεπα ποτές δτον εαυτό μου να σου πει ψέμματα.
-Αλλά αυτή προσπαθεί να κρατήσει μυστική αυτή την πλευρά της ζωής της εδώ, κάνω λάθος;
-Ναι. Δεν έχει τολμήσει ακόμη να διακινδυνεύσει. Εξαιτίας της εφημερίδας, των πρώην της, των διαφημιστών, των αναγνωστών…
-Μυστικά και ψέματα, αγαπητή μου Γιόα. Μόλις έρχονται αντιμέτωποι με θέματα σεξουαλικότητας, φύλου, φυλής, χρώματος, εθνικότητας ή θρησκείας, οι άνθρωποι μπλέκουν τα πιο σημαντικά πράγματα με τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες. Για πολλούς και διάφορους λόγους.
-Έτσι είναι. Και ισχύσει ακόμη και σήμερα.

Arni Thorarinsson: Ο καιρός της μάγισσας (Πόλις)

Πέμπτη, Μαρτίου 18, 2010

Νο 677

Otto Müller (Γερμανία)

Οδηγούσε η Καίτη με τόση μαεστρία! Αυτή καθόταν δίπλα της, μπροστά, και τόσο ζαλιζόταν, που σε κάθε απότομη στροφή αγκάλιαζε την Καίτη, ακόμη λίγο να γινότανε δυστύχημα. Ό,τι κι αν συνέβαινε όμως, αυτό αφορούσε αυτές και μόνο, βρίσκονταν οι δυο τους μοναχές μέσα στο πρώτο αυτοκίνητο. Ένιωθε μια ηδονή, ένα δέος, το ύψος, η ταχύτητα –και πλάι της η Καίτη. Κι έπειτα, τι ‘ναι η ζωή; Un peu d´ amour, un peu d´espoir, et puis… bon soir, όπως είπε κάποιος. Τι να την κάνει τη ζωή; Ποτέ δεν θα μπορέσει να πραγματοποιήσει τα’ όνειρό της. «Τ’ όνειρό μου τ’ όνειρό μου», επανέλαβε δυο τρεις φορές.
Προτίμησα να μη ρωτήσω ποιο είναι τ’ όνειρό της. Όσο μιλάν, παρακολουθώ τομ μελαγχολικό κύριο Κοτσωνίτη που στριφογυρίζει στενοχωρημένος πάνω στην καρέκλα του. Σηκώθηκε στο τέλος και βγήκε απ’ το σαλόνι.
Η Καίτη, με το λαιμό σφιγμένο στο αντρικό κολάρο και με το τσιγάρο στο στόμα συζητά με τους άλλους γι’ αυτοκίνητα.

Κοσμάς Πολίτης: Λεμονόδασος (γράμματα)

Τετάρτη, Μαρτίου 17, 2010

No 676

Charles Chaplin

-Μα τι έχεις; Έκανε η μία ξανθούλα άσπρη σαν κρίνος, με μαύρα μάτια, στην άλλη, μια ρωμαλαία κόρη με κόκκινα μάγουλα και καστανά θερμά μάτια.
Αυτή, χωρίς ν’ απαντήσει, τίποτε να πει, την έσφιξε περισσότερο στο στήθος της και με μανία, με δίψα ζήτησε τα χείλια της.
-Δεν μπορώ!... εστέναξε στη φίλη της, που έκανε να φύγει. Άφησέ με!...
Εκείνη παραιτήθηκε, ή οι πνοές των λουλουδιών όλο πάθος την έσφιξαν, την παρέλυσαν, την έκαναν κάτι να επιθυμεί, κι αυτό το κάτι ξέσπασε σ’ ένα φίλημα, φίλημα μακρύ, ηδονικό, ένα ρούφηγμα μανιακό της ηδονής που σαλεύει, θαμπώνει το νου, τα μάτια και κάνει τον άνθρωπο να ζει σβηστά, σβηστά κι όμοιος με τις μεθυσμένες των δέντρων πνοές

Δημοσθένης Βουτυράς: Όταν σκάνε τα λουλούδια… (Πολύχρωμος Πλανήτης)

Τετάρτη, Μαρτίου 10, 2010

Νο 675

Ken Landon Buck (ΗΠΑ)

Ήμασταν μαζί έξι χρόνια, και όταν τελικά χωρίσαμε ένιωθα σαν αποτυχημένος, σαν διαζευγμένος. Τώρα κουβαλούσα αυτό που τα διάφορα βιβλία αυτοβελτίωσης αποκαλούν «συναισθηματικά βάρη», και θα τα κουβαλούσα για την υπόλοιπη ζωή μου. Το κόλπο θα ήταν να γνωρίσω κάποιον με παρόμοια βάρη και να φτιάξουμε ένα ταιριαστό σετάκι, αλλά πώς θα μπορούσα να βρω έναν τέτοιο άνθρωπο; Τα μπαρ αποκλείονταν’ αυτό το ήξερα. Είχα γνωρίσει τον πρώτο μου φίλο σε ένα μέρος που λεγόταν το Άντρο των Αντρών – δεν νομίζω ότι αυτό το όνομα θυμίζει πίστη. Ήταν σα να γνωρίζεις κάποιον σε καβγά και μετά να παραπονιέσαι, όταν αποδεικνύεται πως είναι βίαιος. Για να πω την αλήθεια, δεν είχε ποτέ υποσχεθεί πως θα ήταν μονογαμικός. Αυτή ήταν δική μου ιδέα, και παρόλο που έβαλα τα δυνατά μου για να τον πείσω, η γοητεία που του ασκούσαν οι άλλοι ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου.
Τα περισσότερα ζευγάρια γκέι που γνώριζα εκείνη την περίοδο είχαν ένα είδος συμφωνίας. Ο Α μπορούσε να κοιμάται με άλλους, αρκεί να μην τους φέρνει στο σπίτι- ή αρκεί να τους φέρνει στο σπίτι. Ήταν καλή συμφωνία για όσους ευχαριστιούνταν την ποικιλία και το κυνήγι, αλλά για μένα ήταν απλώς τρομακτικό, και υπερβολικά κουραστικό –σαν να έχεις μια δουλειά και να ψάχνεις και για δεύτερη. Ένας φίλος ήταν το περισσότερο που μπορούσα να κουμαντάρω, το μόνο που ήθελα να κουμαντάρω, για να πω την αλήθεια, και ενώ εμένα αυτό μου φαινόταν απολύτως φυσικό, οι φίλοι μου το θεωρούσαν μια μορφή καταπίεσης και άρχισαν να με βλέπουν σαν πουριτανό. Μήπως είμαι; Αναρωτιόμου.

David Sedaris: Όταν σας έχουν τυλίξει οι φλόγες (Μελάνι)

Δευτέρα, Μαρτίου 01, 2010

Νο 674

Mário Cesariny(Πορτογαλία)

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ (Ι)

Η νύχτα,
Όπως ερχόταν,
Μουτρωμένη, γλυκιά,
Κατάχλωμη απ’ τα παραστρατήματά της,
Για διάφορα μιλούσε.
Κι εγώ στα μπράτσα σου
Ονειρευόμουνα πως πέθαινα.

Κι έβλεπα
Αγκάθια και καρφιά στο σώμα σου,
Ένα Χριστό σταυρωμένο,
Στα μάτια σου,
Γλύκα και παγωνιά.
Ξεφλουδισμένο κόκκινο δαμάσκηνο,
Βρώμικα χέρια που κομμάτιαζαν
Τις χορδές μιας κιθάρας,
Μισοσκόταδο, κεριά που έκαιγαν,
Λιβάνι, χρυσό –και θλίψη…
Κι εγώ, γλυκά να πεθαίνω.

Το μελαχρινό σου πρόσωπο,
Τόσο ωραία φτιαγμένο,
Φαινόταν ακόμα πιο ήρεμο,
Χωρίς δάκρυα, στεγνό.
Μόνο το λεπτό κορμί σου,
Το χαριτωμένο σου κορμί
Ήταν όλο σε πένθος.
Ύστερα, ανήσυχα,
Πήρα το στόμα σου,
Το σαδιστικό σου στόμα.
Φιληθήκαμε σκληρά…
Ξημέρωσε!

Και τα κορμιά μας αναίσθητα,
Κυλίστηκαν χάμω, κι έτσι απόμειναν.

Antonio Botto: Ποιήματα (Οδός Πανός)
Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης